Friday, June 19, 2009

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ

Γενικός όρος που αναφέρεται σε ό,τι έχει σχέση με τις μεθόδους παραγωγής, αποθήκευσης, οργάνωσης, ανάκτησης, παρουσίασης και διανομής της πληροφορίας (information), καθώς και με τις μηχανές που υλοποιούν αυτές τις μεθόδους, δηλαδή τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Συνήθως ο όρος χρησιμοποιείται αδιάκριτα είτε για θέματα που εμπίπτουν στο αντικείμενο της επιστήμης των υπολογιστών (computer science) είτε για θέματα της πληροφορικής μηχανικής (information engineering) είτε ακόμη για διεπιστημονικές προσεγγίσεις που μελετούν το φαινόμενο παραγωγής πληροφορίας από έμβιες και τεχνητές οντότητες και εντάσσονται στο πεδίο που είναι διεθνώς γνωστό ως «informatics». Στην περισσότερο συνηθισμένη εκδοχή της η πληροφορική αναφέρεται στην προσπάθεια του ανθρώπου για αποτελεσματική σχεδίαση και κατασκευή υπολογιστικών μηχανών, προσπάθεια που έχει οδηγήσει στην ευρύτατη χρήση του προσωπικού υπολογιστή (Personal Computer ή PC) και του διαδικτύου (internet).
Η αναζήτηση τρόπων μεταφοράς των πληροφοριών ξεκινά από την αρχαιότητα με τα πρώτα δημιουργήματα (άβακας, αστρολάβος των Αντικυθήρων), που στόχο είχαν να βοηθήσουν στις απλές ή και συνθετότερες ανάγκες υπολογισμών (π.χ. αστρονομικού χαρακτήρα) και στην καταγραφή των σχετικών πληροφοριών. Η σύγχρονη τεράστια και πολύμορφη ανάπτυξη της πληροφορικής συνδέεται άρρηκτα με την εμφάνιση και διάδοση της χρήσης του ψηφιακού ηλεκτρονικού υπολογιστή (Η/Υ) στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Το αποτέλεσμα είναι ότι η έννοια της πληροφορικής για τον περισσότερο κόσμο ταυτίζεται ουσιαστικά με τη μορφή του προσωπικού υπολογιστή (Personal Computer ή PC), σε συνδυασμό με τη χρήση του διαδικτύου (internet). Η απλή εκτύπωση μιας εμπορικής απόδειξης, ο έλεγχος ενός διαστημόπλοιου, η συγγραφή ενός κειμένου, η κατάρτιση ενός προϋπολογισμού, η σχεδίαση, η ανάπτυξη και ο έλεγχος νέων προϊόντων, η εγχείριση ενός ασθενούς, η ανακάλυψη νέων ουράνιων σωμάτων, η καλλιτεχνική δημιουργία και έκφραση, η επικοινωνία με ανθρώπους σε ολόκληρο τον πλανήτη, η μάθηση και η εκπαίδευση, η ψυχαγωγία και αναρίθμητα άλλα αποτελούν σήμερα δραστηριότητες στις οποίες υπεισέρχεται η χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Το γεγονός αυτό έχει ευρύτατες κοινωνικές επιπτώσεις. Ο υπολογιστής δεν είναι πια ένα εξειδικευμένο μηχάνημα που το χρησιμοποιούν μόνον ειδικοί επιστήμονες, αλλά αποτελεί εργαλείο που μπορεί να το χρησιμοποιήσει ο καθένας. Η νέα τεχνολογία αλλάζει τον τρόπο παραγωγής και τη μορφή της εργασίας και, επομένως, δημιουργεί την ανάγκη για νέες γνώσεις και στόχους μόρφωσης. Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να αγνοήσουν τον υπολογιστή και τη γνώση χειρισμού του, αν θέλουν να διαθέτουν ανταγωνιστικά προσόντα για τη διεκδίκηση μιας θέσης εργασίας. Αναδύονται νέες μορφές εκπαιδευτικών δυνατοτήτων (εκπαίδευση από απόσταση μέσω του διαδικτύου) και εκπαιδευτικών αντιλήψεων (διά βίου εκπαίδευση) σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι αυξημένες εκπαιδευτικές ανάγκες που δεν καλύπτονται πλέον μέσα στο πλαίσιο της παραδοσιακής τυπικής εκπαίδευσης. Το διαδίκτυο μετατρέπει τον πλανήτη σε ένα «παγκόσμιο χωριό» και ένα σημαντικό κομμάτι του παγκόσμιου εμπορίου ανήκει σ' αυτό. Πληροφορίες, προϊόντα και υπηρεσίες διακινούνται, πωλούνται και αγοράζονται με γρήγορους ρυθμούς και με τρόπο που πολλές φορές ξεφεύγει από τις παραδοσιακές μεθόδους ελέγχου και φορολόγησης από τις κρατικές υπηρεσίες. Τηλεργασία και τηλεκπαίδευση, τηλεϊατρική, άμεση επικοινωνία και υπηρεσίες ψυχαγωγίας on-line συνθέτουν το μωσαϊκό ενός νέου κόσμου που με όχημα τον υπολογιστή εκμηδενίζει τις αποστάσεις, πολλαπλασιάζει τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις και προδιαγράφει τη μορφή του «ψηφιακού πολιτισμού».
ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ.
Αρχαιότητα. Το πρώτο ανθρώπινο δημιούργημα που αποσκοπούσε στο να βοηθήσει σε μαθηματικούς υπολογισμούς ήταν ο άβακας (το κοινό αριθμητήριο). Η εφεύρεσή του αποδίδεται στους Κινέζους, ενώ στην Ευρώπη εμφανίζεται περί το 300. Ένας ακόμη μηχανισμός που εξυπηρετούσε στον προσδιορισμό ημερομηνιών ήταν και ο λεγόμενος «Αστρολάβος των Αντικυθήρων» των αρχαίων Ελλήνων, που βρέθηκε σε ναυάγιο πλοίου έξω από τα Αντικύθηρα. Παρόλο που οι αρχαίοι Έλληνες έδωσαν μεγάλη ώθηση στη μαθηματική σκέψη, εντούτοις δεν κατασκεύασαν μηχανές που να εκτελούν αυτόματα υπολογισμούς και οι μαθηματικοί υπολογισμοί αποτελούσαν μια κοπιαστική εργασία που γινόταν από ομάδες αρκετών ανθρώπων, ώστε να μειώνεται όσο είναι δυνατόν η πιθανότητα λάθους.
Μεσαίωνας. Το 1642 ο Γάλλος μαθηματικός και διανοητής Μπλεζ Πασκάλ κατασκεύασε την πρώτη μηχανή πρόσθεσης εμπνεόμενος από ένα σχέδιο του Ήρωνα του Αλεξανδρέα. Η πρώτη αυτή αριθμομηχανή (που ονομάστηκε «Πασκαλίνα»), παρόλο που βοηθούσε σημαντικά στους υπολογισμούς, παρουσίαζε αρκετά μειονεκτήματα. Κόστιζε περισσότερο από την αμοιβή των ανθρώπων που αντικαθιστούσε και ο μόνος που μπορούσε να την επιδιορθώσει σε περίπτωση προβλήματος ήταν ο ίδιος ο Πασκάλ. Η μηχανή αυτή προκάλεσε και τις πρώτες τεχνοφοβικές αντιδράσεις, καθώς οι μαθηματικοί της εποχής φοβήθηκαν ότι θα χάσουν τη δουλειά τους.
19ος αιώνας. Το 1820 ο Γάλλος Charles Xavier Thomas de Colmar κατασκεύασε μία μηχανή που μπορούσε να εκτελέσει και τις τέσσερις αριθμητικές πράξεις και ουσιαστικά αποτελούσε την πρώτη ολοκληρωμένη αριθμομηχανή. Το 1822 ο Βρετανός Τσαρλς Μπάμπατζ κατασκεύασε τη «διαφορική μηχανή» («differential machine»), μία υπολογιστική μηχανή πλήρως αυτοματοποιημένη, που θα έπαιρνε ισχύ από ατμομηχανή. Στη συνέχεια, το 1833, ο Μπάμπατζ βοηθούμενος και από την Augusta Ada King (κόρη του λόρδου Μπάιρον) κατασκεύασε την «αναλυτική μηχανή» του, που ήταν ένας παράλληλος υπολογιστής βασισμένος στο δεκαδικό σύστημα, χρησιμοποιούσε λέξεις των 50 δεκαδικών ψηφίων και μπορούσε να αποθηκεύσει 1.000 τέτοιους αριθμούς. Ένα αποφασιστικό βήμα στην πορεία των υπολογιστικών μηχανών έγινε το 1890, όταν ο Αμερικανός Χέρμαν Χόλεριθ χρησιμοποίησε ένα μηχανισμό εισαγωγής δεδομένων βασισμένων σε διάτρητες κάρτες. Στις διάτρητες κάρτες η δυαδική πληροφορία (0 και 1) παριστανόταν με την ύπαρξη ή όχι μίας οπής στο κατάλληλο σημείο της κάρτας. Με την τεχνική αυτή ο ρυθμός εισαγωγής δεδομένων αυξήθηκε σημαντικά, τα λάθη μειώθηκαν και το σημαντικότερο οι κάρτες αποτέλεσαν έναν πρώτο μηχανισμό αποθήκευσης δεδομένων, με πρακτικά άπειρη χωρητικότητα.
20ός αιώνας (μέχρι το 1950). Ο Χόλεριθ για να εκμεταλλευθεί εμπορικά τη μηχανή διάτρητων καρτών δημιούργησε την εταιρεία Tabulating Machine Company, από την οποία, και ύστερα από διάφορες συγχωνεύσεις, προέκυψε, το 1924, η παγκοσμίως σήμερα γνωστή ΙΒΜ (International Business Machines). Το 1936 ο Βρετανός μαθηματικός Alan Turing περιέγραψε μια υποθετική υπολογιστική μηχανή που μπορούσε να εκτελεί λογικές πράξεις και να διαβάζει, να γράφει και να διαγράφει δυαδικά ψηφία σε μία ταινία άπειρου μήκους. Η μηχανή Touring απέδειξε ότι είναι δυνατή η κατασκευή μιας υπολογιστικής μηχανής που μπορεί να λύνει κάθε μαθηματικό πρόβλημα πεπερασμένων καταστάσεων και έθεσε τις λογικές και μαθηματικές βάσεις της σχεδίασης οποιουδήποτε σύγχρονου υπολογιστή. Το 1941 ο Γερμανός Konrad Zuse κατασκευάζει τον Ζ3, τον πρώτο υπολογιστή που μπορούσε να προγραμματιστεί για την επίλυση σύνθετων μηχανολογικών εξισώσεων. Ο Ζ3 ήταν και ο πρώτος υπολογιστής που βασιζόταν στο δυαδικό σύστημα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’30 ο Χάουαρντ Άικεν, σε συνεργασία με μηχανικούς της ΙΒΜ, ανέπτυξε ένα μεγάλο αυτόματο ψηφιακό υπολογιστή, βασισμένο σε ηλεκτρομηχανικά μέρη που κατασκεύαζε η ΙΒΜ. Η μηχανή ονομαζόταν Harvard Mark I, χειριζόταν δεκαδικούς αριθμούς 23 ψηφίων και διέθετε ενσωματωμένα προγράμματα (υπορουτίνες) για τον υπολογισμό λογαρίθμων και τριγωνομετρικών συναρτήσεων. Το 1945 ο μαθηματικός John von Neumann δημοσίευσε μελέτη, στην οποία υποστήριζε την άποψη ότι ένας υπολογιστής μπορεί να έχει μια απλή αμετάβλητη κατασκευαστική δομή, αλλά να εκτελεί ποικιλία εργασιών με τον κατάλληλο προγραμματισμό. Η εργασία του von Neumann περιέγραφε πολλά από τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης σχεδίασης και ανάπτυξης λογισμικού. Το 1945 οι John W. Mauchly και J. Presper Eckert στο πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια κατασκεύασαν τον πρώτο μεγάλο υπολογιστή, τον ENIAC (Electrical Numerical Integrator and Computer) που χρησιμοποιούσε λέξεις μήκους 10 δεκαδικών (και όχι δυαδικών) ψηφίων. Ο ENIAC λειτουργούσε με 18.000 λυχνίες κενού, καταλάμβανε χώρο 167 τετραγωνικών μέτρων και ήταν εφοδιασμένος με μονάδα εισόδου και εξόδου διάτρητων καρτών και ένα κύκλωμα πολλαπλασιαστή, ένα διαιρέτη και υπολογιστή τετραγωνικής ρίζας και 20 κυκλώματα πρόσθεσης. Ήταν σε χρήση ως τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Το 1947 οι Mauchly και Eckert συνέχισαν να εργάζονται για την κατασκευή του EDVAC (Electronic Discrete Variable Automatic Computer), ενός άλλου μεγάλου υπολογιστή που βασιζόταν στο δυαδικό σύστημα και μπορούσε να αποθηκεύσει εσωτερικά το πρόγραμμα που εκτελούσε χωρίς να αλλαχθούν οι συνδέσεις του. Το 1948 οι Γουίλιαμ Σόκλεϊ, Τζον Μπαρντίν και Γουόλτερ Μπράτεν στα εργαστήρια της Μπελ εφεύραν το τρανζίστορ, μια εφεύρεση που έμελλε να αντικαταστήσει τη λυχνία κενού επιτρέποντας την εξαιρετική μείωση του μεγέθους των ηλεκτρονικών μονάδων. Το 1950 παρουσιάστηκε ο ERA 1101 από την Engineering Research Associates, που θεωρείται ο πρώτος εμπορικός υπολογιστής.
1951-1960. Το 1951 η ΙΒΜ παρουσίασε τον ΙΒΜ 701, που μπορούσε να εκτελέσει 16.000 προσθέσεις το δευτερόλεπτο. Στα 1954 η ΙΒΜ εξέλιξε τη σειρά 7xx και προχώρησε στην κατασκευή του ΙΒΜ 704, που είχε τη δυνατότητα εκτέλεσης 40.000 προσθέσεων το δευτερόλεπτο. Το 1957 εμφανίστηκε η γλώσσα προγραμματισμού FORTRAN, που στόχευε κυρίως στην επίλυση μηχανικών και γενικότερων επιστημονικών προβλημάτων. Το 1958 εμφανίστηκαν οι γλώσσες FORTRAN II, Lisp και Algol 58. Το 1960 παρουσιάστηκε στην αγορά από την ΑΤ&Τ το πρώτο modem με την ονομασία Dataphone.
1961-1970. Το 1964 κατασκευάστηκε το πρώτο «ποντίκι» για υπολογιστή από τον Ντάγκλας Έγκελμπαρτ. Η ιδέα εξελίχθηκε αργότερα στα εργαστήρια της Xerox στο Palo Alto. Στα 1968 ιδρύθηκε η εταιρεία Intel Corporation με στόχο την κατασκευή ολοκληρωμένων κυκλωμάτων υψηλού βαθμού ολοκλήρωσης.
1971-1980. Το 1971 η Intel διέθεσε στο εμπόριο, για πρώτη φορά, ένα μικροεπεξεργαστή, τον Intel 4004. Ήταν 4μπιτος, περιλάμβανε 2.250 τρανζίστορ, εκτελούσε 60.000 πράξεις το δευτερόλεπτο και στοίχιζε 200 δολάρια. Το 1975 εμφανίστηκε στο εμπόριο ο πρώτος υπολογιστής που χαρακτηρίστηκε ως «προσωπικός υπολογιστής»: ο Altair 8800. Κόστιζε περίπου 400 δολάρια και τον διέθεταν σε κιτ που έπρεπε να το συναρμολογήσει ο αγοραστής. Βασιζόταν στον επεξεργαστή 8080 της Intel και συνοδευόταν από τη γλώσσα Basic που είχαν γράψει οι Μπιλ Γκέιτς και Άλεν. Το 1976 οι Steve Wozniak και Steve Jobs δημιούργησαν τον υπολογιστή Apple I και ίδρυσαν την εταιρεία Apple, ενώ ο Bill Millard δημιούργησε την πρώτη αλυσίδα καταστημάτων πώλησης υπολογιστών με την ονομασία Computerland. Στα 1977 παρουσιάστηκε ο υπολογιστής Apple II που ως οθόνη χρησιμοποιούσε τηλεόραση. Είχε μνήμη 4Κ και η τιμή του ήταν 1.300 δολάρια. Η εταιρεία Datapoint Corporation παρουσίασε το ARCnet, που αποτελούσε ο πρώτο εμπορικό τοπικό δίκτυο υπολογιστών (LAN). Το 1978 η Intel κυκλοφόρησε τον επεξεργαστή 8086, στα 16 bit. Το 1979 η Motorola παρουσίασε τον επεξεργαστή 68000 που χρησιμοποιήθηκε στους υπολογιστές Macintosh. Εμφανίστηκε το πρόγραμμα Visicalc, το πρώτο λογιστικό φύλλο. Ιδρύθηκε η εταιρεία 3Com Corporation για την ανάπτυξη και εμπορία προϊόντων δικτύου, βασισμένων στο Ethernet. Η Micro Pro International παρουσίασε το WordStar που ήταν ο πρώτος επεξεργαστής κειμένου και ο οποίος έγινε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Ο προσωπικός υπολογιστής Sinclair ZX-80 γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Το 1980 η ΙΒΜ συνεργάστηκε με τη Microsoft, η οποία της προμήθευσε το λειτουργικό σύστημα PC-DOS (παρόμοιο με το MS-DOS που κυκλοφορεί στο εμπόριο). Το PC-DOS εγκαταστάθηκε στους πρώτους προσωπικούς υπολογιστές της ΙΒΜ. Η Hercules Corporation κατασκεύασε την κάρτα γραφικών Hercules που συνδύαζε κείμενο και γραφικά στην οθόνη.
1981-1990. Το 1981 η ΙΒΜ παρουσίασε τον ΙΒΜ PC, με επεξεργαστή το τσιπ 8088 της Intel, σε ταχύτητα 4,77 MHz. Ο υπολογιστής περιλάμβανε μνήμη RAM 16 KB και μία ή δύο μονάδες δισκέτας των 5,25 ιντσών. Την ίδια χρονιά η Ashton-Tate εμφάνισε την εφαρμογή διαχείρισης βάσης δεδομένων dbase II. Το 1982 εμφανίστηκε ο μικροεπεξεργαστής 80286 της Intel. Ο Πίτερ Νόρτον παρουσίασε το πρόγραμμα Norton Utilities που προσέφερε ποικίλες βοηθητικές υπηρεσίες στο χρήστη. Επίσης κυκλοφόρησε το AutoCAD, μία εφαρμογή σχεδίασης δισδιάστατων και τρισδιάστατων αντικειμένων. Το 1983 η Apple παρουσίασε τη «Lisa», τον πρώτο προσωπικό υπολογιστή που χρησιμοποιούσε εξολοκλήρου διεπαφή χρήστη με γραφικά, αλλά η τιμή του (10.000$) τον οδήγησε σε αποτυχία. Η ΙΒΜ παρουσίασε τον ΙΒΜ XT που ουσιαστικά ήταν ο ΙΒΜ PC με περισσότερη μνήμη και σκληρό δίσκο 10 ΜΒ. Αναπτύχθηκε η γλώσσα προγραμματισμού C++, που υποστήριζε προγραμματισμό με βάση τα αντικείμενα. Στα 1984 η Apple παρουσίασε τον πρώτο Macintosh. Στους υπολογιστές Macintosh υλοποιήθηκαν πολλές ιδέες που τον κατέστησαν «φιλικό προς το χρήστη». Εμφανίστηκε ακόμη το WordPerfect, ένα πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου. Το 1985 η Intel κυκλοφόρησε το μικροεπεξεργαστή 80386 (ή απλά 386) στα 32 bit, με δυνατότητα διευθυνσιοδότησης περισσότερων από 4 ΜΒ μνήμης. Η Microsoft παρουσίασε την πρώτη έκδοση των Windows (τα Windows 1.0) που προσέφεραν για πρώτη φορά διεπαφή χρήστη με γραφικά στους ΙΒΜ συμβατούς προσωπικούς υπολογιστές. Το 1986 η ΙΒΜ παρουσίασε τον πρώτο φορητό υπολογιστή της με μονάδα δισκέτας των 3,5 ιντσών. Την ίδια χρονιά η Apple παρουσίασε το Macintosh Plus, με δυνατότητα να δέχεται σύνδεση και εξωτερικού σκληρού δίσκου. Το 1987 η ΙΒΜ παρουσίασε τη σειρά υπολογιστών PS/2 με επεξεργαστή 80386 στα 20 MHz. H IBM, επίσης, παρουσίασε την οθόνη τύπου VGA (Video Graphics Array), που υποστήριζε αναλύσεις λειτουργίας 320x200 με 256 χρώματα και 640x480 με 16 χρώματα. Η Novell παρουσίασε το λειτουργικό σύστημα δικτύου Netware. Η Apple παρουσίασε το Macintosh II, με οθόνη Super VGA. Το 1988 η ΙΒΜ και η Microsoft δημιούργησαν το OS/2 1.0, το οποίο είναι το πρώτο λειτουργικό σύστημα για προσωπικό υπολογιστή που υποστήριζε πολυεπεξεργασία. Η ασυμβατότητα με τα ήδη υπάρχοντα PC και η υψηλή τιμή του το οδήγησαν σε αποτυχία. Ο Steve Jobs ίδρυσε την NeXT Inc. και παρουσίασε τον προσωπικό υπολογιστή NeXT, με επεξεργαστή 68030 της Motorola. Το 1989 η Intel παρουσίασε το μικροεπεξεργαστή 80486 που περιείχε 1 εκατομμύριο τρανζίστορ. Ο 486 περιλάμβανε ενσωματωμένο το μαθηματικό συνεπεξεργαστή. Τον ίδιο χρόνο, στο Ευρωπαϊκό Εργαστήριο Πυρηνικής Φυσικής (CERN), ο Τιμ Μπέρνερς Λι σχεδίασε ένα είδος λογισμικού που υλοποιούσε τη δυνατότητα υπερκειμένου, δηλαδή το να μπορεί ο χρήστης να περνάει από έγγραφο σε έγγραφο κάνοντας «κλικ» σε λέξεις ή φράσεις του εγγράφου. Το λογισμικό αυτό αποτέλεσε την βάση για την ανάπτυξη του Παγκόσμιου Ιστού (World Wide Web, WWW). Τέλος, το 1990 η Microsoft κυκλοφόρησε τα Windows 3.0, τα οποία ήταν ουσιαστικά η πρώτη έκδοση των Windows που βρήκε τόσο μεγάλη απήχηση στην αγορά ώστε πούλησε 1 εκατομμύριο αντίτυπα σε τέσσερις μήνες. Επίσης, η Motorola παρουσίασε τον 32μπιτο μικροεπεξεργαστή 68040 με 1,2 εκατομμύρια τρανζίστορ.
