Friday, June 19, 2009

ΧΗΜΕΙΑ

Ή οργανική χημεία έχει πολύ μεγάλη σπουδαιότητα γιά τόν άνθρωπο. Είναι ή χημεία τών υδατανθράκων, τών λιπών, τών πρωτεϊνών καί τών νουκλεϊκών οξέων, πού συνιστούν τήν έμβια ύλη. Είναι ή χημεία τών τροφίμων τών υφάνσιμων ινών καί τών καυσίμων. Είναι ή χημεία τών πλαστικών, τών ελαστικών, τής γεωργίας καί τών απορρυπαντικών. Ό όρος οργανική χημεία έχει παραμείνει από έναν παλαιότερο διαχωρισμό τών χημικών ενώσεων σέ ανόργανες καί οργανικές. Οργανικές ονόμαζαν τίς ενώσεις πού βρίσκνται στούς ζωικούς καί φυτικούς οργανισμούς. Οί χημικοί θεωρούσαν πώς οί οργανικές ενώσεις δέν μπορούν νά συντεθούν στό εργαστήριο. Ό άνθρωπος δέν διέθετε τήν απαραίτητη ζωική δύναμη. Τό 1828 όμως ό Wohler παρασκεύασε τήν οργανική ένωση ουρία μέ θέρμανση διαλύματος κυανικού αμμωνίου. Στήν πραγματικότητα δέν υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ ανόργανων καί οργανικών ενώσεων.
Όλες οί οργανικές ενώσεις περιέχουν άνθρακα, σχεδόν όλες περιέχουν υδρογόνο καί ακολουθούν μέ σειρά συχνότητας εμφανίσεως τά στοιχεία οξυγόνο, άζωτο, αλογόνα, Θείο....
Κλασσική μέθοδος αναλύσεως χημικής ενώσεως :
1. Ποιοτική Ανάλυση, ανιχνεύουμε τά στοιχεία πού αποτελούν τήν ένωση
2. Ποσοτική Ανάλυση, προσδιορίζουμε τήν μάζα κάθε στοιχείου σέ ορισμένη ποσότητα τής ενώσεως.
3. Εύρεση % κατά βάρος συστάσεως τής ενώσεως καί στήν συνέχεια τόν εμπειρικό τύπο τής ενώσεως. Από ποιά στοιχεία αποτελείται ή ένωση καί τήν αναλογία ατόμων τού στοιχείου στήν ένωση.
4. Προσδιορίζουμε πειραματικά τό Μοριακό Βάρος τής Ενώσεως.
5. Καθορίζουμε τόν Μοριακό τύπο τής ενώσεως. Δείχνει από ποιά στοιχεία αποτελείται ή ένωση καί τόν αριθμό ατόμων τών στοιχείωνστό μόριο τής ενώσεως.
Τό Πετρέλαιο επήρε τό όνομά του από τίς λέξεις πέτρα καί έλαιο καί είναι ένα ορυκτό υγρό καύσιμο, πού αποτελείται κυρίως από υγρούς υδρογονάθρακες μέσα στούς οποίους είναι διαλυμένοι αέριοι καί στερεοί υδρογονάθρακες. Στό πετρέλαιο περιέχονται επίσης ενώσεις θείου, οξυγόνου καί αζώτου. Τό πετρέλαιο πρίν από 450 εκατ.χρόνια άρχισε νά σχηματίζεται. Αμέτρητοι υδρόβιοι μικροοργανισμοί ζωικής καί φυτικής προελεύσεως, πεθαίνοντας έπεφταν στόν πυθμένα τής θάλασσας, όπου μαζί μέ τήν άμμο σχημάτιζαν αλλεπάλληλα στρώματα. Μέ τήν πάροδο τού χρόνου ή θάλασσα απομακρύνθηκε καί ή αρχική οργανική ύλη εγκλωβίστηκε σέ μεγάλα βάθη όπου μέ τήν επίδραση τής πιέσεως καί τής θερμοκρασίας μετατρέπηκε σέ πετρέλαιο. Ό σκοπός ενός διυλιστηρίου πετρελαίου είναι, μέ κλασματική απόσταξη νά διαχωρίση τό αργό πετρέλαιο αρχικά σέ κλάσματα, μέ βάση τήν περιοχή τών σημείων βρασμού κάθε κλάσματος, οπότε σχηματίζονται ενδιάμεσα ακατέργαστα προϊόντα. Τό αργό πετρέλαιο δίνει μετά τό διυλίστήριο, αέριο καύσιμο, υγραέρια, νάφθα, βενζίνη, κηροζίνη, ντίζελ, μαζούτ, Gas oil, άσφαλτος κ.α.
Ή βενζίνη είναι μίγμα υδρογοναθράκων μέ 5 έως 12 άτομα άνθρακα στό μόριο των. Οί μέσες ιδιότητες τού μίγματος αυτού πλησιέστερα στίς ιδιότητες τού οκτανίου. Ή βενζίνη χρησιμοποιείται κυρίως ώς καύσιμο στίς μηχανές εσωτερικής καύσεως τών αυτοκινήτων. Τό ποσοστό τής βενζίνης πού παίρνουμε από τό πετρέλαιο είναι πού μικρό (15-30%) καί δέν επαρκεί γιά νά καλύψη τίς ανάγκες τής καταναλώσεως πού αυξάνονται λόγω αυξήσεως τών αυτοκινήτων. Γιά νά αυξηθή ή απόδοση τού πετρελαίου σέ βενζίνη εφαρμόζεται ή μέθοδος τής πυρόλυσης (Cracking process). Ή πυρόλυση σπάει τούς δεσμούς στά μεγάλα μόρια καί επιτρέπει νά σχηματίζονται νέοι δεσμοί στά μικρά μόρια πού παράγονται τύπου βενζίνης. Γιά νά βελτιώσουμε τήν ποιότητα τής βενζίνης, νά αυξήσουμε δηλαδή τόν αριθμό τών οκτανίων, θερμαίνουμε τήν βενζίνη απουσία αέρα οπότε γίνεται αναμόρφωση, δηλαδή υδρογονάθρακες χωρίς διακλαδώσεις μετατρέπονται σέ ισομερείς μέ διακλαδισμένη αλυσίδα. Ισομέρεια ονομάζεται τό φαινόμενο όταν δύο οί περισσότερες ενώσεις έχουν τό ίδιο μοριακό τύπο, αλλά παρουσιάζουν διαφορές στίς ιδιότητές των.
Νάφθα ονομάζεται ή ακατέργαστη βενζίνη πού χρησιμοποιείται ώς πρώτη ύλη στήν βιομηχανία τών πετροχημικών. Ή νάφθα είναι σημαντική πρώτη ύλη γιά τήν παραγωγή αρωματικών υδρογοναθράκων. Από τούς εκατοντάδες υδρογονάθρακες πού δίδει ή βιομηχανία τού πετρελαίου οί περισσότεροι χρήσιμοι γιά τήν παραγωγή πετροχημικών προϊόντων είναι : τό μεθάνιο, τό αιθένιο, τό προπένιο, τό βουτένιο καί τό βενζόλιο. Τό πρώτο ανήκει στήν ομόλογη σειρά τών αλκανίων, τά άλλα ανήκουν στήν ομόλογη σειρά τών αλκενίων, ενώ τό τελευταίο ανήκει στήν ομόλογη σειρά τών αρωματικών υδρογοναθράκων.
Τό μεθάνιο είναι τό κύριο συστατικό τού φυσικού αερίου τό οποίο είναι καύσιμο μίγμα αερίων υδρογοναθράκων. Τό φυσικό αέριο σχηματίστηκε παρόμοια μέ τό πετρέλαιο καί εξάγεται από φυσικές κοιλότητες υπόγειες ή υποθαλάσσιες. Τό φυσικό αέριο δέν είναι τοξικό. Είναι καύσιμο περισσότερο φιλικό μέ τό περιβάλλον. Τό μεθάνιο παράγεται επίσης στό πεπτικό σύστημα τών ζώων από τήν βακτηριακή ζύμωση φυτικών τροφών. Περτοχημικά προϊόντα μέ πρώτη ύλη τό Μεθάνιο είναι : τά φαινολικά πλαστικά, πλαστικά μελαμίνης, εκρηκτικά, πλεξιγκλάς, υγρό πυροσβεστήρων, τεφλόν, ρούχα, αέριο συγκολλήσεως, πλαστικά πλακέτων υπολογιστών κ.α.
Καύση είναι ή αντίδραση μιάς ουσίας (ανόργανης ή οργανικής ) μέ τό οξυγόνο πού συνοδεύεται από παραγωγή θερμότητος καί φωτός. Καύσιμα είναι οί ουσίες πού όταν αντιδρούν μέ τό οξυγόνο μετασχηματίζεται μέρος τής χημικής ενέργειας πού περιέχουν σέ θερμική. Τήν θερμικής αυτή ενέργεια χρησιμοποιούμε γιά θέρμανση, παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας καί κίνηση τών μεταφορικών μέσων. Τά καύσιμα διακρίνονται σέ στερεά , υγρά καί αέρια. Καύση στερεού καυσίμου είναι ό άνθρακας, καύση υγρού καυσίμου είναι ή βενζίνη καί ή αιθανόλη καί καύση αερίων καυσίμων είναι τό μεθάνιο καί τό υδρογόνο. Οί κινητήρες τών αυτοκινήτων μέ τήν καύση των παράγουν καυσαέρια : οξείδια τού αζώτου – μονοξείδιο τού άνθρακα – υδρογονάθρακες – διοξείδιο τού άνθρακα. Γιά νά μειωθή αυτή ή ατμοσφαιρική ρύπανση από τό 1980 άρχισε ή χρήση τών καταλυτικών μετατροπέων. Ό καταλύτης τοποθετείται στό σύστημα εξαγωγής καυσαερίων μέ στόχο τήν μετατροπή τών ρύπων σέ αβλαβή καυσαέρια. Ό καταλύτης αποτελείται από 3 μέρη : τό κεραμικό ή μεταλλικό υλικό, μονόλιθος καί έχει διαμήκη κανάλια, ή ενδιάμεση επίστρωση αλουμινίας καί τέλος επίστρωση ευγενών μετάλλων (λευκόχρυσος, πλατίνα, παλλάδιο, ρόδιο). Ό μόλυβδος δηλητηριάζει τόν καταλύτη καί τόν κάνει ανενεργό, γι’αυτό στά καταλυτικά χρησιμοποιείται αμόλυβδη βενζίνη.
Πετροχημικά προϊόντα μέ πρώτη ύλη τό αιθένιο : ασπιρίνη, διαλύτης λάκας, εκρηκτικά, ρούχα (ντακρόν, ακριλάν), πλαστικά, μεμβράνες, πρόσθετα βενζίνης, χρώματα, απορρυπαντικά κ.α. τό αιθένιο περάγεται από φρούτα όπως τό μήλο. Αποφεύγουμε νά τοποθετούμε φρούτα μαζί μέ λουλούδια γιατί θά μαραθούν γρήγορα. Τό αιθένιο χρησιμοποιείται γιά τήν ωρίμανση μπανανών λεμονιών καί άλλων.
Πετρχημικά προϊόντα μέ πρώτη ύλη τό προπένιο : εποξειδικά συγκολλητικά, πλεξιγκλάς, απορρυπαντικά, πλαστικά, μεμβράνες, χρώματα κ.α.
Τό αιθίνιο καίγεται στόν αέρα μέ φλόγα φωτιστική καί αιθαλίζουσα. Όταν αναμιχθεί μέ οξυγόνο σέ κατάλληλη συσκευή καίγεται μέ φλόγα ή οποία ανεβάζει τή θερμοκρασία στούς 3000ºC. Σήμερα οί μεγαλύτερες ποσότητες αιθινίου παράγονται από πετρέλαιο. Εκτοπίστηκε όμως σήμερα από τό οικονομικότερο αιθένιο. Τό αιθίνιο (Ακετυλένιο) χρησιμοποιείται γιά τήν κοπή καί συγκόλληση μετάλλων καί γιά τήν παρασκευή χλωροαιθενίου καί προπενονιτριλίου. Μέ πολυμερισμό τού χλωροαιθενίου σχηματίζεται τό πλαστικό PVC καί μέ πολυμερισμό τού προπενονιτριλίου ή συνθετική ίνα μέ τά εμπορικά ονόματα Orlon καί Acrilan.
Στίς τροπικές περιοχές από τά δέντρα συλλέγεται ένας γαλακτώδης χυμός, πού καλείται latex. Μέ ειδικές μεθόδους διαχωρίζεται από τό latex μία ελαστική ουσία τό καουτσούκ. Τό καουτσούκ είναι φυσικό μολυμερές καί χρησιμοποιείται κυρίως γιά τήν κατασκευή ελαστικός. Επειδή τό φυσικό καουτσούκ είναι μονοπωλιακό προϊόν τών τροπικών χωρών καί επειδή ή ανάπτυξη τής βιομηχανίας αυτοκινήτων είχε αυξήσει τήν ζήτησή του, ή χημεία επέτυχε τήν Παρασκευή τεχνητού καί συνθετικού καουτσούκ, μέ πρώτη ύλη τό πετρέλαιο. Τό τεχνητό καουτσούκ έχει διαφορετική χημική σύσταση από τό φυσικό καουτσούκ, αλλά έχει ανάλογες ιδιότητες, γι’αυτό καί τό υποκαθιστά στίς χρήσεις του.
Τό βενζόλιο είναι ό πιό απλός αρωματικός υδρογονάθρακας καί ή πρώτη ύλη όλων τών αρωματικών ενώσεων. Τό βενζόλιο λαμβάνεται από τό πετρέλαιο μέ κυκλοποίηση καί αρωματικοποίηση τών κορεσμένων υδρογοναθράκων. Τό βενζόλιο είναι υγρό, άχρωμο, πτητικό, χαρακτηριστικής οσμής. Είναι αδιάλυτο στό νερό καί τοξικό. Εκπέμπεται ώς αέριος ρύπος από τά καύσιμα καί τίς μηχανές τών οχημάτων πού λειτουργούν μέ αμόλυβδη βενζίνη. Προκαλεί καρκίνο. Πετροχημικά προϊόντα μέ πρώτη ύλη τό βενζόλιο : πλαστικά, ζιζανιοκτόνα, απορρυπαντικά, ασπιρίνη,χρώματα, αναλγητικά φάρμακα, γεωργικά, αφρώδης πολυουρεθάνη, νάϋλον, παρασιτοκτόνα κ.α.
Τά καυσαέρια τών αυτοκινήτων θεωρούνται πηγή ατμοσφαιρικής ρυπάνσεως καί ακολουθούνται από τά προϊόντα καύσεως τής βιομηχανίας. Οί ρύποι αυτοί τής ατμόσφαιρας διακρίνονται σέ πρωτογενείς (άκαυστοι υδρογονάθρακες πού περιέχονται στά καυσαέρια καί εκπέπονται κατευθείαν στήν ατμόσφαιρα) καί δευτερογενείς (ρύποι πού σχηματίζονται μέ φωτοχημικές αντιδράσεις τού ατμοσφαιρικού οξυγόνου καί τών πρωτογενών ρύπων). Οί φωτοχημικές αντιδράσεις οδηγούν στό φωτοχημικό νέφος πού δημιουργείται στίς μεγαλουπόλεις καί βιομηχανικές περιοχές, λόγω τών γύρω ορεινών όγκων – τής Ηλιοφάνειας – τής συγκεντρώσεως οξειδίων τού αζώτου – τής συγκεντρώσεως πτητικών οργανικών ενώσεων – καί λόγω θερμοκρασιών μεγαλυτέρων από 18ºC. Τό φωτοχημικό νέφος επηρεάζει τήν διαύγεια τής ατμόσφαιρας, μειώνει τήν ορατότητα, ερεθίζει τά μάτια καί τούς πνεύμονες.

Φαινόμενο τού Θερμοκηπίου
Ό Ήλιος εκπέμπει τεράστιες ποσότητες ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στήν υπέρυθρη, ορατή καί υπεριώδη περιοχή τού φάσματος. Στήν Γή φθάνουν ακτινοβολίες τής ορατής περιοχής καί μικρές ποσότητες τής υπέρυθρης καί υπεριώδους. Τό μεγαλύτερο μέρος τής υπεριώδους ακτινοβολίας τό απορροφά τό όζον, πού βρίσκεται στήν ατμόσφαιρα. Όπως ό Ήλιος έτσι καί ή ζεστή Γή δρά μέ τήν σειρά της ώς πομπός ακτινοβολίας. Από τήν υπέρυθρη ακτινοβολία πού επανεκπέμπει ή Γή ένα μέρος διαφεύγει στό διάστημα καί ένα άλλο μέρος της εγκλωβίζεται από αέρια τής ατμόσφαιρας. Έτσι ή ατμόσφαιρα θερμαίνεται μέ αποτέλεσμα νά λειτουργή γιά τήν Γή σάν ένα είδος κουβέρτας. Χωρίς αυτήν τήν κουβέρτα ή μέση θερμοκρασία τής Γής θά ήταν -20º C αντί τής ιδιαιτέρας άνετης γιά τήν ζωή μας θερμοκρασίας τών + 15º C. Ή ατμόσφαιρα είναι γιά τήν Γή ότι τό γυαλί σέ θερμοκήπιο. Επιτρέπει δηλαδή νά περνά ή ακτινοβολία από τόν Ήλιο, αλλά εμποδίζει τήν Γή νά επανεκπέμψει όλη τήν ακτινοβολία πού εδέχθη. Αυτός είναι ό λόγος γιά τόν οποίο ή δράση αυτή τής ατμόσφαιρας ονομάζεται φαινόμενο θερμοκηπίου.
Από τά μέσα τού 19ου αιώνα καί τήν βιομηχανική επανάσταση οί δραστηριότητες τών ανθρώπων έχουν προκαλέσει αύξηση τής συγκέντρωσης τών αερίων τού θερμοκηπίου στήν ατμόσφαιρα. Ή κουβέρτα – ατμόσφαιρα έγινε παχύτερη μέ αποτέλεσμα νά γίνει καί ή θερμότερη. Ή αύξηση τής θερμοκρασίας τής Γής κατά 2º C θά προκαλέσει τεράστιες κλιματολογικές αλλαγές όπως περισσότερες ξηρασίες, εντονότερους ανέμους, καταρρακτώδεις βροχές καί αύξηση τής στάθμης τής θάλασσας. Από τά αέρια τού θερμοκηπίου τό διοξείδιο τού άνθρακα είναι τό πιό σημαντικό, επειδή μεγάλες ποσότητές του ελευθερώνονται στήν ατμόσφαιρα μέ τήν καύση τών ορυκτών καυσίμων. Έτσι ό πιό αποτελεσματικός τρόπος γιά τήν αντιμετώπιση τού φαινομένου είναι νά μειωθή ή συγκέντρωση διοξειδίου τού άνθρακος στήν ατμόσφαιρα.

