Thursday, June 18, 2009

ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Ραδιοαστρονομία. Κλάδος της αστρονομίας ο οποίος με τη χρησιμοποίηση των ραδιοκυμάτων μελετά την ηλεκτρομαγνητικής φύσης εκπομπή των διαστρικών αντικειμένων και συστημάτων.
Η οπτική αστρονομία με τη βοήθεια των σύγχρονων τηλεσκοπίων σχημάτισε μια αρκετά ικανοποιητική εικόνα του οπτικού σύμπαντος.
Η ραδιοαστρονομία με τη χρησιμοποίηση των ραδιοτηλεσκοπίων προσπαθεί να ολοκληρώσει την εικόνα του ραδιοσύμπαντος. Φυσικά, δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ οπτικού σύμπαντος και ραδιοσύμπαντος, γιατί οι δύο αυτές έννοιες αποτελούν συμπληρωματικές μορφές του γενικού όρου σύμπαν.
Μολονότι η έρευνα που αναφέρεται στις ραδιοεπικοινωνίες άρχισε από το 1887, οι βάσεις της ραδιοαστρονομικής έρευνας τέθηκαν μόλις το 1930. Χωρίς να είναι ιστορικά αποδειγμένο, λέγεται ότι ο Έντισον από το 1890 σχεδίαζε να «πιάσει» ραδιοκύματα που έρχονταν από τον Ήλιο. Επίσης ο Λοντζ είχε πει ότι προσπάθησε με ένα πείραμά του να πετύχει αυτό που ήθελε ο Έντισον.
Για πρώτη φορά ο Καρλ Τζάνσκι, των εργαστηρίων της Μπελ των ΗΠΑ, μελετώντας τις βασικές στάθμες θορύβου σε ένα σχεδιαζόμενο υπερατλαντικό σύστημα ραδιοτηλεφωνίας, «έπιασε» ραδιοσήματα με εξωγήινη προέλευση. Μετά από πειράματα και λήψεις μηνών ο Τζάνσκι εξακρίβωσε ότι η διεύθυνση από την οποία έφτανε ο ραδιοθόρυθος στην κεραία του δέκτη του βρισκόταν περίπου στο κέντρο του γαλαξία μας. Έτσι ανακαλύφτηκε ότι η κεντρική ζώνη του γαλαξία είναι ένας ισχυρός πομπός ραδιοκυμάτων.
Στην ανάπτυξη της ραδιοαστρονομίας θα πρέπει να επισημανθεί η συμβολή του Γκρότε Ρέμπερ, ραδιoερασιτέχνη από το Ιλινόις, ο οποίος, για να ελέγξει τα συμπεράσματα από τα πειράματα του Τζάνσκι, κατασκεύασε στην αυλή του σπιτιού του ένα ραδιοτηλεσκόπιο, πρόδρομο των σύγχρονων γιγαντιαίων ραδιοτηλεσκοπίων.
Μετά το β’ παγκόσμιο πόλεμο οι κατακτήσεις της ηλεκτρονικής τεχνολογίας πρόσφεραν νέες δυνατότητες στη νεαρή ραδιοαστρονομία. Ο ακριβής προσδιορισμός των ραδιοπηγών έγινε περισσότερο απλός, ενώ άρχισαν οι ταυτίσεις ανάμεσα στα οπτικά σώματα και τις πηγές ραδιοακτινοβολίας. Στη σύγχρονη εποχή είναι γνωστό ότι ο Ήλιος, η Σελήνη και μερικοί από τους πλανήτες είναι ραδιοπηγές, όπως επίσης νέφη από αέριο υδρογόνο που βρίσκεται σε κατάσταση διέγερσης, γαλαξιακά συγκροτήματα κ.ά. (βλ. λ. ραδιοαστέρες).
Ο γαλαξίας χαρτογραφήθηκε, για να βρεθεί ο τρόπος της κατανομής του αέριου υδρογόνου, και τα αποτελέσματα των ραδιομετρήσεων απέδειξαν τη σπειροειδή μορφή του. Για μερικά χρόνια οι ραδιοαστρονόμοι μπορούσαν να παρατηρούν μόνο τη φασματική γραμμή με μήκος κύματος 21 εκ., που εκπέμπεται και απορροφάται από το ουδέτερο υδρογόνο στο διαστρικό χώρο. Νεότερες μέθοδοι έκαναν δυνατή την παρατήρηση και άλλων φασματικών γραμμών, οπότε και τα συμπεράσματα της έρευνας έγιναν πληρέστερα.