1991 και μετέπειτα. Το 1991 η Apple εμφάνισε το νέο λειτουργικό σύστημα System 7.0 και τη σειρά PowerBook των φορητών υπολογιστών. Υπογράφτηκε συμφωνία συνεργασίας μεταξύ Apple, Motorola και ΙΒΜ. Βασικός στόχος η ανάπτυξη ολοκληρωμένου μικροεπεξεργαστή τύπου RISC και η ενσωμάτωση του MacOS σε συστήματα ΙΒΜ. Τη χρονιά αυτή άρθηκε η απαγόρευση της συμμετοχής εμπορικών εταιρειών στο internet. Το 1992 το internet καταγράφτηκε ως το μεγαλύτερο δίκτυο ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με 25 εκατομμύρια χρήστες. Η Microsoft παρουσίασε τα Windows 3.1. Το 1993 κυκλοφόρησε το Mosaic, ένα πρόγραμμα περιήγησης (Browser) στις σελίδες του Παγκόσμιου Ιστού. Η Intel παρουσίασε τον επεξεργαστή Pentium, με δίαυλο δεδομένων των 64 bit και πάνω από 3 εκατομμύρια τρανζίστορ. Η Microsoft κυκλοφόρησε στην αγορά το λειτουργικό Windows NT που απευθυνόταν σε ισχυρότερους χρήστες PC και για διαχείριση δικτύου. Στα 1994 η Apple δημιούργησε τη σειρά υπολογιστών Power Macintosh, με βάση το ολοκληρωμένο PowerPC τεχνολογίας RISC. Οι υπηρεσίες CompuServe και America Online προσέφεραν και πρόσβαση στο διαδίκτυο. Το 1995 η Microsoft παρουσίασε και προώθησε μέσα από μία εντυπωσιακή διαφημιστική εκστρατεία το λειτουργικό Windows 95 που κυριάρχησε στους ΙΒΜ συμβατούς προσωπικούς υπολογιστές πουλώντας μόνο μέσα στον πρώτο μήνα επτά εκατομμύρια αντίτυπα. Η Netscape Communications κυριάρχησε στο διαδίκτυο με το πρόγραμμα περιήγησης Navigator που κάλυπτε περισσότερο από το 80% της αγοράς. Η Power Computing κυκλοφόρησε για πρώτη φορά κλώνους Macintosh (Macintosh συμβατούς υπολογιστές) που χρησιμοποιούσαν τον επεξεργαστή PowerPC 601. Το 1996 η Intel παρουσίασε τον επεξεργαστή Pentium στα 200 MHz. Η Microsoft ενσωμάτωσε στα Windows το πρόγραμμα περιήγησης του Διαδικτύου Microsoft Explorer. Το 1997 η Intel παρουσίασε τον επεξεργαστή Pentium II με ταχύτητες που έφταναν και τα 333 MHz. Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ μήνυσε τη Microsoft για αθέμιτο ανταγωνισμό, καθώς προσέφερε υποχρεωτικά στους χρήστες των Windows και το Microsoft Explorer. Οι χρήστες του διαδικτύου υπολογίστηκαν σε 18 εκατομμύρια. Οι Netscape Communications και Microsoft παρουσίασαν τις νέες εκδόσεις των προγραμμάτων περιήγησης Communicator 4 και Internet Explorer 4. Το 1998 κυκλοφόρησε το λειτουργικό σύστημα Windows 98 από τη Microsoft. Το υπουργείο Δικαιοσύνης και 20 πολιτείες των ΗΠΑ μήνυσαν την Microsoft για αθέμιτο ανταγωνισμό. Το 1999 η Intel παρουσίασε τον επεξεργαστή Pentium III, με ταχύτητες στα 450, 500 και 733 MHz. H ανταγωνίστρια εταιρεία AMD «απάντησε» με τον επεξεργαστή Athlon, με ταχύτητες από 500 μέχρι 750 MHz. Η κινητή τηλεφωνία υποστήριξε σύνδεση με το διαδίκτυο, μέσω του πρωτοκόλλου WAP. O κόσμος των υπολογιστών συγκλονίστηκε από τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει ο «ιός του 2000». Η ανικανότητα των παλιότερων συστημάτων να χειριστούν σωστά χρονολογίες από το 2000 και μετά ανησύχησε τους ειδικούς που προέβλεπαν σωρεία προβλημάτων. Το 2000 η χρονολογία άλλαξε και ο «ιός του 2000» εμφανίστηκε σε ελάχιστες περιπτώσεις, χωρίς να προκαλέσει ουσιαστικά προβλήματα. Η Microsoft παρουσίασε τα Windows 2000 σε εκδόσεις Professional, Advanced Server και Me (Millenium).
Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ.
Ένας υπολογιστής αποτελείται από το υλικό (hardware) και το λογισμικό (software).
1. Υλικό (Hardware). Είναι όλα εκείνα τα υλικά στοιχεία που συνδεδεμένα δημιουργούν τον υπολογιστή. Μπορεί να είναι ηλεκτρονικά (π.χ. οι διάφορες πλακέτες ηλεκτρονικών κυκλωμάτων που βρίσκονται μέσα στο κουτί του υπολογιστή), ηλεκτρολογικά (το τροφοδοτικό) ή μηχανικά. Ο όρος ακόμη αναφέρεται και στα τμήματα κάθε περιφερειακής συσκευής που μπορεί να συνδεθεί με τον υπολογιστή και να εκτελέσει συγκεκριμένες εργασίες (π.χ. εκτυπωτής ή modem). Το υλικό αποτελεί το «χειροπιαστό» κομμάτι του υπολογιστή, δηλαδή εκείνα τα μέρη που έχουν συγκεκριμένη φυσική υπόσταση και μπορεί κανείς να τα δει, να τα αγγίξει και να τα συνδέσει μεταξύ τους, δημιουργώντας έτσι τον υπολογιστή. Οι υπολογιστές διακρίνονται σε διάφορες κατηγορίες από την άποψη του υλικού που περιλαμβάνουν, δηλαδή ανάλογα με το πόσα και τι τμήματα τους αποτελούν, με τι τρόπο είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους (ποια είναι η αρχιτεκτονική τους), τι μέγεθος έχουν κτλ. Οι υπολογιστές με τους οποίους συνήθως έρχεται κανείς σε επαφή και συναντά στο χώρο εργασίας (ή στο σπίτι ή το σχολείο) ονομάζονται «προσωπικοί υπολογιστές» (Personal Computer ή PC) και μάλιστα «επιτραπέζιοι» (desktop PC) για να διακρίνονται από τους φορητούς (portable PC).
Απευθύνονται στο μέσο χρήστη που επιθυμεί να έχει έναν υπολογιστή στη δουλειά ή στο σπίτι του και να χρησιμοποιεί τις βασικές υπηρεσίες τις οποίες μπορεί αυτός να του προσφέρει στον επαγγελματικό, ενημερωτικό, ψυχαγωγικό ή εκπαιδευτικό χώρο. Υπάρχουν μεγαλύτεροι και ισχυρότεροι υπολογιστές από τους επιτραπέζιους προσωπικούς, όπως τα συστήματα mini και mainframe υπολογιστών, καθώς και οι υπερυπολογιστές. Παρόμοια, υπάρχουν και μικρότεροι υπολογιστές, όπως οι φορητοί και οι υποφορητοί και οι ειδικοί υπολογιστές που τοποθετούνται μέσα σε διάφορες συσκευές καταναλωτικών ηλεκτρονικών. Όμως, σήμερα, οι επιτραπέζιοι προσωπικοί υπολογιστές αποτελούν αυτό που ο περισσότερος κόσμος έχει στο νου του όταν χρησιμοποιεί τον όρο «υπολογιστής». Στην κατηγορία αυτή των προσωπικών υπολογιστών διακρίνονται δύο μεγάλες οικογένειες: α) οι «ΙΒΜ συμβατοί», που λέγονται έτσι, γιατί βασίζονται στην αρχιτεκτονική (τον τρόπο σχεδίασης και κατασκευής) που πρωτοπαρουσίασε η αμερικανική εταιρία ΙΒΜ και που «άνοιξε» (διέθεσε ελεύθερα) και σε άλλους κατασκευαστές. Το αποτέλεσμα ήταν ότι πάμπολλες εταιρείες κυρίως από χώρες της Άπω Ανατολής (Ιαπωνία, Ταϊβάν, Κορέα κτλ.) άρχισαν να παράγουν τμήματα ή και ολοκληρωμένους υπολογιστές που ακολουθούσαν αυτή την αρχιτεκτονική, με άμεσο αποτέλεσμα την πτώση των τιμών. Οι χαμηλές τιμές έφεραν το πλήθος των αγοραστών και αυτό με τη σειρά του ενίσχυσε τη δυναμική των κατασκευαστών (είτε υλικού είτε λογισμικού), με αποτέλεσμα σήμερα η αγορά των ΙΒΜ συμβατών να αποτελεί το σημαντικότερο τμήμα της όλης αγοράς υπολογιστών που για τον περισσότερο κόσμο ταυτίζεται ουσιαστικά με τη μορφή του προσωπικού υπολογιστή (Personal Computer ή PC). Ο προσωπικός υπολογιστής εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και σε συνδυασμό και με το διαδίκτυο (internet) επέφερε τεράστιες αλλαγές σε πολλές μορφές κοινωνικών δραστηριοτήτων (επικοινωνία, εργασία, εκπαίδευση, ψυχαγωγία), σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που πολλοί να χαρακτηρίζουν την κοινωνία μας ως «κοινωνία της πληροφορίας» και την εποχή που ζούμε ως εποχή της «επανάστασης της πληροφορικής» κατ' αντιστοιχία με την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης. Οι τομείς εφαρμογής της πληροφορικής και του ψηφιακού υπολογιστή είναι σήμερα εξαιρετικά πολλοί και όχι μόνον απαντώνται ήδη σε ποικίλες μορφές ανθρώπινων δραστηριοτήτων, αλλά επεκτείνουν τη διείσδυσή τους και σε ακόμη περισσότερες, πολλές φορές μάλιστα και σε περιπτώσεις όπου δε θα περίμενε κανείς να συναντήσει τη σύγχρονη αυτή τεχνολογία. Ο υπολογιστής δημιουργεί νέες ανθρώπινες δραστηριότητες, νέες επαγγελματικές κατευθύνσεις και ανοίγει πρωτόγνωρους ορίζοντες στην ανθρώπινη δημιουργικότητα και φαντασία.
Η κεντρική μονάδα (ή «πύργος», όπως λέγεται συχνά λόγω του χαρακτηριστικού ύψους της), περιλαμβάνει τη μητρική κάρτα (motherboard), μία βασική ηλεκτρονική μονάδα που περιέχει μεταξύ άλλων: το ολοκληρωμένο κύκλωμα που ονομάζεται «επεξεργαστής» (processor) ή «κεντρική μονάδα επεξεργασίας» (Central Proccessing Unit ή CPU), και τη μνήμη RAM (Random Access Memory, μνήμη τυχαίας προσπέλασης), δηλαδή τη μνήμη, όπου τοποθετούνται τα προγράμματα και τα δεδομένα κατά την ώρα της εργασίας. Η μνήμη RAM είναι προσωρινή και τα δεδομένα της διαγράφονται, όταν κλείνει ο υπολογιστής ή συμβεί πτώση τάσης. Η μητρική κάρτα περιλαμβάνει ακόμη το κύκλωμα BIOS, δηλαδή τη μόνιμη εκείνη μνήμη που περιλαμβάνει τις πληροφορίες για τις πρώτες βασικές ενέργειες τις οποίες πρέπει να εκτελέσει ο υπολογιστής κατά την εκκίνησή του. Με τη μητρική κάρτα συνδέονται όλες οι πρόσθετες κάρτες επέκτασης, δηλαδή αυτόνομα ηλεκτρονικά κυκλώματα ειδικευμένα για διάφορες εργασίες (π.χ. κάρτα γραφικών για τη σύνδεση με την οθόνη, κάρτα ήχου για εισαγωγή ή εκτέλεση ηχητικού κομματιού από τα ηχεία, κάρτα video για την εισαγωγή βίντεο στον υπολογιστή από συσκευή βιντεοκασέτας). Στην κεντρική μονάδα, τέλος, τοποθετούνται οι βασικές αποθηκευτικές μονάδες του υπολογιστή, που είναι: ο οδηγός δισκέτας (αποθηκευτική μονάδα που δέχεται δισκέτα χωρητικότητας 1.4 ΜΒ, όπου 1 MegaΒyte = 1 εκατομμ. byte) και ο σκληρός δίσκος (αποθηκευτική μονάδα υψηλής χωρητικότητας της τάξης των GigaByte, όπου 1 GigaByte = 1 δις Byte), καθώς και ο οδηγός ανάγνωσης ψηφιακών οπτικών δίσκων (CD drive). Στην κεντρική μονάδα τοποθετείται ακόμη κάθε πρόσθετη αποθηκευτική συσκευή, όπως δεύτερος σκληρός δίσκος ή δεύτερος οδηγός δισκέτας. Σε πολλούς υπολογιστές βρίσκεται τοποθετημένος και οδηγός εγγραφής ψηφιακών δίσκων (CD-Writer ή CD-Recorder και DVD-Writer ή DVD-Recorder). Τα περιφερειακά είναι κάθε συσκευή που συνδέεται με την κεντρική μονάδα του υπολογιστή και επιτρέπει την είσοδο, έξοδο ή αποθήκευση δεδομένων. Τα περιφερειακά εισόδου είναι συσκευές με βασική λειτουργία την είσοδο πληροφοριών από τον άνθρωπο προς τον υπολογιστή. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να είναι κάποια χρήσιμα στοιχεία που θα αποθηκευτούν αργότερα (π.χ. κείμενο ή αριθμοί που πληκτρολογούνται και στη συνέχεια αποθηκεύονται σε μία δισκέτα) ή εντολές προς τον υπολογιστή για εκτέλεση συγκεκριμένων λειτουργιών (π.χ. εντολή να τυπώσει στον εκτυπωτή το κείμενο που πληκτρολογήθηκε). Κλασικής μορφής περιφερειακά εισόδου είναι το πληκτρολόγιο και το ποντίκι που επιτρέπουν στο χρήστη να εισάγει πληροφορία είτε πληκτρολογώντας την είτε τοποθετώντας το δείκτη του ποντικιού σε συγκεκριμένο σημείο και πατώντας (κάνοντας κλικ) το αριστερό ή το δεξιό πλήκτρο του ποντικιού. Άλλα περιφερειακά εισόδου επιτρέπουν την είσοδο πληροφοριών κατά την εκτέλεση διαφόρων εργασιών, π.χ. χειριστήριο παιχνιδιών (joystick) για τον έλεγχο της εξέλιξης του παιχνιδιού, μικρόφωνο για την είσοδο και ψηφιοποίηση ήχου στον υπολογιστή, σαρωτής (scanner) για την ψηφιοποίηση εικόνων. Τα περιφερειακά εξόδου είναι συσκευές που μετατρέπουν τις αποκρίσεις του υπολογιστή σε πληροφορία κατανοητή από τον άνθρωπο. Τα βασικότερα είναι η οθόνη, που παρουσιάζει τις αποκρίσεις του υπολογιστή με οπτική μορφή, και ο εκτυπωτής για την εκτύπωση πληροφοριών. Ακόμη στην κατηγορία αυτή εντάσσονται ο σχεδιαστής (plotter) για την ποιοτική σχεδίαση γραφιστικών προϊόντων (π.χ. αφίσα, σχέδιο πολιτικού μηχανικού). Τέλος, στα περιφερειακά αποθήκευσης συναντά κανείς οδηγούς (drives) αποθηκευτικών μονάδων υψηλής χωρητικότητας (όπως δισκέτες χωρητικότητας 100ΜΒ ή 1GB, CD και DVD).
2. Λογισμικό (Software). Είναι κωδικοποιημένες εντολές προς τον υπολογιστή, με βάση τις οποίες μπορεί αυτός να λειτουργήσει με συγκεκριμένο τρόπο. Το λογισμικό είναι αυτό που δίνει «ζωή» στο υλικό του υπολογιστή, δηλαδή ενεργοποιεί τα ηλεκτρονικά κυκλώματα του υπολογιστή, ώστε να εκτελέσουν τις ενέργειες που υπαγορεύει το λογισμικό. Συνήθως το λογισμικό αναφέρεται ως «τα προγράμματα» του υπολογιστή, όμως στην πραγματικότητα περιλαμβάνει πολύ περισσότερα πράγματα από τα προγράμματα. Οι σύγχρονοι ψηφιακοί υπολογιστές βασίζουν τη λειτουργία τους στο δυαδικό σύστημα τιμών. Αυτό σημαίνει απλά ότι το «αλφάβητο» που καταλαβαίνουν περιέχει μόνο δύο γράμματα (δύο τιμές) που συνήθως συμβολίζονται με το «0» και το «1». Ένα τέτοιο ψηφίο που μπορεί να παίρνει δύο τιμές (δυαδικό ψηφίο) είναι παγκόσμια γνωστό με το όνομα «bit» (σύντμηση των λέξεων «binary digit»). Στην πραγματικότητα, βέβαια, μέσα στα ολοκληρωμένα κυκλώματα του υπολογιστή οι δύο αυτές τιμές υλοποιούνται με δύο τιμές τάσης που μπορούν να εφαρμοστούν σε κυκλώματα ελεγχόμενα από τρανζίστορ ή δύο τιμές παλμών ρεύματος που μπορούν να μεταφερθούν πάνω στους διαδρόμους μεταφοράς δεδομένων. Το λογισμικό είναι μία μεγάλη σειρά από δυαδικά ψηφία (bits), τα οποία, όταν εισαχθούν στον υπολογιστή, μετατρέπονται σε ρεύματα ή τάσεις που μέσα από τα κυκλώματα του υπολογιστή καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αποκριθεί το σύστημα στις εντολές του χρήστη. Οι γενικές κατηγορίες λογισμικού είναι οι εξής:
2.1. BIOS (Basic Input Output System). Όταν ξεκινά ο υπολογιστής, οι πρώτες εντολές που εκτελούνται είναι οι εντολές του βασικού συστήματος εισόδου/εξόδου (Basic Input Output System = BIOS) οι οποίες περιλαμβάνουν διαδικασίες αυτοελέγχου του υπολογιστή και των περιφερειακών του. Οι εντολές αυτές βρίσκονται μόνιμα αποθηκευμένες σε ειδικό ολοκληρωμένο κύκλωμα πάνω στη μητρική κάρτα του υπολογιστή. Κατά την εκτέλεση αυτών των εντολών στην οθόνη του υπολογιστή εμφανίζονται απλά κάποια (δυσνόητα για τον απλό χρήστη) μηνύματα σχετικά με τους ελέγχους που κάνει το σύστημα στον εαυτό του.
2.2. Λειτουργικό Σύστημα. Για να λειτουργήσει ένας υπολογιστής χρειάζεται πριν απ' όλα να ενεργοποιηθεί (να «τρέξει» όπως λέγεται στη γλώσσα της πληροφορικής) ένα ειδικό πρόγραμμα που αναλαμβάνει τον έλεγχο και την επικοινωνία με τις διάφορες υπομονάδες και τις περιφερειακές συσκευές, καθώς και την επικοινωνία του χρήστη με τον υπολογιστή. Το πρόγραμμα αυτό λέγεται λειτουργικό σύστημα (ΛΣ, Operating System ή OS). Μέσω του λειτουργικού συστήματος ο χρήστης μεταβιβάζει τις εντολές του προς τον υπολογιστή, εκκινεί και παύει τη λειτουργία των διάφορων προγραμμάτων, αποθηκεύει και μεταφέρει αρχεία με χρήσιμες πληροφορίες και, γενικά, καθοδηγεί την εργασία του μηχανήματος σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Υπάρχουν διάφορα ΛΣ διαθέσιμα σήμερα για τους ποικίλους τύπους των υπολογιστών. Στους ΙΒΜ συμβατούς υπολογιστές κυριαρχεί το «Windows» της Microsoft στις εκδόσεις 98 (εμφανίστηκε το 1998), 2000 ή Me (Millenium) και στην XP. Σημαντικά άλλα λειτουργικά είναι το MacOS (για υπολογιστές Apple Macintosh), το Linux (λειτουργικό τύπου Unix, επίσης για ΙΒΜ συμβατούς) και οι διάφορες εκδόσεις του Unix. Ένα λειτουργικό σύστημα σε γενικές γραμμές εκτελεί τις παρακάτω βασικές λειτουργίες: α) Δημιουργεί στην οθόνη το περιβάλλον εργασίας του χρήστη και τα εργαλεία επικοινωνίας και πρόσβασης στους πόρους του υπολογιστή. Το περιβάλλον εργασίας (ονομάζεται και «διεπαφή χρήστη»-user interface) πρέπει να επιτρέπει την εύκολη, γρήγορη και αποδοτική εκτέλεση των εργασιών του χρήστη. Το λειτουργικό σύστημα Windows δημιουργεί στην οθόνη του χρήστη μία επιφάνειας εργασίας (desktop), όπως αν αυτός βρισκόταν μπροστά στο γραφείο του. Πάνω στην επιφάνεια εργασίας υπάρχουν εικονίδια που αντιστοιχούν σε προγράμματα ή σε φακέλους που περιέχουν άλλους υπο-φακέλους ή και προγράμματα. Ο χρήστης μπορεί να ανοίξει τους φακέλους και τα προγράμματα μέσα σε ιδιαίτερους χώρους (που λέγονται «παράθυρα»), όπου και εργάζεται χρησιμοποιώντας τα εργαλεία και τις δυνατότητες που προσφέρει το κάθε πρόγραμμα. β) Επιτρέπει στο χρήστη να εκκινεί τα προγράμματα-εφαρμογές που θέλει. γ) Ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο θα ελέγχονται και θα στέλνουν τα μηνύματά τους προς την κεντρική μονάδα επεξεργασίας τα διάφορα περιφερειακά που είναι συνδεδεμένα στον υπολογιστή (πληκτρολόγιο, ποντίκι, σκληρός δίσκος κτλ.). δ) Διαχειρίζεται τον τρόπο αποθήκευσης, πρόσβασης και ανάκτησης της πληροφορίας προς και από τις αποθηκευτικές μονάδες.