Μείωση κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων.
Χρήση καυσίμων πού παράγουν μικρότερες ποσότητες CO2.
Απορρόφηση τού CO2 μετά τήν παραγωγή του καί πρίν τήν διάχυσή του στήν ατμόσφαιρα.
Χρήση εναλλακτικών πηγών ενέργειας.

Τό όζον στήν ατμόσφαιρα απορροφά τήν υπεριώδη ακτινοβολία τού Ηλίου, ενώ ή τρύοα τού όζοντος πού υπάρχει, επιτρέπει στήν ακτινοβολία νά φθάνει ανεμπόδιστη στή Γή. Ή έκθεση στήν υπεριώδη ακτινοβολία μπορεί νά προκαλέση στόν άνθρωπο καρκίνο, καταρράκτη στά μάτια καί εξασθένιση τού ανοσοποιητικού συστήματος. Από τό 1990 περισσότερες από 60 χώρες σταμάτησαν τήν χρήση χλωροφθορανθράκων μέχρι τό 2000 ώστε νά μειωθή ή τρύπα τού όζοντος. Σήμερα γίνεται αντικατάσταση τών χλωροφθορανθράκων από τούς υδροφθοράνθρακες. Οί ενώσεις αυτές δέν περιέχουν άτομα χλωρίου στό μόριό των καί επομένος δέν σχηματίζουν στήν στρατόσφαιρα ρίζες χλωρίου πού καταστρέφουν τό όζον.



Στήν αιθανόλη πού χρησιμοποιείται γιά τήν Παρασκευή ποτών τό κράτος επιβάλλει βαριά φορολογία. Έτσι τά αλκοολούχα ποτά γίνονται ακριβά καί ή κατανάλωση περιορίζεται. Αντίθετα ή αιθανόλη πού προορίζεται γιά βιομηχανικές καί οικιακές χρήσεις δέν φορολογείται αλλά μετουσιώνεται μέ τήν προσθήκη μεθανόλης πού είναι δηλητήριο πετρελαίου, δύσοσμο μκαί κυανού χρώματος συνήθως, έτσι ώστε νά διακρίνεται από τήν καθαρή αλκοόλη.
Τό κρασί (οίνος) είναι προϊόν αλοολικής ζύμωσης τού χυμού τών νωπών σταφυλιών (μούστος). Τά κρασιά διακρίνονται σέ ξηρά καί γλύκά πού περιέχουν αζύμωτο σάκχαρο. Ή ρετσίνα είναι τύπο κρασιού στό οποίο έχει προστεθεί μικρή ποσότητα ρητίνης πεύκου. Τά αφρώδη κρασιά περιέχουν CO2 (σαμπάνια). Ή μπίρα (ζύθος) παρασκευάζεται από κριθάρι (βύνη) μέ προσθήκη καί εκχυλίσματος λυκίσκου ό οποίος διδεί τήν χαρακτηριστική πικρή γεύση. Τά αποσταζόμενα (βότκα, ρακί, ουίσκι, ρούμι κ.α.) παρασκευάζονται μέ απόσταξη αλκοολούχων διαλυμάτων στά οποία έχουν προστεθεί καί αρωματικές ουσίες. Έχουν μεγάλη περιεκτικότητα σέ αλκοόλη 30-70%. Ηδύποτα (λικέρ,μαστίχα, μέντα, τσέρι, κουαντρό) παρασκευάζονται μέ κατεργασία φρούτων ή αρωματικών ουσιών μέ οινόπνευμα ή κονιάκ καί προσθήκη ζάχαρης, νερού, αιθερίων ελαίων κ.α.
Τό οξύτατο πρόβλημα τής ατμοσφαιρικής ρυπάνσεως καί ή εξάντληση τών παραδοσιακών καυσίμων οδήγησαν τήν χημική έρευνα στήν αναζήτηση νέων ανανεώσιμων πηγών ενεργείας. Από τά τέλη τής δεκαετίας τού 1970 άρχισαν νά χρησιμοποιούνται ώς συμπληρωματικά τής βενζίνης καύσιμα, ή μεθανόλη καί ή αιθανόλη. Ή μεθανόλη καί ή αιθανόλη μπορούν νά παρασκευαστούν από μπράσινες πρώτες ύλες οί οποίες είναι ανανεώσιμες. Ή μεθανόλη παρασκευάζεται από ξύλο καί ή αιθανόλη από ζύμωση ουσιών φυτικής πρελεύσεως πού περιέχουν άμυλο ή ζάχαρη. Γιά τά μίγματα βενζίνης καί μεθανόλης ή αιθανόλης χρησιμοποιείται ή ονομασία πράσινη βενζίνη.
Τό αιθανικό οξύ ή οξικό οξύ είναι τό πιό σημαντικό από τά καρβοξυλικά οξέα. Τό ξίδι (όξος) πού χρησιμοποιούμε στό σπίτι γιά συντήρηση καί αρωματισμό τών τροφών είναι αραιό υδατικό διάλυμα οξικού οξέος. Επίσης χρησιμοποιείται γιά Παρασκευή οξικής κυτταρίνης γιά Παρασκευή τεχνητής υφασμάτινης ίνας καθώς καί Παρασκευή κινηματογραφικών καί φωτογραφικών φίλμ.
Σαπούνια καί απορρυπαντικά χρησιμοποιούμε γιά νά μπορέση τό νερό νά αναλύση τούς λιπαρούς ρύπους. Γιά τήν χημεία όμως, άλλου τύπου μόρια είναι τά σαπούνια καί άλλου τά απορρυπαντικά. Σαπούνια είναι τά άλατα μέ νάτριο ή κάλιο τών λιπαρών οξέων καί κυρίως τού παλμιτικού, τού στεατικού καί τού ελαϊκού οξέος. Παρασκευάζονται μέ θέρμανση λιπαρών υλών μέ υδροξείδιο τού νατρίου. Μέ τήν αντίδραση αυτή πού ονομάζεται σαπωνοποίηση υδρολύονται τά γλυκερίδια καί δίδουν γλυκερίνη καί τά άλατα μέ νάτριο τών λιπαρών οξέων πού είναι τά σαπούνια. Σήμερα λίπη καί έλαια υδρολύονται μέ υπέρθερμους υδρατμούς. Στήν συνέχεια τά λιπαρά οξέα πού παράγονται εξουδετερώνονται καί δίδουν σαπούνια. Ή υδρογοναθρακική αλυσίδα είναι διαλυτή στά λίπη καί αδιάλυτη στό νερό. Τά σαπούνια καλίου είναι πιό μαλακά από τά σαπούνια νατρίου, δίσουν καλύτερη σαπουνάδα καί χρησιμοποιούνται ώς καλλυντικά. Μέ σαπούνια καλίου παρασκευάζονται υγρά σαπούνια καί κρέμες ξυρίσματος.




Έως τόν πρώτο παγκόσμιο πόλεμο όλες οί υφάνσιμες ίνες καθημερινής χρήσεως είχαν φυσική προέλευση. Οί ημισύνθετες ίνες έκαναν τήν εμφάνισή των τήν δεκαετία τού 1920. ή παραγωγή καθαρών συνθετικών ινών άρχισε μετά τόν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Μετά τό 1950 έπεσαν οί τιμές τού πετρελαίου καί επομένος έπεσαν οί τιμές τών πρώτων υλών γιά παραγωγή συνθετικών ινών. Τό νάϋλον παρασκευάστηκε τό 1935 καί ήταν πανάκριβο. Οί φυσικές ίνες, μαλλί καί μετάξι είναι πρωτεϊνες (πολυμερή συμπύκνωσης τών αμινοξέων. Ή μακρυνή πρώτη ύλη γιά τήν παραγωγή ζωικών ινών είναι τά φυτά, μέ τά οποία τρέφονται τά πρόβατα, καί οί μεταξοσκώληκες οί οποίοι τρέφονται μέ φύλλα μουριάς. Οί φυτικές ίνες βαμβάκι καί λινάρι αποτελούνται από κυτταρίνη. Οί κυριότερες συνθετικές ίνες είναι τό νάϋλον, οί πολυεστέρες καί οί ακρυλικές ίνες. Τά ρούχα πού προέρχονται από αυτές τίς ίνες είναι φθηνές αλλά δέν είναι άνετες καί δέν απορροφούν τόν σωματικό υδρώτα, αντίθετα μέ τό βαμβάκι πού απορροφά τόν ιδρώτα καί τό μετάξι καί μαλλί, πού είναι πολύ άνετα καί ευχάριστα στήν χρήση.
1. Υδρογόνο Η 1,008 α.β.
2. Ήλιο Ηe 4,003
3. Αίθιο Li 6,941
4. Βηρύλλιο Be 9,012
5. Βόριο Β 10,81
6. Άνθρακας C 12,01
7. Άζωτο N 14,01
8. Οξυγόνο Ο 16
9. Φθόριο F 19
10. Νέο Ne 20,18
11. Νάτριο Na 22,99
12. Μαγνήσιο Mg 24,31
13. Αργίλιο – Αλουμίνιο Al 26,98
14. Πυρίτιο Si 28,09
15. Φωσφόρος P 30,97
16. Θείο S 32,07
17. Χλώριο Cl 35,45
18. Αργό Ar 39,95
19. Κάλιο K 39,10
20. Ασβέστιο Ca 40,08
21. Σκάνδιο Sc 44,96
22. Τιτάνιο Ti 47,88
23. Βανάδιο V 50,94
24. Χρώμιο Cr 52
25. Μαγγάνιο Mn 54,94
26. Σίδηρος Fe 55,85
27. Κοβάλτιο Co 58,93
28. Νικέλιο Νi 58,69
29. Χαλκός Cu 63,55
30. Ψευδάργυρος Zn 65,39
31. Γάλλιο Ga 69,72
32. Γερμάνιο Ge 72,59
33. Αρσενικό As 74,92
34. Σελήνιο Se 78,96
35. Βρώμιο Br 79,90
36. Κρυπτό Kr 83,80
37. Ρουβίδιο Rb 85,47
38. Στρόντιο Sr 87,62
39. Ύττριο Y 88,91
40. Ζιρκόνιο Zr 91,22
41. Νιόβιο Nb 92,21
42. Μολυβδαίνιο Mo 95,94
43. Τεχνήτιο Tc 98,91
44. Ρουθήνιο Ru 101,1
45. Ρόδιο Rh 102,9
46. Παλλάδιο Pd 106,4
47. Άργυρος Ag 107,9
48. Κάδμιο Cd 112,4
49. Ίνδιο In 114,8
50. Κασσίτερος Sn 118,7
51. Αντιμόνιο Sb 121,8
52. Τελλούριο Te 127,6
53. Ιώδιο I 126,9
54. Ξένο Xe 131,3
55. Καίσιο Cs 132,9
56. Βάριο Ba 137,3
57. Λανθάνιο La 138,9
58. Δημήτριο Ce 140,1
59. Πρασινοδύμιο Pr 140,9
60. Νεοδύμιο Nd 144,2
61. Προμήθειο Pm 144,9
62. Σαμάριο Sm 150,4
63. Ευρώπιο Eu 152
64. Γαδολίνιο Gb 157,3
65. Τέρβιο Tb 158,9
66. Δυσπρόσιο Dy 162,5
67. Όλμιο Ho 164,9
68. Έρβιο Er 167,3
69. Θούλιο Tm 168,9
70. Υττέρβιο Yb 173
71. Λουτήτιο Lu 175
72. Άφνιο Hf 178,5
73. Ταντάλιο Ta 180,9
74. Βολφράμιο W 183,9
75. Ρήνιο Re 186,2
76. Όσμιο Os 190,2
77. Ιρίδιο Ir 192,2
78. Λευκόχρυσος – Πλατίνα Pt 195,1
79. Χρυσός Au 197
80. Υδράγυρος Hg 200,6
81. Θάλλιο Tl 204,4
82. Μόλυβδος Pb 207,2
83. Βισμούθιο Bi 209
84. Πολώνιο Po 210
85. Άστατο At 210
86. Ραδόνιο Rn 222
87. Φράγκιο Fr 223
88. Ράδιο Ac 226
89. Ακτίνιο Ac 227
90. Θόριο Th 232
91. Πρωτακτίνιο Pa 231
92. Ουράνιο U 238
93. Ποσειδώνιο – Νεπτούνιο Np 237
94. Πλουτώνιο Pu 239,1
95. Αμερίκιο Am 243,1
96. Κιούριο Cm 247,1
97. Μπερκέλιο Bk 247,1
98. Καλιφόρνιο Cf 252,1
99. Αϊνσταϊνιο Es 252,1
100. Φέρμιο Fm 257,1
101. Μεντελέβιο Md 256,1
102. Νομπέλιο No 259,1
103. Λωρένσιο Lr 260,1



