Η ανάπτυξη πάντως της ραδιοαστρονομίας είναι συνάρτηση τεχνολογικών κατακτήσεων, νέων ιδεών και εξαιρετικής υπομονής. Η διαστημική ραδιοαστρονομία είναι μια σύγχρονη μορφή ραδιοαστρονομίας.


Ραδιοτηλεσκόπιο. Όργανο με το οποίο γίνεται δυνατός ο εντοπισμός και η μελέτη των αστρικών ραδιοπηγών, οι οποίες εκπέμπουν ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία σε μήκη κύματος από 1 χιλιοστό ως 30 μέτρα περίπου. Ενώ τα διάφορα ραδιοτηλεσκόπια διαφέρουν ως προς τη μορφή, βασικά ο τρόπος λειτουργίας είναι σε όλα ίδιος.
Κάθε ραδιοτηλεσκόπιο αποτελείται από ένα δέκτη ραδιοκυμάτων, ο οποίος χαρακτηρίζεται από μεγάλη σταθερότητα και ευαισθησία και είναι συνδεμένος με ένα σύστημα κεραίας που μπορεί να κινείται έτσι, ώστε σε κάθε παρατήρηση η διεύθυνση της μεγαλύτερης ευαισθησίας του να κατευθύνεται στο ορισμένο σημείο του ουρανού. Όσο μεγαλύτερη είναι η επιφάνεια συγκέντρωσης της κεραίας, τόσο περισσότερη ενέργεια μπορεί να συγκεντρώσει, ώστε η ισχύς του ραδιοσήματος να είναι μεγαλύτερη. Ακόμα και με το μεγαλύτερο ραδιοτηλεσκόπιο η ισχύς που συγκεντρώνεται κατά την παρατήρηση μιας ισχυρής ραδιοπηγής μόλις φτάνει τα 10-14 βατ. Πρέπει να σημειωθεί ότι με συγκριτικές μεθόδους γίνεται δυνατός ο διαχωρισμός του ραδιοθορύβου που παράγεται από το δέκτη από εκείνον του σήματος της ραδιοπηγής. Το πλάτος δέσμης (κώνος ευαισθησίας) ενός ραδιοτηλεσκοπίου, που χρησιμοποιεί σφαιρικό μεταλλικό ανακλαστήρα (τα περισσότερα ραδιοτηλεσκόπια χρησιμοποιούν αυτού του είδους την κεραία), συνδέεται με τις διαστάσεις του ανοίγματος του ραδιοτηλεσκοπίου που μετριέται με μονάδα μέτρησης το μήκος κύματος της ακτινοβολίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί.
Επειδή η διακριτική ικανότητα των πρώτων ραδιοτηλεσκοπίων ήταν πολύ μικρή σε σχέση με τα αντίστοιχα οπτικά όργανα (τηλεσκόπια), αναπτύχθηκαν διάφοροι τρόποι για τη βελτίωσή τους. Μια από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται με καλά αποτελέσματα για την αύξηση της διακριτικής ικανότητας των ραδιοτηλεσκοπίων είναι η «διά συμβολής», που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στα εργαστήρια του Κέμπριτζ. Οι παρατηρήσεις γίνονται με τη χρησιμοποίηση δύο κεραιών που απέχουν αρκετά μεταξύ τους και των οποίων η απόσταση μεταβάλλεται από πείραμα σε πείραμα. Με τέτοιου είδους ραδιοτηλεσκόπιο έγινε δυνατή η παρατήρηση λεπτομερειών σε ραδιοπηγές μερικών δευτερολέπτων τόξου. Ραδιοτηλεσκόπιο τέτοιου τύπου εγκαταστάθηκε το 1945 στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας.
Το σήμα που λαμβάνεται από το δέκτη ενισχύεται σε συμβατικό ή τύπου μέιζερ ενισχυτή και καταγράφεται με φωτογραφική ή μαγνητική εγγραφή. Τα ραδιοτηλεσκόπια μπορούν να επεξεργάζονται σήματα από μια σειρά πολλαπλών κεραιών. Οι διαφορές στις αποστάσεις που διατρέχει το σήμα από τη ραδιοπηγή προς τις διάφορες κεραίες δημιουργούν μια συμβολή κυμάτων, η εικόνα της οποίας δίνει σημαντικές πληροφορίες για τη θέση και τα χαρακτηριστικά της ραδιοπηγής.