2.3. Προγράμματα εφαρμογών. Το λογισμικό που ενδιαφέρει περισσότερο κάθε χρήστη είναι οι διάφορες εφαρμογές οι οποίες του επιτρέπουν να κάνει συγκεκριμένες εργασίες. Οι γνωστότερες κατηγορίες τέτοιων εφαρμογών είναι: α) Επεξεργαστής κειμένου (Word processor). Μία τέτοια εφαρμογή επιτρέπει τη δημιουργία, οργάνωση και αποθήκευση ενός εγγράφου (document). Οι σύγχρονοι επεξεργαστές κειμένου υποστηρίζουν τη δημιουργία εγγράφων που συμπεριλαμβάνουν όχι μόνο κείμενο, αλλά και πληροφορία πολυμέσων (π.χ. εικόνα, video, υπερκείμενο). Ευρύτατα χρησιμοποιούμενος επεξεργαστής κειμένου σε περιβάλλον Windows είναι το MS-Word. β) Λογιστικά φύλλα (Spreadsheet). Πρόκειται για εφαρμογές που επιτρέπουν την ευέλικτη οργάνωση και επεξεργασία αριθμητικών δεδομένων. Το όνομα είναι λίγο παραπλανητικό, καθώς το λογιστικό φύλλο δε βρίσκει χρήση απλά και μόνο σε περιπτώσεις λογιστικών εργασιών, αλλά σε κάθε εργασία που απαιτεί σύνθετους αριθμητικούς υπολογισμούς (π.χ. έλεγχος υποθέσεων με επαγωγική στατιστική). Ευρύτατα χρησιμοποιούμενο λογιστικό φύλλο είναι το MS-Excel. γ) Βάση δεδομένων (Data Base). Μία βάση δεδομένων επιτρέπει την οργανωμένη αποθήκευση δεδομένων που σχετίζονται μεταξύ τους με καθορισμένους τρόπους και την εξαγωγή πληροφοριών και συμπερασμάτων από τη στατιστική επεξεργασία των αποθηκευμένων δεδομένων. Ένα πρόγραμμα που επιτρέπει την οργάνωση και διαχείριση μίας βάσης δεδομένων ονομάζεται «Σύστημα Διαχείρισης Βάσης Δεδομένων» (Data Base Management System = DBMS). Εφαρμογές DBMS υπάρχουν πολλές, ανάλογα με το λειτουργικό σύστημα και το είδος των απαιτήσεων κάθε συγκεκριμένης εφαρμογής. Σε περιβάλλον Windows συνήθως χρησιμοποιείται η MS-Access. δ) Εφαρμογές ηλεκτρονικής παρουσίασης. Μία τέτοια εφαρμογή επιτρέπει στο χρήστη να δημιουργήσει και να οργανώσει ηλεκτρονικές διαφάνειες, δηλαδή ευπαρουσίαστες σελίδες που να παρουσιάζουν ποικίλες πληροφορίες (κείμενο, εικόνες, ήχους, video). Στη συνέχεια και συνδέοντας τον υπολογιστή με ένα κατάλληλο μηχάνημα προβολής είναι δυνατόν αυτός να παρουσιάσει τις διαφάνειές του στο ακροατήριο. ε) Πολυμέσα και εφαρμογές επεξεργασίας στοιχείων πολυμέσων. Τα πολυμέσα (ή πολλαπλά μέσα) είναι η σύγχρονη τεχνολογία της επεξεργασίας και παρουσίασης πληροφοριών με ποικίλους τρόπους κωδικοποίησης (κείμενο, υπερκείμενο, εικόνα, γραφικά, ήχος, βίντεο, κινούμενο σχέδιο). Στον υπολογιστή ο κοινός ψηφιακός τρόπος κωδικοποίησης της πληροφορίας επιτρέπει την εύκολη επεξεργασία και ενσωμάτωση στατικής ή δυναμικής πληροφορίας σε ποικίλες εφαρμογές. Υπάρχουν ειδικά προγράμματα που επιτρέπουν την επεξεργασία κάθε είδους πληροφορίας, όπως προγράμματα επεξεργασίας εικόνας (π.χ. Adobe Photoshop), με τα οποία ο χρήστης μπορεί να επέμβει στην εικόνα και να διαμορφώσει τα χαρακτηριστικά της, όπως επιθυμεί (π.χ. να αλλάξει το μέγεθός της, να μεταβάλει τα χρώματά της, να δημιουργήσει μία νέα εικόνα συνδυάζοντας δύο άλλες κτλ.). Τα προγράμματα επεξεργασίας ήχου (π.χ. Sound Forge) επιτρέπουν την επέμβαση σε αρχεία ήχου, δηλαδή αρχεία που η πληροφορία που περιέχουν είναι κάποιος ήχος (μουσική ή ομιλία). Όπως και με τις εικόνες, έτσι και με τους ήχους ο χρήστης μπορεί να τους αλλοιώσει, να συνθέσει νέους ήχους, να διαγράψει τμήματά τους, να προσθέσει διάφορες παραμορφώσεις (echo, delay κτλ.), να γράψει μουσική παρτιτούρα και να την ακούσει από τον υπολογιστή και, ακόμη, να συνδέσει τον υπολογιστή με άλλα ηλεκτρονικά μουσικά όργανα. Τα προγράμματα επεξεργασίας βίντεο (π.χ. Adobe Premiere) επιτρέπουν τη διαχείριση ψηφιακών βίντεο κλιπ, την επεξεργασία τους, τη δημιουργία νέων, την αλλαγή ή προσθήκη ηχητικής συνοδείας κτλ. Τέλος, υπάρχουν ειδικά προγράμματα που επιτρέπουν την οργανωμένη παρουσίαση της πληροφορίας των πολυμέσων σε μία ολοκληρωμένη εφαρμογή. Τα προγράμματα αυτά χαρακτηρίζονται «εργαλεία συγγραφής» (authoring tools) και τα γνωστότερα είναι το Toolbook της εταιρείας Asymetrix και το Director της Macromedia. Με ένα εργαλείο συγγραφής ο προγραμματιστής μπορεί εύκολα να δημιουργήσει εφαρμογές πολυμέσων (Multimedia applications) ενημερωτικού ή ψυχαγωγικού ή εκπαιδευτικού χαρακτήρα. στ) Γλώσσες προγραμματισμού. Μία γλώσσα προγραμματισμού είναι ένα σύνολο από ειδικά προγράμματα που επιτρέπουν στον προγραμματιστή να γράψει ένα νέο δικό του πρόγραμμα. Το βασικό εργαλείο μίας γλώσσας είναι ο μεταγλωττιστής της (compiler), δηλαδή το πρόγραμμα που μετατρέπει τον πηγαίο κώδικα σε κώδικα μηχανής που μπορεί πλέον να εκτελεστεί από τον υπολογιστή. Γνωστές γλώσσες προγραμματισμού είναι η Basic και η μετεξέλιξή της Visual Basic, η Turbo Pascal και Delphi, η C και C++ και η Java. ζ) Υπάρχουν πάρα πολλά προγράμματα που εκτελούν διάφορες μικρότερης σημασίας αλλά οπωσδήποτε χρήσιμες εργασίες. Αυτά χαρακτηρίζονται ως «βοηθητικά προγράμματα» (Utilities) και μπορούν να ασχολούνται με εργασίες όπως η τακτοποίηση και το καθάρισμα των αρχείων στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή, η ρύθμιση χαρακτηριστικών της οθόνης, η δημιουργία εικονιδίων και δεικτών (icon/cursor editors), διάφοροι μικροί, αλλά εξειδικευμένοι επεξεργαστές εικόνας ή κειμένου, προγράμματα που ελέγχουν και καταγράφουν το επίπεδο απασχόλησης του επεξεργαστή ή την κίνηση των δεδομένων στο δίκτυο κ.ά. η) «Φυλλομετρητές» (Browsers) ή «περιηγητές» του Παγκόσμιου Ιστού (Web): προγράμματα που επιτρέπουν τη μετάβαση από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα κατά την περιήγηση στις πληροφορίες του διαδικτύου που συνθέτουν το Web. Γνωστότερα τέτοια προγράμματα είναι ο Navigator της Netscape και ο Explorer της Microsoft. θ) Παιχνίδια. Υπάρχει τεράστια ποικιλία παιχνιδιών για υπολογιστές. Ξεκινώντας από τα απλούστερα που παίζονται από ένα χρήστη (π.χ. παιχνίδια τύπου «shoot 'em up», όπου ο παίκτης καλείται να εξολοθρεύσει κάποιον υποθετικό εισβολέα) μέχρι τα συνθετότερα (π.χ. ανάπτυξη στρατηγικών σε προσομοιώσεις πολεμικών σεναρίων) που μπορούν να παιχθούν από πολλούς παίκτες είτε ως συνεργάτες είτε ως αντιπάλους.
ΔΙΚΤΥΑ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ.
Μία σημαντική δυνατότητα που επεκτείνει ουσιαστικά τις υπηρεσίες, τις οποίες μπορεί να προσφέρει ο υπολογιστής, είναι η δυνατότητα δικτύωσης. Ο όρος «δίκτυο» αναφέρεται σε μία ομάδα υπολογιστών συνδεδεμένων μεταξύ τους, ώστε να μπορούν να ανταλλάσσουν δεδομένα και πληροφορίες με γρήγορο και αξιόπιστο τρόπο. Η μεγάλη χρησιμότητα ενός δικτύου είναι ότι οι συνδεδεμένοι υπολογιστές μπορούν να μοιραστούν πληροφορίες και υπηρεσίες. Αυτό σημαίνει α) ότι τα διάφορα αρχεία που περιέχουν πληροφορίες μπορούν να μεταφερθούν εύκολα και γρήγορα από υπολογιστή σε υπολογιστή και η πληροφορία αυτή να καταστεί διαθέσιμη και σε άλλους χρήστες, και β) μία υπηρεσία που διαθέτει ένας υπολογιστής (π.χ. η δυνατότητα εκτύπωσης σε ένα συνδεδεμένο εκτυπωτή) μπορεί να διατεθεί και σε άλλους υπολογιστές (δηλαδή μέσω του δικτύου και οι άλλοι υπολογιστές να στείλουν εργασίες προς εκτύπωση στο συγκεκριμένο εκτυπωτή). Η διαμοίραση πληροφοριών και υπηρεσιών μειώνει το κόστος εργασίας, καθώς και το κόστος αγοράς ανά χρήστη των διάφορων περιφερειακών. Η δικτύωση των υπολογιστών είναι απαραίτητη σε κάθε περίπτωση χρήσης υπολογιστών σε επαγγελματικό χώρο (εταιρείες, υπηρεσίες, εκπαιδευτικά ιδρύματα, κτλ.). Τα δίκτυα υπολογιστών μπορούν γενικά να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες: τοπικά δίκτυα υπολογιστών (Local Area Network ή LAN), ευρείας έκτασης δίκτυα (Wide Area Network ή WAN) και το διαδίκτυο (internet).
α) Τοπικά δίκτυα λέγονται τα δίκτυα που εκτείνονται σε μικρό σχετικά χώρο (π.χ. μέχρι και 200 μέτρα). Τυπικό παράδειγμα τοπικού δικτύου είναι το δίκτυο μίας εταιρείας, όπου οι υπολογιστές που βρίσκονται τοποθετημένοι στα διάφορα γραφεία επικοινωνούν μεταξύ τους, ώστε να μπορούν οι χρήστες να μεταφέρουν πληροφορίες από τον ένα στον άλλο. Οι υπολογιστές οι οποίοι βρίσκονται σε ένα σχολικό εργαστήριο είναι, επίσης, συνδεδεμένοι σε τοπικό δίκτυο. Σε ένα τοπικό δίκτυο υπάρχουν ορισμένα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το δίκτυο και τον τρόπο λειτουργίας του. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι: η τοπολογία του δικτύου, το μέσο μετάδοσης που χρησιμοποιείται, το πρωτόκολλο ελέγχου της πρόσβασης στο μέσο, το αν η λειτουργία του δικτύου βασίζεται σε εξυπηρέτη (server) ή όχι. Η τοπολογία είναι η αρχιτεκτονική του δικτύου, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο τα διάφορα ενεργά στοιχεία του δικτύου είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους. Στα τοπικά δίκτυα η περισσότερο ακολουθούμενη τοπολογία είναι η τοπολογία αστέρα (star topology). Σε ένα δίκτυο που ακολουθεί την τοπολογία αστέρα οι υπολογιστές συνδέονται μεταξύ τους μέσω μίας κεντρικής συσκευής που θεωρείται ότι βρίσκεται στην κορυφή του αστέρα, ενώ οι υπολογιστές αποτελούν περιφερειακά τις «ακτίνες». Ο κεντρικός αυτός κόμβος είναι γνωστός ως «συγκεντρωτής» ή «hub» (διαβάζεται χαμπ) και η βασική εργασία που εκτελεί είναι να παίρνει τις πληροφορίες από τον υπολογιστή που τις στέλνει και να τις προωθεί προς αυτόν για τον οποίο προορίζονται. Το μέσο μετάδοσης είναι το είδος του μέσου (συνήθως καλώδιο) που χρησιμοποιείται για να μεταφερθούν οι πληροφορίες από υπολογιστή σε υπολογιστή. Ένα ευρύτατα διαδομένο μέσο μετάδοσης είναι το λεγόμενο «συνεστραμμένο» καλώδιο (το πλήρες όνομά του είναι «Αθωράκιστο Συνεστραμμένο Ζεύγος», Unshielded Twisted Pair ή UTP). Το πρωτόκολλο ελέγχου της πρόσβασης στο μέσο καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα στείλει δεδομένα πάνω στο δίκτυο ο κάθε υπολογιστής-κόμβος. Τέλος, η λειτουργία ενός δικτύου μπορεί να βασίζεται σε υπολογιστή εξυπηρέτη (server based) ή να είναι «ομότιμο» (peer to peer). Λειτουργία με βάση εξυπηρέτη σημαίνει ότι ένας από τους υπολογιστές του δικτύου (συνήθως κάποιος ισχυρότερος υπολογιστής) έχει καθοριστεί, ώστε να προσφέρει υπηρεσίες ασφάλειας και ελέγχου στους υπόλοιπους υπολογιστές της δικτυακής ομάδας (domain). Στον εξυπηρέτη βρίσκονται αποθηκευμένοι οι κωδικοί πρόσβασης των διαφόρων χρηστών, καθώς και τα δικαιώματα εργασίας που αυτοί έχουν, όταν εργάζονται στο δίκτυο. Όταν ένας χρήστης ζητήσει να εργαστεί σε κάποιον υπολογιστή, πρέπει να πληκτρολογήσει τον προσωπικό του κωδικό και ο υπολογιστής ζητά από τον εξυπηρέτη να ελέγξει και να επιβεβαιώσει αυτά τα στοιχεία. Έτσι, ο διαχειριστής του δικτύου (administrator) μπορεί εύκολα δουλεύοντας στον εξυπηρέτη να καθορίσει ποιες κατηγορίες χρηστών και με τι δικαιώματα η καθεμία θα επιτρέψει να εργαστούν στο δίκτυο (π.χ. σε ποιους φακέλους έχουν ελεύθερη πρόσβαση, τι προγράμματα μπορούν να δουν, τι είδους αρχεία μπορούν να διαγράψουν, κτλ.). Αντίθετα σε ένα ομότιμο δίκτυο ο κάθε υπολογιστής είναι ισότιμος με τους άλλους, όσον αφορά τα θέματα ασφαλείας. Ο χρήστης που εργάζεται σε κάθε μηχάνημα μπορεί να καθορίσει τους κωδικούς ασφαλείας του μηχανήματος. Ένας εξυπηρέτης μπορεί ακόμα να προσφέρει και άλλες υπηρεσίες. Μπορεί να αποθηκεύονται σ' αυτόν κοινόχρηστα αρχεία (που χρειάζονται κατά την εργασία τους διάφοροι χρήστες του δικτύου), οπότε λειτουργεί ως «εξυπηρέτης αρχείων» (file server), ή να τρέχει τις εφαρμογές που ζητούν οι χρήστες που δουλεύουν σε άλλους υπολογιστές, οπότε χαρακτηρίζεται ως «εξυπηρέτης εφαρμογών» (application server). Μπορεί επίσης να προσφέρει υπηρεσίες εκτύπωσης (print server) ή ακόμη και επικοινωνίας (communication server).
β) Δίκτυο ευρείας έκτασης είναι ένα δίκτυο που εξαπλώνεται σε μεγάλη έκταση, π.χ. καλύπτει μία πόλη ή μία χώρα ολόκληρη. Ένα τέτοιο δίκτυο αποτελείται από μεγάλα συγκροτήματα υπολογιστών (κόμβοι του δικτύου) που συνδέονται με καλωδιώσεις συνήθως οπτικών ινών, οι οποίες προσφέρουν υψηλό εύρος ζώνης, δηλαδή επιτρέπουν τη γρήγορη μετάδοση μεγάλων ποσοτήτων δεδομένων. Με χρήση οπτικών ινών ή και χάλκινων καλωδίων οι κόμβοι ενός τέτοιου δικτύου που βρίσκονται σε διαφορετικές πόλεις μπορούν να συνδέονται μεταξύ τους επιτρέποντας έτσι την επικοινωνία σε μεγάλες αποστάσεις. Οι κόμβοι μπορούν να συνδέονται ακόμη και μέσω ασύρματων ζεύξεων με χρήση δορυφόρων. Για τη σωστή μετάδοση των δεδομένων σε τέτοια δίκτυα χρησιμοποιείται περισσότερο πολύπλοκος και τεχνολογικά προηγμένος εξοπλισμός απ’ ό,τι σε ένα τοπικό δίκτυο. Οι κόμβοι είναι συγκροτήματα ισχυρών υπολογιστών βασισμένα συνήθως στο λειτουργικό σύστημα UNIX και χρησιμοποιούνται ειδικές συσκευές δρομολόγησης δεδομένων, όπως δρομολογητές (routers), γέφυρες (bridges), πύλες (gates) και διακόπτες (switches). Οι κόμβοι διαφορετικών δικτύων ευρείας έκτασης μπορούν να συνδέονται μεταξύ τους επιτρέποντας έτσι στα δεδομένα να περνούν από το ένα δίκτυο στο άλλο και στους χρήστες του ενός δικτύου να επικοινωνούν με αυτούς του άλλου, καλύπτοντας τελικά ολόκληρη την έκταση του πλανήτη, όπως ακριβώς συμβαίνει με το διαδίκτυο.
γ) Το διαδίκτυο (internet) αποτελεί σήμερα ένα μέσο που επιτρέπει την άμεση και ολοκληρωμένη παγκόσμια επικοινωνία, υλοποιώντας με αυτόν τον τρόπο το όραμα του «παγκόσμιου χωριού». Το διαδίκτυο αποτελείται από τρεις βασικές συνιστώσες: α) την τεχνολογική του υποδομή, β) το πρωτόκολλο TCP/IP, που καθορίζει τον τρόπο μεταφοράς των δεδομένων, και γ) λογισμικό, που υλοποιεί τις διάφορες υπηρεσίες που μπορούν να προσφερθούν στο δίκτυο.
Από άποψη τεχνολογικής υποδομής το διαδίκτυο αποτελείται από πολλά δίκτυα ευρείας έκτασης συνδεδεμένα μεταξύ τους. Οι κόμβοι αυτών των δικτύων είναι συνδεδεμένοι με καλωδιώσεις υψηλής χωρητικότητας (π.χ. οπτικές ίνες ή και ασύρματες δορυφορικές) που μπορούν να μεταφέρουν εκατομμύρια ψηφιακών δεδομένων (bits) ανά δευτερόλεπτο. Κάποιος από τους κόμβους ενός δικτύου μπορεί να είναι συνδεδεμένος με έναν κόμβο άλλου δικτύου (π.χ. ένας κόμβος στην Ελλάδα να είναι συνδεδεμένος με έναν κόμβο στη Γαλλία με χρήση οπτικής ίνας) και, έτσι, με τη βοήθεια κατάλληλων συσκευών που κάνουν δρομολόγηση των δεδομένων (πύλες, δρομολογητές), είναι δυνατόν οι χρήστες ενός δικτύου να επικοινωνούν με τους χρήστες όλων των άλλων αλληλοσυνδεδεμένων δικτύων.
Το πρωτόκολλο TCP/IP καθορίζει τον τρόπο μετάδοσης των δεδομένων στο διαδίκτυο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο πρωτόκολλα, το «TCP» (Transmission Control Protocol = Πρωτόκολλο Ελέγχου Μετάδοσης) και το «IP» (Internet Protocol = Πρωτόκολλο Διαδικτύου), που καθορίζουν τον τρόπο μεταφοράς των δεδομένων από κόμβο σε κόμβο του διαδικτύου. Η μέθοδος που χρησιμοποιείται ονομάζεται «μεταγωγή πακέτων». Σύμφωνα με αυτήν κάθε αρχείο που πρόκειται να μεταφερθεί, πρέπει να τεμαχιστεί σε πακέτα (μικρά τμήματα πληροφορίας, π.χ. 512 byte) που περιέχουν τον αύξοντα αριθμό της σειράς τους στο συνολικό αρχείο και τη διεύθυνση του υπολογιστή όπου πρέπει να μεταβούν. Στη συνέχεια τα πακέτα στέλνονται προς τον κοντινότερο δρομολογητή που αποφασίζει (με βάση τα στοιχεία της κίνησης στο δίκτυο και τη διεύθυνση αποστολής) για τον επόμενο κόμβο, προς τον οποίο πρέπει να τα προωθήσει. Έτσι, τα πακέτα φτάνουν στον τελικό κόμβο, όπου συναρμολογούνται αναδημιουργώντας το αρχικό αρχείο και είναι στη διάθεση του παραλήπτη. Οι επιχειρήσεις που προσφέρουν σύνδεση στο διαδίκτυο ονομάζονται «Παροχείς Υπηρεσιών Διαδικτύου» (Internet Services Providers ή ISPs). Ο απλός χρήστης μπορεί να συνδεθεί στο διαδίκτυο μέσω της τηλεφωνικής γραμμής που φτάνει ως το χώρο του. Θα πρέπει αρχικά να συνδέσει τον υπολογιστή του με τη συσκευή που ονομάζεται «modem» και στη συνέχεια το modem με το τηλεφωνικό καλώδιο. Το modem χρειάζεται ώστε να μετατρέπει την ψηφιακή πληροφορία σε αναλογική, που μπορεί να μεταδοθεί με ελάχιστες αποσβέσεις πάνω στις υπάρχουσες καλωδιώσεις. Ο χρήστης μέσω του κατάλληλου λογισμικού τηλεφωνεί σε ειδικά νούμερα, ώστε να συνδεθεί με τον κόμβο του «παροχέα», στον οποίο είναι συνδρομητής. Τα δεδομένα από τον υπολογιστή του μεταδίδονται στον κόμβο του παροχέα και από εκεί προς τον κόμβο προορισμού, οπουδήποτε στον κόσμο και αν βρίσκεται αυτός. Από τη στιγμή που ο χρήστης έχει συνδεθεί με έναν κόμβο στο διαδίκτυο, μπορεί να χρησιμοποιήσει όλες τις υπηρεσίες που αυτό προσφέρει. Οι περισσότερο γνωστές και ευρύτερα διαδομένες είναι αυτές του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και του Παγκόσμιου Ιστού. Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (electronic mail ή όπως έχει καθιερωθεί «email») είναι μια υπηρεσία που επιτρέπει την άμεση ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων με κάθε άλλο χρήστη που έχει επίσης δυνατότητα σύνδεσης στο διαδίκτυο. Ο Παγκόσμιος Ιστός (World Wide Web ή απλά «Web») είναι μία υπηρεσία βασισμένη στο πρωτόκολλο HTTP (HyperText Transfer Protocol = Πρωτόκολλο Μετάδοσης Υπερκειμένου), με βάση το οποίο πληροφορίες οργανωμένες σε σύνολα που ονομάζονται «ιστοσελίδες» μπορούν να μεταδοθούν από υπολογιστή σε υπολογιστή μέσω του διαδικτύου. Για τον περισσότερο κόσμο η έννοια του διαδικτύου ταυτίζεται με αυτήν του Παγκόσμιου Ιστού, γιατί μέσω του Web είναι δυνατή η προσφορά, προς τον απλό χρήστη, ποικίλων υπηρεσιών, που επιτρέπουν την πραγματοποίηση, από απόσταση, εμπορικών συναλλαγών και δραστηριοτήτων ενημέρωσης, ψυχαγωγίας, εκπαίδευσης και επικοινωνίας.
ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ.
Η επίδραση των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) στον επαγγελματικό τομέα μπορεί να εντοπιστεί σε τρεις άξονες: α) «Μεταβολή στις επαγγελματικές πρακτικές»: σε πολλούς επαγγελματικούς τομείς η χρήση του υπολογιστή και του διαδικτύου δημιούργησε νέους τρόπους εργασίας και παραγωγής, διαμόρφωσε ανάγκες για νέες γνώσεις και δεξιότητες και γενικά εισήγαγε επαγγελματικές πρακτικές διαφορετικές απ’ ό,τι αυτές που εφαρμόζονταν πριν την εμφάνιση του Η/Υ. β) «Εμφάνιση νέων επαγγελμάτων»: ο υπολογιστής προκάλεσε την εμφάνιση εντελώς καινούριων επαγγελμάτων που σχετίζονται άμεσα με την επιστήμη και την τεχνολογία της πληροφορικής και των επικοινωνιών. γ) «Μείωση θέσεων εργασίας»: σε αρκετές περιπτώσεις η εφαρμογή των ΤΠΕ οδήγησε στην κατάργηση θέσεων εργασίας, κυρίως ειδικευμένων εργατών.
α) Στην πρώτη περίπτωση της μεταβολής των επαγγελματικών πρακτικών ο υπολογιστής και το διαδίκτυο ως νέα εργαλεία δημιούργησαν απαιτήσεις νέων γνώσεων από μέρους των επαγγελματιών και εισήγαγαν καινούριους τρόπους παραγωγής, μέσω της διαχείρισης πληροφοριών, κυρίως σε επαγγέλματα του λεγόμενου τριτογενούς τομέα, δηλαδή το εμπόριο και τις υπηρεσίες. Έτσι, π.χ. οι γραμματείς των επιχειρήσεων είναι πλέον υποχρεωμένοι να γνωρίζουν το βασικό πακέτο λογισμικού για υποστήριξη εργασιών γραφείου της Microsoft, το Office. Τραπεζικοί υπάλληλοι, ασφαλιστές, χρηματιστές έχουν πρόσβαση καθημερινά σε διάφορες τράπεζες δεδομένων για καταχώρηση οικονομικής φύσης στοιχείων. Επιχειρήσεις δημιουργούν ιστοσελίδες και παρέχουν μέσω του διαδικτύου τις υπηρεσίες τους στον απομακρυσμένο πελάτη, σε τομείς όπως επικοινωνία-ενημέρωση (ηλεκτρονικές εφημερίδες και περιοδικά, ειδικευμένες ενημερωτικές υπηρεσίες), ψυχαγωγία (παιχνίδια, κινηματογράφος και μουσική, τυχερά παιχνίδια), εκπαίδευση (εκπαίδευση από απόσταση που παρέχουν διάφοροι οργανισμοί και πανεπιστήμια), εμπόριο (εμπορικές ιστοσελίδες, όπου μπορεί κανείς να δει ποικίλα προϊόντα και να τα παραγγείλει). Ευρύτατη χρήση των ΤΠΕ γίνεται ακόμη σε κάθε επιστημονική δραστηριότητα. Επιστήμονες ποικίλων ειδικοτήτων (και όχι μόνο των θετικών κατευθύνσεων) χρησιμοποιούν υπολογιστές για την επεξεργασία δεδομένων, την κατασκευή και έλεγχο μοντέλων, τη δημιουργία προσομοιώσεων, την ανακοίνωση εργασιών, αλλά και την οργάνωση εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων μέσω του διαδικτύου. Οι υπολογιστές εμφανίζονται παντού: εστιατόρια και καταστήματα τροφίμων χρησιμοποιούν υπολογιστές για να ελέγξουν το στοκ στις αποθήκες τους και τις μεταβολές των τιμών και να πετύχουν έγκαιρα τις πιο συμφέρουσες προμήθειες· διεκπεραιωτές χρησιμοποιούν τερματικά συνδεδεμένα με υπολογιστές για την οργάνωση παραλαβών και παραδόσεων διαφόρων αγαθών· διευθυντές κατασκευαστικών εταιρειών αναλύουν τις δομές κτιρίων και υπολογίζουν χρόνο, υλικά και κόστος κατασκευής· μηχανικοί αυτοκινήτων ελέγχουν μέσω υπολογιστή την απόδοση οχημάτων, εντοπίζουν μηχανικά προβλήματα και προσδιορίζουν βέλτιστους τρόπους συντήρησης· σχεδιαστές διάφορων προϊόντων, διαφημιστές, κατασκευαστές παιχνιδιών και σκηνοθέτες κινηματογραφικών ταινιών χρησιμοποιούν υπολογιστές είτε για να σχεδιάσουν είτε για να ελέγξουν είτε ακόμη για να συναρμολογήσουν το προϊόν της εργασίας τους. Στον εκδοτικό χώρο όλες οι βασικές εργασίες, όπως συγγραφή κειμένων, επεξεργασία εικόνας, δημιουργία σχεδίων, σελιδοποίηση γίνονται πλέον με χρήση υπολογιστών. Οι καλλιτέχνες χρησιμοποιούν τους υπολογιστές ως μέσο που επεκτείνει τις εκφραστικές δυνατότητές τους, ανοίγοντας νέους δρόμους πειραματισμού. Οι μουσικοί χρησιμοποιούν ειδικά προγράμματα συγγραφής παρτιτούρας και μπορούν να ακούσουν τη σύνθεσή τους από τον υπολογιστή, να πειραματιστούν και να την επεξεργαστούν, πριν ακόμη αυτή φτάσει να παιχτεί από ανθρώπινα χέρια. Ειδικά μηχανήματα («συνθετητές») τους δίνουν τη δυνατότητα να επιλέξουν ή και να δημιουργήσουν πρωτόγνωρα ηχοχρώματα για να τα ενσωματώσουν στις συνθέσεις τους. Γραφίστες χρησιμοποιούν προγράμματα επεξεργασίας εικόνας και σύνθεσης αφίσας και δημιουργούν πρωτότυπα και εντυπωσιακά οπτικά μηνύματα. Στον εκπαιδευτικό τομέα οι υπολογιστές και το διαδίκτυο άνοιξαν δυνατότητες που έφεραν επανάσταση. Για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία η εκπαιδευτική πράξη καταργεί τους περιορισμούς του χρόνου και του χώρου και μπορεί να προσφερθεί σε όποιον ενδιαφέρεται από απόσταση, χωρίς να τον υποχρεώνει να βρίσκεται σε ένα συγκεκριμένο τόπο και χρόνο για να παρακολουθήσει ένα συγκεκριμένο μάθημα. Πανεπιστήμια προσφέρουν μαθήματα από απόσταση, σε προπτυχιακό αλλά και μεταπτυχιακό επίπεδο χρησιμοποιώντας τις επικοινωνιακές δυνατότητες που προσφέρει το διαδίκτυο. Σχεδιάζεται και αναπτύσσεται, επίσης, εκπαιδευτικό λογισμικό για κάθε τομέα γνώσης, το οποίο μπορεί να προσφέρει μαθησιακές αλληλεπιδράσεις, δυνατότητες πειραματισμού και έρευνας τέτοιες, που να εμπλουτίσουν τη διαδικασία της μάθησης με ουσιαστικότερες και βαθύτερες εμπειρίες κατανόησης.
β) Στη δεύτερη περίπτωση οι ΤΠΕ προκαλούν την εμφάνιση επαγγελμάτων που σχετίζονται άμεσα με την ίδια την τεχνολογία. Μηχανικοί υλικού και λογισμικού, προγραμματιστές ποικίλων ειδικοτήτων, τεχνικοί υποστήριξης και διαχειριστές συστημάτων είναι οι τέσσερις βασικές κατηγορίες επαγγελματιών που δραστηριοποιούνται στενά σε σχέση με τον υπολογιστή και τα δίκτυα υπολογιστών. Οι μηχανικοί είναι εκείνοι που προτείνουν, σχεδιάζουν, ελέγχουν και πιστοποιούν τη σωστή λειτουργία νέων μονάδων τόσο υλικού όσο και λογισμικού. Οι προγραμματιστές χρησιμοποιούν εργαλεία προγραμματισμού, ώστε να αναπτύσσουν λογισμικό σε ποικίλα πεδία. Οι προγραμματιστές πολυμέσων διαχειρίζονται πληροφορίες ποικίλων μορφών (κείμενα, εικόνες, κινούμενο σχέδιο, video) και αναπτύσσουν εφαρμογές πολυμέσων, για εκπαιδευτικούς και ψυχαγωγικούς κυρίως σκοπούς. Οι προγραμματιστές βάσεων δεδομένων σχεδιάζουν, αναπτύσσουν και συντηρούν προγράμματα διαχείρισης βάσεων δεδομένων, δηλαδή προγράμματα που επιτρέπουν τη γρήγορη πρόσβαση σε μεγάλους όγκους οργανωμένων πληροφοριών. Οι προγραμματιστές διαδικτύου σχεδιάζουν και αναπτύσσουν κώδικες που θα «τρέξει» στο διαδίκτυο, δηλαδή κώδικες που «τρέχει» στους υπολογιστές εξυπηρέτες ή πελάτες του δικτύου και επιτρέπει την παροχή όλων αυτών των πολύμορφων υπηρεσιών που προσφέρονται στον επισκέπτη των δικτυακών κόμβων και ιστοσελίδων. Ένας σημαντικός επαγγελματικός τομέας ακόμη είναι ο τομέας των τεχνικών υποστήριξης. Η τεχνολογία είναι αδύνατο να λειτουργήσει σωστά και αποδοτικά χωρίς τους κατάλληλους ανθρώπους οι οποίοι γνωρίζουν τρόπους υποστήριξής της και επίλυσης κάθε προβλήματος που θα προκύψει. Ο τεχνικός υποστήριξης (είτε πρόκειται για τεχνικό συστημάτων είτε για τεχνικό δικτύου) είναι απαραίτητος σε κάθε επιχείρηση και οργανισμό που χρησιμοποιεί ΤΠΕ. Πολύ σημαντική για την επιχείρηση είναι επίσης και η θέση του διαχειριστή, είτε πρόκειται για διαχειριστή συστημάτων πληροφοριών (διαχειρίζεται γενικά την ομάδα των ειδικών της πληροφορικής μιας επιχείρησης), είτε για διαχειριστή δικτύου (διαχειρίζεται το δίκτυο της εταιρείας), είτε για διαχειριστή επικοινωνίας δεδομένων (έχει την ευθύνη για την εγκατάσταση και συντήρηση σύνδεσης στο διαδίκτυο, για το σχεδιασμό συστήματος τηλεργασίας και γενικά για καθετί που σχετίζεται με την παρουσία και δράση της εταιρείας στο διαδίκτυο). Οι ΤΠΕ, όμως, δε δημιουργούν θέσεις εργασίας μόνο για επαγγελματίες της πληροφορικής, αλλά παράλληλα δημιουργούν ειδικότητες και σε άλλους επαγγελματικούς τομείς που σχετίζονται με την τεχνολογία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο νομικός που ειδικεύεται σε θέματα δικαίου σχετικά με την τεχνολογία (ειδικεύεται σε θέματα, όπως πνευματικά δικαιώματα λογισμικού, μονοπώλια εταιρειών λογισμικού), ο συγγραφέας τεχνικών εγχειριδίων (πρέπει με εύληπτο ύφος να μπορεί να περιγράφει τον τρόπο λειτουργίας πακέτων λογισμικού), ειδικοί ασφάλειας εγκαταστάσεων υπολογιστικών συστημάτων (πρέπει να ασφαλίζουν χώρο και μηχανήματα, ώστε να είναι αδύνατη η απομάκρυνσή τους) και ακόμη γιατροί και φυσιολόγοι ειδικευμένοι σε παθήσεις που σχετίζονται με τις ΤΠΕ (όπως οφθαλμικές παθήσεις λόγω ακτινοβολιών, μυοσκελετικές παθήσεις λόγω της πολύωρης εργασίας στην ίδια στάση, κτλ.).
γ) Σε αρκετές περιπτώσεις η χρήση των ΤΠΕ αντικαθιστά τον άνθρωπο στον εργασιακό χώρο. Είναι σημαντικό, όμως, να τονιστεί ότι οι θέσεις εργασίας που καταλαμβάνουν οι μηχανές είναι τέτοιες όπου οι τυποποιημένες επαναλαμβανόμενες ενέργειες των εργατών μπορούν να εκτελεστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια και γρηγορότερα από τον υπολογιστή ή από μηχανές ελεγχόμενες από υπολογιστή. Έτσι, οι εργάτες στις γραμμές παραγωγής των αυτοκινητοβιομηχανιών έχουν σε πολλές περιπτώσεις δώσει τη θέση τους σε ειδικευμένα μηχανήματα (ρομπότ) που εκτελούν αποδοτικότερα την ίδια εργασία αυξάνοντας την παραγωγικότητα της επιχείρησης. Εργαζόμενοι σε θέσεις ελέγχου εισόδου (φύλακες, εισπράκτορες λεωφορείων κτλ.) έχουν αντικατασταθεί από μηχανήματα που ελέγχουν κάρτες εισόδου, επιτρέπουν ή απαγορεύουν την είσοδο και επικυρώνουν εισιτήρια ή ειδικά έγγραφα εισόδου. Είναι φανερό και αναμενόμενο ότι σε κάθε είδος εργασίας, όπου υπάρχει δυνατότητα τυποποίησης, ο υπολογιστής αργά ή γρήγορα αποκτά τη δυνατότητα εκτέλεσής της, εκτοπίζοντας τον άνθρωπο. Είναι όμως εξίσου φανερό ότι πολλές νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται για εργαζόμενους ειδικευμένους στις ΤΠΕ. Στις περισσότερες χώρες με ανάπτυξη στην πληροφορική καταγράφονται μεγάλες ελλείψεις σε ανθρώπους ειδικευμένους σε ΤΠΕ. Σε κάποιες περιπτώσεις, επίσης, παρατηρείται και το φαινόμενο κάποια χώρα να κάνει «εισαγωγή» ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, όπως π.χ. η Γερμανία, που χορήγησε μαζικά άδειες εισόδου, παραμονής και εργασίας σε ειδικευμένους εργαζόμενους από αναπτυσσόμενες χώρες (Ινδία κ.ά.) αρκεί να είχαν γνώσεις πληροφορικής και να ήθελαν να εργαστούν σε γερμανικές επιχειρήσεις πληροφορικής.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ.
Οι σύγχρονες Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) μεταβάλλουν την κοινωνική πραγματικότητα με έναν τρόπο τόσο σημαντικό, ώστε η κοινωνία να χαρακτηρίζεται ως «κοινωνία της πληροφορίας». Η ουσία των αλλαγών έγκειται στο γεγονός ότι η ψηφιακή τεχνολογία με τη δυνατότητα της άμεσης μετάδοσης πληροφοριών καταργεί τα δεσμά του χώρου και του χρόνου σε πολλές δραστηριότητες που παραδοσιακά διεξάγονταν μόνο «δια ζώσης» με την άμεση παρουσία των ενδιαφερομένων. Έτσι, ένας μεγάλος αριθμός δραστηριοτήτων (που συνεχώς μεγαλώνει) είναι δυνατόν να γίνεται σήμερα «από απόσταση», μέσω των υπολογιστών και του διαδικτύου. Το πρόθεμα «τηλε-» που δηλώνει ακριβώς την από απόσταση ενέργεια εμφανίζεται όλο και συχνότερα ως πρώτο συνθετικό νεοεισαγόμενων όρων (π.χ. τηλεκπαίδευση, τηλεϊατρική, τηλεργασία, τηλεσυναλλαγές) για να τονίσει ακριβώς τη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών από απόσταση.
Οι επιμέρους άξονες δραστηριοτήτων, τους οποίους επηρεάζει και διαμορφώνει η δυνατότητα υπηρεσιών τηλεματικής, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: α) επικοινωνία, β) εργασία, γ) εκπαίδευση, δ) εμπορικές συναλλαγές, ε) υγεία και στ) ψυχαγωγία. Στον τομέα της επικοινωνίας οι ΤΠΕ προσφέρουν νέες δυνατότητες φθηνής επικοινωνίας σε μεγάλες αποστάσεις και με πολλαπλά μέσα. Μέσω του διαδικτύου οι τηλεφωνικές κλήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο μπορούν πλέον να γίνονται με χρέωση αστικής μονάδας, ενώ ακόμη μεταδίδονται παγκόσμια και εκπομπές ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών. Σημαντική υπηρεσία είναι και η τηλεδιάσκεψη (videoconference), με τη χρήση της οποίας άνθρωποι σε απομακρυσμένα γεωγραφικά σημεία μπορούν να έρθουν σε επαφή «πρόσωπο με πρόσωπο», να ανταλλάξουν πληροφορίες και δεδομένα και να εργαστούν πάνω σε κοινά έργα.
Η τηλεκπαίδευση (ή εκπαίδευση από απόσταση) ανοίγει νέες εκπαιδευτικές δυνατότητες καταργώντας τους παραδοσιακούς περιορισμούς του χώρου και χρόνου. Εκπαιδευτικά ιδρύματα ήδη προσφέρουν τόπους εκπαιδευτικών υπηρεσιών στο διαδίκτυο, μέσω των οποίων προσφέρεται η δυνατότητα σε ανθρώπους που για διάφορους λόγους δεν μπορούν να μετακινηθούν προς τις έδρες των πανεπιστημίων, να παρακολουθήσουν μαθήματα από απόσταση σε προπτυχιακό ή και μεταπτυχιακό επίπεδο. Στο χώρο των εμπορικών συναλλαγών οι δυνατότητες είναι ποικίλες. Επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο λειτουργούν ηλεκτρονικά υποκαταστήματά τους στο διαδίκτυο, προσφέροντας τη δυνατότητα στον επισκέπτη να κάνει τις αγορές του από το σπίτι του χωρίς την παραμικρή μετακίνηση. Στο χρηματιστήριο συναλλαγές και παρακολούθηση των τιμών μπορεί να γίνει on-line μέσω Web servers εταιρειών που παρέχουν δωρεάν ή επί πληρωμή τις σχετικές πληροφορίες. Στο χώρο της υγείας σημαντικές δυνατότητες προσφέρει η τηλεϊατρική που επιτρέπει στο γιατρό να εξετάσει από απόσταση τον ασθενή, να κάνει διάγνωση και να προτείνει θεραπευτική αγωγή. Μάλιστα, η σύγχρονη τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα και χειρουργικής επέμβασης από απόσταση, κάτι που είναι εξαιρετικά επιθυμητό, όταν η χειρουργική ομάδα δεν μπορεί να βρεθεί δίπλα στον ασθενή (όπως π.χ. σε περιπτώσεις γεωγραφικά απομονωμένων περιοχών ή στρατιωτικών επιχειρήσεων). Στον τομέα της ψυχαγωγίας ο υπολογιστής και το διαδίκτυο προσφέρουν στον καθένα τη δυνατότητα να βρει και να απολαύσει τη μουσική και τις ταινίες που τον ενδιαφέρουν ή να παίξει διάφορα παιχνίδια μόνος του ή με άλλους. Μουσική κάθε είδους αλλά και ταινίες σε ειδικά συμπιεσμένη μορφή, ώστε να μεταφέρονται γρήγορα, είναι διαθέσιμες είτε με πληρωμή είτε και ελεύθερα στο διαδίκτυο. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί επίσης να βρει παιχνίδια κάθε είδους (είτε αγοράζοντάς τα στο εμπόριο είτε κατεβάζοντάς τα από τους σχετικούς τόπους του διαδικτύου) και να παίξει στον υπολογιστή του ή μέσω δικτύου και με τους φίλους του. Για τους λάτρεις του είδους υπάρχει και η δυνατότητα να παίξουν τυχερά παιχνίδια στο διαδίκτυο συνδεόμενοι με τόπους που μοιάζουν με πραγματικά καζίνο.
Βέβαια οι υπολογιστές και το διαδίκτυο, όπως και κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, δημιούργησαν και το δικό τους κύκλο παράνομων δραστηριοτήτων που προέκυψε κυρίως από την αδυναμία αποτελεσματικής προστασίας του λογισμικού και την έλλειψη κάθε ελέγχου που χαρακτηρίζει το διαδίκτυο. Το λογισμικό μπορεί εύκολα να αντιγραφεί, είτε βρίσκεται αποθηκευμένο σε δισκέτες είτε σε CD-ROM, με συνέπεια να ανθίζει η «πειρατεία», δηλαδή η παράνομη αντιγραφή και μεταπώληση προγραμμάτων υπολογιστή. Οι εταιρείες παραγωγής λογισμικού αντιδρούν και με ελέγχους στους εργασιακούς χώρους για τον εντοπισμό παράνομων αντιγράφων, αλλά και προσπαθώντας να προσφέρουν κίνητρα στον υποψήφιο πελάτη για νόμιμη αγορά του λογισμικού. Έτσι, ο αγοραστής έχει τεχνική υποστήριξη από την εταιρεία, ενημέρωση για κάθε εξέλιξη και βελτίωση, καθώς και σημαντική έκπτωση στην αγορά της επόμενης αναβαθμισμένης έκδοσης του λογισμικού. Κάτι ακόμη που βοηθά στις σχέσεις αγοραστή και παραγωγού λογισμικού είναι η δυνατότητα δωρεάν προσφοράς των λεγόμενων «δοκιμαστικών» (trial) εκδόσεων των προγραμμάτων. Ο πελάτης έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει μία δοκιμαστική έκδοση (συνήθως για συγκεκριμένο αριθμό ημερών, π.χ. 30 ημέρες), να δει και να εκτιμήσει κατά πόσο τον εξυπηρετεί στην εργασία του και να προχωρήσει στη συνέχεια στην αγορά όντας σίγουρος ότι πληρώνει για ένα προϊόν που πραγματικά χρειάζεται. Στο διαδίκτυο η απόλυτη ελευθερία στο περιεχόμενο των ιστοσελίδων που μπορεί να δημιουργήσει κανείς επιτρέπει τη «δημοσίευση» ηθικά μεμπτών πληροφοριών (πορνογραφία, ρατσισμός). Όμως το μεγαλύτερο πρόβλημα που σχετίζεται με την εγκληματικότητα στο διαδίκτυο αφορά στη διόγκωση του εμπορίου λευκής σαρκός και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, εφόσον η καταστολή στο διαδικτυακό χώρο ενέχει συγκεκριμένες σημαντικές δυσχέρειες. Οι συναλλαγές, επίσης, στο διαδίκτυο που γίνονται με χρήση καρτών (π.χ. Visa, MasterCard) κινδυνεύουν από υποκλοπές των στοιχείων και του κωδικού της κάρτας που στη συνέχεια μπορούν βέβαια να χρησιμοποιηθούν σε αγορές, όπου θα χρεωθούν παράνομα οι λογαριασμοί των ανύποπτων κατόχων τους.
ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΤΩΝ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ.
Ο κόσμος των υπολογιστών εξελίσσεται γοργά και δεν είναι εύκολο κανείς να κάνει προβλέψεις για τη μορφή της τεχνολογίας στο μέλλον. Είναι σίγουρο, όμως, ότι τα μελλοντικά υπολογιστικά συστήματα θα προσφέρουν στο χρήστη πολύ μεγαλύτερη ισχύ με όλο και μειούμενο κόστος. Σύμφωνα με μία εκτίμηση που είναι γνωστή ως νόμος του Moore, η ισχύς των μικροεπεξεργαστών διπλασιάζεται κάθε περίπου δύο χρόνια ή ακριβέστερα 18 μήνες. Δηλαδή τα σημερινά τσιπ είναι 1.000 φορές γρηγορότερα από τα αντίστοιχα 20 χρόνια πριν. Ταυτόχρονα το κόστος τους βαίνει μειούμενο με ανάλογους ρυθμούς έτσι, ώστε ένας μικροεπεξεργαστής που έχει κλείσει δύο χρόνια ζωής να αποτιμάται μόλις σε ένα κλάσμα (ένα τρίτο ή ένα τέταρτο) της αρχικής του αξίας. Η τάση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί και να επεκταθεί σε κάθε πτυχή υλικού ή λογισμικού. Η βοηθητική μνήμη (ολοκληρωμένα κυκλώματα μνήμης RAM ή σκληροί δίσκοι) αναμένεται να προσφέρουν πολύ μεγαλύτερες χωρητικότητες και υψηλότερες ταχύτητες πρόσβασης σε ακόμα χαμηλότερες τιμές. Το DVD τείνει σχεδόν να αντικαταστήσει το CD ως μονάδα οπτικού δίσκου στον υπολογιστή προσφέροντας τη δυνατότητα ανάγνωσης και αναπαραγωγής δίσκων CD-Audio, CD-ROM και φυσικά DVD μεταφέροντας έτσι τον ψηφιακό κινηματογράφο και στο χώρο του προσωπικού υπολογιστή. Στο χώρο του λογισμικού, επίσης, το ζητούμενο είναι μεγαλύτερη ευχρηστία, περισσότερα χαρακτηριστικά και χαμηλότερες τιμές, απαιτήσεις στις οποίες η βιομηχανία λογισμικού ήδη έχει αρχίσει να ανταποκρίνεται προσφέροντας καινούρια πακέτα με εξυπνότερες σχεδιάσεις διεπαφής χρήστη, με περισσότερα χαρακτηριστικά και με μείωση των τιμών. Τα λειτουργικά συστήματα αναμένεται να εκμεταλλευθούν στο έπακρο τις δυνατότητες το υλικού και να προσφέρουν περιβάλλοντα εργασίας φιλικά και περισσότερο κοντά στον ανθρώπινο τρόπο επικοινωνίας. Έτσι, πιθανότατα το πληκτρολόγιο και το ποντίκι θα αντικατασταθούν με συστήματα αναγνώρισης φωνής και εικόνας, ώστε ο χρήστης του μέλλοντος να απευθύνεται στον υπολογιστή και να του μεταβιβάζει εντολές μιλώντας του ή ακόμη και με νοήματα. Η ενισχυμένη αυτή ευχρηστία θα είναι κάτι που θα χαρακτηρίζει και το υλικό, καθώς οι διάφορες επεκτάσεις και προσθήκες θα είναι πλήρως συμβατές με την τεχνολογία «plug and play». Το λογισμικό, επίσης, αναμένεται να ενσωματώνει περισσότερη «ευφυΐα» διαθέτοντας υπηρεσίες οι οποίες θα προνοούν για τη σωστή και αποδοτική επεξεργασία πληροφοριών σύμφωνα με τις επιθυμίες των χρηστών. Χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα είναι οι βάσεις δεδομένων, όπου το λογισμικό θα μπορεί να επεξεργάζεται κατά πολλούς και αποδοτικούς τρόπους την πληροφορία προσφέροντας «έξυπνες» αναφορές στους διαχειριστές, πριν καν αυτές ζητηθούν, και τα λειτουργικά συστήματα δικτύων που θα μπορούν αυτόματα να εκτελούν εργασίες διαχείρισης και συντήρησης του δικτύου, οι οποίες παραδοσιακά απασχολούσαν τους διαχειριστές του δικτύου (π.χ. δημιουργία αντιγράφων ασφαλείας, προφίλ χρηστών, λύση προβλημάτων διακίνησης πληροφοριών τη στιγμή της γέννησής τους). Όσον αφορά το διαδίκτυο μελλοντικά θα προσφέρει υποδομή με υψηλότερο εύρος ζώνης και κατά συνέπεια υψηλότερες ταχύτητες μετάδοσης δεδομένων. Η εξέλιξη που φαίνεται πιθανότερη είναι η ανάπτυξη υπηρεσιών που θα μπορούν να εντοπίζουν αποδοτικά τις συγκεκριμένες πληροφορίες που αναζητά (και για τις οποίες είναι διατεθειμένος να πληρώσει) κάθε χρήστης, μέσα από το χάος των ποικίλων διαθέσιμων πληροφοριών. Επιπλέον, οι σελίδες του Παγκόσμιου Ιστού θα αποκτήσουν μεγαλύτερη διαδραστικότητα, καθώς οι προγραμματιστές θα εκμεταλλευτούν και το μεγαλύτερο διαθέσιμο εύρος ζώνης, αλλά και τα νέα εργαλεία προγραμματισμού για το διαδίκτυο. Μέσα από αυτές τις σελίδες θα υποστηριχθούν όλες εκείνες οι δραστηριότητες που αλλάζουν ήδη τον τρόπο εκπαίδευσης, εργασίας, επικοινωνίας και εμπορικών δραστηριοτήτων. Στον εργασιακό χώρο αναμένεται να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο η τηλεεργασία, δηλαδή η δυνατότητα να εργάζεται κανείς από το σπίτι του συνεισφέροντας έτσι στη μείωση της κυκλοφορίας μέσα στην πόλη και τη μείωση του άγχους λόγω των μετακινήσεων και, παράλληλα, δίνοντας τη δυνατότητα δημιουργίας «δυνητικών» (virtual) εταιρειών, οι οποίες δε θα έχουν κάποιο φυσικό χώρο ύπαρξης (γραφεία, εγκαταστάσεις κτλ.), αλλά θα αποτελούνται από τηλεργαζόμενους που θα συνεργάζονται ανάλογα με τη ζήτηση της αγοράς ώστε να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους ενδιαφερόμενους πελάτες. Όσον αφορά, τέλος, το ηλεκτρονικό εμπόριο αναμένεται ότι ένα συνεχώς αυξανόμενο τμήμα εμπορικών δραστηριοτήτων (αγορές και πωλήσεις) θα εκτελούνται μέσα από το διαδίκτυο με χρήση του ηλεκτρονικού χρήματος (ειδικές πιστώσεις σε ασφαλείς τραπεζικές βάσεις δεδομένων). Στην εκπαίδευση θα προσφερθούν πολλές ευκαιρίες πανεπιστημιακής εκπαίδευσης από απόσταση είτε σε προπτυχιακό είτε σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Επιπρόσθετα, θα δημιουργηθούν εταιρείες που θα προσφέρουν από απόσταση επιμόρφωση των εργαζομένων μιας επιχείρησης ή ενός οργανισμού (π.χ. τραπεζών) πάνω σε θέματα για τα οποία θα υπάρχει ζήτηση. Μία δράση που θα εξελιχθεί μελλοντικά είναι η σχεδίαση και ανάπτυξη του λεγόμενου «Internet2». Το Internet2 είναι μια συνεργασία περισσότερων από 180 αμερικανικών πανεπιστημίων μαζί με βιομηχανίες και κυβερνητικούς παράγοντες των ΗΠΑ, με στόχο τη σχεδίαση και ανάπτυξη προχωρημένων δικτυακών εφαρμογών που θα διαμοιράζονται με χρήση δικτυακών τεχνολογιών και συνδέσεων εξαιρετικά υψηλών ταχυτήτων. Οι γενικοί στόχοι του Internet2 είναι α) η δημιουργία ενός ταχύτατου δικτύου για την ακαδημαϊκή κοινότητα, β) η ανάπτυξη πρωτοπόρων δικτυακών εφαρμογών και γ) η διαμοίραση νέων δικτυακών υπηρεσιών και εφαρμογών στην ευρύτερη κοινότητα του κλασικού internet. Με το Internet2 θα είναι δυνατή η γρήγορη μετάδοση πληροφορίας πολυμέσων, η σύνδεση πολλών χρηστών με μεγάλες ψηφιακές βιβλιοθήκες, η τηλε-βύθιση (tele-immersion), δηλαδή η χρήση περιβαλλόντων δυνητικής πραγματικότητας μέσω του δικτύου και η εύκολη διαχείριση πληροφορίας πολυμέσων (εικόνα, ήχοι, βίντεο), η οποία θα αναζητείται, θα μεταφέρεται, θα ταξινομείται, θα ερευνάται και της οποίας η επεξεργασία θα γίνεται εύκολα και γρήγορα, όπως γίνεται σήμερα με τα ηλεκτρονικά κείμενα. Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρει κανείς τη διαφαινόμενη σύγκλιση των τεχνολογιών, η οποία αναμένεται να ενταθεί ακόμη περισσότερο, κάτι που σημαίνει ότι μελλοντικά οι λειτουργίες που εκτελούν σήμερα οι διάφορες συσκευές (υπολογιστής, τηλεόραση, τηλέφωνο, βίντεο, CD, DVD) θα μπορούν να προσφέρονται από λιγότερες ή και μία ακόμη ολοκληρωμένη συσκευή τηλεπικοινωνίας και επεξεργασίας πληροφοριών.
ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ
Apple. Ιστορική και πρωτοπόρος αμερικανική εταιρεία σχεδίασης και κατασκευής προσωπικών ηλεκτρονικών υπολογιστών. Η Apple ιδρύθηκε από τους Steve Jobs και Steve Wozniak, οι οποίοι κατασκεύασαν τον πρώτο προσωπικό υπολογιστή της σειράς Apple (τον Apple Ι) το 1976. Ακολούθησαν οι Apple II και Apple III που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, καθώς χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά έγχρωμα γραφικά, όπως και πρωτοπόρα για την εποχή στοιχεία που δημιουργούσαν ένα φιλικό προς το χρήστη περιβάλλον εργασίας. Την ίδια ώρα που οι χρήστες άλλων συστημάτων χρησιμοποιούσαν την ελάχιστα πρακτική γραμμή εντολών για να επικοινωνήσουν με τον υπολογιστή τους, οι Apple προσέφεραν διεπαφή χρήστη βασισμένη σε γραφικά (Graphical User Interface) και ποντίκι. Οι υπολογιστές που κατέστησαν την Apple παγκόσμια γνωστή ήταν οι Macintosh, μια σειρά προσωπικών υπολογιστών που ξεκίνησε το 1984 και παρουσίασε ποικιλία μοντέλων, όπως οι Power Macs, Quadras, Power books, Duos και Performa. Τελικά, το γεγονός ότι αναπτύχθηκε και για τους ΙΒΜ συμβατούς υπολογιστές ένα περισσότερο φιλικό λειτουργικό σύστημα βασισμένο σε διεπαφή γραφικών (Windows της Microsoft), αλλά και το ότι οι Apple ήταν πάντοτε χαρακτηριστικά πιο ακριβοί, οδήγησαν τους συμβατούς σε συντριπτική κυριαρχία στην παγκόσμια αγορά. Σήμερα οι υπολογιστές Apple χρησιμοποιούνται κυρίως σε εργασίες γραφιστών και επιτραπέζιας τυπογραφίας.
ASCII («άσκι»). Αρχικά των λέξεων «American Standard Code for Information Interchange» που δηλώνουν το συνηθέστερο τρόπο κωδικοποίησης αρχείων κειμένου στους υπολογιστές και το διαδίκτυο. Ο κώδικας κατασκευάστηκε από το Αμερικανικό Εθνικό Ινστιτούτο Προτύπων (American National Standards Institute = ANSI). Σε ένα αρχείο κειμένου τύπου ASCII κάθε χαρακτήρας κωδικοποιείται με έναν κωδικό επτά δίτιμων ψηφίων (επτά bit). Με τον τρόπο αυτόν μπορούν να κωδικοποιηθούν μέχρι 128 χαρακτήρες (27 = 128). Οι χαρακτήρες με κωδικούς από 0 ως 31 είναι ειδικοί χαρακτήρες ελέγχου, από 32 ως 64 αριθμοί και διάφοροι χαρακτήρες στίξης (θαυμαστικό, απόστροφος, παρενθέσεις κτλ.), από 65 ως 96 τα κεφαλαία γράμματα του λατινικού αλφάβητου και μερικά σύμβολα, και από 97 ως 127 τα πεζά γράμματα και μερικοί ακόμη συνηθισμένοι χαρακτήρες. Οι 128 χαρακτήρες δεν ήταν αρκετοί, ώστε να συμπεριλάβουν και το αλφάβητο άλλων γλωσσών πέρα από το λατινικό. Έτσι, προστέθηκε ακόμη ένα bit στον αρχικό κώδικα και δημιουργήθηκε ο 8μπιτος κώδικας ASCII (κωδικοί των 8 bit), με τον οποίο μπορούσαν να αναπαρασταθούν 256 χαρακτήρες (28). Οι πρόσθετοι κωδικοί χρησιμοποιήθηκαν με ποικίλους τρόπους για την αναπαράσταση γραμμάτων άλλων αλφαβήτων, όπως και του ελληνικού. Η έλλειψη μιας προτυποποίησης που να ακολουθείται απ’ όλους, αλλά και το μικρό πλήθος χαρακτήρων ακόμη και του 8μπιτου ASCII οδήγησε στη σχεδίαση ενός νέου προτύπου κωδικοποίησης χαρακτήρων που ονομάζεται «Unicode» και χρησιμοποιεί 2 byte (δηλαδή 16 bit) για κάθε χαρακτήρα, κάτι που σημαίνει πως μπορεί να παραστήσει 65.536 χαρακτήρες (216). Οι κωδικοί αυτοί είναι αρκετοί για τα σύμβολα κάθε αλφάβητου στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων και των τεράστιων ομάδων των κινεζικών, ιαπωνικών και κορεατικών χαρακτήρων. Στις εκδόσεις του λειτουργικού των Windows (Windows 98 & Windows 2000) χρησιμοποιείται το πρότυπο Unicode.
BASIC. Η BASIC είναι γλώσσα προγραμματισμού τρίτης γενιάς (3GL), από τις πρώτες που αναπτύχθηκαν και από τις απλούστερες και δημοφιλέστερες (ιδιαίτερα για τους αρχάριους προγραμματιστές). Το όνομά της προέρχεται από τα αρχικά των λέξεων «Beginner’s All-Purpose Symbolic Instruction Code» και αναπτύχθηκε από τους John Kemeney και Thomas Kurtz στο κολέγιο του Dartmouth το 1964. Η απλότητα και ευκολία εκμάθησης της γλώσσας, γρήγορα την κατέστησαν δημοφιλή, και κάθε προσωπικός υπολογιστής (ακόμη και πριν τους πρώτους ΙΒΜ συμβατούς) περιείχε μία έκδοση της γλώσσας. Επίσης, λόγω της απλότητάς της, η BASIC χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα για τη διδασκαλία δομών προγραμματισμού σε αρχάριους. Υποστήριξη γι’ αυτήν υπάρχει στα περισσότερα λειτουργικά συστήματα και τα εγχειρίδια χρήσης της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Η BASIC, παρόλο που χρησιμοποιείται για εκπαιδευτικούς σκοπούς, δε θεωρείται η καταλληλότερη για την ανάπτυξη απαιτητικών εφαρμογών, καθώς δε διαθέτει μεγάλη ποικιλία εργαλείων, όπως πολλές άλλες γλώσσες προγραμματισμού. Η Visual Basic αποτελεί μετεξέλιξη της BASIC με προσθήκη δυνατοτήτων αντικειμενοστραφούς (object oriented) και οπτικού (visual) προγραμματισμού.
BIOS. Αρχικά των λέξεων «Basic Input Output System» οι οποίες δηλώνουν το ειδικό λογισμικό που αναλαμβάνει τη διαδικασία εκκίνησης ενός προσωπικού υπολογιστή. Το BIOS βρίσκεται ενσωματωμένο στον υπολογιστή και είναι εγκατεστημένο σε μνήμη EPROM (μνήμη ROM που μπορεί, όμως, με κατάλληλο τρόπο να επανεγγραφεί) τοποθετημένη στη μητρική κάρτα του υπολογιστή. Με την εκκίνηση του υπολογιστή ο μικροεπεξεργαστής περνά τον έλεγχο στο BIOS, το οποίο αρχικά ελέγχει αν είναι συνδεδεμένα όλα τα απαραίτητα περιφερειακά (πληκτρολόγιο, ποντίκι, οθόνη, σκληρός δίσκος) και στη συνέχεια φορτώνει στη μνήμη τα πρώτα τμήματα του λειτουργικού συστήματος, ώστε να ξεκινήσει η λειτουργία του. Το BIOS, επίσης, διαχειρίζεται τον έλεγχο της ροής των δεδομένων μεταξύ των περιφερειακών συσκευών και του λειτουργικού συστήματος του υπολογιστή έτσι, ώστε το λειτουργικό να μην απασχολείται με τα ποικίλα χαρακτηριστικά και τις τυχόν αλλαγές που μπορεί να συμβαίνουν κατά καιρούς στις περιφερειακές μονάδες.
bit. Το bit («μπιτ») είναι η στοιχειώδης μονάδα ψηφιακών δυαδικών δεδομένων. Το όνομα bit προέρχεται από τη σύντμηση των λέξεων «binary digit» (δυαδικό ψηφίο) και γι’ αυτό έχει προταθεί, άλλωστε, και ο αντίστοιχος ελληνικός όρος «δίψηφο» που όμως δεν έχει επικρατήσει. Ένα bit μπορεί να έχει μία από δύο δυνατές τιμές, είτε 0 είτε 1. Μέσα στον υπολογιστή βέβαια οι δύο αυτές τιμές συμβολίζουν τις δύο καταστάσεις τάσης ή ρεύματος που εμφανίζονται στα διάφορα ηλεκτρονικά κυκλώματα. Συνήθως η τιμή ενός bit αποθηκεύεται ως ηλεκτρικό φορτίο πάνω ή κάτω από μία καθορισμένη τιμή αναφοράς σε έναν πυκνωτή μέσα στη μονάδα μνήμης. Η μεταφορά δεδομένων και η επεξεργασία τους γίνεται σε ομάδες πολλών bits. Χαρακτηριστική είναι η ομάδα των οκτώ bits που ονομάζεται byte, ενώ σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται μεγαλύτερες ομάδες (π.χ. των 32 ή των 64 bits) οπότε και τα αντίστοιχα κυκλώματα χαρακτηρίζονται ως 32-μπιτα ή 64-μπιτα κυκλώματα. Στις ψηφιακές τηλεπικοινωνίες υπάρχει ο όρος «bit rate», που είναι το πλήθος των δυαδικών ψηφίων (bits) που περνούν από ένα συγκεκριμένο σημείο του τηλεπικοινωνιακού δικτύου, μέσα σε κάποιο συγκεκριμένο χρόνο, που είναι συνήθως ένα δευτερόλεπτο. Ο ρυθμός αυτός μεταφοράς των δεδομένων μετριέται σε bits ανά δευτερόλεπτο (bits per second ή bps) και τα πολλαπλάσιά του «kbps» (χιλιάδες bps), «Mbps» (εκατομμύρια bps) και «Gbps» (δισεκατομμύρια bps). Οι δύο εκφράσεις «bit rate» και «ρυθμός μεταφοράς δεδομένων» ή απλά «ρυθμός δεδομένων» είναι συνώνυμες. Συνήθως το «bit rate» χρησιμοποιείται όταν γίνεται αναφορά στην ίδια την τεχνολογία μεταφοράς δεδομένων, ενώ ο «ρυθμός μεταφοράς» κατά τη σύγκριση των τεχνολογιών μεταφοράς σε σχέση με τον τελικό χρήστη.
byte. Το byte («μπάιτ») είναι μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας της μνήμης των υπολογιστικών συστημάτων. Ένα byte εξ ορισμού είναι ίσο με 8 δυαδικά ψηφία (bit). Σύμφωνα με τον Fred Brooks, σχεδιαστή συστημάτων στην ΙΒΜ, ο όρος «byte» δημιουργήθηκε από τον δρ Werner Buchholz το 1956, κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του υπολογιστή STRETCH της ΙΒΜ. Ένα byte είναι ο χώρος μνήμης που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι υπολογιστές για να αναπαραστήσουν ένα χαρακτήρα, δηλαδή ένα γράμμα («α», «β», «m», «n»), έναν αριθμό («1», «2») ή ένα τυπογραφικό στοιχείο («?»,«!»,«@»). Κατά τη λειτουργία του υπολογιστή ένα byte στη μνήμη μπορεί να περιέχει ποικίλες πληροφορίες, όπως π.χ. bits του κώδικα ενός προγράμματος ή δεδομένα από κάποιο αρχείο δεδομένων. Οι συνδυασμοί περισσότερων bytes για την αναπαράσταση ή μεταφορά δεδομένων ονομάζονται «λέξεις» (words) και από το μήκος τους (δηλαδή από πόσα byte αποτελούνται) εξαρτάται και η ταχύτητα ολοκλήρωσης της συγκεκριμένης εργασίας στην οποία χρησιμοποιούνται. Π.χ. οι μικροεπεξεργαστές που είναι σε θέση να εκτελούν εντολές οι οποίες αποτελούνται από λέξεις των 4 bytes (δηλαδή 32 bits) εργάζονται αποδοτικότερα σε σχέση με τους παλιότερους επεξεργαστές που εκτελούσαν εντολές δύο ή και μίας λέξης. Συνήθως το byte αναφέρεται με τη συντομογραφία «Β» (σε αντίθεση με το bit που είναι «b»). Η χωρητικότητα μίας αποθηκευτικής μονάδας (όπως ο σκληρός δίσκος ή η δισκέτα) μετριέται σε πολλαπλάσιά του byte όπως kB (kilobyte), ΜΒ (Megabyte) ή GB (Gigabyte). Επειδή το byte είναι μονάδα του δυαδικού συστήματος, τα πολλαπλάσιά του υπολογίζονται ως δυνάμεις του 2 και όχι του 10. Έτσι, το kB είναι 2^10 bytes (δηλαδή 1.024 bytes) και όχι 10^3 (δηλαδή 1.000 bytes). Αντίστοιχα το ΜΒ είναι 2^20 = 1.048.576 bytes (και όχι 1.000.000) και το GB ισούται με 2^30=1.073.741.824 bytes (και όχι 1.000.000.000). Έτσι, για ένα δίσκο χωρητικότητας π.χ. 5 ΜΒ το σωστό είναι ότι μπορεί να χωρέσει 5.242.880 bytes. Στην πράξη βέβαια για περισσότερη ευκολία για τους υπολογισμούς χρησιμοποιείται η δεκαδική προσέγγιση και έτσι για ένα σκληρό δίσκο με χωρητικότητα π.χ. 10 GB είναι αρκετή η εκτίμηση ότι μπορεί να χωρέσει περίπου 10 δισεκατομμύρια bytes δεδομένων, ενώ αντίστοιχα για τη δισκέτα χωρητικότητας 1,44 MB ότι χωρά περίπου 1.440.000 bytes.