Αβελίτης.Εκρηκτική ύλη με το χημικό όνομα γλοιοξυλίνη. Παρασκευάστηκε το 1867 για πρώτη φορά από το χημικό Άμπελ και αποτελείται από νιτρογλυκερίνη 65%, νιτροκυτταρίνη 30% και άλλα νιτρικά άλατα (βλ. και λ. εκρηκτικές ύλες).
Αδαμαντάνιο.Χημική οργανική ένωση, η οποία ανήκει στους κυκλικούς υδρογονάνθρακες. Έχει χημικό τύπο C10H16 και είναι τρικυκλοδεκάνιο. Είναι άχρωμο στερεό, με μεγάλη πτητικότητα και δομή ανάλογη προς εκείνη του διαμαντιού. Απομονώθηκε το 1933 από κλάσματα πετρελαίου. Μια σειρά από παράγωγά του χρησιμοποιούνται ως αντιβιοτικά και καρκινοστατικά στην καταπολέμηση των όγκων.
Αδρανή (ή ευγενή) αέρια. Αέρια χημικά στοιχεία που ταξινομούνται στη μηδενική ομάδα του περιοδικού πίνακα. Στα ευγενή ή αδρανή στοιχεία υπάγονται τα αέρια ήλιο (He), νέο (Ne), αργό (Ar), κρυπτό (Kr), ξένο (Xe) και ραδόνιο (Rn). Τα αέρια αυτά δεν έχουν την τάση να ενώνονται με άλλα χημικά στοιχεία και για το λόγο αυτό ονομάστηκαν ευγενή ή αδρανή αέρια. Η αδράνεια αυτή δικαιολογείται και από το γεγονός ότι η στιβάδα σθένους των στοιχείων αυτών είναι συμπληρωμένη με οχτώ ηλεκτρόνια. Παρ’ όλα αυτά, τα βαρύτερα από τα αδρανή αέρια, όπως το κρυπτό και το ξένο, σε ειδικές συνθήκες ενώνονται με ορισμένα στοιχεία και δίνουν διάφορες ενώσεις KrF2, XeF2, XeF4, XeO3 κ.ά.
Τα ευγενή αέρια βρίσκονται σε πολύ μικρές ποσότητες στον ατμοσφαιρικό αέρα. Λαμβάνονται από τον υγροποιημένο ατμοσφαιρικό αέρα με κλασματική απόσταξη και εκλεκτική προσρόφηση. Επειδή είναι αδρανή αέρια, χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία αδρανούς ατμόσφαιρας στους λαμπτήρες πυράκτωσης (τις κοινές ηλεκτρικές λάμπες). Επίσης, επειδή το νέο εκπέμπει πορτοκαλέρυθρο φως, όταν βρίσκεται μέσα σε σωλήνες που γίνονται ηλεκτρικές εκκενώσεις, χρησιμοποιείται στους γνωστούς λαμπτήρες νέου, στις φωτεινές διαφημίσεις κ.α.
Το ραδόνιο είναι ραδιενεργό και σ’ αυτό οφείλεται η φυσική ραδιενέργεια του ατμοσφαιρικού αέρα.
Ποσοστό (%), σε όγκο, των ευγενών αερίων στον ατμοσφαιρικό αέρα:
Αργό 0,94
Νέο 0,00154
Ήλιο 0,00052
Κρυπτό 0,0001
Ξένο 0,00009
Ραδόνιο  10-18.
Αεροσόλ ή αερόλυμα. Φυσικοχημικός όρος που χαρακτηρίζει κολλοειδή διαλύματα διασποράς, στα οποία ένα λεπτό διαμερισμένο υγρό ή στερεό σώμα βρίσκεται σε διασπορά μέσα σε αέριο. Τα αεροσόλ παρουσιάζουν μεγάλη διάδοση για οικιακή ή επαγγελματική χρήση. Οι απλές συσκευές που τα παράγουν αποτελούνται από κυλινδρικά μεταλλικά δοχεία, ερμητικά κλειστά, στα οποία περιέχεται κάτω από πίεση μείγμα πτητικών διαλυτών και ουσίες, των οποίων είναι επιθυμητή η λεπτή διασπορά (εντομοκτόνα, βαφές, καλλυντικά, φάρμακα). Με την πίεση πλήκτρου ανοίγει μια βαλβίδα και ελευθερώνεται εξαερωμένος ο πτητικός διαλύτης, παρασύροντας μαζί την ουσία που βρίσκεται σε διασπορά. Ο διαλύτης που χρησιμοποιείται πρέπει να είναι αδρανής και κατά το δυνατό μη εύφλεκτος.
Στο παρελθόν ως προωθητικά αέρια στα σπρέι και ως διαλύτες χρησιμοποιούνταν χλωροφθοράνθρακες («freon» CF2Cl2, CFCl3). Η ιδιότητα όμως των ενώσεων αυτών να σχηματίζουν στη στρατόσφαιρα ρίζες χλωρίου που καταστρέφουν το όζον, οδήγησε μετά το 1990 περισσότερες από 60 χώρες στην υπογραφή συμφωνίας για τη διακοπή της χρήσης τους, ώστε να μειωθεί η τρύπα του όζοντος. Σήμερα γίνεται προσπάθεια αντικατάστασης των χρωροφθορανθράκων από τους υδροφθοράνθρακες.
Άζωτο.Αέριο χημικό στοιχείο, που υπάρχει σε μεγάλη αναλογία στον ατμοσφαιρικό αέρα, απ’ όπου και απομονώθηκε το 1772 από τους Ράδερφοντ και Πρίστλεϊ. Ο Λαβουαζιέ το ονόμασε ά-ζωτο, με το στερητικό α και τη λέξη ζωή, επειδή το αέριο αυτό δε συντελεί στη ζωή. Λέγεται επίσης και νιτροζέν, επειδή βρίσκεται σε μεγάλη αναλογία στο νιτρικό νάτριο, το κοινό νίτρο. Ο συμβολισμός του αζώτου (Ν) οφείλεται ακριβώς σ’ αυτή την ονομασία του. Έχει ατομικό αριθμό 7 και ατομικό βάρος 14,008. Το μόριο του αζώτου είναι διατομικό (Ν2).
Προέλευση: Το άζωτο είναι πολύ διαδομένο στη φύση. Σε ελεύθερη κατάσταση υπάρχει στον ατμοσφαιρικό αέρα σε αναλογία 78,08% ν/ν (κατ’ όγκο), δηλαδή σχεδόν τα 4/5 του όγκου του ατμοσφαιρικού αέρα είναι άζωτο. Το άζωτο βρίσκεται σ’ όλους τους φυσικούς και ζωικούς οργανισμούς, καθώς για την ανάπτυξη και διατήρησή τους έχουν ανάγκη από πρωτεΐνες, δηλαδή έμμεσα από άζωτο. Το έδαφος περιέχει άζωτο με μορφή κυρίως νιτρικών ή αμμωνιακών αλάτων. Τα αξιολογότερα αζωτούχα ορυκτά είναι το «νίτρο της Χιλής» (νιτρικό νάτριο), που σχηματίζει εκτεταμένα κοιτάσματα στη Χιλή και προέρχεται από περιττώματα και προϊόντα αποσύνθεσης, τα οποία θάφτηκαν στο έδαφος και μεταβλήθηκαν σε ανόργανες αζωτούχες ενώσεις. Μικρότερη σημασία και περιορισμένη έκταση έχουν τα κοιτάσματα του «νίτρου των Ινδιών» (νιτρικό κάλι), που υπάρχουν στην Περσία, το Πακιστάν και τις Ινδίες.
Παρασκευή: Το άζωτο παραλαμβάνεται κυρίως από υγροποιημένο ατμοσφαιρικό αέρα, ο οποίος με κλασματική απόσταξη δίνει άζωτο και οξυγόνο. Κατά την απόσταξη του υγρού αέρα, αποστάζεται πρώτα το άζωτο λόγω της διαφοράς που παρουσιάζουν οι θερμοκρασίες βρασμού του υγρού αζώτου και του οξυγόνου. Καθώς η υγροποίηση του αέρα με τις σύγχρονες συσκευές δεν είναι δαπανηρή, συμφέρει η βιομηχανική παραγωγή αζώτου και οξυγόνου. Άζωτο παράγεται επίσης από τη θερμική διάσπαση αζωτούχων ενώσεων.
Φυσικές ιδιότητες: Είναι αέριο άχρωμο, άοσμο και άγευστο, ελάχιστα διαλυτό στο νερό λόγω έλλειψης πολικότητας στο μόριό του, λίγο ελαφρότερο από τον αέρα (ειδ. β. 0,967). Υγροποιείται δύσκολα, με ισχυρή πίεση και ψύξη. Το υγρό άζωτο, λεπτόρρευστο και άχρωμο, βράζει στους –195,8°C. Εάν εξατμιστεί γρήγορα, σχηματίζει στερεό, όμοιο με πάγο. Μια δεύτερη μορφή στερεού σχηματίζεται στους –237°C.
Χημικές ιδιότητες: Το μόριο του αζώτου (Ν2) είναι από τα σταθερότερα που υπάρχουν. Μεταξύ των ατόμων του δημιουργείται τριπλός δεσμός (Ν Ν), για τη διάσπαση του οποίου απαιτείται μεγάλη ενέργεια (227 kcal/mol). Η μεγάλη αυτή ενέργεια είναι υπεύθυνη για την αδράνεια του μοριακού αζώτου. Με ειδικές όμως συνθήκες είναι δυνατή η διάσπασή του αλλά και η ένωσή του με διάφορα στοιχεία, όπως Ο2, Η2, C, Si, B, Mg, Li, Ca, Ba, Al, Ti, W, Mn, V.
Η γενική συμπεριφορά του αζώτου χαρακτηρίζεται από την τάση του ατομικού αζώτου ν’ αποκτήσει την ηλεκτρονική διαμόρφωση ευγενούς αερίου. Υπάρχουν όμως και σταθερές ενώσεις του αζώτου, όπως τα οξείδια (ΝΟ, ΝΟ2), στις οποίες το άζωτο δεν έχει διαμόρφωση ευγενούς αερίου. Και τα δύο αυτά οξείδια θεωρούνται τοξικές ενώσεις. Ανήκουν στους πρωτογενείς ρύπους που περιέχονται στα καυσαέρια και εκπέμπονται απευθείας στην ατμόσφαιρα. Αποτελούν τα κύρια συστατικά του φωτοχημικού νέφους, γνωστού ως αιθαλομίχλη ή καπνομίχλη, το οποίο επηρεάζει τη διαύγεια της ατμόσφαιρας, προκαλεί μείωση της ορατότητας, ερεθισμό στα μάτια και τους πνεύμονες και είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο για τα παιδιά και τους υπερήλικες. Τα οξείδια του αζώτου (ΝΟχ) συμμετέχουν επίσης σε πολλούς κύκλους αντιδράσεων, όπως στο σχηματισμό της όξινης βροχής και στην καταλυτική καταστροφή του όζοντος στη στρατόσφαιρα.
Ο κύκλος του αζώτου: Το άζωτο που χρειάζονται τα φυτά για τη σύνθεση πρωτεϊνών, το παίρνουν από υδατοδιαλυτές αζωτούχες ενώσεις, που υπάρχουν ή προστίθενται στο έδαφος ως λιπάσματα. Ορισμένα φυτά, τα ψυχανθή, μπορούν να δεσμεύουν άζωτο απευθείας από την ατμόσφαιρα με τη βοήθεια βακτηρίων που έχουν στις ρίζες τους, μετατρέποντας το μοριακό άζωτο σε αφομοιώσιμες αζωτούχες ενώσεις (βακτηριακή δέσμευση του αζώτου).
Το ατμοσφαιρικό άζωτο δεσμεύεται στη φύση και χωρίς τη βοήθεια των αζωτοβακτηριδίων, διότι στις περιπτώσεις των καταιγίδων οι ατμοσφαιρικές ηλεκτρικές εκκενώσεις δημιουργούν αντίδραση του οξυγόνου με το άζωτο, οπότε σχηματίζονται οξείδια του αζώτου. Αυτά, με την επίδραση του νερού της βροχής, μετατρέπονται σε νιτρικό οξύ, το οποίο, καθώς πέφτει στο έδαφος, συναντά μεταλλικά οξείδια και τα μετατρέπει σε νιτρικά άλατα.
Τα φυτοφάγα ζώα παίρνουν το άζωτο που χρειάζονται από τα φυτά, ενώ τα σαρκοφάγα από άλλα ζώα. Οι πρωτεΐνες αποσυντίθενται μετά το θάνατο φυτών και ζώων και επανέρχονται στο έδαφος ως αμμωνιακά ή νιτρικά άλατα ή δίνουν απευθείας άζωτο στην ατμόσφαιρα με τη βοήθεια ειδικών βακτηρίων.
Με την πληθυσμιακή όμως αύξηση της Γης, οι καλλιέργειες γίνονται ολοένα και πιο εντατικές, με αποτέλεσμα τα φυσικά αποθέματα του εδάφους σε αζωτούχες ενώσεις να ελαττώνονται διαρκώς. Έτσι επιβλήθηκε η χρήση αζωτούχων λιπασμάτων, τα οποία παρασκευάζονται απ’ το ατμοσφαιρικό άζωτο που δεσμεύεται με ειδικούς τρόπους σε βιομηχανική κλίμακα.
(ΣΧΗΜΑ)
Αμάλγαμα. Κράμα υδραργύρου με δύο ή περισσότερα μέταλλα, τα κυριότερα των οποίων είναι το νάτριο, το κάλιο, το αργίλιο, ο κασσίτερος, το κάδμιο, ο ψευδάργυρος, ο άργυρος και ο χρυσός. Επειδή ο υδράργυρος είναι το μόνο μέταλλο που σε θερμοκρασία περιβάλλοντος είναι υγρό, τα αμαλγάματα παρουσιάζουν χαμηλό σημείο τήξης, οπότε και πολλά από αυτά είναι υγρά. Η στερεή ή υγρή κατάσταση των αμαλγαμάτων εξαρτάται από την περιεκτικότητά τους σε υδράργυρο.
Η παρασκευή τους είναι πολύ εύκολη, γιατί γίνεται με κατευθείαν ανάμειξη του υδραργύρου με το μέταλλο που βρίσκεται σε λεπτό διαμερισμό ή με ηλεκτρολυτική μέθοδο. Δεν είναι δυνατή η παρασκευή αμαλγάματος με σίδηρο, κοβάλτιο, αρσενικό, αντιμόνιο, λευκόχρυσο και μολυβδαίνιο.
Τα αμαλγάματα χρησιμοποιούνται για την επιμετάλλωση, σε χημικές εργαστηριακές μεθόδους. Επίσης είναι βασικό αναγωγικό υλικό σε ηλεκτρολυτικές μεθόδους παρασκευής καυστικού νατρίου ή καυστικής σόδας.
Αμαλγάμωση.Χημική διαδικασία για την παρασκευή κράματος, στο οποίο το ένα από τα συστατικά είναι ο υδράργυρος.
Ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει την επεξεργασία ορισμένων μετάλλων, στα οποία η εξωτερική τους επιφάνεια καλύπτεται με αμάλγαμα.
Ο σχηματισμός κραμάτων ορισμένων μετάλλων, όπως π.χ. χρυσού με υδράργυρο, χρησιμοποιήθηκε τα παλιότερα χρόνια στη μεταλλουργία ως μέθοδος διαχωρισμού του μετάλλου από το μετάλλευμά του.
Αμερίκιο. Χημικό ραδιενεργό στοιχείο που ανήκει στη σειρά των ακτινιδών και συμβολίζεται ως Am. Είναι υπερουράνιο στοιχείο, δεν απαντάται δηλαδή στη φύση, αλλά ανήκει στα τεχνητά χημικά στοιχεία. Ο ατομικός του αριθμός είναι 95. Το Am έχει πολλά ισότοπα με πιο ενδιαφέρον το -241, που παρασκευάζεται με βομβαρδισμό του ουρανίου -238 από πυρήνες ηλίου.
Το πιο σταθερό ισότοπο -243 έχει χρόνο ημιζωής 7.370 χρόνια.
Το μεταλλικό αμερίκιο έχει χρώμα αργυρόλευκο, διαλύεται εύκολα σε αραιό υδροχλωρικό οξύ και οξειδώνεται εύκολα προς AmO2.
Αμέταλλα. Χημικά στοιχεία που δεν εμφανίζουν τις χαρακτηριστικές ιδιότητες των μετάλλων. Δεν είναι δηλαδή καλοί αγωγοί της θερμότητας και του ηλεκτρισμού, δεν είναι ελατά και όλκιμα, δεν εμφανίζουν μεταλλική λάμψη.
Τα αμέταλλα έχουν διάφορα χρώματα. Σε συνήθη θερμοκρασία άλλα είναι στερεά (άνθρακας, φωσφόρος), άλλα αέρια (οξυγόνο, άζωτο) ή υγρά (βρόμιο).
Τα αμέταλλα χρειάζονται λίγα ηλεκτρόνια για να συμπληρώσουν την εξωτερική τους στιβάδα και να αποκτήσουν τη σταθερή διαμόρφωση των ευγενών αερίων· έτσι εμφανίζουν την τάση να έλκουν ηλεκτρόνια από άλλα άτομα και να χαρακτηρίζονται ως ηλεκτραρνητικά στοιχεία.
Αμίδια. Χημικές οργανικές ενώσεις, οι οποίες μπορεί να θεωρηθούν ότι προέρχονται από την αμμωνία με αντικατάσταση υδρογόνων της από ακύλια, π.χ. RCONH2. Η ομάδα RCO- λέγεται ακύλιο.
Παρασκευή: α) Με ακυλίωση της αμμωνίας με ακυλαλογονίδια, ανυδρίτες οξέων ή εστέρες. β) Με απόσπαση νερού από τα αμμωνιακά άλατα των οξέων κατά τη θέρμανση, με παρουσία του αντίστοιχου οξέος, το οποίο παρεμποδίζει τη διάσπαση των αμμωνιακών αλάτων. γ) Με μερική υδρόλυση των νιτριλίων.
Φυσικές ιδιότητες: Εκτός από το φορμαμίδιο (HCONH2), το οποίο είναι υγρό, τα αμίδια είναι στερεά κρυσταλλικά σώματα. Τα κατώτερα μέλη διαλύονται στο νερό και αποστάζουν στη συνηθισμένη πίεση, χωρίς διάσπαση. Τα συνηθισμένα παρασκευάσματα έχουν δυσάρεστη μυρωδιά, τα τελείως καθαρά όμως είναι σχεδόν άοσμα.
Χημικές ιδιότητες: Είναι ενώσεις ουδέτερης αντίδρασης, που παρέχουν άλατα και με οξέα και με αλκάλια, που υδρολύονται εύκολα. Τα υδρογόνα της αμινικής ομάδας αντικαθιστώνται από αλογόνα. Με αφυδραντικά μέσα (π.χ. χλωρίδια ανόργανων οξέων, SOCl2, POCl3) δίνουν νιτρίλια, ενώ με νιτρώδες οξύ δίνουν οξέα.
Αμίνες. Χημικές οργανικές ενώσεις, που προέρχονται από την αμμωνία (ΝΗ3) με αντικατάσταση ενός, δύο ή και των τριών ατόμων υδρογόνου της από ανθρακούχο ομάδα. Διακρίνονται αντίστοιχα σε πρωτοταγείς RNH3, δευτεροταγείς R2NH και τριτοταγείς R3N αμίνες. Οι δευτεροταγείς αμίνες διακρίνονται σε απλές, αν τα αλκύλια είναι όμοια, και σε μεικτές, αν τα αλκύλια είναι διαφορετικά. Οι αμίνες έχουν το γενικό τύπο CνΗ2ν+3Ν. Ονομάζονται από το όνομα του αλκυλίου (ή των αλκυλίων για τις μεικτές) που περιέχουν, με την κατάληξη -αμίνη (π.χ. η CH3NH2 ονομάζεται μεθυλ -αμίνη, η C2H5NH2 ονομάζεται αιθυλ -αμίνη, η (CH3)2NH ονομάζεται διμεθυλ -αμίνη κτλ.). Από το NH4OH μπορούν να προέλθουν ενώσεις γενικού τύπου R4NOH, οι οποίες λέγονται «τεταρτοταγείς βάσεις του αμμωνίου».
Παρασκευή: Μείγμα των τεσσάρων τάξεων παρασκευάζεται με επίδραση αμμωνίας σε αλκυλαλογονίδια (RCl). Ο διαχωρισμός των σχηματιζόμενων τεσσάρων ενώσεων είναι δύσκολος και γίνεται με μέτρια επιτυχία με την κρυστάλλωση των υδροχλωρικών τους αλάτων. Επίσης, οι πρωτοταγείς αμίνες μπορούν να παρασκευαστούν και κατά τους εξής τρόπους: α) Με αναγωγή των νιτριλίων και β) με αναγωγή των νιτροενώσεων.
Παρασκευαστικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αντίδραση αποικοδόμησης των αμιδίων καρβοξυλικών οξέων προς πρωτοταγείς αμίνες (μετάθεση Hofmann), η οποία γίνεται με την επίδραση Br2 σε αλκαλικό περιβάλλον (αρκετά πολύπλοκη αντίδραση)
Φυσικές ιδιότητες: Οι κατώτερες αμίνες είναι αέρια σώματα, τα μέσα μέλη είναι υγρά, ενώ τα ανώτερα στερεά. Οι αμίνες μικρού μοριακού βάρους είναι ευδιάλυτες στο νερό. Η οσμή τους είναι ανάλογη προς αυτή της αμμωνίας. Όσο αυξάνει το μοριακό τους βάρος, ελαττώνεται η διαλυτότητά τους στο νερό, η πτητικότητά τους και η οσμή τους. Οι πρωτοταγείς και δευτεροταγείς αμίνες παρουσιάζουν το φαινόμενο της σύζευξης.
Χημικές ιδιότητες: Οι αμίνες, όταν διαλύονται στο νερό, μετατρέπονται σε αμμωνιακά άλατα. Αποτέλεσμα της ισορροπίας αμινών-νερού είναι η εμφάνιση βασικών ιδιοτήτων στα υδατικά τους διαλύματα. Οι αμίνες ως βάσεις αντιδρούν με ισχυρά οξέα και σχηματίζουν υδατοδιαλυτά άλατα· π.χ. RNH2 + HCl → RNH3Cl. Οι αμίνες καίγονται εύκολα στον ατμοσφαιρικό αέρα σε αντίθεση με την αμμωνία.
Χρήσεις: Χρησιμοποιούνται για τη σύνθεση διάφορων οργανικών ενώσεων, χρωμάτων, φαρμάκων, πλαστικών και απορρυπαντικών ουσιών.
Αμινοξέα. Οργανικές ενώσεις που αποτελούν τους δομικούς λίθους των πρωτεϊνών. Στη φύση έχουν βρεθεί περισσότερα από 200 αμινοξέα, από τα οποία τα 20 μόνο συμμετέχουν στο σχηματισμό των πρωτεϊνών όλων των έμβιων όντων.
Χημικά το μόριο των αμινοξέων αποτελείται από ένα άτομο άνθρακα (C) στο κέντρο, ενωμένο με μια καρβοξυλική ομάδα (-COOH), μια αμινομάδα (-ΝΗ2), ένα άτομο υδρογόνου (Η) και μια πλευρική ομάδα R. Ο γενικός χημικός τύπος των αμινοξέων είναι:

Κάθε αμινοξύ διαφοροποιείται από τα άλλα με την ομάδα R, η οποία μπορεί να είναι απλή, όπως ένα άτομο υδρογόνου (-Η) ή μια σύνθετη χημική ομάδα. Η ομάδα R προσδίδει και τις χημικές ιδιότητες στο κάθε αμινοξύ.
Τα αμινοξέα ή πεπτίδια συνδέονται μεταξύ τους με πεπτιδικούς δεσμούς και σχηματίζουν μακριές πολυπεπτιδικές αλυσίδες (πρωτεϊνικές αλυσίδες). Η σύνθεση των πρωτεϊνών από αμινοξέα (βλ. λ. πρωτεϊνοσύνθεση) γίνεται στα ριβοσώματα του ενδοπλασματικού δικτύου των κυττάρων με οδηγίες από το DNA.
Ανάλογα με την ομάδα R που έχουν τα αμινοξέα, τα οποία συμμετέχουν στη σύνθεση των πρωτεϊνών, κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες και είναι:
α) μη πολικά, υδρόφοβα: αλανίνη, βαλίνη, λευκίνη, ισολευκίνη, προλίνη, φαινυλαλανίνη, τρυπτοφάνη, μεθειονίνη·
β) πολικά, υδρόφιλα, μη ιονιζόμενα: γλυκίνη, σερίνη, θρεονίνη, κυστεΐνη, τυροσίνη, ιστιδίνη, ασπαραγίνη, γλουταμίνη·
γ) πολικά, υδρόφιλα, ιονιζόμενα: ασπαραγινικό ή ασπαρτικό οξύ, γλουταμινικό οξύ, λυσίνη, αργινίνη.



Αμινοπλάστες. Προϊόντα που παράγονται από την αντίδραση και τον πολυμερισμό αλδεΰδης και αμίνης. Λέγονται και αμινορητίνες. Από την ομάδα των αλδεϋδών η μόνη που έχει βιομηχανικές εφαρμογές είναι η φορμαλδεΰδη, ενώ από την τάξη των αμινών χρησιμοποιούνται κυρίως η ουρία και η μελαμίνη.
Οι αμινοπλάστες είναι θερμοσκληρόμενα συνθετικά υλικά και χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία χαρτιού, την κατασκευή συγκολλητικών υλών (κόλλες), καλουπιών, διαφανών φύλλων και διακοσμητικών ειδών. Οι προστατευτικές επικαλύψεις με χρήση αμινοπλαστών δίνουν λείες και πολύ ανθεκτικές επιφάνειες.
Αμινοσάκχαρα. Οργανικές αζωτούχες ενώσεις με σπουδαιότερες τη γλυκοζαμίνη και τη γαλακτοζαμίνη, που προέρχονται από τη γλυκόζη και τη γαλακτόζη αντίστοιχα.
Αμινοφαινόλες. Οργανικές ενώσεις με δύο χαρακτηριστικές ομάδες στο μόριό τους, την αμινομάδα -ΝΗ2 και τη φαινολική ομάδα -C6H4OH. Ο γενικός τύπος τους είναι H2NC6H4OH. Είναι αρωματικές ενώσεις και χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική κ.α.
Αμμωνία. Ανόργανη ένωση με χημικό τύπο ΝΗ3.
Προέλευση: Η αμμωνία βρίσκεται ελεύθερη στον αέρα μόνο σε ίχνη. Μέσα στο έδαφος βρίσκεται ενωμένη σε μορφή αμμωνιακών αλάτων. Έτσι, σε περιοχές θερμών χωρών (π.χ. στο Περού) βρίσκουμε το ορυκτό «γκουανό», πλούσιο σε όξινο ανθρακικό αμμώνιο, το οποίο προήλθε από την αποσύνθεση των περιττωμάτων θαλάσσιων πουλιών. Ελάχιστη ποσότητα αμμωνίας υπάρχει στο νερό της βροχής. Επίσης τη βρίσκουμε με τη μορφή νιτρικών ενώσεων.
Παρασκευή:
α) Εργαστηριακά: 1. Με τη θέρμανση αμμωνιακού άλατος με ισχυρή βάση ή ανυδρίτη της. Συνήθως θερμαίνεται ομογενές μείγμα με άσβεστο. Η αμμωνία που παράγεται ξηραίνεται, αφού περάσει από μια στήλη που περιέχει οξείδιο του ασβεστίου και συλλέγεται είτε πάνω από υδράργυρο είτε με την εκτόπιση του αέρα μέσα σε αναποδογυρισμένες φιάλες 2ΝΗ4Cl + CaO  CaCl2 + H2O + 2NH3. 2. Με αναγωγή των νιτριλίων.
β) Βιομηχανικά: 1. Με τη μέθοδο Haber, κατά την οποία διαβιβάζεται Ν2 και Η2 πάνω από μείγμα σιδήρου (καταλύτης) και οξειδίων του σιδήρου, με υψηλή πίεση ( 103 atm) και μέτρια υψηλή θερμοκρασία (400-500°C). Ένα μέρος του μείγματος μετατρέπεται σε αμμωνία που υγροποιείται με ψύξη και διαχωρίζεται απ’ το μείγμα Ν2 και Η2 που δεν αντέδρασε και το οποίο επανακυκλώνεται.
2. Αρκετά μεγάλες ποσότητες αμμωνίας λαμβάνονται και κατά την ξηρή απόσταξη λιθανθράκων. Οι λιθάνθρακες θερμαινόμενοι σε κλιβάνους (θ° 1.200°C), απουσία αέρος δίνουν κοκ και ακάθαρτο φωταέριο, το οποίο περιέχει και ΝΗ3. Το φωταέριο με ειδική κατεργασία σε πύργους με πορώδες υλικό αναμειγνύεται με νερό, στο οποίο διαλύεται η αμμωνία. Από το υδατικό αυτό διάλυμα την παραλαμβάνουμε ως υποπροϊόν. Η αμμωνία που παραλαμβάνεται με τον τρόπο αυτό προέρχεται ουσιαστικά απ’ τις πρωτεΐνες που υπάρχουν στους λιθάνθρακες. Με την πάροδο του χρόνου οι υδρογονάνθρακες φυτικών υλών, με την επίδραση υψηλών πιέσεων και θερμοκρασιών, απανθρακώθηκαν, χωρίς όμως να συμβεί το ίδιο και με το μεγαλύτερο μέρος των πρωτεϊνών τους.
Φυσικές ιδιότητες: Είναι αέριο άχρωμο, με αποπνικτική οσμή, η οποία προκαλεί δάκρυα. Έχει σημείο ζέσης –33,35°C και είναι ελαφρότερη από τον αέρα. Το μόριο της αμμωνίας εμφανίζει έντονη πολικότητα, με αποτέλεσμα να διαλύεται παρά πολύ στο νερό, με το οποίο μάλιστα αντιδρά. Υγροποιείται εύκολα, έχει μεγάλη θερμότητα εξαέρωσης και χρησιμοποιείται στα ψυγεία και στην παρασκευή του πάγου. Όταν την αναπνεύσει κανείς σε μεγάλη ποσότητα, προκαλεί το θάνατο. Η υγρή αμμωνία μοιάζει με το νερό στις φυσικές ιδιότητες. Παρουσιάζει το φαινόμενο της σύζευξης με δεσμούς υδρογόνου. Έχει αρκετή υψηλή διηλεκτρική σταθερά (στους –50°C είναι 25), ώστε να διαλύει πολικές ουσίες με μεγάλη ευκολία.
Χημικές ιδιότητες: Η αμμωνία συμπεριφέρεται ως ασθενής βάση και ως ήπιο αναγωγικό μέσο.
Με τη θέρμανση διασπάται στα στοιχεία της. Καίγεται σε καθαρό οξυγόνο και όχι στον αέρα, ενώ δε συντελεί στην καύση.
Όταν θερμανθεί σε ρεύμα αέρα, με παρουσία καταλύτη σπογγώδους λευκόχρυσου, οξειδώνεται προς μονοξείδιο του αζώτου. Η αμμωνία, ως ήπιο αναγωγικό μέσο, ανάγει με θέρμανση τα οξείδια ορισμένων μετάλλων. Όταν διαλυθεί στο νερό, αντιδρά με αυτό και σχηματίζει ένωση η οποία λέγεται υδροξείδιο του αμμωνίου ή καυστική αμμωνία ΝΗ3 + Η2Ο  ΝΗ4ΟΗ. Τόσο η καυστική αμμωνία όσο και η αέρια αμμωνία αντιδρούν με οξέα, παρουσία υγρασίας και σχηματίζουν αμμωνιακά άλατα.
Χρήση: Υδατικό διάλυμα αμμωνίας χρησιμοποιείται στη χημεία ως αντιδραστήριο και στην ιατρική για επαλείψεις εναντίον τσιμπημάτων εντόμων που συνοδεύονται από έκκριση οξέος. Μεγάλες ποσότητες αμμωνίας χρησιμοποιούνται για την παρασκευή νιτρικού οξέος, ανθρακικής σόδας με τη μέθοδο του Solvay, καθώς επίσης και αζωτούχων λιπασμάτων. Χρησιμοποιείται επίσης ως ψυκτικό σε μονάδες παραγωγής πάγου λόγω της εύκολης υγροποίησής της.
Άμπρα. Διεθνής εμπορική ονομασία, με την οποία είναι γνωστή ρητινώδης ουσία ζωικής προέλευσης, χρώματος σταχτιού, που έχει πολύ ευχάριστο άρωμα μόσχου. Η ουσία αυτή είναι το ζωικό ήλεκτρο και παράγεται από ορισμένα θαλάσσια κήτη της οικογένειας των οδοντοκητών φυσητήρων και ειδικότερα από το είδος φυσητήρας ο κατόδους ή μακροκέφαλος. Δεν είναι ακόμη εξακριβωμένο τι είδους απόρριμμα ή έκκριμα του σώματος του φυσητήρα είναι η άμπρα. Πάντως, μετά την αποβολή της από το κήτος, η άμπρα επιπλέει και μαζεύεται στις ακτές κυρίως της Μαδαγασκάρης, της Νότιας Αφρικής, της Ινδονησίας (Μολούκες) και της Ιαπωνίας, από όπου και συγκεντρώνεται. Είναι περιζήτητη ουσία και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία, ενώ στην Ιαπωνία χρησιμοποιείται και στη ζαχαροπλαστική και μαγειρική. Παλιότερα χρησιμοποιούνταν και για φαρμακευτικούς σκοπούς.
Με τον όρο λευκή άμπρα είναι γνωστή και μια άλλη λιπαρή άσπρη ουσία, που παράγεται από το κεφάλι του ίδιου θαλάσσιου κήτους και σκληραίνει στον αέρα. Είναι το γνωστό σπαρματσέτο.
Το ορυκτό ήλεκτρο (κεχριμπάρι) αναφέρεται επίσης στην εμπορική ορολογία με την ονομασία κίτρινη άμπρα.
Αμυγδαλέλαιο. Έλαιο που παράγεται με έκθλιψη ή εκχύλιση των αμυγδάλων. Η περιεκτικότητα της ψίχας του αμυγδάλου σε έλαιο είναι περίπου 20-40%, ενώ τα πικρά αμύγδαλα, που χρησιμοποιούνται περισσότερο για την παραγωγή του αμυγδαλέλαιου, έχουν μεγαλύτερη περιεκτικότητα. Το αμυγδαλέλαιο ή αμυγδαλόλαδο είναι υγρό λιπαρό, άοσμο με ελαφρύ κίτρινο χρώμα και ευχάριστη γεύση. Χρησιμοποιείται κυρίως στη φαρμακευτική, στη σαπωνοποιία και στη βιομηχανία παρασκευής καλλυντικών και αρωμάτων.