C, C++. Η C είναι γλώσσα προγραμματισμού τρίτης γενιάς (3GL) εξαιρετικά δημοφιλής τόσο στον επαγγελματικό χώρο όσο και στον ακαδημαϊκό τομέα. Πρόκειται για γλώσσα που υποστηρίζει το δομημένο προγραμματισμό και έχει αναπτυχθεί σε στενή σχέση με το λειτουργικό UNIX, του οποίου μάλιστα πολλές εκδόσεις έχουν γραφεί σε C. Η γλώσσα αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 στα εργαστήρια της Bell από τους Brian Kernighan και Dennis Ritchie (δημιουργούς επίσης του UNIX). Οι δημιουργοί της τη σχεδίασαν έτσι, ώστε να δίνει μεγαλύτερη ελευθερία στον προγραμματιστή, ο οποίος μπορεί να δημιουργεί δικές του προγραμματιστικές δομές και να αναπτύσσει γρήγορους και αποδοτικούς αλγόριθμους. Η ελευθερία αυτή κατέστησε τη C εξαιρετικά δημοφιλή στους κύκλους των προγραμματιστών και χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα για την ανάπτυξη εμπορικών και επιστημονικών εφαρμογών αλλά και για την ανάπτυξη λειτουργικών συστημάτων. Η C++ («σι πλας πλας») αποτελεί μεταγενέστερη εξέλιξη της C και αποτελεί ένα υπερσύνολο της γλώσσας περιέχοντας, επίσης, δυνατότητες αντικειμενοστραφούς προγραμματισμού (Object Oriented Programming). Αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 στα εργαστήρια της Bell από τον Bjarne Stroustroup. Η C++ (όπως και η C) είναι μια εξαιρετικά ισχυρή και ευέλικτη γλώσσα και θεωρείται από πολλούς ως η ιδανικότερη σύγχρονη γλώσσα ανάπτυξης εφαρμογών. Το μειονέκτημα βέβαια μίας τέτοιας ισχυρής γλώσσας (τόσο για την C όσο και για την C++) συνίσταται στο ότι είναι δύσκολες στην εκμάθησή τους. Παρ’ όλα αυτά, η C++ είναι η γλώσσα που μαθαίνουν όλοι οι προγραμματιστές και μαζί με την Java αποτελούν τις γλώσσες που κυριαρχούν στη συγγραφή εφαρμογών για υπολογιστές και για το διαδίκτυο.
CAD/CAM (Computer Aided Design/Computer Aided Manufacturing). Η χρήση υπολογιστών στη διαδικασία παραγωγής τεχνικού ή και καλλιτεχνικού σχεδίου (Design) και κατασκευής (Manufacturing) ηλεκτρονικών προϊόντων (όπως π.χ. ηλεκτρονικά κυκλώματα). Προγράμματα CAD χρησιμοποιούν συνήθως αρχιτέκτονες και μηχανικοί διάφορων ειδικοτήτων με στόχο να δημιουργήσουν ένα βασικό μοντέλο της αρχικής τους σχεδίασης για το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Στη συνέχεια το λογισμικό επιτρέπει τη μεταβολή των διάφορων παραμέτρων της σχεδίασης, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί η συμπεριφορά του μοντέλου σε διάφορες συνθήκες. Η τελική σχεδίαση μπορεί να αποθηκευθεί σε μορφή κατάλληλη για τη μετέπειτα φάση της κατασκευής. Ευρύτατα χρησιμοποιούμενο πρόγραμμα CAD είναι το AutoCAD της Autodesk.
COBOL (Common Business Oriented Language). Η COBOL υπήρξε η πρώτη υψηλού επιπέδου γλώσσα προγραμματισμού που χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα για την ανάπτυξη εμπορικών εφαρμογών. Πάρα πολλά προγράμματα υπολογισμού πληρωμών, λογιστικά προγράμματα και άλλες εμπορικές εφαρμογές που γράφτηκαν σε COBOL από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 βρίσκονται ακόμη σε χρήση και πιθανότατα υπάρχουν παγκόσμια περισσότερες γραμμές κώδικα γραμμένες σε COBOL παρά σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα. Η COBOL σχεδιάστηκε το 1960 από επιτροπή με επικεφαλής την αρχιπλοίαρχο και μαθηματικό Grace Hopper, με στόχο να αποτελέσει μία γλώσσα που να επιτρέπει τον προγραμματισμό σε απλά αγγλικά, να είναι εύκολη στη συγγραφή και ακόμη ευκολότερη στην κατανόηση του προγράμματος, αφού αυτό έχει ολοκληρωθεί. Παρόλο που η COBOL έχει αναβαθμιστεί αρκετές φορές και έχουν κυκλοφορήσει νέες εμπλουτισμένες εκδόσεις της, γενικά θεωρείται πλέον ξεπερασμένη γλώσσα. Όμως, προγραμματιστές με γνώση COBOL ζητούνται ακόμη στην αγορά κυρίως για τη συντήρηση των παλιών εφαρμογών που συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται. Μερικές εταιρείες έχουν αναβαθμίσει και επεκτείνει τη γλώσσα, ώστε να μπορεί να συνεργάζεται με σχεσιακές βάσεις δεδομένων (relational data bases) και το διαδίκτυο.
Compact Disc (CD) (πυκνός οπτικός δίσκος). Δίσκος με ψηφιακά δεδομένα, των οποίων η ανάγνωση γίνεται από ειδική κεφαλή με ακτίνα laser. Ο δίσκος CD αποτελείται από το βασικό υπόστρωμα που είναι φτιαγμένο από ανθεκτική πλαστική ουσία (πολυκαρβονίδιο), την ενδιάμεση ανακλαστική επιφάνεια (συνήθως από αλουμίνιο) που περιέχει την ψηφιακή πληροφορία, και μία προστατευτική επίστρωση από βερνίκι (λάκα). Ο δίσκος έχει 120 χιλιοστά διάμετρο και 1,2 χιλιοστά πάχος και τα δεδομένα είναι γραμμένα σε μια σπείρα που ξετυλίγεται από το εσωτερικό του δίσκου προς την περιφέρεια. Η σπείρα αυτή περιέχει μικρές μακρόστενες εσοχές (λακκούβες, pits) πάνω στην επίπεδη επιφάνεια (land) του αλουμινίου. Καθώς περιστρέφεται ο δίσκος, η ακτίνα laser παρακολουθεί τη σπείρα και προσπίπτει στις εσοχές ή στην επίπεδη επιφάνεια, όπου και ανακλάται. Η ανακλώμενη ακτίνα ενεργοποιεί ένα φωτοευαίσθητο κύκλωμα που παράγει ηλεκτρικό σήμα το οποίο αντιστοιχεί στο λογικό «0» του δυαδικού συστήματος. Όταν όμως η ακτίνα laser πέσει στα σημεία όπου αρχίζει ή τελειώνει μια εσοχή, προκαλείται μία σύντομη μείωση της φωτεινότητας της ανακλώμενης ακτινοβολίας, κάτι που οδηγεί το κύκλωμα ανίχνευσης να παραγάγει σήμα που αντιστοιχεί στο λογικό «1». Με τον τρόπο αυτόν η μορφή του οπτικού δίσκου (οι εσοχές και οι επιφάνειες) μετατρέπονται σε ηλεκτρικά ψηφιακά δεδομένα στον υπολογιστή. Υπάρχουν δύο βασικά είδη CD: το CD μουσικής (audio CD) που εμφανίστηκε στην αγορά το 1981 και το CD δεδομένων για υπολογιστή (CD-ROM) που δημιουργήθηκε λίγα χρόνια αργότερα (1983). Και στις δύο περιπτώσεις πρωτοπόρες εταιρείες υπήρξαν οι Philips και Sony. Βασικά πλεονεκτήματα του οπτικού δίσκου είναι το μικρό μέγεθος, η μεγάλη χωρητικότητα (650 MB αποθηκευτικού χώρου) και η ανθεκτικότητα. Μέσω του οπτικού δίσκου έγινε δυνατή και η εξάπλωση των εφαρμογών πολυμέσων που κατά κανόνα απαιτούν μεγάλους χώρους αποθήκευσης, λόγω του είδους των πληροφοριών που περιέχουν (μεγάλα αρχεία video, animation, ήχου κτλ.). Η μονάδα ανάγνωσης CD-ROM είναι απαραίτητη σε κάθε προσωπικό υπολογιστή και ακόμη είναι εύκολα διαθέσιμη και η τεχνολογία παραγωγής (και αναπαραγωγής) οπτικών δίσκων με χρήση μονάδων εγγραφής (CD-Recorder) και εγγράψιμων οπτικών δίσκων (CD-Recordable ή CD-R). Εξέλιξη της τεχνολογίας του οπτικού δίσκου αποτελεί το DVD (Digital Versatile Disc) που προσφέρει πολύ υψηλότερες χωρητικότητες (μέχρι και 18 GB) και προωθείται από τις εταιρείες ως μέσο αποθήκευσης και αναπαραγωγής ψηφιακού video.
Computer Aided Instruction (CAI). (βλ. παρακάτω «Computer Based Training»).
Computer animation (κίνηση σχεδίου με υπολογιστή). Πρόκειται για τη σχεδίαση και παραγωγή ταινιών κινούμενου σχεδίου με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. Παραδοσιακά στο κινούμενο σχέδιο ο σχεδιαστής πρέπει να δημιουργήσει τα ξεχωριστά πλαίσια (εικόνες), που αποτελούν τα μικρά τμήματα του φιλμ (με ελάχιστες διαφορές μεταξύ τους), και τελικά να τα παρουσιάσει με την κατάλληλη ταχύτητα (24 πλαίσια το δευτερόλεπτο), ώστε να δημιουργηθεί η αίσθηση της κίνησης. Η χρήση υπολογιστή επιτρέπει την εύκολη σχεδίαση των βασικών πλαισίων (key frames) και την άμεση δημιουργία όλων των ενδιάμεσων. Π.χ. για την κίνηση μιας μπάλας ο σχεδιαστής μπορεί να σχεδιάσει την μπάλα και να δημιουργήσει τα δύο βασικά πλαίσια με την αρχική και την τελική θέση της μπάλας. Ο υπολογιστής στη συνέχεια δημιουργεί όλα τα ενδιάμεσα (in between) πλαίσια, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα της κίνησης. Το κινούμενο σχέδιο μπορεί να είναι δύο (2D) ή τριών (3D) διαστάσεων. Στο τρισδιάστατο σχέδιο τα αντικείμενα εμπλουτίζονται και με πληροφορία φωτοσκιάσεων, ώστε να δημιουργείται η ψευδαίσθηση της τρίτης διάστασης. Για τις απαιτητικές επαγγελματικές εφαρμογές (π.χ. κινηματογράφος), όπου πολλές φορές πρέπει να αναπαραχθεί με ακρίβεια η πολύπλοκη κίνηση ενός έμβιου όντος, χρησιμοποιείται μέθοδος με αισθητήρες, οι οποίοι επικολλούνται σε χαρακτηριστικά σημεία πάνω στο σώμα του ηθοποιού που αρχικά κάνει την κίνηση. Ειδικές κάμερες καταγράφουν την κίνηση των αισθητήρων, η οποία στη συνέχεια αποθηκεύεται στον υπολογιστή και μπορεί να εφαρμοστεί σε οποιοδήποτε μοντέλο θελήσει ο παραγωγός (π.χ. σε κάποιο κινηματογραφικό «τέρας»). Το ηλεκτρονικό κινούμενο σχέδιο μπορεί να δημιουργηθεί και σε προσωπικούς υπολογιστές, αλλά στον επαγγελματικό χώρο χρησιμοποιούνται ισχυρότερα μηχανήματα (σταθμοί εργασίας, workstations) που κατά κανόνα είναι υπολογιστές Silicon Graphics με λειτουργικό σύστημα Unix και προγράμματα, όπως τα Wavefront Alias και SoftImage. Άλλα γνωστά προγράμματα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή κινούμενου σχεδίου σε προσωπικούς υπολογιστές είναι τα Macromedia Director (δισδιάστατο σχέδιο), 3D Studio και 3D Studio Max, LightWave 3D, Animator Studio (τρισδιάστατο σχέδιο).
Computer Based Training (CBT). Κατάρτιση με χρήση υπολογιστή. Παρόμοιος όρος είναι και ο «Computer Aided Instruction» (διδασκαλία με βοήθεια υπολογιστή). Τα προγράμματα CBT προσφέρουν στον εκπαιδευόμενο τη δυνατότητα να αλληλεπιδράσει με τον υπολογιστή, αποκρινόμενος στα ερεθίσματα που δέχεται από το εκπαιδευτικό λογισμικό. Συνήθως τα περιεχόμενα παρουσιάζονται οργανωμένα σε ενότητες που περιλαμβάνουν παρουσίαση θεωρίας, αλλά και ασκήσεις πάνω στο γνωστικό αντικείμενο. Ακόμη χρησιμοποιούνται διεπιφάνειες χρήστη με γραφικά, ώστε να υποβοηθείται η αλληλεπίδραση χρήστη-συστήματος. Το βασικό πλεονέκτημα του CBT είναι ότι η εκπαιδευτική διαδικασία προσαρμόζεται στο χρήστη, τις ανάγκες του και τον προσωπικό του ρυθμό. Ακόμη μέσα από τα κατάλληλα τεστ το πρόγραμμα μπορεί να προσφέρει μια εκτίμηση του τι ποσοστό ύλης έχει εμπεδωθεί από τον εκπαιδευόμενο και να τον καθοδηγήσει να καλύψει τα κενά του. Προγράμματα CBT χρησιμοποιούνται ευρέως από επιχειρήσεις για την άμεση και αποδοτική κατάρτιση του προσωπικού τους στο χώρο εργασίας. Το διαδίκτυο και ο Παγκόσμιος Ιστός (Web) επιτρέπουν τη χρήση προγραμμάτων CBT από απόσταση, κάτι που είναι γνωστό ως «Web Based Training» (WBT).
Computer literacy. Αλφαβητισμός στους υπολογιστές. Το επίπεδο της γνώσης και της εμπειρίας που έχει κάποιος σχετικά με την τεχνολογία των υπολογιστών. Οι γνώσεις αυτές συνήθως αναφέρονται στη σωστή χρήση και εξοικείωση με τα διάφορα προγράμματα και όχι στην ικανότητα προγραμματισμού. Ο αλφαβητισμός στους υπολογιστές είναι ζήτημα υψηλής προτεραιότητας για τους κατοίκους πολλών χωρών του κόσμου, τόσο για τον εκσυγχρονισμό των μεθόδων παραγωγής όσο και γενικότερα για τη μείωση του τεχνολογικού χάσματος (και την αποφυγή των προβλημάτων που αυτό συνεπάγεται) μεταξύ των περισσότερο αναπτυγμένων χωρών και των υπόλοιπων που ακολουθούν.
DOS (Disk Operating System). Το πρώτο ευρύτατα εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα για ΙΒΜ συμβατούς προσωπικούς υπολογιστές. Την αρχική έκδοση του λειτουργικού κατασκεύασε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Bill Gates και η εταιρεία του Microsoft, με την ονομασία PC-DOS (Personal Computer DOS). Ο Gates διατήρησε το δικαίωμα να εμπορευτεί ανεξάρτητα μία παρόμοια έκδοση με το όνομα MS-DOS (Microsoft DOS). Τα δύο λειτουργικά στην πράξη δεν είχαν καμιά διαφορά και οι χρήστες αναφέρονταν σ’ αυτά με την κοινή ονομασία «DOS». Το DOS ήταν λειτουργικό που απλά επέτρεπε την εργασία ενός χρήστη με ένα πρόγραμμα κάθε φορά (single user, single tasking). Το περιβάλλον εργασίας δεν περιείχε κανενός είδους γραφικά και η διεπιφάνεια χρήστη ήταν μια γραμμή εντολών με το χαρακτηριστικό αναμονής C:\>, όπου ο χρήστης έπρεπε να πληκτρολογήσει την κατάλληλη εντολή για να εκτελεστεί η εργασία που ήθελε. Με βάση το DOS λειτούργησαν οι πρώτες εκδόσεις των Windows της Microsoft που αποτελούσαν ένα κέλυφος εργασίας το οποίο υποστήριζε διεπιφάνεια χρήστη με γραφικά (Graphical User Interface). Οι πιο σύγχρονες εκδόσεις των Windows απλά υποστηρίζουν μία προσομοίωση λειτουργίας του DOS για τους χρήστες που είναι εξοικειωμένοι μαζί του και για την εκτέλεση κάποιων ειδικών εργασιών.
DVD (Digital Versatile Disk). Το DVD είναι μία νέα τεχνολογία οπτικού δίσκου υψηλής χωρητικότητας που εμφανίζεται ως τεχνολογία αποθήκευσης και αναπαραγωγής ψηφιακού βίντεο. Ο δίσκος DVD στην εμφάνιση μοιάζει με ένα απλό CD, αλλά μπορεί να περιέχει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα πληροφοριών από το CD για δύο κυρίως λόγους: α) τον πυκνότερο τρόπο αποθήκευσης της πληροφορίας που χρησιμοποιεί και β) τις περισσότερες επιφάνειες του δίσκου, πάνω στις οποίες μπορεί να εγγραφεί πληροφορία. Στο DVD μπορεί να αποθηκευτεί ψηφιακή πληροφορία σε δύο επιστρώσεις (layer) (εσωτερική και εξωτερική) και σε δύο επιφάνειες (πάνω και κάτω). Έτσι, συνολικά υπάρχουν διαθέσιμες τέσσερις επιστρώσεις πάνω στον ίδιο δίσκο. Κάθε επίστρωση έχει χωρητικότητα 4,7 GB, που είναι αρκετή για την αποθήκευση μίας ταινίας διάρκειας 133 λεπτών. Αν χρησιμοποιηθούν και οι τέσσερις επιστρώσεις, τότε η χωρητικότητα του DVD φτάνει τα 18,8 GB, κάτι που είναι περίπου 29 φορές μεγαλύτερη από τα 650 ΜΒ του CD-ROM. Η χωρητικότητα αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποθήκευση μίας ολόκληρης κινηματογραφικής ταινίας σε ψηφιακή μορφή, συνοδευόμενης ακόμη από υπότιτλους ή μεταγλώττιση σε διάφορες γλώσσες. Οι συσκευές αναπαραγωγής δίσκων DVD εμφανίζονται σε δύο μορφές: α) το DVD Video, που είναι η καταναλωτική συσκευή (στην κατηγορία των «μαύρων» ηλεκτρονικών συσκευών) σχεδιασμένη για σύνδεση με τη συσκευή τηλεόρασης, και β) το DVD-ROM, που είναι η μονάδα που τοποθετείται σε υπολογιστή και ουσιαστικά αντικαθιστά τη μονάδα CD-ROM, αφού μπορεί να δεχτεί και audio-CD και CD-ROM.
Gigabyte. Μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας της μνήμης των υπολογιστών. Είναι πολλαπλάσιο του byte, ίσο με 2^30 = 1.073.741.824 bytes, δηλαδή περίπου 1 δισεκατομμύριο bytes. Αναφέρεται διεθνώς με τη συντομογραφία «GB».
HyperCard. Περιβάλλον ανάπτυξης εφαρμογών πολυμέσων σε υπολογιστές Apple Macintosh. Το Hypercard πρωτοεμφανίστηκε το 1986 και αποτέλεσε πρωτοποριακό εργαλείο για την εποχή του. Μια εφαρμογή σε Hypercard αποτελείται από μία σειρά «κάρτες», στις οποίες ο προγραμματιστής μπορεί να τοποθετήσει ποικιλία πληροφοριών (κείμενα, εικόνες, γραφικά, video) και ακόμη να δημιουργήσει συνδέσμους μεταξύ των καρτών, ώστε να επιτρέψει στο χρήστη της εφαρμογής να πλοηγηθεί μέσα στο σύνολο των διαθέσιμων πληροφοριών. Σήμερα η χρήση του Hypercard έχει γενικά περιοριστεί, καθώς κυριαρχούν στην αγορά καλύτερα και ισχυρότερα συγγραφικά εργαλεία για ανάπτυξη εφαρμογών πολυμέσων.
IBM. Ιστορική και πρωτοπόρος αμερικανική εταιρεία παραγωγής υπολογιστών. Ιδρύθηκε το 1911 στη Νέα Υόρκη με το όνομα «Computer-Tabulating-Recording Company» και μετονομάστηκε σε «International Business Machines (IBM)» το 1914, υποδηλώνοντας την επέκταση των εργασιών της εταιρείας σε διεθνές επίπεδο (Ευρώπη, Βόρεια και Νότια Αμερική, Αυστραλία και Ασία). Το 1981 η ΙΒΜ σε μία κίνηση που άλλαξε την ιστορία των υπολογιστών παρουσίασε τον προσωπικό υπολογιστή ΙΒΜ PC, με επεξεργαστή το ολοκληρωμένο κύκλωμα 8088 της Intel σε ταχύτητα 4,77 MHz. Η ενέργεια της εταιρείας να διαθέσει ελεύθερα πληροφορίες για την αρχιτεκτονική του υπολογιστή σε κάθε τρίτο κατασκευαστή οδήγησε στην ανάπτυξη της μεγάλης οικογένειας των ΙΒΜ συμβατών προσωπικών υπολογιστών που κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά. Σήμερα η ΙΒΜ είναι η παγκοσμίως πρωτοπόρα εταιρεία σε θέματα τεχνολογίας πληροφορικής, με σειρά ολοκληρωμένων λύσεων, προϊόντων και υπηρεσιών πληροφορικής που καμία άλλη εταιρεία δεν προσφέρει.
Intel. Αμερικανική εταιρεία κατασκευής ολοκληρωμένων κυκλωμάτων μικροεπεξεργαστών για προσωπικούς υπολογιστές. Ιδρύθηκε το 1968 και κατασκεύασε τον πρώτο παγκοσμίως μικροεπεξεργαστή το 1971. Είχε την κωδική ονομασία 4004, ήταν 4μπιτος, περιλάμβανε 2250 τρανζίστορ με δυνατότητα 60.000 πράξεων το δευτερόλεπτο και στοίχιζε 200 δολάρια. Σύντομα η εταιρεία προχώρησε στην κατασκευή των ισχυρότερων επεξεργαστών 8008, 8088 και 8086. Οι δύο τελευταίοι χρησιμοποιήθηκαν στους πρώτους προσωπικούς υπολογιστές της IBM στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η συνεργασία ΙΒΜ και Intel έμελλε από τότε να προσφέρει όλο και ισχυρότερους προσωπικούς υπολογιστές, όπως η σειρά των x86 (με επεξεργαστές 80286, 80386 και 80486) και η νεότερη με επεξεργαστές Pentium I, II, III και V. Η Intel είναι η εταιρεία που καθορίζει διεθνώς την εξέλιξη των επεξεργαστών για προσωπικούς υπολογιστές, παρόλο που υπάρχουν πλέον και άλλες εταιρείες που παράγουν παρόμοια προϊόντα (όπως η AMD).
internet (διαδίκτυο). Βλ. λ. διαδίκτυο.
Kbps. Μονάδα μέτρησης του ρυθμού μεταφοράς δεδομένων (bit rate) στις ψηφιακές τηλεπικοινωνίες. Είναι πολλαπλάσιο του «bps» (bits per second) και ισούται με 1.000 bps. Χαρακτηριστικές τιμές bit rate εκφρασμένες σε kbps είναι οι τιμές των modem: 28,8 kbps (ή 28.880 bps), 33,6 kbps, 56 kbps ή, για σύνδεση ISDN, στα 128 kbps.
kilobyte. Μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας της μνήμης των υπολογιστών. Είναι πολλαπλάσιο του byte, ίσο με 2^10 = 1024 bytes. Αναφέρεται με τη συντομογραφία «KB» ή «Kbyte» ή ακόμη (κυρίως εκτός ΗΠΑ) και ως «kbyte».
Logo. Γλώσσα προγραμματισμού ειδικά σχεδιασμένη για παιδιά με τρόπο, ώστε να βοηθά στην εύκολη και εμπειρική εκμάθηση των εννοιών του προγραμματισμού. Η φιλοσοφία σχεδίασης της Logo έχει ρίζες στις εκπαιδευτικές αρχές του δομητισμού (constructivism) που θεωρεί ότι η γνώση δομείται ενεργά από τον ίδιο το μαθητευόμενο μέσα από την αλληλεπίδρασή του με το φυσικό περιβάλλον και τους άλλους ανθρώπους. Η Logo αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1970 στο εργαστήριο τεχνητής νοημοσύνης του διεθνώς γνωστού MIT (Massachusetts Institute of Technology). Εμπνευστής της υπήρξε ο Seymour Papert, ένας μαθηματικός που είχε εργαστεί προηγουμένως με τον ψυχολόγο Ζ. Πιαζέ στη Γενεύη. Η μεγάλη διάδοση της γλώσσας ήρθε με την εξάπλωση της χρήσης των προσωπικών υπολογιστών τη δεκαετία του 1980. Βασικό χαρακτηριστικό της Logo είναι η χρήση ενός ειδικού δείκτη, της «χελώνας» (turtle), ο οποίος μπορεί να κινηθεί στην οθόνη δημιουργώντας γεωμετρικά σχήματα σύμφωνα με τις εντολές που πληκτρολογεί ο χρήστης. Με τον τρόπο αυτόν η εκμάθηση και χρήση της γλώσσας για το παιδί δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μπορεί να συνδεθεί με ουσιαστικές δραστηριότητες σχετικές με τα μαθηματικά, τη γλώσσα, τη μουσική και τις φυσικές επιστήμες.
Macintosh. Προσωπικός υπολογιστής που πρωτοπαρουσιάστηκε από την εταιρεία Apple το 1984 και αποτέλεσε τον πρώτο δημοφιλή υπολογιστή με λειτουργικό σύστημα που υποστήριζε διεπαφή χρήστη γραφικών (graphical user interface, GUI). Ο «Mac» είχε εξαρχής κατασκευαστεί, ώστε να προσφέρει στο χρήστη ένα όσο το δυνατό φυσικότερο, εύκολα κατανοητό και φιλικό περιβάλλον επικοινωνίας με τη μηχανή. Πολλές από τις ιδέες που υλοποιήθηκαν στη διεπαφή χρήστη του Mac είχαν αναπτυχθεί μέσα από πειραματισμούς στα εργαστήρια της εταιρείας Xerox στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όπως το ποντίκι, η χρήση εικονιδίων (icons) για την αναπαράσταση των διαφόρων αντικειμένων (φακέλων, αρχείων) ή ενεργειών, οι ενέργειες «point-and-click» («δείξε και πάτησε»), «click-and-drag» («πάτησε και σύρε») και «drag-and-drop» («σύρε και άσε»), όπως και αρκετές ακόμη σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας των παραθύρων. Αυτές οι ιδέες και λειτουργίες υιοθετήθηκαν αργότερα και από τη Microsoft και μεταφέρθηκαν στο πρώτο λειτουργικό με διεπαφή χρήστη γραφικών για ΙΒΜ συμβατούς προσωπικούς υπολογιστές, τα γνωστά Windows. Οι υπολογιστές Macintosh χρησιμοποιούν το δικό τους λειτουργικό με την ονομασία «Mac OS» (Mac Operational System) και είναι βασισμένοι (τουλάχιστον τα παλιότερα μοντέλα) γύρω από τη σειρά μικροεπεξεργαστών της Motorola. Οι μικροεπεξεργαστές των Mac κατασκευάζονται από κοινού από τις Apple, Motorola και ΙΒΜ. Παρόλο που οι υπολογιστές Macintosh αντιπροσωπεύουν μόνον το 5% παγκοσμίως των προσωπικών υπολογιστών, εντούτοις είναι εξαιρετικά δημοφιλείς στους χώρους των γραφιστών και των καλλιτεχνών οπτικών τεχνών (visual arts). Η σειρά των υπολογιστών Mac περιλαμβάνει πολλά μοντέλα με πιο δημοφιλή αυτό του iMac και τη σειρά των Power Macintosh. Το μοντέλο iMac σχεδιάστηκε με στόχο να απευθυνθεί στους καταναλωτές που είτε δεν είχαν ποτέ προσωπικό υπολογιστή είτε είχαν μετακινηθεί από τους Mac στους ΙΒΜ συμβατούς. Ο iMac προσφέρει κυρίως ευκολία χρήσης και δυνατότητα άμεσης σύνδεσης στο διαδίκτυο. Μάλιστα δεν περιλαμβάνει καν μονάδα δισκέτας, καθώς οι σχεδιαστές του εκτίμησαν ότι δε θα τη χρειαστούν οι υποψήφιοι χρήστες του. Οι πωλήσεις του μοντέλου ξεπέρασαν κάθε προσδοκία.
Mbps. Μονάδα μέτρησης του ρυθμού μεταφοράς δεδομένων (bit rate) στις ψηφιακές τηλεπικοινωνίες. Είναι πολλαπλάσιο του «bps» (bits per second) και ισούται με 1.000.000 (10^6) bps. Παρόλο που το bit είναι μονάδα του δυαδικού συστήματος, τα bits στις ψηφιακές τηλεπικοινωνίες ως διακριτοί παλμοί μετριούνταν πάντοτε με το δεκαδικό σύστημα. Έτσι, το Mbps είναι δεκαδικό πολλαπλάσιο του bps, σε αντίθεση με τη μονάδα MB (Megabyte) που υπολογίζεται ως δύναμη του 2 (2^20). Πολλές από τις σύγχρονες γραμμές μεταφοράς δεδομένων των δικτύων ευρείας έκτασης που αποτελούν τμήμα του διαδικτύου υποστηρίζουν ρυθμούς μεταφοράς 2 Mbps.
Megabyte. Μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας της μνήμης των υπολογιστών. Είναι πολλαπλάσιο του byte, ίσο με 2^20 = 1.048.576 bytes. Αναφέρεται με τη συντομογραφία «ΜB». Γύρω από το ΜΒ επικρατεί κάποια σύγχυση σχετικά με το πόσα ακριβώς bytes περιέχει. Οι περισσότεροι (π.χ. ο Eric S. Raymond στο «The New Hacker's Dictionary») συμφωνούν ότι τα πολλαπλάσια του byte πρέπει να υπολογίζονται με βάση τις δυνάμεις του 2 και επομένως το ΜΒ είναι 2^20 bytes. Άλλοι (π.χ. «Dictionary of Computing» της ΙΒΜ) προτείνουν ότι το ΜΒ, όταν αναφέρεται σε χωρητικότητα μνήμης ή ρυθμούς μεταφοράς δεδομένων, πρέπει να υπολογίζεται ως 1.000.000 bytes. Και στην πράξη ακόμη υπάρχουν κατασκευαστές που υπολογίζουν το ΜΒ ως 1.000.000 bytes. Π.χ. η Iomega Corporation υπολογίζει τη χωρητικότητα του δίσκου Zip στα 100 ΜΒ (περιέχει 100.431.872 bytes), ενώ αλλιώς θα έπρεπε να παρουσιάζεται ως δίσκος των 95,8 MB (διαιρώντας το 100.431.872 με το 1.048.576).
Microsoft. Μεγάλη αμερικανική εταιρεία παραγωγής λογισμικού για προσωπικούς υπολογιστές, γνωστή κυρίως για το λειτουργικό σύστημα «Windows», αλλά και για τη διαμάχη της με το αμερικανικό δημόσιο, με την κατηγορία της παράβασης του νόμου περί μονοπωλίων. Η Microsoft ιδρύθηκε το 1975 από τους Paul Allen και Bill Gates και το πρώτο τους προϊόν λογισμικού ήταν η γλώσσα Basic για τον πρώτο προσωπικό υπολογιστή που κυκλοφόρησε, τον Altair. To 1980 η Microsoft συνεργάστηκε με την ΙΒΜ και δημιούργησε το λειτουργικό σύστημα PC-DOS για τους προσωπικούς υπολογιστές της ΙΒΜ. Το 1983 παρουσίασε τον επεξεργαστή κειμένου «Word» που έμελλε να γίνει παγκόσμιο στάνταρ στο χώρο της επεξεργασίας κειμένου. Το 1985 η Microsoft παρουσίασε την πρώτη έκδοση του παραθυρικού περιβάλλοντος εργασίας «Windows» που δε γνώρισε όμως μεγάλη διάδοση παρά μόνο μερικά χρόνια αργότερα με την έκδοση 3.0 και 3.1. Το 1995 κυκλοφόρησε η έκδοση «Windows 95» και το 1998 η «Windows 98». Η έκδοση 98 (παρόλο που έπειτα κυκλοφόρησαν και οι επόμενες εκδόσεις 2000 και XP) εξακολουθεί να είναι παγκόσμια το ευρύτερα χρησιμοποιούμενο λειτουργικό σύστημα για ΙΒΜ συμβατούς προσωπικούς υπολογιστές. Ένα ακόμη σημαντικό προϊόν της Microsoft είναι η σουίτα προγραμμάτων για υποστήριξη εργασιών γραφείου, με την ονομασία «Microsoft Office», που περιλαμβάνει τον επεξεργαστή Word, το λογιστικό φύλλο Excel, τη βάση δεδομένων Access και το πρόγραμμα παρουσίασης PowerPoint. Η Microsoft στην προσπάθειά της να κυριαρχήσει και στο διαδίκτυο κυκλοφόρησε το πρόγραμμα «Internet Explorer» που μαζί με το «Navigator» της Netscape αποτελούν τα δύο πλέον διαδομένα προγράμματα πλοήγησης του Παγκόσμιου Ιστού (Web). Η υποχρεωτική ενσωμάτωση του Explorer στα Windows ήταν το τελευταίο σε μία σειρά γεγονότων που οδήγησε στην αποφασιστική παρέμβαση των αμερικανικών δικαστικών αρχών κατά της Microsoft με κατηγορίες για μονοπωλιακού χαρακτήρα ενέργειες της εταιρείας.
MIDI (αρχικά των λέξεων «Musical Instrument Digital Interface»). Είναι ένα πρωτόκολλο σχεδιασμένο για την καταγραφή, επεξεργασία και μετάδοση μουσικής πληροφορίας μεταξύ υπολογιστή και ψηφιακών μουσικών οργάνων. Το πρωτόκολλο MIDI, αντί να καταγράφει άμεσα τη μουσική (όπως π.χ. σε αρχεία ψηφιοποιημένου ήχου), καταγράφει και μεταδίδει βασικές πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά των ήχων οι οποίοι συνθέτουν τη μουσική που πρέπει να ακουστεί, όπως η τονική συχνότητα της νότας, η διάρκειά της, η ένταση και οι τυχόν μεταβολές της κτλ. Οι πληροφορίες αυτές χρησιμοποιούνται από μία μονάδα που ονομάζεται «συνθετητής» (synthesizer), ώστε να επιλεγούν οι κατάλληλες μουσικές κυματομορφές από έναν πίνακα κυματομορφών (wavetable) και να συντεθεί η τελική μορφή της μουσικής. Ο πίνακας κυματομορφών είναι μία αποθήκη ψηφιακών ηχητικών δειγμάτων (σε μνήμη ROM) τα οποία προέρχονται από ψηφιοποίηση ήχων που παράγουν τα πραγματικά μουσικά όργανα. Με βάση τα δείγματα αυτά προστίθενται οι αρμονικοί ήχοι στη βασική μουσική πληροφορία του αρχείου MIDI, ώστε να παραχθεί η τελική μορφή της μουσικής. Ο συνθετητής μπορεί να είναι μία ξεχωριστή μουσική συσκευή σε επικοινωνία με τον υπολογιστή ή να περιέχεται στην κάρτα ήχου του υπολογιστή. Αφού το MIDI δεν αποθηκεύει παρά μόνο μερικές βασικές πληροφορίες, τα αρχεία που προκύπτουν είναι μικρά και προσφέρονται για χρήση σε περιπτώσεις όπου το εύρος ζώνης του μέσου μετάδοσης δεν επιτρέπει τη γρήγορη μεταφορά μεγάλων αρχείων, όπως στο διαδίκτυο. Μία σημαντική δυνατότητα που προσφέρει η τεχνολογία MIDI είναι ότι ο μουσικός μπορεί να χρησιμοποιήσει μία ειδική κατηγορία προγραμμάτων (πρόγραμμα «sequencer»), να γράψει με κάποιο από αυτά τη μουσική παρτιτούρα, να ακούσει το αποτέλεσμα μέσω του συνθετητή της κάρτας ήχου και βέβαια στο τέλος να αποθηκεύσει το αρχείο με τη δουλειά του. Το πρωτόκολλο MIDI χρησιμοποιεί ασύγχρονη σειριακή μετάδοση των οκτώ bit με ρυθμό μετάδοσης 31,25 Kbps.
modem. Συσκευή απαραίτητη για τη σύνδεση του υπολογιστή στο διαδίκτυο μέσω του απλού τηλεφωνικού καλωδίου. Η λέξη προέρχεται από συνδυασμό των τριών πρώτων γραμμάτων των λέξεων «modulation» (διαμόρφωση) και «demodulation» (αποδιαμόρφωση). Το modem αναλαμβάνει τη διαμόρφωση των εξερχόμενων από τον υπολογιστή ψηφιακών δεδομένων σε αναλογικά και, αντίστροφα, των εισερχόμενων αναλογικών σε ψηφιακά. Τα ψηφιακά δεδομένα από τον υπολογιστή περνούν στο modem, όπου διαμορφώνονται, δηλαδή με κατάλληλο τρόπο μετατρέπονται σε αναλογικής μορφής πληροφορία, η οποία στη συνέχεια προωθείται στο τηλεφωνικό καλώδιο, και φτάνουν στον υπολογιστή αποδέκτη. Εκεί το αναλογικό σήμα παραλαμβάνεται πάλι από ένα modem που τώρα το αποδιαμορφώνει, δηλαδή εξάγει την αρχική ψηφιακή πληροφορία και την προωθεί προς τον υπολογιστή, με τον οποίο είναι συνδεδεμένο. Η διαμόρφωση της ψηφιακής πληροφορίας σε αναλογική είναι απαραίτητη γιατί η ψηφιακή πληροφορία δεν μπορεί να μεταδοθεί σε μεγάλες αποστάσεις πάνω στο χάλκινο καλώδιο, όπου η παραμόρφωση και απόσβεσή της είναι πολύ γρήγορη. Κατά τη διαδικασία της διαμόρφωσης σε ένα modem τα διακριτά επίπεδα τιμών της ψηφιακής πληροφορίας, δηλαδή τα λογικά 0 και 1 του υπολογιστή, μετατρέπονται σε συχνότητες του ακουστικού φάσματος. Το λογικό «1» μετατρέπεται σε υψηλή συχνότητα, ενώ το λογικό «0» σε κάποιο χαμηλότερο τόνο. Αυτοί οι τόνοι εναλλάσσονται τόσο γρήγορα, ώστε αν ακούσει κανείς την έξοδο της πληροφορίας από το modem τού δημιουργείται η αίσθηση ενός συνεχούς θορύβου. Ένα modem μπορεί να τοποθετείται εσωτερικά στον υπολογιστή (ως κάρτα επέκτασης) ή να είναι μία εξωτερική συσκευή που συνδέεται στη σειριακή ή στη θύρα USB του υπολογιστή. Η τιμή που χαρακτηρίζει ένα modem είναι ο ρυθμός μετάδοσης δεδομένων (bit rate) που επιτρέπει η συσκευή. Χαρακτηριστικές τέτοιες τιμές στα modem είναι τα 28,8, τα 33,6 και τα 56 kbps.
monitor display (οθόνη). Περιφερειακή συσκευή εξόδου του υπολογιστή, η οποία μπορεί να παρουσιάσει κάθε οπτική πληροφορία (κείμενα, εικόνες, γραφικά, κινούμενα σχέδια, video) που απευθύνεται προς το χρήστη. Μια οθόνη αποτελεί τμήμα του υποσυστήματος εικόνας που περιλαμβάνει ακόμη και την κάρτα γραφικών που είναι συνδεδεμένη με τη μητρική κάρτα του υπολογιστή.
Υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες οθονών, ανάλογα με την τεχνολογία προβολής που χρησιμοποιούν: Α) Οι οθόνες καθοδικού σωλήνα (Cathode Ray Tubes ή CRT), που χρησιμοποιούν καθοδικό σωλήνα, ο οποίος παράγει δέσμη ηλεκτρονίων. Η δέσμη προσπίπτει στην επίστρωση φωσφόρου που καλύπτει τα σημεία της μπροστινής επιφάνειας προβολής (εικονοστοιχεία) και προκαλεί την ακτινοβολία τους. Στις μονόχρωμες οθόνες, ανάλογα με την ένταση της δέσμης, μεταβάλλεται η φωτεινότητα της ακτινοβολίας των σημείων αυτών, ώστε τελικά στο μάτι του παρατηρητή να δημιουργείται μια ολοκληρωμένη εικόνα με αποχρώσεις του γκρίζου. Στις έγχρωμες οθόνες υπάρχει τριπλή επίστρωση σημείων κόκκινου, πράσινου και μπλε φωσφόρου και τρεις αντίστοιχες δέσμες ηλεκτρονίων που προκαλούν την ακτινοβολία τους. Ο συνδυασμός των τριών βασικών ακτινοβολιών δημιουργεί την απόχρωση που ακτινοβολεί το κάθε σημείο. Οθόνες CRT είναι οι συνήθεις οθόνες που χρησιμοποιούνται στους επιτραπέζιους προσωπικούς υπολογιστές. Β) Οθόνες TFT (Thin Film Transistor) οι οποίες αποτελούνται από επίστρωση υγρών κρυστάλλων που φωτίζονται εσωτερικά από λευκό φως. Η φωτεινότητα του κάθε εικονοστοιχείου εξαρτάται από το χρόνο που μένει ανοιχτός ή κλειστός ο κρύσταλλος, κάτι που καθορίζεται από ειδικό κύκλωμα με τρανζίστορ που ελέγχει τον κρύσταλλο. Οι οθόνες TFT χρησιμοποιούνται κυρίως στους φορητούς υπολογιστές.
Βασικό χαρακτηριστικό κάθε οθόνης είναι το μέγεθός της, που εκφράζεται από το μήκος της διαγωνίου της σε ίντσες. Oι συνηθέστερα χρησιμοποιούμενες οθόνες έχουν μέγεθος 15, 17 ή 19 ιντσών.
MS-DOS. Βλ. παραπάνω «DOS».
NetWare. Λειτουργικό σύστημα δικτύου κατασκευασμένο από την εταιρeία Novell. Το NetWare υπήρξε το πλέον διαδομένο λειτουργικό σύστημα δικτύου για ΙΒΜ συμβατούς προσωπικούς υπολογιστές, ειδικά την εποχή που αυτοί χρησιμοποιούσαν ως λειτουργικό σύστημα το DOS. Με την εγκατάσταση του Novell NetWare οι προσωπικοί υπολογιστές που χρησιμοποιούν λειτουργικό σύστημα DOS (ή και Windows) μπορούν να συνδεθούν σε τοπικό δίκτυο ελεγχόμενο από εξυπηρέτη (server). Αργότερα η Novell παρουσίασε τον απόγονο του NetWare με την ονομασία Intranet Ware, αλλά ο βασικός ανταγωνιστής του, η έκδοση Windows NT της Microsoft που προσφέρει υπηρεσίες υποστήριξης χρηστών τοπικού δικτύου, μείωσε σημαντικά τη χρήση τόσο του Intranet Ware όσο και του NetWare.