Αμυγδαλικό οξύ. Κοινή ονομασία του φαινυλογλυκολικού οξέος. Είναι οργανική αρωματική ένωση με χημικό τύπο C6H5CHOHCOOH. Είναι λευκή, κρυσταλλική ουσία με σημείο τήξης 118°C. Διαλύεται στον αιθέρα, ενώ είναι λιγότερο διαλυτή στο νερό και την αιθανόλη. Παρασκευάζεται με υδρόλυση της κυανυδρίνης. Μπορεί να προκύψει επίσης από την αμυγδαλίνη, το γλυκοζίτη των πικρών αμυγδάλων με επίδραση υδροχλωρικού οξέος. Βρίσκει εφαρμογές στην ιατρική ως αντισηπτικό και στη συνθετική Οργανική Χημεία ως αντιδραστήριο.
Αμυγδαλίνη. Χημική οργανική ένωση, που ανήκει στην κατηγορία των γλυκοζιτών, που είναι παράγωγα των σακχάρων. Οι γλυκοζίτες θεωρούνται αιθερικά παράγωγα των σακχάρων και προκύπτουν από αυτά με αντικατάσταση του υδρογόνου του ημιακεταλικού υδροξυλίου από διάφορες οργανικές ρίζες. Αυτοί υδρολύονται με επίδραση οξέων ή φυραμάτων σε δύο μέρη: το «γλυκό συστατικό», δηλαδή το σάκχαρο, και το «άγλυκο», το οποίο είναι οργανική ένωση αλλά όχι σάκχαρο.
Η αμυγδαλίνη, με χημικό τύπο C20H27O11N, που είναι συστατικό των πικραμυγδάλων, διασπάται σε γλυκόζη (γλυκό συστατικό και υδροκυάνιο) και βενζαλδεΰδη (άγλυκο συστατικό).
Είναι κρυσταλλικό λευκό σώμα με πικρή γεύση, ευδιάλυτη στο νερό και το οινόπνευμα και αδιάλυτη στο διαιθυλαιθέρα.
Αμύλιο. Χημική οργανική ένωση, που ανήκει στις μονοσθενείς ρίζες των κορεσμένων υδρογονανθράκων με χημικό τύπο C5H11– (πεντύλιο). Επειδή συνήθως δεν είναι δυνατό να ξεχωρίσουμε τα ισομερή, που στην περίπτωση αυτή είναι οκτώ με παραπλήσιες φυσικοχημικές ιδιότητες, στον όρο αμύλιο περιλαμβάνεται όλη αυτή η ομάδα των ισομερών. Το πρόθεμα «άμυλο» συναντιέται σε πολλά παράγωγα του αμύλου ή ενώσεις, που απομονώθηκαν από διάφορα φυσικά προϊόντα, με βασικό συστατικό το άμυλο. Τέτοιες χαρακτηριστικές ενώσεις είναι π.χ. η αμυλική αλκοόλη, η αμυλάση, η αμυλοπηκτίνη, η αμυλόζη κ.ά.
Άμυλο. Μεγαλομοριακή οργανική ένωση που ανήκει στην κατηγορία των υδατανθράκων ή πολυσακχαριτών. Βρίσκεται κυρίως στα φυτά, καθώς και σε φωτοσυνθετικούς μικροοργανισμούς, και αποτελεί αποθήκη ενέργειας.
Σχηματίζεται στα φυτά από πολλά μόρια γλυκόζης, που είναι προϊόν της φωτοσυνθετικής τους δραστηριότητας (βλ. λ. φωτοσύνθεση), και αποταμιεύεται υπό μορφή αμυλόκοκκων στα αποταμιευτικά τους όργανα, όπως στις ρίζες, στους βολβούς, στους κονδύλους (πατάτα), στους καρπούς και στους σπόρους. Το σχήμα και το μέγεθος των αμυλόκοκκων είναι χαρακτηριστικό για κάθε είδος φυτού.
Το μόριο του αμύλου είναι μια μακριά σπειροειδής αλυσίδα από πολλά μόρια γλυκόζης ενωμένα με γλυκοζιτικούς δεσμούς. Ο οργανισμός, όταν χρειαστεί ενέργεια, διασπά το άμυλο σε γλυκόζη, η οποία διασπάται περαιτέρω με τη διαδικασία της κυτταρικής αναπνοής και αποδίδει στα κύτταρα την ενέργεια που χρειάζονται.
Την ίδια ενέργεια χρησιμοποιούν και τα ζώα, τα οποία προσλαμβάνουν το άμυλο ως τροφή από τα φυτά. Πλούσιες τροφές σε άμυλο είναι οι σπόροι των δημητριακών (σιτάρι κτλ.), τα όσπρια και οι πατάτες.
Η πρώτη ύλη αλέθεται και τρίβεται με νερό ή θερμαίνεται με νερό σε πίεση, οπότε τα κύτταρα σπάζουν. Ο σχηματιζόμενος πολτός και στις δύο περιπτώσεις καθαρίζεται από τα πίτουρα και τις κυτταρικές μεμβράνες με τη βοήθεια κόσκινων. Το αιώρημα του αμύλου που παίρνουμε μ' αυτό τον τρόπο αφήνεται να ηρεμήσει, οπότε κατακαθίζει το άμυλο, το οποίο παίρνουμε και στη συνέχεια ξεραίνουμε. Το άμυλο είναι μείγμα δύο διαφορετικών τύπων μακρομορίων, της αμυλόζης και της αμυλοπηκτίνης. Η αμυλόζη αποτελεί το εσωτερικό των αμυλόκοκκων και είναι περίπου το 20% της συνολικής τους ποσότητας. Η αμυλοπηκτίνη αποτελεί το περίβλημά τους και είναι το 80% της συνολικής ποσότητας.
Το άμυλο είναι λευκό και άμορφο σώμα. Δεν έχει γλυκιά γεύση. Το μοριακό του βάρος είναι άγνωστο, πάντως όμως είναι πολύ μεγάλο. Από τα δύο συστατικά του αμύλου, η αμυλοπηκτίνη έχει πολύ μεγαλύτερο μοριακό βάρος από την αμυλόζη. Είναι αδιάλυτο στο ψυχρό νερό, ενώ στο θερμό μετατρέπεται στην «αμυλόκολλα», ιξώδη μάζα, η οποία χρησιμοποιείται για συγκολλητική ύλη. Με παρατεταμένη επίδραση αραιών οξέων χωρίς θέρμανση μετατρέπεται σε διαλυτό άμυλο, το οποίο διαλύεται στο νερό και δίνει κολλοειδές διάλυμα.
Χημικές ιδιότητες: Το άμυλο είναι ανυδριτικό παράγωγο της γλυκόζης. Δεν ανάγει το φελίγγειο υγρό, γιατί δεν έχει ελεύθερη καρβονυλομάδα. Εστεροποιείται επειδή έχει ελεύθερα υδροξύλια. Η υδρόλυση του αμύλου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Με την επίδραση του φυράματος «διαστάση» μετατρέπεται το άμυλο σε μαλτόζη. Η μαλτόζη με το φύραμα «μαλτάση» μετατρέπεται σε γλυκόζη. Ο οργανισμός του ανθρώπου περιέχει φυράματα, τα οποία διασπούν το άμυλο: την πτυαλίνη στο σάλιο και τη διαστάση και μαλτάση στο έντερο. Κατά τη θέρμανση του αμύλου με οξέα υδρολύεται προς γλυκόζη. Με την επίδραση υπέρθερμων υδρατμών το άμυλο μετατρέπεται σε δεξτρίνες, σώματα ευδιάλυτα στο νερό και αδιάλυτα στις αλκοόλες.
Ανίχνευση αμύλου: Το άμυλο χρωματίζεται έντονα κυανό με παρουσία ιωδίου. Το χρώμα εξαφανίζεται κατά τη θέρμανση και εμφανίζεται ξανά κατά την ψύξη. Η αντίδραση αυτή είναι πολύ ευαίσθητη και χρησιμοποιείται για την ανίχνευση τόσο του αμύλου όσο και του ιωδίου.
Χρήσεις αμύλου: Το άμυλο είναι μια από τις σπουδαιότερες θρεπτικές ουσίες για τους ανθρώπους και τα ζώα και περιέχεται σε μεγάλη ποσότητα στο ψωμί και τα ζυμαρικά. Χρησιμοποιείται για την παρασκευή της γλυκόζης, στην οινοπνευματοποιία, τη ζυθοποιία, για την παρασκευή της αμυλόκολλας (ως κολλητική ουσία για το κολλάρισμα του χαρτιού και των ασπρορούχων) κ.ά.
Αμυλόζη. Γραμμικός πολυσακχαρίτης που αποτελείται από πολλά μόρια γλυκόζης (μέχρι 2.000) που συνδέονται με γλυκοζιτικό δεσμό. Η μονάδα που επαναλαμβάνεται είναι η μαλτόζη. Είναι συστατικό του εσωτερικού μέρους των κόκκων του αμύλου, το 17%-20% της συνολικής του ποσότητας. Το υπόλοιπο ποσοστό αποτελεί την αμυλοπηκτίνη. Η αμυλόζη διαλύεται σε βραστό νερό ή σε αλκαλικά διαλύματα αλλά δε σχηματίζει την αμυλόκολλα. Από τα διαλύματα αυτά είναι δυνατό να αποχωριστεί με μορφή άσπρης σκόνης, που μοιάζει πολύ με το άμυλο και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο λέγεται τεχνητό άμυλο. Η αμυλόζη υδρολύεται από ορισμένα φυράματα και σχηματίζει ποσοτικά μαλτόζη. Με επίδραση υδροχλωρικού οξέος δίνει την αμυλοβιόζη, η οποία ανήκει στους δισακχαρίτες.
Αμυλοπηκτίνη. Οργανική χημική ένωση, η οποία ανήκει στην τάξη των πολυσακχαριτών με πολλές διακλαδώσεις της ανθρακικής αλυσίδας και πολύ μεγάλο μοριακό βάρος. Είναι μια από τις μορφές του αμύλου. Η αμυλοπηκτίνη δίνει κολλοειδή διαλύματα, τα οποία, όταν δεχθούν επίδραση ιωδίου, αποκτούν ένα χαρακτηριστικό ερυθροϊώδες χρώμα που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση του αμύλου σε διάφορες ενώσεις ή προϊόντα.
Με την επίδραση ενζύμων η αμυλοπηκτίνη διασπάται τελείως και παράγονται ως προϊόντα της αποικοδόμησης μαλτόζη και γλυκόζη.
Αμφίδρομες αντιδράσεις. Οι χημικές αντιδράσεις που γίνονται συγχρόνως και προς τις δύο κατευθύνσεις. Στις ποσοτικές χημικές αντιδράσεις, όπως για παράδειγμα η εξουδετέρωση ενός ισχυρού οξέος από μια ισχυρή βάση, τα σώματα που αντιδρούν μετατρέπονται τελείως σε προϊόντα, οπότε και η απόδοση αυτής της αντίδρασης είναι 100%. Στις περισσότερες χημικές αντιδράσεις, πριν ακόμη τα αντιδρώντα σώματα να μετασχηματισθούν σε προϊόντα, αρχίζει η αντίστροφη πορεία πραγματοποίησης της αντίδρασης, δηλαδή μέρος των προϊόντων αντιδρά, με αποτέλεσμα να σχηματίζονται πάλι τα αρχικά σώματα. Οι ταχύτητες αντίδρασης δεν είναι ίδιες και προς τις δύο κατευθύνσεις, τουλάχιστον στην αρχή. Στη διάρκεια όμως του χρόνου και σε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή οι αριθμητικές τιμές των ταχυτήτων γίνονται ίδιες, οπότε λέμε ότι στο σύστημα αντιδρώντων και προϊόντων δημιουργήθηκε χημική ισορροπία. Η χημική ισορροπία είναι κατάσταση δυναμικής ισορροπίας, δηλαδή όσα μόρια των σωμάτων Α και Β μετατρέπονται σε σώματα Γ και Δ άλλα τόσα ανασχηματίζονται στον ίδιο χώρο και χρόνο. Μετά την αποκατάσταση της χημικής ισορροπίας και εφόσον κανένα από τα σώματα που συμμετέχει στην αντίδραση δεν απομακρύνεται από το χώρο της αντίδρασης, το σύστημα των αντιδρώντων και προϊόντων της αντίδρασης διατηρεί σταθερή και αμετάβλητη σύσταση (βλ. σχήμα).
Αμφολύτες. Χημικές ενώσεις οι οποίες σε άλλες αντιδράσεις συμπεριφέρονται ως οξέα και σε άλλες ως βάσεις. Χαρακτηριστικές ενώσεις, που ανήκουν στην τάξη των αμφολυτών, είναι τα αμινοξέα, στο μόριο των οποίων συνυπάρχουν μια αμινική ομάδα και μια τουλάχιστον καρβοξυλική. Έτσι, όταν εξουδετερωθεί η καρβοξυλική ομάδα, που είναι φορέας των όξινων ιδιοτήτων, από βάσεις, παράγονται άλατα. Επίσης θα παραχθούν άλατα, όταν εξουδετερωθεί η αμινική ομάδα, που είναι φορέας των βασικών ιδιοτήτων από οξέα. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται το φαινόμενο της ενδομοριακής εξουδετέρωσης μεταξύ των καρβοξυλίων και των αμινικών ομάδων, οπότε προκύπτουν διπολικά ιόντα, με τα αμινοξέα να βρίσκονται σε μορφή κατιόντων και ανιόντων. Όταν στο μόριο του αμινοξέος υπάρχουν μια αμινική ομάδα και ένα καρβοξύλιο, το διπολικό ιόν που παράγεται είναι ουδέτερο. Η διαλυτότητα των αμινοξέων στο νερό καθώς και το υψηλό σημείο τήξης τους οφείλονται στην ύπαρξη των διπολικών ιόντων.
Αμφοτερισμός ή επαμφοτερισμός. Ιδιότητα ορισμένων χημικών στοιχείων να εμφανίζουν συγχρόνως μεταλλικό και αμέταλλο χαρακτήρα. Παρουσιάζεται σε ορισμένα στοιχεία μετάπτωσης (χαρακτηρίζονται έτσι όσα δεν έχουν συμπληρωμένη εσωτερική ηλεκτρονική στοιβάδα, ενώ έχουν ηλεκτρόνια σε εξωτερική). Ο αμφοτερισμός οφείλεται στο ότι τα στοιχεία που έχουν την ιδιότητα αυτή συνεισφέρουν όλα ή ένα μέρος από τα ηλεκτρόνια της τελευταίας στοιβάδας τους ή προσλαμβάνουν ηλεκτρόνια για να σχηματίσουν ανιόντα.
Τα επαμφοτερίζοντα στοιχεία έχουν δυνατότητα να αντιδρούν με οξέα και με βάσεις, με σύγχρονη έκλυση υδρογόνου.
Π.χ.
2Al+6HCl  2AlCl3+3H2
2Al+6NaOH  2Na3AlO3+3H2
Οι ρίζες που σχηματίζονται (π.χ. η αργιλική ) αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία ριζών.
Η ιδιότητα του επαμφοτερισμού χρησιμοποιήθηκε από τη θεωρητική χημεία για τη διευκρίνιση της ηλεκτρονικής δομής ορισμένων στοιχείων.
Αμφοτερισμός λέγεται και η ιδιότητα ορισμένων ενώσεων να συμπεριφέρονται ως βάσεις ή ως οξέα, ανάλογα με το περιβάλλον. Τέτοιες είναι κατά κανόνα οι ασθενείς βάσεις και οξέα, ορισμένα μεταλλικά και άλλα οξείδια (ZnO, PbO, SnO, SiO2, A2O3) και τα αμινοξέα της οργανικής χημείας.
Αναγωγή. Αρχικά ως αναγωγή θεωρήθηκε το φαινόμενο της απόσπασης οξυγόνου από ένα οξείδιο. Π.χ. ορισμένες ουσίες, οι οποίες ενώνονται εύκολα με το οξυγόνο (άνθρακες, υδρογόνο, μονοξείδιο του άνθρακα), μπορούν να αποσπάσουν το οξυγόνο από τα διάφορα οξείδια των μετάλλων:
Fe2O3 + 3H2 → 2Fe + 3H2O.
Οι ουσίες αυτές ονομάστηκαν αναγωγικά μέσα.
Επίσης ο όρος αναγωγή χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει και την πρόσληψη υδρογόνου από στοιχείο ή ένωση: H2 + Br2 → 2HBr.
Έτσι επικράτησε επί αρκετό χρονικό διάστημα να χαρακτηρίζει την απόσπαση οξυγόνου από μια ένωση ή την πρόσληψη υδρογόνου από ένα στοιχείο ή μια ένωση (δηλαδή την αφυδρογόνωση).
Κατά τις σημερινές αντιλήψεις με τον όρο αναγωγή εννοούμε την πρόσληψη ηλεκτρονίων από ένα άτομο ή ιόν ή μπορούμε να πούμε ότι αναγωγή ενός στοιχείου είναι η αλγεβρική μείωση του σθένους αυτού λόγω πρόσληψης ηλεκτρονίων.
Ανάδευση. Η ελαφρά ανακίνηση των διάφορων υγρών, με την οποία πετυχαίνουμε τον καλύτερο καταμερισμό των ουσιών, επιταχύνουμε μια χημική αντίδραση ή δημιουργούμε θερμική ισορροπία του μείγματος. Η ανάδευση είναι μια απαραίτητη διαδικασία σε πολλά πειράματα χημείας, όπου είναι απαραίτητη η καλή διασπορά των ουσιών μέσα στην υγρή φάση, καθώς και σε πειράματα θερμιδομετρίας, όπου με την ανάδευση δημιουργείται εξίσωση θερμοκρασιών των σωμάτων που θα μελετηθούν. Ένα λεπτό ραβδί, ξύλινο ή μεταλλικό, που χρησιμοποιείται για την ανάδευση λέγεται αναδευτήρας.
Αιθάλη. Άνθρακας σχεδόν καθαρός από χημική άποψη. Οι οργανικές ουσίες ως κύριο συστατικό τους έχουν τον άνθρακα, ο οποίος είναι δυνατό να καεί με καύση «τέλεια» ή «ατελή», ανάλογα με την ποσότητα του οξυγόνου που υπάρχει στο περιβάλλον. Στην περίπτωση της παρουσίας λίγης ποσότητας οξυγόνου η καύση είναι ατελής και παίρνουμε ως προϊόν την αιθάλη. Το μαύρισμα των τοίχων σε χώρους όπου λειτουργούν θερμάστρες ξύλων οφείλεται στην αιθάλη, που παράγεται από την καύση. Η αιθάλη χρησιμοποιείται για την παρασκευή τυπογραφικής μελάνης, λιθογραφικής μελάνης, χρωμάτων, χαρτιού καρμπόν, για το γυάλισμα θερμαστρών και παπουτσιών καθώς και για την κατεργασία του καουτσούκ.
Αιθαλομίχλη. Τύπος καπνομίχλης με κύριο χαρακτηριστικό τις υψηλές συγκεντρώσεις καπνού και διοξειδίου του θείου (SO2) στην ατμόσφαιρα. Δημιουργείται σε περιοχές όπου χρησιμοποιούνται ως πηγές ενέργειας κάρβουνο και μαζούτ ή υπάρχουν βιομηχανίες πετροχημικών, θειικού οξέος κτλ.
Το Δεκέμβριο του 1930 έγινε το πρώτο σοβαρό επεισόδιο αιθαλομίχλης στην κοιλάδα Meuse του Βελγίου. Η διάρκεια του φαινομένου ήταν πέντε ημέρες και βρήκαν το θάνατο 68 άτομα από τη συσσώρευση SO2 και HF.
Η αιθαλομίχλη είναι γνωστή και ως καπνομίχλη τύπου Λονδίνου, λόγω σοβαρού επεισοδίου που έγινε στο Λονδίνο το Δεκέμβριο του 1952. Παρατηρήθηκε θερμοκρασιακή αναστροφή που συσσώρευσε μεγάλες συγκεντρώσεις SO2 και καπνού στο ψυχρό στρώμα αέρα πάνω από το έδαφος, με αποτέλεσμα το σχηματισμό καπνομίχλης, διάρκειας πέντε ημερών, και το θάνατο 3.900 ατόμων.
Η αύξηση της θνησιμότητας κατά τη διάρκεια της αιθαλομίχλης οφείλεται στην ταυτόχρονη παρουσία καπνού (αιθάλης), ομίχλης και SO2. Το SO2 σε υψηλές συγκεντρώσεις (>20 ppm) επιδρά στο αναπνευστικό σύστημα και μπορεί να προκαλέσει πνευμονικό οίδημα.
Για τον περιορισμό των εκπομπών SO2 λαμβάνονται διάφορα μέτρα, όπως:
α) Χρήση καυσίμων μικρής περιεκτικότητας σε θειούχες ενώσεις.
β) Απομάκρυνση οξειδίων του θείου από τα καυσαέρια και αερολύματα βιομηχανιών.
γ) Απορρόφηση οξειδίων του θείου με διαλύματα CaO, CaCO3, Na2CO3, MgO, NH4OH.
Εκτός από την αιθαλομίχλη, γνωστή είναι και η φωτοχημική ή καπνομίχλη τύπου Λος Άντζελες (φωτοχημικό νέφος - photochemical smog) με χαρακτηριστικό της τις φωτοχημικές αντιδράσεις και την υψηλή συγκέντρωση οξειδωτικών, π.χ. ΝΟ2, όζον (Ο3), ΡΑΝ (νιτρικό υπεροξυακετύλιο). Η φωτοχημική καπνομίχλη δημιουργείται όταν συνυπάρχουν τα εξής φαινόμενα:
α) Άπνοια και θερμοκρασιακή αναστροφή (σχηματισμός θερμού στρώματος αέρα σε ορισμένο ύψος της ατμόσφαιρας, με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό αέριων ρύπων στο ψυχρό στρώμα αέρα που παραμένει παγιδευμένο στο έδαφος).
β) Εκπομπή οξειδίων του αζώτου και υδρογονανθράκων (πρωτογενείς ρύποι).
γ) Ηλιακή ακτινοβολία μεγάλης έντασης.
Οι πρώτες φωτοχημικές καπνομίχλες αναγνωρίσθηκαν στο Λος Άντζελες το 1940, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1970 άρχισαν να εμφανίζονται και στην Αθήνα.
Χαρακτηριστική περίπτωση φωτοχημικής καπνομίχλης είναι το καφεκίτρινο νέφος που σκεπάζει τις μεγαλουπόλεις, κυρίως τις πρωινές ώρες.