Nintendo. Ιαπωνική εταιρεία κατασκευής βιντεοπαιχνιδιών για κονσόλες και ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Η εταιρεία ξεκίνησε τη λειτουργία της το 1889 κατασκευάζοντας χαρτοπαίγνια και μετεξελίχθηκε σταδιακά σε έναν από τους μεγαλύτερους, παγκοσμίως, κατασκευαστές υλικού και λογισμικού για ηλεκτρονικά παιχνίδια. Από τα γνωστότερα προϊόντα της είναι οι κονσόλες Game Boy και Nintendo 64, ενώ από τα πάμπολλα παιχνίδια που έχει κυκλοφορήσει ξεχωρίζουν τα Super Mario Bros, Captain N, Donkey Kong, The Legend of Zelda.
Novell. Βλ. παραπάνω «NetWare».
Pascal. Γλώσσα προγραμματισμού τρίτης γενιάς που δημιουργήθηκε τα χρόνια 1967-1968 από τον Αυστριακό Nicholas Wirth, με στόχο τη διδασκαλία των τεχνικών του δομημένου προγραμματισμού. Το όνομά της δόθηκε προς τιμή του Γάλλου μαθηματικού Μπλεζ Πασκάλ. Η Pascal είναι εμπνευσμένη από γλώσσες όπως η ALGOL και PL/1, καθώς ο δημιουργός της στόχευε στην ανάπτυξη μίας γλώσσας που να μαθαίνεται εύκολα και να είναι κατάλληλη για την υλοποίηση αλγορίθμων δομημένου προγραμματισμού και τον ορισμό δομών δεδομένων. Η Pascal απαιτεί από τον προγραμματιστή να ορίσει κάθε στοιχείο του προγράμματος (μεταβλητή, σταθερά, συνάρτηση, διαδικασία) πριν το χρησιμοποιήσει. Έτσι, αποτελεί ιδανική γλώσσα για τον αρχάριο προγραμματιστή, καθώς τον εθίζει στην τάξη και την οικονομία του δομημένου προγραμματισμού. Η γλώσσα που δημιούργησε ο Wirth τυποποιήθηκε από το Διεθνή Οργανισμό Προτύπων (ISO), το 1980, και έγινε γνωστή ως Level 0 Standard Pascal ή απλά Standard Pascal. Το 1983 η εταιρεία Borland International κυκλοφόρησε την Turbo Pascal, έναν τελειοποιημένο μεταγλωττιστή της Pascal, για υπολογιστές με λειτουργικό σύστημα CP/M, PC-DOS και MS-DOS. Παρόλο που κυκλοφόρησαν διάφορες εκδόσεις της Pascal, εντούτοις η επιτυχία της στον εμπορικό τομέα ήταν περιορισμένη. Οι πιο έμπειροι προγραμματιστές τής προσάπτουν έλλειψη ευελιξίας, καθώς βρίσκουν αρκετά περιοριστικούς τους αυστηρούς κανόνες της. Η Standard και η Turbo Pascal χρησιμοποιούνται κυρίως στον εκπαιδευτικό τομέα, ενώ οι επαγγελματίες προγραμματιστές προτιμούν γλώσσες, όπως C++, Visual C, Visual Basic, Delphi, Java. Το περιβάλλον προγραμματισμού Delphi είναι μία μετεξέλιξη της Pascal και περιέχει δυνατότητες αντικειμενοστραφούς και οπτικού προγραμματισμού.
SCSI. Αρχικά των λέξεων «Small Computer System Interface» («Βαθμίδα Διασύνδεσης για Μικρά Συστήματα Υπολογιστών», διαβάζεται «σκάζι»). Πρόκειται για ένα σύνολο προδιαγραφών που καθορίζουν μία ιδιαίτερα γρήγορη βαθμίδα διασύνδεσης του υπολογιστή με περιφερειακές συσκευές. Η βασική ιδέα της βαθμίδας SCSI είναι να επεκταθεί με καλώδιο ο ίδιος ο δίαυλος επικοινωνίας έξω από τον υπολογιστή, αντί να χρησιμοποιούνται κάρτες επέκτασης τοποθετημένες στις διάφορες θύρες επέκτασης του υπολογιστή. Έτσι μπορεί κανείς να συνδέσει συσκευές τύπου SCSI τη μία μετά την άλλη, όπως ακριβώς μπορούν να ενωθούν μεταξύ τους διάφορα καλώδια επέκτασης. Η βαθμίδα SCSI αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1970 αρχικά από την ΙΒΜ για τη διασύνδεση μεγάλων υπολογιστικών συστημάτων με μικρότερες μονάδες υπολογιστών. Σήμερα η θύρα SCSI υπάρχει ενσωματωμένη εκ κατασκευής σε πολλούς υπολογιστές (όπως σε Apple Macintosh και διάφορους σταθμούς εργασίας UNIX), ενώ στους ΙΒΜ συμβατούς προσωπικούς υπολογιστές μπορεί να τοποθετηθεί με την εγκατάσταση μίας κάρτας επέκτασης τύπου SCSI, σε μία από τις διαθέσιμες θύρες επέκτασης. Πολλές περιφερειακές συσκευές (εκτυπωτές, σαρωτές, εξωτερικοί σκληροί δίσκοι, modem κτλ.) διαθέτουν υποδοχές τύπου SCSΙ, οι οποίες πάντοτε υπάρχουν σε ζευγάρι, ώστε στη μία να συνδεθεί το καλώδιο από την προηγούμενη συσκευή και στην άλλη το καλώδιο προς την επόμενη, προκειμένου τελικά να μπορούν να συνδεθούν πολλές συσκευές SCSI (μέχρι και 15) σε συνδεσμολογία «μαργαρίτας». Η βαθμίδα SCSI προτυποποιήθηκε από το NASI (American National Standard Institute) το 1986 και είναι γνωστή ως SCSI-1. Η εξέλιξη του προτύπου έφερε πρώτα το SCSI-2 και στη συνέχεια το SCSI-3. Το SCSI-2 (η προδιαγραφή Fast Wide SCSI-2) υποστηρίζει ταχύτητες μεταφοράς μέχρι και 20 Mbps (εκατομμύρια bits ανά δευτερόλεπτο), ενώ το SCSI-3 (Ultra-3 SCSI) μπορεί να προσφέρει ταχύτητα μέχρι και 160 Mbps.
Silicon Valley. Βλ. λ. βιομηχανία υπολογιστών.
UNIX. Λειτουργικό σύστημα με μεγάλη ιστορία και εξέλιξη, γνωστό κυρίως για την ισχύ, αξιοπιστία και ασφάλεια που προσφέρει, αλλά και για τη δυσκολία χρήσης του. Το ψ (προφέρεται «γιούνιξ») πρωτοαναπτύχθηκε το 1969 στα εργαστήρια της εταιρείας Bell από τους Ken Thompson και Dennis Ritchie. Εξελίχθηκε σε μεγάλο βαθμό ως ένα ελεύθερο λογισμικό (freeware), με πολλές παραλλαγές (flavors) και επεκτάσεις, από πανεπιστήμια, από διάφορες εταιρείες ή ακόμη και από μεμονωμένους προγραμματιστές. Στα 1974 το UNIX έγινε το πρώτο λειτουργικό γραμμένο σε γλώσσα C. Το UNIX είναι λειτουργικό που υποστηρίζει πολυπεξεργασία και πολυχρηστικότητα. Λειτουργικά συστήματα UNIX χρησιμοποιούνται εκτεταμένα σε υπολογιστές τύπου RISC γνωστών εταιρειών, όπως η Sun Microsystems, η Silicon Graphics και η IBM. Το UNIX βοήθησε επίσης σημαντικά στην ανάπτυξη και επιτυχημένη διαχείριση του διαδικτύου, καθώς και στην εξέλιξη της έννοιας του «computing» προς την κατεύθυνση των δικτύων κυρίως και όχι απλά του μεμονωμένου υπολογιστή. Ένα ενδιαφέρον παρακλάδι του UNIX, το Linux, που κυκλοφορεί τόσο σε ελεύθερες όσο και σε εμπορικές εκδόσεις, κερδίζει αργά αλλά σταθερά έδαφος στις προτιμήσεις των χρηστών, ως λειτουργικό σύστημα για ΙΒΜ συμβατούς προσωπικούς υπολογιστές.
USB. Αρχικά των λέξεων «Universal Serial Bus» (Παγκόσμιος Σειραϊκός Δίαυλος), που δηλώνουν τη νέα γρήγορη τεχνολογία διασύνδεσης μεταξύ προσωπικού υπολογιστή και εξωτερικών περιφερειακών συσκευών (όπως πληκτρολόγιο, σαρωτή, εκτυπωτή, κ.ά.). Με το δίαυλο USB ένα καινούριο περιφερειακό μπορεί να συνδεθεί με τον υπολογιστή χωρίς να πρέπει αυτός να κλείσει και χωρίς να χρειάζεται πρόσθετη κάρτα επέκτασης. Το USB σχεδιάστηκε και εξελίχθηκε από ομάδα εταιρειών, η οποία περιλαμβάνει την Compaq, την IBM, την DEC, την Intel, τη Microsoft, τη NEC και τη Northern Τelecom, ενώ η τεχνολογία του είναι ανοικτή σε κάθε τρίτο κατασκευαστή υπολογιστών και περιφερειακών. Ο δίαυλος υποστηρίζει ταχύτητα μετάδοσης δεδομένων 12 Mbps (εκατομμύρια bits ανά δευτερόλεπτο). Η ταχύτητα αυτή αρκεί για τη σύνδεση και απαιτητικότερων συσκευών, όπως μονάδες βίντεο κωδικοποίησης MPEG, γάντια δεδομένων και ψηφιοποιητές. Ο δίαυλος αναμένεται ακόμη να χρησιμοποιηθεί και για τη σύνδεση τηλεφωνικών συσκευών που χρησιμοποιούν υπηρεσίες ISDN. Από τον Οκτώβριο του 1996 το λειτουργικό Windows υποστηρίζει την τεχνολογία USB. Οι περισσότεροι υπολογιστές και περιφερειακές συσκευές περιλαμβάνουν υποδοχή σύνδεσης τύπου USB.
VGA. Προδιαγραφή απεικόνισης σε οθόνη υπολογιστή που καθορίζει ανάλυση παρουσίασης 640x480 εικονοστοιχεία (pixels) με 16 χρώματα ή 320x200 με 256 χρώματα. Η προδιαγραφή VGA (Video Graphics Array) εισήχθη από την IBM το 1987 και αποτέλεσε πρότυπο που ακολούθησαν όλοι οι ΙΒΜ συμβατοί προσωπικοί υπολογιστές. Πριν τη VGA υπήρξαν οι προδιαγραφές CGA (Color Graphics Array), που πρόσφερε ανάλυση 320x200 με 4 χρώματα, και η EGA (Enhanced Graphics Adapter) με ανάλυση 640x350 και 16 χρώματα. Έχει επικρατήσει η προδιαγραφή SVGA (Super VGA) που προσφέρει απεικονίσεις υψηλής ανάλυσης και εκατομμύρια χρώματα. Οι συνηθισμένες αναλύσεις απεικόνισης σε οθόνη υπολογιστή είναι 800x600 ή 1.024x768, ενώ οι μεγαλύτερες οθόνες (π.χ. 20 ιντσών) μπορούν να προσφέρουν και αναλύσεις 1.280x1.024 ή 1.600x1.200 εικονοστοιχείων.
Web. Βλ. λ. παγκόσμιος ιστός.
Windows. Λειτουργικό σύστημα για προσωπικούς υπολογιστές (της κατηγορίας των ΙΒΜ συμβατών) βασισμένο στη χρήση και λειτουργία πολλαπλών παραθύρων, όπου εκτελούνται οι διάφορες εφαρμογές. Είναι κατασκευασμένο από την αμερικανική εταιρεία Microsoft και είναι μακράν το δημοφιλέστερο παγκόσμια λειτουργικό σύστημα για ΙΒΜ συμβατούς προσωπικούς υπολογιστές. Η Microsoft σχεδίασε και παρουσίασε την πρώτη έκδοση των Windows το διάστημα 1983-1985, σε μία προσπάθεια να δημιουργήσει μία φιλική και εύχρηστη διεπιφάνεια χρήστη βασισμένη σε γραφικά (Graphical User Interface). Εκείνη την εποχή παρόλο που ήδη υπήρχαν άλλοι προσωπικοί υπολογιστές (π.χ. Apple, Amiga), οι οποίοι χρησιμοποιούσαν περισσότερο προηγμένα λειτουργικά συστήματα (με χρήση γραφικών και ποντικιού), οι ΙΒΜ συμβατοί υπολογιστές είχαν μείνει ακόμη στο λειτουργικό σύστημα DOS και τη γραμμή εντολών που αυτό χρησιμοποιούσε. Οι πρώτες εκδόσεις των Windows δε γνώρισαν επιτυχία, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις εκδόσεις 3.0 και 3.1, τα Windows άρχισαν να κατακτούν την αγορά, μολονότι ακόμα δεν αποτελούσαν ένα αυτόνομο λειτουργικό σύστημα, αλλά περισσότερο ένα κέλυφος εργασίας που λειτουργούσε πάνω από το βασικό λειτουργικό σύστημα, το DOS. Η μεγάλη στροφή στον τρόπο λειτουργίας, αλλά και στη σχεδίαση της διεπιφάνειας χρήστη έγινε το 1995 με την έκδοση «Windows 95» και με την επόμενη «Windows 98». Παράλληλα με την απλή έκδοση η Microsoft κυκλοφορούσε και την έκδοση «Windows NT» με αυξημένες διαχειριστικές δυνατότητες και με στόχο την εγκατάσταση σε υπολογιστές εξυπηρέτες (servers) δικτύων. Η τελευταία έκδοση του λειτουργικού είναι τα «Windows 2000» (που αποτελούν μετεξέλιξη του βασικού πυρήνα λειτουργίας των Windows NT) και οι εκδόσεις «Windows Me» (Millenium) και «Windows XP» που αποτελούν απόγονο των απλούστερων εκδόσεων 95 και 98. (Βλ. και λ. παράθυρο).
Ανάλυση. Είναι ο αριθμός που δηλώνει το πλήθος των εικονοστοιχείων (pixels) που αποτελούν μια ψηφιακή εικόνα, τοποθετημένα σε πλέγμα (σειρές και στήλες). Π.χ. ανάλυση 640 x 480 σημαίνει ότι η εικόνα στην οθόνη του υπολογιστή αποτελείται από 640 εικονοστοιχεία οριζόντια και 480 κάθετα. Συνηθισμένες τιμές ανάλυσης κατά τη λειτουργία των οθονών είναι η τιμή 640 x 480 (γνωστή ως ανάλυση VGA = Video Graphics Array) και οι υψηλότερες των 800 x 600 και 1024 x 768 (Super VGA). Ένας άλλος τρόπος παρουσίασης της ανάλυσης (ειδικά όταν αναφέρεται σε συσκευές όπως εκτυπωτές ή σαρωτές) είναι ο αριθμός που δείχνει το πλήθος των εικονοστοιχείων σε μια ίντσα (1 ίντσα = 2,54 εκ.). Ο αριθμός αυτός συνοδεύεται από την ένδειξη dpi (dots per inch). Π.χ. ανάλυση εκτυπωτή 300 dpi σημαίνει ότι εκτυπώνει 300 κουκίδες (εικονοστοιχεία) σε κάθε ίντσα (κατά μήκος ή πλάτος της σελίδας). Γενικά όσο υψηλότερη είναι η ανάλυση μιας εικόνας τόσο καλύτερη είναι η ποιότητα αναπαράστασής της, γιατί τόσο περισσότερη πληροφορία μπορεί να παρουσιαστεί. Σε πολλές περιπτώσεις όμως οι ίδιες οι συσκευές επιβάλλουν όρια στην ανάλυση λόγω κατασκευής τους. Έτσι π.χ. οι οθόνες των υπολογιστών δεν μπορούν να παρουσιάσουν εικόνα με ανάλυση υψηλότερη από 85 dpi, περίπου.
• ΛΟΓΙΣΜΙΚΟ : Προγραμμα που μπορει να εκτελεση ο υπολογιστης
Πχ : επεξεργαστης κειμενου, λογιστικα φυλλα, ηλεκτρονικοταχυδρομειο
• WINDOWS: Λειτουργικο συστημα
• ΔΕΔΟΜΕΝΑ : Ειναι τα στοιχεια που εισαγουμε στον υπολογιστη.
• ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ : Το στοιχειο που εισαγουμε στον υπολογιστη ( γραμμα, αριθμος, συμβολο)

1 Χαρακτηρας = 1 Byte = 8 Bit
1 Bit = 0 η 1
1 KB = 1024 Byte
1 MB = 1000 000 Byte Mια σελιδα = 3000 Byte = 3 KB
1 GB = 1000 εκατ. Byte Α Χ Ι Λ Λ Ε Υ Σ Β Ι Λ Λ Ι Ω Τ Η Σ
1 TB = 1000 GB 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 = 18 Βytes

Xωρητικοτητα Ζωγραφιας ( σε Byte ) Ασπρομαυρη = μηκος + πλατος
Εγχρωμη = μηκος + πλατος + Βαθος χρωματος
Για ονοματα αρχειων δεν χρεισιμοποιουνται / \ | : * ? < >
ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ

doc = εγγραφο του Word
XIS = λογιστικο φυλλο Excel
BMP = εικονα ζωγραφικης
TIF = αλλος τυπος εικονων
EXE = εκτελεσιμο Αρχειων
TXT = απλο αρχειο κειμενου
WAR = αρχειο ηχου

ΜΟΝΑΔΕΣ

Μοναδα δισκετας = 1,4 MB
Μοναδα Σκληρου Δισκου = 10 GB και ανω
Μοναδα CD – ROM = 700 MB
Πρωτη Γενεα : Προσδιοριζεται απο την χρηση λυχνιων, το μεγαλο μεγεθος, τις μικρες δυνατοτητες & την ελαχιστη αξιοπιστια.
Δευτερη Γενεα : Προσδιοριζεται απο την χρηση Transistor, το μικροτερο μεγεθος, τις μεγαλυτερες δυνατοτητες & την βελτιωμενη αξιοπιστια.
Τριτη Γενεα : Προσδιοριζεται απο την χρηση ολοκληρωμενων Κυκλωματων (chips), το πολυ μικροτερο μεγεθος, τις πολυ μεγαλυτερες δυνατοτητες & την εξαιρετικη αξιοπιστια. Αυξανονται οι δυνατοτητες εισοδου- εξοδου & αποθηκευσεως δεδομενων, ενω εμφανιζονται οι Περιφεριακες συσκευες που κανουν αποδοτικοτερη την εργασια.
Τεταρτη Γενεα : Προσδιοριζεται απο την χρηση του μικροεπεξεργαστη. Ο πρωτος κατασκευαζεται απο την εταιρια Intel το 1971. Με την τεχνικη της ολοκληρωσεως μεγαλης κλιμακας γινεται δυνατη η τοποθετηση χιλιαδων ηλεκτρονικων στοιχειων πανω σε μια πλακετα πυριτιου. Εχουμε ουσιαστικα εναν υπολογιστη σε ενα ολοκληρωμενο κυκλωμα. Το μεγεθος & το κοστος μειωνονται ενω οι δυνατοτητες υπερβαινουν πολυ τις προηγουμενες γενεες. Το 1981 η IBM ανακοινωνει την κατασκευη του πρωτου PC.
Πεμπτη Γενεα : Βρισκομαστε σημερα. Εχουν την δυνατοτητα να επεξεργαστουν τεραστιες ποσοτητες δεδομενων σε ελαχιστο χρονο, καθως & τεραστιες αποθηκευτικες ικανοτητες.
1. Ψηφιακοι (digital) : Επεξεργαζονται δεδομενα ψηφιακης μορφης με μια προκαθορισμενη σειρα προγραμματισμενων πραξεως. Τα αποτελεσματα ειναι ακριβη & επαναλαμβανονται με ακριβεια.
2. Αναλογικοι (Analog) : Επεξεργαζονται δεδομενα που εκφραζουν καταστασεις του φυσικου περιβαλλοντος & που παριστανονται με συνεχεις μεταβλητες. Τα αποτελεσματα των ειναι προσεγγιστικα και δεν επαναλαμβανονται με απολυτη ακριβεια.
3. Υβριδικοι (Hybrid) : Προκυπτουν απο τον συνδιασμο των δυο προηγουμενων.






Τα πληροφοριακα δεδομενα αποτελουνται απο χαρακτηρες. Καθε χαρακτηρας σε ενα πληροφοριακο συστημα αναπαριστανεται απο μια μοναδα που καλειται byte. Καθε byte = 8 bit. Το bit ειναι η ελαχιστη ποσοτητα δεδομενων που μπορει να επεξεργαστει, αποθηκευσει η μεταδωση ενας υπολογιστης & η ονομασια του binary digit (δυαδικο ψηφιο). Το Bit παιρνει τιμες του δυαδικου συστηματος 0 & 1.
Τα κυριοτερα απο τα περιεχομενα της μοναδας αυτης ειναι :
1. Η κεντρικη Μοναδα Επεξεργασιας.
2. Η κυρια Μνημη.
3. Η μητρικη Πλακετα.
4. Οι Αποθηκευτικες Μοναδες  σκληρος δισκος- μονοδες ευκαμπτων δισκων και οπτικου δισκου.
5. Η καρτα γραφικων.
6. Η καρτα Ηχου.
7. Η καρτα Δικτυου.
8. Το τροφοδοτικο.
9. Το Modem.
Η μνημη στην οποια αποθηκευει προσωρινα η CPU τα δεδομενα και τις εντολες που επεξεργαζεται.Μπορει να αποθηκευσει πληθος χαρακτηρων, μεγαλη ταχυτητα ως προς την αναγνωση και εγγραφη & η αξιοπιστια της. Ο αποθηκευτικος της χωρος ειναι πολλαπλασια του byte.
Περιλαμβανει :
Α) Μνημη Τυχαιας Προσπελασεως RAM.
Β) Μνημη Μονο για Αναγνωση ROM.
Γ) Λανθανουσα Μνημη.
Δευτερευουσα Μνημη : Μαγνητικοι δισκοι - Μαγνητικες ταινιες – Οπτικοι δισκοι.

RAM : Μπορουμε να διαβασουμε, να αποθηκευσουμε, να τροποποιησουμε πληροφοριες και προγραμματα. Για τον λογο αυτο θα μπορουσε να αποκαλειται μνημη αναγνωσης και εγγραφης. Χρησιμοποιειται για την προσωρινη αποθηκευση, επειδη το περιεχομενο της χανεται οταν διακοπει η παροχη ηλεκτρικης ενεργειας.

ROM : Σ’αυτην τα περιεχομενα γραφονται εξ’αρχης απο τον κατασκευστη. Περιεχει προγραμματα για το ξεκινημα του υπολογιστη για τον ελενχο των αλλων μοναδων. Ο χρηστης δεν μπορει να γραψει και να τροποποιησει , παρα μονο να διαβασει και το περιεχομενο να παραμενει αναλλοιωτο μετα την διακοπη ηλεκτρικης ενεργειας.

No comments:

Post a Comment