Το φωτοχημικό νέφος συντελεί στην ελάττωση της ορατότητας, τον ερεθισμό ματιών και πνευμόνων, κυρίως σε ευαίσθητες ομάδες ατόμων (παιδιά, υπερήλικες κτλ.).
Αιθάνιο. Χημική οργανική ένωση που ανήκει στη σειρά των κορεσμένων υδρογονανθράκων (αλκάνια), με μοριακό τύπο C2H6.
Προέλευση: Υπάρχει διαλυμένο στο πετρέλαιο και είναι συστατικό του «γαιαερίου» ή «φυσικού αερίου», το οποίο βγαίνει από το έδαφος κοντά σε πετρελαιοπηγές και είναι μείγμα μεθανίου (70-90%), αιθανίου (13-5%) και ανώτερων υδρογονανθράκων. Επίσης αποτελεί συστατικό των αερίων που παράγονται κατά την υγροποίηση του άνθρακα με υψηλή πίεση και μέτρια θερμοκρασία. Από τα αέρια αυτά παρασκευάζεται το αιθάνιο σε βιομηχανική κλίμακα.
Φυσικές ιδιότητες: Είναι σώμα αέριο, άχρωμο και άοσμο. Είναι λίγο βαρύτερο από τον αέρα με σχετική πυκνότητα 1,03. Σε κανονικές συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας έχει απόλυτη πυκνότητα 1,33 gr/lit. Διαλύεται πολύ λίγο στο νερό, είναι όμως διαλυτό στους οργανικούς διαλύτες. Η υγροποίησή του είναι επίσης δύσκολη.
Χημικές ιδιότητες: Καίγεται με φλόγα ελαφρά φωτιστική και δίνει με το χλώριο και το βρόμιο «προϊόντα αντικατάστασης».
Παρασκευή: Παρασκευάζεται με επίδραση νατρίου σε μεθυλοϊωδίδιο (αντίδραση Würtz), με καταλυτική υδρογόνωση αιθυλενίου ή ακετυλενίου και με υδρόλυση αιθυλομαγνησιοβρωμιδίου.
Χρήσεις: Χρησιμοποιείται ως καύσιμο και ως ψυκτικό μέσο.
Αιθέρες. Χημικές οργανικές ενώσεις που περιέχουν στο μόριό τους τη χαρακτηριστική ομάδα (αιθερομάδα). Μπορεί να θεωρηθεί ότι προέρχονται από το νερό (Η-Ο-Η) με αντικατάσταση και των δύο υδρογόνων από αλκύλια (R) ή από τις αλκοόλες (R-OH) με αντικατάσταση του αλκοολικού υδρογόνου από αλκύλιο (τα αλκύλια είναι μονοσθενείς οργανικές ομάδες του τύπου R–). Οι αιθέρες διακρίνονται σε απλούς, όταν τα αλκύλια είναι όμοια (R–O–R), και σε μεικτούς, όταν είναι διαφορετικά (R–O–R΄). Το όνομά τους το παίρνουν από την ονομασία των αλκυλίων που περιέχουν και τη λέξη αιθέρας. Είναι ενώσεις ισομερείς με τις αλκοόλες και όσον αφορά τους κορεσμένους μονοσθενείς (που περιέχουν μόνο απλούς δεσμούς και μία αιθερομάδα στο μόριό τους) έχουν το γενικό τύπο CνΗ2ν+2Ο με ν ≥ 2.
Παρασκευές: Οι αιθέρες παρασκευάζονται κυρίως με τη μέθοδο Williamson (αλκυλίωση αλκοξειδίων):
όπως επίσης και με αφυδάτωση των αλκοολών σε θερμοκρασία 140C με περίσσεια αλκοόλης.
Χημικές ιδιότητες: Γενικά οι αιθέρες είναι σταθερές ενώσεις. Με επίδραση όμως οξέων εμφανίζουν βασικό χαρακτήρα (βάσεις κατά Lewis λόγω του μονήρους ζεύγους ηλεκτρονίων στο οξυγόνο) και μετατρέπονται σε αλκοόλες. Με επίδραση Ο2 και ακτινοβολίας αυτοοξειδώνονται.
Διασπώνται επίσης από τα υδραλογόνα και κύρια από το HJ:
Καίγονται σύμφωνα με τη χημική εξίσωση:
Φυσικές ιδιότητες: Ο διμεθυλ- και ο μεθυλαιθυλ-αιθέρας είναι αέρια σε συνηθισμένη θερμοκρασία· οι υπόλοιποι υγρά και οι ανώτεροι στερεά. Οι αιθέρες είναι ενώσεις πολύ πιο πτητικές από τις ισομερείς τους αλκοόλες, γιατί τα μόριά τους δε συνδέονται με δεσμούς υδρογόνου, με αποτέλεσμα τα σημεία ζέσης τους να είναι χαμηλότερα απ’ αυτά των αντίστοιχων αλκοολών.
Έχουν ευχάριστη χαρακτηριστική οσμή, την αιθερική. Διαλύονται πολύ λίγο στο νερό, ενώ είναι ευδιάλυτοι στους οργανικούς διαλύτες. Οι υγροί αιθέρες, καθώς είναι άριστα διαλυτικά μέσα, χρησιμοποιούνται ως μέσα εκχύλισης των οργανικών ουσιών από υδατικά διαλύματα.
Σημαντικό μέλος της σειράς των αιθέρων είναι ο διαιθυλαιθέρας ή απλώς αιθέρας, ο οποίος είναι υγρό, άχρωμο, ευκίνητο, πολύ πτητικό, με χαρακτηριστική αιθέρια μυρωδιά. Βράζει στους 34,6°C και στερεοποιείται στους –116°C. Είναι ελάχιστα διαλυτός στο νερό, ενώ αναμειγνύεται σε οποιαδήποτε αναλογία με την αιθυλική αλκοόλη, το βενζόλιο και πολλά άλλα οργανικά διαλυτικά μέσα. Είναι άριστος διαλύτης οργανικών ενώσεων (λιπών και ελαίων, ρητινών, αλκαλοειδών) και ανόργανων (Br2, J2, S, P).
Παρασκευάζεται με επίδραση Η2SO4 σε αιθυλική αλκοόλη στους 140°C ή με διοχέτευση ατμών αλκοόλης πάνω από οξείδιο του αργιλίου (Al2O3) στους 250°C.
Χρησιμοποιείται ως διαλυτικό και ψυκτικό μέσο, στην παρασκευή άκαπνης πυρίτιδας, κολλωδίου και στην πραγματοποίηση εκχυλίσεων.
Το 1845 πρωτοχρησιμοποιήθηκε στην οδοντιατρική. Είναι δραστικό αναισθητικό και χρησιμοποιήθηκε ευρέως για πολλά χρόνια. Επειδή όμως είναι πάρα πολύ εύφλεκτος και σχηματίζει με την επίδραση του αέρα και του φωτός υπεροξείδια, ενώσεις δηλητηριώδεις και εκρηκτικές, η χρήση του σταμάτησε.
Ο απόλυτος ή άνυδρος αιθέρας (απαλλαγμένος από υπεροξειδικές ενώσεις, αλκοόλη και νερό) προκύπτει με απόσταξη του διαιθυλαιθέρα παρουσία οξειδίου του ασβεστίου (CaO) ή άνυδρου χλωριούχου ασβεστίου (CaCl2). Ακολουθεί προσθήκη μεταλλικού νατρίου στο απόσταγμα και
Αιθέρια έλαια. Ενώσεις που βρίσκονται σε διάφορα μέρη μερικών φυτών (στα φύλλα, στα άνθη, στους καρπούς κτλ.). Πήραν αυτή την ονομασία επειδή είναι πτητικά και η σύστασή τους είναι ελαιώδης. Η οσμή τους είναι ευχάριστη, ενώ η σύστασή τους δεν είναι πάντα η ίδια. Παράγονται σε ειδικούς αδένες των φυτών και ο ρόλος τους είναι ή να προσελκύουν τα έντομα για την επικονίαση ή να απομακρύνουν επιβλαβείς για το φυτό οργανισμούς ή να βοηθούν στην επούλωση των «πληγών» του φυτού όπως το ρετσίνι.Η παραλαβή τους από τα διάφορα φυτά γίνεται είτε με πίεση είτε με εκχύλιση, με κατάλληλα διαλυτικά μέσα. Κυρίως όμως παρασκευάζονται με απόσταξη με υδρατμούς. Τα μέρη των φυτών τοποθετούνται μέσα στο αποστακτικό καζάνι στο οποίο διαβιβάζονται οι υδρατμοί. Οι υδρατμοί από τα μέρη των φυτών οδηγούνται σε ψυκτικό σωλήνα, για να υγροποιηθούν και στη συνέχεια σε μια φιάλη. Επειδή τα περισσότερα αιθέρια έλαια είναι ελαφρότερα από το νερό, ανεβαίνουν στην επιφάνεια του νερού και αυτό απομακρύνεται από ένα σωλήνα που είναι στο πλάι του δοχείου. Αν το αιθέριο έλαιο είναι βαρύτερο από το νερό, κάθεται στο κάτω μέρος του δοχείου και το νερό φεύγει από πάνω. Η μέθοδος της εκχύλισης εφαρμόζεται στα άνθη (τριαντάφυλλα κτλ.) και ως διαλυτικά μέσα χρησιμοποιούνται αιθέρας, αλκοόλη, ακετόνη κτλ. Τέλος, η μέθοδος της πίεσης εφαρμόζεται στις φλούδες των εσπεριδοειδών κτλ.
Η χημική τους σύσταση διαφέρει. Μπορεί να είναι υδρογονάνθρακες, αλκοόλες, αλδεΰδες ή κετόνες, οξείδια, θειούχες ή αζωτούχες ενώσεις. Επομένως δεν έχουν χημική συγγένεια με τα έλαια (λάδια) και επιπλέον είναι πτητικά, δηλαδή εξατμίζονται εύκολα. Αυτό φαίνεται αν σ' ένα χαρτί ρίξουμε μια σταγόνα από αιθέριο έλαιο και μια σταγόνα από κανονικό λάδι. Θα παρατηρήσουμε ότι η σταγόνα του αιθέριου ελαίου μετά από λίγο εξαφανίζεται, ενώ η σταγόνα του κοινού λαδιού παραμένει μόνιμα στο χαρτί.
Τα αιθέρια έλαια σε μεγάλες ποσότητες είναι σχετικά επικίνδυνα, γιατί προκαλούν πονοκέφαλο, ναυτία και διάφορα άλλα τοξικά φαινόμενα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν πρέπει να μένουμε πολύ χρόνο σε κλειστό χώρο με πολλά λουλούδια.
Τα αιθέρια έλαια χρησιμοποιούνται πάρα πολύ στην αρωματοποιία από την αρχαιότητα. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι και οι Βαβυλώνιοι τα χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή αρωμάτων, ενώ το εμπόριό τους το είχαν αναλάβει αποκλειστικά οι Φοίνικες. Από τα μέσα του 16ου αι. η αρωματοποιία εξαπλώθηκε στην Ευρώπη και από τότε η ανάπτυξή της ήταν ραγδαία. Σημαντικές ποσότητες αιθέριων ελαίων χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική, τη ζαχαροπλαστική κ.α. Επειδή οι ποσότητες των αιθέριων ελαίων που λαμβάνονται από φυτικής προέλευσης πηγές δεν επαρκούν, χρησιμοποιούνται για την αναπλήρωσή τους τα τεχνητά αιθέρια έλαια (essences). Αυτά είναι εστέρες μέσων ή κατώτερων οξέων με μέσες αλκοόλες και είναι ελαιώδη υγρά με ευχάριστες οσμές. Η ονομασία τους οφείλεται ακριβώς στο ότι μπορούν να αντικαταστήσουν διάφορα αιθέρια έλαια.
Αιθυλένιο. Χημική οργανική ένωση που ανήκει στη σειρά των ακόρεστων υδρογονανθράκων που περιέχουν ένα διπλό δεσμό μεταξύ δύο γειτονικών ατόμων άνθρακα (αλκένια). Ο μοριακός του τύπος είναι C2H4. Είναι αέριο, άχρωμο, με ασθενή χαρακτηριστική οσμή, ελάχιστα διαλυτό στο νερό, ενώ διαλύεται στους οργανικούς διαλύτες. Είναι δραστική ένωση λόγω του διπλού δεσμού που περιέχει στο μόριό του. Έτσι, δίνει αντιδράσεις προσθήκης, κατά τις οποίες ο διπλός δεσμός ανοίγει με την προσθήκη διαφόρων ουσιών, οπότε σχηματίζονται κορεσμένες ενώσεις (προσθήκη Η2, αλογόνου, υδραλογόνου, νερού). Το αιθυλένιο καίγεται με φωτιστική φλόγα, όταν θερμανθεί στον αέρα. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση πολυμερισμού του, η οποία γίνεται σε κατάλληλες συνθήκες με τη χρήση καταλυτών. Έτσι σχηματίζεται το πολυαιθένιο. Αιθυλένιο παράγεται από το πετρέλαιο και τη νάφθα (ακατέργαστη βενζίνη) με πυρόλυση και από το βουτάνιο, το προπάνιο και το αιθάνιο με απόσπαση υδρογόνου. Εργαστηριακά παρασκευάζεται με αφυδάτωση της αιθανόλης.
Χρήσεις: Με πρώτη ύλη το αιθυλένιο παρασκευάζονται πολλές οργανικές ενώσεις, που βρίσκουν εφαρμογές στη βιομηχανία αλλά και στην καθημερινή ζωή. Μεταξύ αυτών οι σπουδαιότερες είναι: πολυαιθένιο, πολυστυρένιο (πλαστικά), οξική κυτταρίνη, υφάνσιμες ύλες (ντακρόν, ακριλάν, ορλόν), ανιονικά απορρυπαντικά κτλ.
Το αιθυλένιο χρησιμοποιείται επίσης και στη γεωργία για την ωρίμανση και τον αποπρασινισμό λεμονιών, μπανανών, μανταρινιών σε αποθήκες. Πολλά φυτικά υλικά (π.χ. φρούτα) παράγουν αιθυλένιο, το οποίο προκαλεί μάρανση σε ορισμένα λουλούδια. Για το λόγο αυτό αποφεύγουμε την τοποθέτηση φρούτων κοντά σε λουλούδια.
Αϊνσταΐνιο. Χημικό στοιχείο με συμβολισμό (Es) και ατομικό αριθμό 99, το οποίο απομονώθηκε στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ από τον Α. Γκιόρσο και τους συνεργάτες του (1952), που κατασκεύασαν επίσης καθαρό αϊνσταΐνιο-253 σε ελάχιστη ποσότητα και πέτυχαν τη μεταστοιχείωσή του σε μεντελέβιο. Το ίδιο ισότοπο -253 εμφανίστηκε στα προϊόντα της έκρηξης της πρώτης υδρογονοβόμβας, ενώ το πιο σταθερό ισότοπο είναι το -254 με χρόνο ημιζωής 480 μέρες. Ανήκει στα υπερουράνια στοιχεία, που βρίσκονται σε ελάχιστα ποσά στη φύση, και ταξινομείται στην ομάδα των «σπάνιων γαιών» του ακτινίου. Πειραματικά παράγεται με βομβαρδισμό του πλουτωνίου από δέσμη νετρονίων και μεγάλη ένταση.
Αναβολικά στεροειδή. Συνθετικές ουσίες (ορμόνες) που έχουν την ιδιότητα να δημιουργούν πρωτεΐνες έτσι που, όταν λαμβάνονται, να οδηγούν σε μια αύξηση της μυϊκής μάζας και της δύναμης και να ενισχύουν το αναβολικό αποτέλεσμα. Όλα τα αναβολικά στεροειδή έχουν κάποια ανδρογενετική δραστηριότητα, αλλά προκαλούν μικρότερη αρρενοποίηση απ’ ό,τι τα ανδρογόνα στις γυναίκες. Οι ανδρογενετικές ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να προκαλούνται από τα αναβολικά σύμπλοκα, ειδικά όταν δίνονται για παρατεταμένες περιόδους. Όλα αυτά τα σύμπλοκα θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή στις γυναίκες και αντενδείκνυνται στους άνδρες με καρκίνο του προστάτη. Ο χολοστατικός ίκτερος των ενδοηπατικών χοληφόρων είναι ένας κίνδυνος και η καταστολή της παραγωγής γονοδοτροπικών από την υπόφυση είναι μια πιθανή επιπλοκή.
Τα αναβολικά στεροειδή έχουν χρησιμοποιηθεί για να διεγείρουν τον αναβολισμό των πρωτεϊνών σε εξασθενημένους ασθενείς και για να προκαλέσουν ανάπτυξη στα παιδιά με υποφυσιογενή δαρφισμό και σε άλλες παθήσεις που εμπλέκονται στη διαδικασία της ανάπτυξης. Η διέγερση του πρωτεϊνικού αναβολισμού μπορεί να είναι επίσης χρήσιμη στην οξεία νεφρική ανεπάρκεια και η κατακράτηση αζώτου και ασβεστίου είναι πιθανόν ωφέλιμη σε ασθενείς με οστεοπόρωση και σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κορτικοστεροειδή. Τα αναβολικά στεροειδή μπορούν να διεγείρουν τη λειτουργία του μυελού των οστών σε υποπλαστική αναιμία.
Τα αναβολικά στεροειδή έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως από αθλητές, που επιθυμούν να αυξήσουν τη δύναμή, την αντοχή και την ταχύτητά τους. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται όμως γι' αυτό το σκοπό και οι αθλητές που τα χρησιμοποιούν αντιμετωπίζουν ποινές αποκλεισμού από κάθε επίσημη διοργάνωση για χρονικό διάστημα από 6 μήνες ως 2 χρόνια. Σε περίπτωση υποτροπής ο αποκλεισμός είναι ισόβιος. Σε κάθε περίπτωση αφαιρούνται από τους αθλητές τα μετάλλια και οι διακρίσεις.
Τα αναβολικά στεροειδή σε θεραπευτική χρήση περιλαμβάνουν τη ναδραλόνη και τη στανοζολόλη.
Ακεταλδεΰδη. Χημική οργανική ένωση με συντακτικό τύπο CH3CH=O. Αποτελεί τον πιο χαρακτηριστικό εκπρόσωπο της σειράς των αλδεϋδών. Κατά το σύστημα Γενεύης ονομάζεται «αιθανάλη», ενώ μια άλλη ονομασία της, η «οξική αλδεΰδη», οφείλεται στο ότι όταν οξειδωθεί μετατρέπεται σε οξικό οξύ. Είναι ενδιάμεσο προϊόν της αλκοολικής ζύμωσης και για το λόγο αυτό βρίσκεται στο κρασί σε μικρές ποσότητες.
Παρασκευές:
Α. Εργαστηριακές.
1. Με οξείδωση της αιθυλικής αλκοόλης από Κ2Cr2O7 παρουσία H2SO4.
K2Cr2O7 + 3CH3-CH2OH + 4H2SO4 → 3CH3-CH=O + Cr2(SO4)3 + K2SO4 + 7H2O
2. Με ξηρή απόσταξη ισομοριακού μείγματος μυρμηκικού και οξικού ασβεστίου.
Β. Βιομηχανικές.
1. Από το ακετυλένιο με πρόσληψη νερού.
2. Με καταλυτική οξείδωση της αιθυλικής αλκοόλης από τον αέρα.
3. Με ελεγχόμενη οξείδωση από τον αέρα μείγματος προπανίου - βουτανίου. Αυτή η μέθοδος είναι απλή και αποδοτική, οπότε χρησιμοποιείται σε μεγάλη κλίμακα.
Φυσικές ιδιότητες: Η καθαρή ακεταλδεΰδη είναι ένα άχρωμο, πτητικό, εύφλεκτο υγρό με οξεία οσμή φρούτων. Η πυκνότητά της είναι 0,783 gr/cm3 (στους 18°C), βράζει στους 20,8°C και έχει σημείο τήξης στους -121°C. Σχηματίζει μείγματα σε κάθε αναλογία με το νερό, την αλκοόλη και τον αιθέρα.
Χημικές ιδιότητες: Παρουσιάζει όλες τις χαρακτηριστικές ιδιότητες των αλδεϋδών. Ειδικότερα:
1. Είναι πολύ αναγωγική ένωση, δηλαδή οξειδώνεται πολύ εύκολα. Εκτός από το KMnO4 και το Κ2Cr2O7 οξειδώνεται επίσης από τα ήπια οξειδωτικά αντιδραστήρια Τόλενς και Φέλιγκ (φελλίγγειο υγρό), προς οξικό οξύ. Το αντιδραστήριο Τόλενς είναι αμμωνιακό διάλυμα νιτρικού αργύρου. Κατά την οξείδωση της ακεταλδεΰδης ο Ag+ ανάγεται σε Ag0. Αν η αντίδραση γίνει σε καθαρό δοχείο με ελαφρά θέρμανση, ο άργυρος που καθιζάνει σχηματίζει στα τοιχώματα του δοχείου «καθρέπτη».
CH3CH=O + 2Ag+ + H2O → CH3COOH + 2Ag↓ + 2H+
Το αντιδραστήριο Φέλιγκ είναι ένα βαθύ μπλε διάλυμα NaOH που περιέχει δισθενή χαλκό. Κατά την οξείδωση της ακεταλδεΰδης ο Cu2+ ανάγεται σε Cu (I) με σχηματισμό καστανέρυθρου ιζήματος Cu2O.
CH3CH=O + 2Cu++ + 2H2O → CH3COOH + Cu2O↓ + 4H+
2. Δίνει αντιδράσεις προσθήκης στο διπλό δεσμό του καρβονυλίου. Αντιδρά με υδρογόνο καταλυτικά, με υδροκυάνιο και οργανομαγνησιακές ενώσεις. Στις αντιδράσεις με οργανομαγνησιακές ενώσεις (αντιδραστήρια Grignard) σχηματίζονται δεσμοί C-C, οπότε αυξάνεται το μήκος της ανθρακικής αλυσίδας (αντιδράσεις ανοικοδόμησης).
3. Πολυμερίζεται εύκολα σε όξινο περιβάλλον. Έτσι με προσθήκη θειικού οξέος μετατρέπεται στην υγρή «παραλδεΰδη» με μοριακό τύπο (C2H4O)3, ενώ με προσθήκη ελάχιστης ποσότητας οξέος σε θερμοκρασίες κάτω από 0° C παράγεται λευκό στερεό σώμα, η «μεταλδεΰδη» με μοριακό τύπο (C2H4O)4.
Η παραλδεΰδη χρησιμοποιείται ως ένα σχετικά μη τοξικό υπνωτικό φάρμακο και η μεταλδεΰδη ως καύσιμο που καίγεται χωρίς τη δημιουργία καπνού.
4. Συμπυκνώνεται σε ασθενές αλκαλικό περιβάλλον προς αλδόλη, ενώ σε έντονο αλκαλικό περιβάλλον σχηματίζει ρητίνες.
5. Το καρβονυλικό οξυγόνο της μπορεί ν’ αντικατασταθεί από χλώριο με επίδραση πενταχλωριούχου φωσφόρου (PCl5).
6. Η ακεταλδεΰδη είναι η μόνη αλδεΰδη που δίνει την «αλογονοφορμική αντίδραση». Πρόκειται για μία σύνθετη αντίδραση, σύμφωνα με την οποία, όταν η ακεταλδεΰδη θερμανθεί ελαφρά με αλκαλικό (NaOH, KOH) διάλυμα αλογόνου (Cl2, Br2, J2), διασπάται προς το αλογονοφόρμιο (CHX3) και το ανιόν HCOO-.
Όταν η αντίδραση γίνει με ιώδιο (ιωδοφορμική αντίδραση), το ιωδοφόρμιο που σχηματίζεται είναι κίτρινο ίζημα.
Κατά την αλογονοφορμική αντίδραση σχάζεται ο δεσμός C-C και ο αριθμός των ατόμων άνθρακα στο προϊόν μειώνεται κατά ένα. Γι’ αυτό το λόγο η αλογονοφορμική αντίδραση είναι αντίδραση αποικοδόμησης.
Χρήσεις: Χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη στην παρασκευή τεχνητού καουτσούκ, στην παρασκευή οξικού οξέος και άλλων οργανικών ενώσεων και ως καύσιμο στερεό υλικό με τη μορφή «μετά».
Ακετάλες. Χημικές οργανικές ενώσεις με γενικό τύπο CH2(OR)2. Στο μόριό τους έχουν δύο αιθερικές ομάδες συνδεμένες στο ίδιο άτομο άνθρακα. Θεωρούνται αλκυλιωμένα παράγωγα του διολίου. Διακρίνονται σε συμμετρικές και μεικτές καθώς και σε άκυκλες και κυκλικές.
Φυσικές ιδιότητες: Οι ακετάλες είναι γενικά υγρά, πτητικά, άχρωμα, με ευχάριστη οσμή, αδιάλυτα στο νερό και ευδιάλυτα στους οργανικούς διαλύτες. Τα πρώτα μέλη της σειράς είναι πολύ καλοί διαλύτες, ιδιαίτερα του ακετυλενίου.
Χημικές ιδιότητες: Σε ουδέτερο ή αλκαλικό περιβάλλον είναι πολύ σταθερές ενώσεις και οξειδώνονται δύσκολα, ενώ σε όξινο περιβάλλον υδρολύονται. Από την υδρόλυση αυτή αναγεννούνται η αλκοόλη και η καρβονυλική ένωση απ’ τις οποίες προήλθαν.
Χρήσεις: Οι ακετάλες χρησιμοποιούνται σε οργανικές συνθέσεις κυρίως για την προστασία των αλδεϋδικών ομάδων σε διάφορες ενώσεις, στην αρωματοποιία, τη βιομηχανία καλλυντικών, ως συστατικά αρωμάτων κ.ά.
Ακετίνη. Χημική οργανική ένωση με μοριακό τύπο C5H10O4. Παρασκευάζεται με συνθέρμανση ισχυρού οξικού οξέος και γλυκερόλης. Είναι άχρωμο, υγροσκοπικό υγρό, με μεγάλο ιξώδες και σημείο βρασμού 158°C. Χρησιμοποιείται ως συντηρητικό στις κονσέρβες, ως διαλύτης χρωμάτων, στη βιομηχανία εκρηκτικών καθώς και στη βυρσοδεψία.
Ακετόνη. Χημική οργανική ένωση, η απλούστερη της σειράς των κετονών με μοριακό τύπο C3H6O και συντακτικό CH3COCH3. Κατά την ονοματολογία της Γενεύης λέγεται προπανόνη. Είναι γνωστή και ως οξόνη (ασετόν). Βιομηχανικά άλλοτε παρασκευαζόταν με τη θέρμανση οξικού ασβεστίου ή με τη ζύμωση σακχάρων. Σήμερα παρασκευάζεται από το ακετυλένιο ή από το προπάνιο, το οποίο παίρνουμε σε μεγάλες ποσότητες από την πυρόλυση του πετρελαίου. Είναι άχρωμο, ευκίνητο υγρό, ευχάριστης οσμής, με σημείο ζέσης 57°C. Αναμειγνύεται με το νερό και με πολλούς άλλους οργανικούς διαλύτες και αποτελεί πολύτιμο διαλύτη για έλαια, ρητίνες, ακετυλένιο κ.ά. Σχηματίζει πολλές ενώσεις. Χρησιμοποιείται ως διαλύτης σε διάφορες συνθέσεις στη βιομηχανία των πλαστικών, των εκρηκτικών υλών και στην παρασκευή χλωροφορμίου, ακετυλενίου, τεχνητής μέταξας. Βρίσκει επίσης εφαρμογή στη φωτογραφική για την επιτάχυνση της ξήρανσης των κλισέ και στην παρασκευή βερνικιών που προστατεύουν τις φωτοτυπίες.
Ακετοφαινόνη ή ακετυλοβενζόλιο. Χημική οργανική ένωση με μοριακό τύπο C8H8O. Είναι υγρό άχρωμο, με ευχάριστη οσμή, έχει σημείο βρασμού 202°C και πυκνότητα 1,028 gr/cm3 στους 20°C. Βρίσκεται σε μικρές ποσότητες σε διάφορα αιθέρια έλαια καθώς και στη λιθανθρακόπισσα. Εργαστηριακά παρασκευάζεται με επίδραση ακετυλοχλωρίδιου σε βενζόλιο, ενώ βιομηχανικά με οξείδωση του αιθυλοβενζολίου στον ατμοσφαιρικό αέρα. Χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία, στη βιομηχανία φαρμακευτικών προϊόντων και ρητινών και στην ιατρική επειδή παρουσιάζει αναισθητικές και υπνωτικές ιδιότητες.
Ακετυλένιο.Ακόρεστος υδρογονάνθρακας με έναν τριπλό δεσμό του γενικού τύπου CνΗ2ν-2. Ο συντακτικός του τύπος είναι CH≡CH.
Φυσικές ιδιότητες: Δε βρίσκεται ελεύθερο στη φύση. Βρίσκεται σε ίχνη στο φωταέριο. Είναι αέριο άχρωμο και άοσμο, ελάχιστα διαλυτό στο νερό, ενώ διαλύεται στους οργανικούς διαλύτες. Στο εμπόριο φέρεται ως διάλυμα με προπανόνη μέσα σε χαλύβδινους κυλίνδρους.
Παρασκευές:
1. Βιομηχανικές.
α) Το ακετυλένιο παρασκευάζεται με επίδραση νερού στο καρβίδιο του ασβεστίου, CaC2 (ανθρακασβέστιο)
CaC2 + 2H2O → Ca(OH)2 + CH≡CH
Το ανθρακασβέστιο (CaC2) παρασκευάζεται από οξείδιο του ασβεστίου (ασβέστη) και άνθρακα (κοκ)
CaO + 3C CaC2 + CO
β) Από το μεθάνιο, με θερμική διάσπαση σε υψηλή θερμοκρασία (1.400°C), με κανονική πίεση (πυρόλυση)
2CH4 3H2 + C2H2
γ) Κατά την ατελή καύση του μεθανίου σε κατάλληλες συνθήκες
2CH4 + Ο2  C2H2 +3H2O
2. Συνθετικές.
Από τα στοιχεία του
2C + H2 C2H2 – 54.800 cal
Για το σκοπό αυτό διοχετεύεται Η2 μέσα σε συσκευή, όπου σχηματίζεται βολταϊκό τόξο μεταξύ ηλεκτροδίων από άνθρακα (ιστορική μέθοδος παρασκευής Μπερτελό).
3. Γενική παρασκευή των αλκινίων: Με απόσπαση υδραλογόνου από διαλογονίδια, κατά τη θέρμανσή τους με αλκοολικό διάλυμα ΚΟΗ.
Χημικές ιδιότητες: Το ακετυλένιο και γενικά τα αλκίνια είναι δραστικές ενώσεις λόγω του τριπλού δεσμού –C≡C– που περιέχουν στο μόριό τους.
α) Δίνει αντιδράσεις προσθήκης με 1) υδρογόνο, 2) αλογόνο, 3) υδραλογόνο, 4) νερό, 5) υδροκυάνιο, οπότε σχηματίζεται προπενονιτρίλιο (ακρυλονιτρίλιο).
β) Πολυμερίζεται: Το ακετυλένιο κατά τη θέρμανσή του, παρουσία καταλυτών, διμερίζεται σε βινυλακετυλένιο ή τριμερίζεται σε βενζόλιο (C6H6).
γ) Δίνει αντιδράσεις αντικατάστασης.
1. Με επίδραση δραστικού μετάλλου Na (νατρίου) ή Κ (καλίου):
HC≡CH + Na → HC≡CNa + 1/2H2↑
HC≡CNa + Na → NaC≡CNa + 1/2H2↑
2. Εάν διοχετεύσουμε ακετυλένιο σε αμμωνιακό διάλυμα AgNO3 ή σε αμμωνιακό διάλυμα CuCl, προκύπτει αντίστοιχα λευκό ίζημα AgC≡CAg και καστανέρυθρο ίζημα CuC≡CCu.
HC≡CH + 2AgNO3 + 2NH3 → AgC≡CAg↓ + 2NH4NO3
HC≡CH + 2CuCl + 2NH3 → CuC≡CCu↓ + 2NH4Cl
Οι παραπάνω αντιδράσεις χρησιμεύουν για την ανίχνευση του ΗC≡CH, τη διάκριση και το διαχωρισμό του από τα αλκάνια και τα αλκένια.
δ) Καύση: Το ακετυλένιο καίγεται στον αέρα με φλόγα φωτιστική και αιθαλίζουσα. Όταν αναμειχθεί με οξυγόνο σε κατάλληλη συσκευή, καίγεται με φλόγα η οποία ανεβάζει τη θερμοκρασία στους 3.000°C (οξυακετυλενική φλόγα).
2C2H2 + 5O2  4CO2 + 2H2O
Χρήσεις: Το ακετυλένιο ήταν κάποτε μια πολύ σημαντική πρώτη ύλη για την παρασκευή πολλών οργανικών ενώσεων. Εκτοπίστηκε όμως από το οικονομικότερο αιθένιο.
Το ακετυλένιο χρησιμοποιείται για την κοπή και συγκόλληση των μετάλλων (οξυακετυλενική φλόγα) και για την παρασκευή χλωροαιθενίου (CH2=CHCl) και προπενονιτριλίου (CH2=CHCN).
Με πολυμερισμό του χλωροαιθενίου σχηματίζεται το πλαστικό PVC και με πολυμερισμό του προπενονιτριλίου η συνθετική ίνα με τα εμπορικά ονόματα orlon και acrilan.
Ακετυλίωση. Χημική διαδικασία για την πρόσθεση ακετυλίου (CH3CO-) στο μόριο μιας οργανικής ένωσης που περιέχει υδροξυλομάδες ή αμινομάδες. Περισσότερο συχνά χρησιμοποιούνται οι ενώσεις του οξικού ανυδρίτη και του ακετυλοχλωριδίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αντίδραση μετατροπής της αιθυλικής αλκοόλης σε οξικό αιθυλεστέρα. Με τη βοήθεια της μεθόδου ακετυλίωσης γίνεται δυνατός ο προσδιορισμός του αριθμού των υδροξυλίων στα λίπη και τα έλαια.
Ακετυλοχολίνη. Οξικός εστέρας της οργανικής βάσης χολίνης. Ανήκει στους νευροδιαβιβαστές, ουσίες που ελευθερώνονται σε νευρικές απολήξεις και μεταβάλλουν τη δραστηριότητα γειτονικών νευρώνων ή που επηρεάζουν τη φυσιολογική δράση κάποιου οργάνου στην περιφέρεια. Η ακετυλοχολίνη καταστρέφεται ταχέως από τη χολινεστεράση, ένα ένζυμο που βρίσκεται στο αίμα. Η ατροπίνη και το κουράριο σταματούν τη δράση της ακετυλοχολίνης στις μεμβράνες των μυών· έτσι προκαλούν παράλυση. Αντιχολινεργικά φάρμακα, όπως η φυσοστιγμίνη, επιμηκύνουν τη δράση της ακετυλοχολίνης.
Ακόρεστος. Ακόρεστες ενώσεις ονομάζονται οι οργανικές ενώσεις με διπλούς ή τριπλούς δεσμούς μεταξύ των ατόμων του άνθρακα, όπως το ακετυλένιο, το αιθυλένιο κ.ά. Ακόρεστοι υδρογονάνθρακες είναι τα αλκένια, τα αλκίνια κ.ά. Ακόρεστο διάλυμα μιας ουσίας, για ένα συγκεκριμένο διαλύτη, ονομάζεται το διάλυμα στο οποίο είναι δυνατό να διαλυθεί και άλλη ποσότητα της διαλυμένης ουσίας.
Ακουαφόρτε. Εμπορική ονομασία του νιτρικού οξέος (ΗΝΟ3) η οποία προέκυψε από τους αλχημιστές. Ελεύθερο νιτρικό οξύ παράγεται από ατμοσφαιρικές ηλεκτρικές εκκενώσεις. Αυτό, αφού διαλυθεί στο νερό της βροχής, εισχωρεί στο έδαφος και σχηματίζει τα νιτρικά άλατα. Τέτοια είναι το νίτρο της Χιλής (NaNO3) και το νίτρο των Ινδιών (ΚΝΟ3).
Παρασκευή: 1. Εργαστηριακά: Παρασκευάζεται με απόσταξη ΝaΝΟ3 με πυκνό H2SO4. 2. Βιομηχανικά: α) Από το νιτρικό νάτριο (νίτρο της Χιλής) με την επίδραση θειικού οξέος.
β) Παλαιότερα χρησιμοποιόταν η μέθοδος Birkeland-Eyde, σύμφωνα με την οποία αρχικά παρασκευάζεται το ΝΟ με απευθείας ένωση Ν2 και ατμοσφαιρικού Ο2 στη θερμοκρασία βολταϊκού τόξου. Όταν η θερμοκρασία του τόξου φτάσει τους 3.000°C, το ΝΟ ενώνεται με το Ο2 του αέρα και παράγεται ΝΟ2, το οποίο διαλύεται στο Η2Ο και δίνει νιτρικό και νιτρώδες οξύ (ΗΝΟ3, ΗΝΟ2). Η μέθοδος αυτή έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί.
γ) Από την αμμωνία, με οξείδωσή της κατά τη μέθοδο Ostvald. Σύμφωνα μ’ αυτή, μείγμα αμμωνίας (ΝΗ3) και οξυγόνου διαβιβάζεται σε σωλήνα, που θερμαίνεται (500-800°C) και έχει μέσα καταλύτη πλατίνα-ρόδιο (90%-10%), με αποτέλεσμα να οξειδωθεί η αμμωνία και να παραχθεί μονοξείδιο του αζώτου. Επειδή αυτή η οξείδωση είναι εξώθερμη, προχωρεί μόνη της αυτόματα. Στη συνέχεια, το μονοξείδιο του αζώτου οξειδώνεται με την παρουσία οξυγόνου προς ΝΟ2, το οποίο, αφού διαλυθεί στο νερό, δίνει νιτρικό οξύ.
Φυσικές ιδιότητες: Το καθαρό ΗΝΟ3 είναι άχρωμο, υγρό, βράζει στους 86°C, έχει σημείο τήξης –42° και πυκνότητα 1,52 g/cm3. Με παρουσία υγρασίας καπνίζει στον αέρα και ανακατεύεται σε κάθε αναλογία με το νερό. Αν αποσταχτεί νιτρικό οξύ μαζί με θειικό οξύ και λίγο άμυλο, παίρνουμε νιτρικό οξύ με λίγο Ν2Ο4, το οποίο βρίσκεται διαλυμένο μέσα στο πρώτο. Το οξύ αυτό ονομάζεται «ατμίζον νιτρικό οξύ». Οι ατμοί του νιτρικού οξέος διασπώνται από το φως, γι’ αυτό παίρνουν κίτρινο χρώμα, όταν βρίσκονται μέσα σε μια γεμάτη φιάλη.
Το ΗΝΟ3 σε αναλογία 69% με το νερό σχηματίζει αζεοτροπικό μείγμα, δηλαδή διάλυμα που αποστάζει σε σταθερή θερμοκρασία χωρίς μεταβολή της ποσοτικής του σύστασης και του σημείου ζέσης του. Σε χαμηλή θερμοκρασία απομονώνεται η ένυδρη κρυσταλλική μορφή ΗΝΟ3 • Η2Ο με σημείο τήξης –38°C, γνωστή με την ονομασία ορθο-νιτρικό οξύ (Η3ΝΟ4).
Χημικές ιδιότητες: Το ΗΝΟ3 είναι πολύ ισχυρό οξύ και πολύ ισχυρό οξειδωτικό. Η όξινη δράση του οφείλεται στα Η+ των υδατικών διαλυμάτων του. Αντιδρά με βάσεις και βασικά οξείδια. Ως ισχυρό οξειδωτικό οξειδώνει τα μέταλλα (εκτός του Au, Pt), τα υδροξείδια μετάλλων και τα ανθρακικά άλατα παράγοντας νιτρικά άλατα στις περισσότερες περιπτώσεις. Έτσι, ο άργυρος και ο χαλκός διαλύονται σχηματίζοντας τα αντίστοιχα νιτρικά άλατα [AgNO3 και Cu(NO3)2].
Εκτός από τα μέταλλα, το νιτρικό οξύ προσβάλλει και τα αμέταλλα, χάρη στην ευκολία με την οποία διασπάται σε οξείδια του αζώτου, οξυγόνο και νερό. Έτσι, επιδρώντας στο φωσφόρο δίνει φωσφορικό οξύ, στο θείο θειικό οξύ, στον άνθρακα διοξείδιο του άνθρακα κτλ.
Στις οξειδώσεις με ΗΝΟ3, αν το χρησιμοποιούμενο διάλυμα είναι πυκνό, παράγεται ΝΟ2, ενώ αν είναι αραιό παράγεται ΝΟ.
Το Η2 σε υψηλή θερμοκρασία ανάγει το ΗΝΟ3 σε άζωτο και με παρουσία καταλύτη Pt σχηματίζεται αμμωνία (ΝΗ3).
Το μείγμα ΗΝΟ3 και HCl σε αναλογία1:3 αποτελεί το γνωστό «βασιλικό ύδωρ», που έχει την ικανότητα να διαλύει το χρυσό. Η δραστικότητα του διαλύματος οφείλεται στη δημιουργία ατομικού χλωρίου το οποίο προσβάλλει τα ευγενή μέταλλα, παράγοντας χλωριούχα άλατα.
Το ΗΝΟ3 χρησιμοποιείται επίσης για τη νίτρωση οργανικών ενώσεων δίνοντας χρήσιμα προϊόντα, διαλύτες και εκρηκτικά. Για τις νιτρώσεις αυτές χρησιμοποιείται κυρίως το λεγόμενο «οξύ νίτρωσης», μείγμα δηλαδή νιτρικού και θειικού οξέος. Γνωστές νιτροενώσεις που προκύπτουν μ’ αυτόν τον τρόπο είναι το νιτροβενζόλιο, η νιτρογλυκερίνη, η νιτροφαινόλη, το τρινιτροτολουόλιο (ΤΝΤ) που είναι πολύ ισχυρή εκρηκτική ένωση, η νιτροκυτταρίνη κτλ.
Ανίχνευση: Το νιτρικό οξύ ανιχνεύεται, αν σε δοκιμαστικό σωλήνα αναμείξουμε διάλυμά του με διάλυμα θειικού σιδήρου. Αν σ’ αυτό το μείγμα προσθέσουμε πυκνό H2SO4, σχηματίζεται στα σημεία επαφής των υγρών καστανόχρωμος δακτύλιος. Μια άλλη μέθοδος είναι η εξής: Θερμαίνουμε διάλυμα νιτρικού οξέος με θειικό οξύ. Τότε εκλύονται καστανοκίτρινοι ατμοί. Αν προσθέσουμε ρινίσματα χαλκού, οι ατμοί γίνονται καστανοκόκκινοι.
Χρήσεις: Χρησιμοποιείται ως οξειδωτικό μέσο για τη διάλυση των ευγενών μετάλλων και τον καθαρισμό της επιφάνειας μετάλλων πριν την επιμετάλλωση σε μεταλλουργικές βιομηχανίες, για την παρασκευή νιτροενώσεων στην οργανική χημεία και για την παραγωγή του «βασιλικού ύδατος». Επίσης χρησιμοποιείται για την παρασκευή νιτρικών λιπασμάτων της γεωργίας, νιτρικών αλάτων, χρωμάτων και εκρηκτικών υλών (νιτρογλυκερίνη, τρινιτροτολουόλη κ.ά.). Ένα από τα σπουδαιότερα νιτρικά άλατα είναι ο ΑgΝΟ3 (νιτρικός άργυρος), που χρησιμοποιείται για την κατασκευή καθρεφτών. Νιτρικά άλατα όπως το ΝΗ4ΝΟ3 χρησιμοποιούνται ως στερεά καύσιμα σε πυραύλους. Το Sr(ΝΟ3) δίνει κόκκινο χρώμα στα πυροτεχνήματα, το Ba(ΝΟ3) πράσινο κτλ.
Ακρυλικό οξύ. Χημική οργανική ένωση που ανήκει στη σειρά των ακόρεστων μονοκαρβονικών οξέων, με συντακτικό τύπο CH2=CH-COOH. Παρασκευάζεται από το ακετυλένιο επιδρώντας με μονοξείδιο του άνθρακα και νερό παρουσία ΝΗ3 υπό συνθήκες πίεσης και θέρμανσης, όπως επίσης από το αιθυλονοξείδιο με επίδραση HCN (υδροκυάνιο) και στη συνέχεια υδρόλυση. Είναι υγρό με έντονη μυρωδιά και βράζει στους 140°C, με σύγχρονο μερικό πολυμερισμό, τα προϊόντα του οποίου είναι χρησιμότατα πλαστικά. Το ακρυλικό οξύ χρησιμοποιείται για την παρασκευή διάφορων πλαστικών, που έχουν τα γνωστά εμπορικά ονόματα Plexiglas, Diakon κτλ., καθώς και στην κατασκευή φακών, οπτικών οργάνων, τεχνητών δοντιών κτλ. Οι εστέρες του ακρυλικού οξέος πολυμερίζονται και δίνουν πλαστική ύλη με μεγάλη διαφάνεια, η οποία χρησιμοποιείται για την κατασκευή τζαμιών ασφαλείας, χειρουργικών εργαλείων κ.ά. Γενικά, οι τεχνητές πλαστικές ύλες, που παράγονται με βάση το ακρυλικό οξύ, λέγονται ακρυλικές ρητίνες.
Ακτινίδες. Δεκατέσσερα χημικά στοιχεία που ανήκουν στην έβδομη σειρά του περιοδικού συστήματος των χημικών στοιχείων, τα οποία έχουν ατομικούς αριθμούς από 90 ως 103. Θεωρούνται παράρτημα της τρίτης ομάδας του συστήματος και λέγονται ακτινίδες, διότι παρουσιάζουν πολύ μεγάλη ομοιότητα με το ακτίνιο. Τα στοιχεία αυτά με τον ατομικό αριθμό και το συμβολισμό τους δίνονται στον πίνακα:







Ονομασία Ατομικός αριθμός Σύμβολο
Θόριο 90 Th
Πρωτακτίνιο 91 Pa
Ουράνιο 92 U
Νεπτούνιο ή Ποσειδώνιο 94 Np
Πλουτώνιο 94 Pu
Αμερίκιο 95 Am
Κιούριο 96 Cm
Μπερκέλιο 97 Bk
Καλιφόρνιο 98 Cf
Αΐνστανιο 99 Es
Φέρμιο 100 Fm
Μεντελέβιο 101 Md
Νομπέλιο 102 No
Λορέντσιο 103 Lw ή Lr

Οι ακτινίδες παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με τις λανθανίδες. Καθώς αυξάνεται ο ατομικός αριθμός τους, παρουσιάζεται κανονική ελάττωση της ακτίνας των ατόμων και των ιόντων τους. Το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίζεται ως συστολή των ακτινιδών. Εμφανίζονται σε διάφορους βαθμούς οξείδωσης.
Ακτίνιο. Ραδιενεργό μέταλλο, που ανήκει στην ΙΙΙβ ομάδα του περιοδικού συστήματος. Συμβολίζεται Αc. Έχει ατομικό αριθμό 89 και ατομικό βάρος 227. Το ακτίνιο αρχικά απομονώθηκε από τα ορυκτά του ουρανίου, στα οποία βρίσκεται σε πολύ μικρές ποσότητες. Σήμερα το παίρνουμε με βομβαρδισμό του ροδίου στο κύκλοτρο. Το μέταλλο ακτίνιο (Αc) φωτοβολεί πολύ ισχυρά στο σκοτάδι λόγω της εκλυόμενης ραδιενέργειας, διότι είναι ραδιενεργό μέταλλο. Είναι επίσης πολύ δραστικό μέταλλο. Στον αέρα οξειδώνεται προς Ac2O3, κατά την αντίδραση 2Ac+3/2O2 => Ac2O3. Παρουσιάζει γενικά χημική συμπεριφορά ανάλογη προς τα σκάνδιο (Sc), ύτριο (Υ) και λανθάνιο (La). Η πλήρης μελέτη των φυσικοχημικών ιδιοτήτων του είναι δύσκολη, διότι το παίρνουμε σε πάρα πολύ μικρές ποσότητες και διότι εμφανίζει φαινόμενα ραδιενέργειας.
Ακτινομυκίνες.Χημικές ενώσεις που ανήκουν στην κατηγορία των πεπτιδικών αντιβιοτικών και αποτελούνται από αμινοξέα, τα οποία δεν υπάρχουν στις πρωτεΐνες. Η απομόνωση της ακτινομυκίνης έγινε για πρώτη φορά το 1940 από τους Τίσλερ και Γουόκσμαν. Παρουσιάζουν ισχυρή δράση κατά των Gram (+) μικροβίων, ενώ σημαντική είναι η κυτταροτοξική δραστηριότητά τους στην καταπολέμηση των νεοπλασιών.
Άκυκλες ενώσεις.Ενώσεις της Οργανικής Χημείας, οι οποίες λέγονται επίσης και αλειφατικές ή λιπαρές και στις οποίες τα άτομα συνδέονται μεταξύ τους σχηματίζοντας ανοιχτές αλυσίδες και όχι κλειστούς δακτύλιους. Οι αλυσίδες μπορεί να είναι ευθύγραμμες ή διακλαδιζόμενες.
Άλατα.Χημικές ιοντικές ενώσεις (ηλεκτρολύτες), στις οποίες το κατιόν είναι μέταλλο ή ρίζα ηλεκτροθετική, ενώ το ανιόν αμέταλλο ή ρίζα ηλεκτραρνητική. Τα άλατα τα παίρνουμε με την εξουδετέρωση οξέος από βάση.
Στην κατηγορία των αλάτων ανήκουν πολλές χημικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται στην καθημερινή μας ζωή με «κοινές» ονομασίες όπως: αλάτι (NaCl), κιμωλία ή μάρμαρο (CaCO3), μαγειρική σόδα (NaHCO3) κτλ.
Μέθοδοι παρασκευής: α) Με εξουδετέρωση οξέος από βάση. β) Με επίδραση οξέος επί βασικού οξειδίου. γ) Με επίδραση βάσης επί όξινου οξειδίου. δ) Με επίδραση αραιού οξέος επί δραστικού μετάλλου. ε) Με διπλή αντικατάσταση.
Άλατα που δε διαλύονται στο νερό μπορούμε να τα παρασκευάσουμε με καταβύθιση. Π.χ. ο χλωριούχος άργυρος (AgCl) σχηματίζεται κατά την αντίδραση:
NaCl + AgNO3 → AgCl↓ + NaNO3
Οι αντιδράσεις τέτοιου τύπου είναι πολύ διαδεδομένες στη φύση καθώς έτσι σχηματίζονται τα μάρμαρα, τα ασβεστολιθικά πετρώματα, η κιμωλία, τα κοραλλιογενή νησιά κτλ.
Είδη: Τα άλατα διακρίνονται σε απλά, μεικτά, διπλά και σύμπλοκα.
α) Απλά άλατα λέγονται τα άλατα που προκύπτουν κατά την ολική ή μερική εξουδετέρωση οξέος από μια βάση και αντίστροφα. Αυτά διακρίνονται σε ουδέτερα, όξινα ή βασικά. Ουδέτερα ονομάζονται τα άλατα που προκύπτουν κατά την πλήρη εξουδετέρωση ενός οξέος από μια βάση και αντίστροφα. Όξινα ονομάζονται τα άλατα που προκύπτουν κατά τη μερική εξουδετέρωση πολυβασικού οξέος από μια βάση. Βασικά ονομάζονται τα άλατα που προκύπτουν κατά τη μερική εξουδετέρωση πολυόξινης βάσης από οξύ.
β) Μεικτά άλατα λέγονται τα άλατα που προκύπτουν κατά την εξουδετέρωση πολυβασικού οξέος από περισσότερες από μια βάσεις.
γ) Διπλά άλατα λέγονται εκείνα που προκύπτουν από συγκρυστάλλωση δύο απλών αλάτων σε ορισμένη αναλογία. Κλασικό παράδειγμα τέτοιων αλάτων είναι οι στυπτηρίες.
δ) Σύμπλοκα άλατα λέγονται τα άλατα των οποίων το κατιόν ή το ανιόν ή και τα δυο αποτελούνται από πολύπλοκα συγκροτήματα ατόμων, τα οποία καλούνται «σύμπλοκες ρίζες».
Υπάρχουν επίσης άλατα τα οποία κατά την κρυστάλλωσή τους από υδατικά διαλύματα συγκρατούν ορισμένο αριθμό μορίων νερού και ονομάζονται ένυδρα. Το Η2Ο που συμμετέχει στο κρυσταλλικό πλέγμα μιας ένυδρης ουσίας λέγεται κρυσταλλικό νερό και απομακρύνεται με θέρμανση, π.χ.
CuSO4 • 5H2O CuSO4 + 5H2O
Ιδιότητες αλάτων: Τα άλατα είναι σώματα στερεά, άλλα ευδιάλυτα και άλλα δυσδιάλυτα στο νερό ή σε άλλο διαλυτικό μέσο. Υπάρχουν χρωματισμένα και μη, σταθερά ή ασταθή. Λιώνουν σε υψηλή θερμοκρασία. Τα υδατικά τους διαλύματα και τα τήγματα είναι καλοί αγωγοί του ηλεκτρισμού.
Αλάτι.Μία από τις πιο διαδομένες και γνωστές στον άνθρωπο ενώσεις. Ο χημικός τύπος του είναι NaCl και η χημική του ονομασία χλωριούχο νάτριο. Βρίσκεται διαλυμένο στη θάλασσα σε αναλογία 3% περίπου και ως ορυκτό σε διάφορα αλατωρυχεία.
Εξαγωγή: α) Από θαλάσσιο νερό. Το θαλάσσιο νερό οδηγείται σε αβαθείς δεξαμενές που λέγονται αλυκές, όπου αφήνεται να εξατμιστεί με την επίδραση της ηλιακής θερμότητας. Το μαγειρικό αλάτι, το οποίο παίρνουμε από τις αλυκές, περιέχει και χλωριούχο μαγνήσιο (MgCl2), το οποίο κάνει το αλάτι υγροσκοπικό. Στις ψυχρές χώρες το νερό παγώνει αφήνοντας πυκνότατο διάλυμα NaCl, από το οποίο με θέρμανση απομακρύνεται το νερό που απομένει. β) Από τα αλατωρυχεία. Αν το αλάτι είναι καθαρό, το παίρνουμε με εξόρυξη και κατόπιν καθαρίζεται τελείως με αποκρυστάλλωση και κυκλοφορεί στο εμπόριο. Αν το κοίτασμα περιέχει ξένες προσμείξεις ή βρίσκεται σε πολύ μεγάλο βάθος, εισάγονται σ’ αυτό δύο συγκεντρωτικοί σωλήνες. Με τον ένα διοχετεύεται νερό, το οποίο διαλύει το αλάτι. Ο άλλος σωλήνας αναρροφά το διάλυμα με αντλίες. Ύστερα το αλάτι αποχωρίζεται με κλασματική κρυστάλλωση.
Φυσικές ιδιότητες: Είναι λευκό, κρυσταλλικό, άοσμο, με ευχάριστη αλμυρή γεύση. Με τη μέθοδο της κρυστάλλωσης δίνει κρυστάλλους μορφής κύβου, οι οποίοι περικλείουν συνήθως νερό. Αυτό, όταν απομακρύνεται με τη θέρμανση, προκαλεί μικρές εκρήξεις. Έχει πυκνότητα 2.17 gr/cm3 και λιώνει στους 804°C. Είναι ευδιάλυτο στο νερό και η διαλυτότητά του δεν αυξάνεται σχεδόν καθόλου, όταν αυξάνεται η θερμοκρασία. Έτσι, σε 100 γρ. νερό διαλύονται 35,5 γρ. NaCl στους 0°C και 36 γρ. στους 30°C. Κορεσμένο διάλυμα NaCl βράζει στους 110°C και στερεοποιείται στους -22°C.
Χημικές ιδιότητες: Ως ηλεκτρολύτης βρίσκεται με μορφή ιόντων Na+ και Cl– τόσο ως στερεό όσο και ως τήγμα ή σε υδατικό διάλυμα. Ως αλάτι ισχυρού οξέος και ισχυρής βάσης δείχνει στο υδατικό του διάλυμα ουδέτερη αντίδραση.
Χρήσεις: Σε μικρές ποσότητες αποτελεί την κυριότερη τροφή μας. Είναι ένα από τα βασικά αρτύματα, ουσία δηλαδή που δίνει γεύση στο φαγητό. Είναι η πηγή του υδροχλωρικού οξέος, το οποίο υπάρχει στο στομαχικό υγρό και το οποίο αποτελεί βασικό συντελεστή της πέψης. Σε μεγάλες ποσότητες χρησιμοποιείται για τη διατήρηση των τροφίμων (τυρί, κρέας, ελιές). Χρησιμοποιείται και ως πρώτη ύλη για την παρασκευή πολλών ενώσεων του Na. Χρησιμοποιείται επίσης για την παρασκευή του φυσιολογικού ορού, ο οποίος είναι διάλυμα NaCl στο νερό (0,9%), το οποίο έχει την ίδια ωσμωτική πίεση με το σώμα. Ο ορός χρησιμοποιείται από τους γιατρούς όσες φορές υπάρχει ανάγκη αύξησης του όγκου του αίματος.
Το αλάτι χρησιμοποιείται ως αντιπηκτικό σε χιονισμένους δρόμους λόγω της ιδιότητάς του να λιώνει το χιόνι εμποδίζοντας το νερό να παγώσει.
Αλατότητα.Η συνολική ποσότητα αλάτων που υπάρχουν σε 1 Kg θαλασσινού νερού, αφού γίνει εξάτμιση και ξήρανση του ιζήματος υπό καθορισμένες συνθήκες. Συμβολίζεται με το S και εκφράζεται με ποσοστό στα χίλια (‰). Ο υπολογισμός της αλατότητας του θαλασσινού νερού είναι εξαιρετικά δύσκολος, διότι σ’ αυτό περιέχονται διαλυμένα πολλά στοιχεία, σε σημαντική ποσότητα ή σε ίχνη. Κατά το νόμο του Σκοτσέζου Ντίτμαρ, τα σπουδαιότερα από τα στοιχεία αυτά είναι έντεκα, τα Cl, SO2-, HCO-3, Br-, F-, Na+, Mg++, Ca++, K+, Sr++, H3BO3, και υπάρχουν σε σταθερή πάντα αναλογία σε όλα τα δείγματα θαλασσινού νερού. Γενικά είναι αποδεκτός ο ορισμός της αλατότητας του Δανού χημικού Σόρενσεν, κατά τον οποίο «αλατότητα είναι η συνολική ποσότητα των στερεών ουσιών, σε γραμμάρια, που είναι διαλυμένες σε ένα χιλιόγραμμο θαλασσινού νερού, όταν όλα τα ανθρακικά έχουν μετατραπεί σε οξείδια, όλα τα ιόντα βρομίου και ιωδίου έχουν αντικατασταθεί από ιόντα χλωρίου και όλες οι οργανικές ενώσεις έχουν τελείως οξειδωθεί». Μετά το 1956 η μέτρηση της αλατότητας υπολογίζεται με ειδικό ηλεκτρονικό αλατόμετρο ταχύτατα και με μεγάλη ακρίβεια.
Οι κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν τη μεταβολή της τιμής της αλατότητας είναι η εξάτμιση (και όλοι οι παράγοντες που επηρεάζουν την εξάτμιση), οι βροχοπτώσεις, οι εκβολές των ποταμών, το λιώσιμο των πάγων, το βάθος του νερού, η θερμοκρασία, το γεωγραφικό πλάτος κτλ.
Κατά την εξάτμιση και το πάγωμα του θαλασσινού νερού τα διάφορα άλατα παραμένουν και έτσι αυξάνεται η τιμή της αλατότητας.
Στη Βαλτική θάλασσα η μέση τιμή αλατότητας υπολογίστηκε 6-8‰. Στο βόρειο τμήμα της τα νερά είναι σχεδόν γλυκά με αλατότητα 0,06‰. Αυτό συμβαίνει, γιατί η Βαλτική δεν έχει μεγάλη επικοινωνία με την ανοιχτή θάλασσα, εκβάλλουν σ’ αυτή πολλοί ποταμοί, δέχεται άφθονες βροχοπτώσεις, το κλίμα είναι ψυχρό και η εξάτμιση περιορισμένη. Αντίθετα, στον Περσικό κόλπο και την Ερυθρά θάλασσα, όπου δεν εκβάλλουν ποταμοί, το κλίμα είναι θερμό, η εξάτμιση έντονη και οι βροχοπτώσεις ελάχιστες, αυξάνεται η τιμή της αλατότητας και ανέρχεται στο νότιο τμήμα σε 36‰, ενώ στο βόρειο 41-43‰. Στη Μαύρη θάλασσα, όπου εκβάλλουν πολλοί ποταμοί, υπάρχει όμως και επικοινωνία με τη Μεσόγειο, η αλατότητα ανέρχεται σε 18‰. Κατά μήκος του Ισημερινού οι μεγάλες βροχοπτώσεις προκαλούν μια αραίωση επιφανειακή του θαλάσσιου νερού, με αποτέλεσμα η τιμή της αλατότητας να είναι 32‰, ενώ στις τροπικές θάλασσες (ισχυρή εξάτμιση) κυμαίνεται σε τιμή μεγαλύτερη της μέσης παγκόσμιας (37,4‰).

No comments:

Post a Comment