Το μεγαλύτερο ραδιοτηλεσκόπιο του κόσμου είναι το RATAN 600 στη Ρωσία και η διάμετρος της κεραίας του είναι 576 μ. Άλλα γνωστά ραδιοτηλεσκόπια είναι το σταθερό ραδιοτηλεσκόπιο στο Αρεσίμπο του Πουέρτο Ρίκο (με διάμετρο κεραίας 305 μ.) και το Βέρι Λαρτς Άρεϊ στο Σοκόρο του Νέου Μεξικού. Το ραδιοτηλεσκόπιο αυτό αποτελείται από 27 παραβολικές κεραίες, διαμέτρου 25 μέτρων η κάθε μία, διατεταγμένες κατά μήκος 3 «βραχιόνων» των 21 χλμ. που σχηματίζουν το γράμμα Υ. Στο ραδιοτηλεσκόπιο του τύπου αυτού, τα σήματα που συλλέγονται από κάθε μια κεραία λαμβάνονται από τον δέκτη που βρίσκεται σ’ αυτές, ενισχύονται από ένα κατάλληλο ενισχυτή καταγράφονται και κατόπιν αποστέλλονται σε ένα κεντρικό εργαστήριο, όπου τα επεξεργάζεται ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής που κατασκευάζει πραγματικούς χάρτες των υπό παρατήρηση ουράνιων σωμάτων. Το μεγαλύτερο ραδιοτηλεσκόπιο της Ευρώπης βρίσκεται στο Έφελσπεργκ της Γερμανίας και έχει διάμετρο 100 μ. Το ραδιοτηλεσκόπιο Γκριν Μπανκ στη Δυτική Βιρτζίνια των ΗΠΑ είναι το μεγαλύτερο πλήρως περιστρεφόμενο ραδιοτηλεσκόπιο του κόσμου.
Τα ραδιοτηλεσκόπια χρησιμοποιούνται επίσης για τη λήψη σημάτων από δορυφόρους και διαστημόπλοια.
Ο σχεδιασμός νέων ραδιοτηλεσκοπίων έχει σχέση με την ενοποίηση των εγκαταστημένων σε όλη τη γήινη επιφάνεια κεραιών των σταθμών παρατήρησης, έτσι ώστε να σχηματιστεί μια ενεργός κεραία με μέγεθος σχεδόν όσο το μέγεθος της Γης.
Ό Ήλιος είναι ό σημαντικότερος αστέρας γιά εμάς. Σπάνια λοιπόν τόν αντιμετωπίζουμε σάν έναν από τούς πολλούς άλλους αστέρες πού υπάρχουν στόν Γαλαξία μας. Τό κύριο χαρακτηριστικό του είναι ή μικρή του απόσταση από τόν πλανήτη μας. Τό φώς τού Ήλιου είναι τόσο δυνατό πού πού μπορεί νά μάς τυφλώση. Ή απόστασή του από τήν Γή είναι περίπου 149597900 χλμ, ενώ ή απόστασή του από τό κέντρο τού Γαλαξία είναι 32000 έτη φωτός. Ή περίοδος περιστροφής του από τό κέντρο τού Γαλαξία είναι ένα κοσμικό έτος, δηλαδή 225000000 έτη. Ό Ήλιος έχει διάμετρο 1392000 χλμ καί θερμοκρασία στήν επιφάνειά του 6000 βαθμούς Κελσίου. Ή Θερμοκρασία του βαθειά στόν πυρήνα υπολογίζεται στούς 15 εκατ βαθμούς Κελσίου. Ό Ήλιος αποτελείται από άτομα. Ή υψηλή θερμοκρασία κάνει τά άτομα υδρογόνου νά αντιδρούν καί νά σχηματίζουν μία βαρύτερη μορφή τό δευτέριο. Γιά νά σχηματιστή ένα άτομο Ηλίου χρειάζονται 4 άτομα υδρογόνου. Τά τέσσερα άτομα υδρογόνου έχουν μεγαλύτερο βάρος από τό άτομο Ηλίου, οπότε σημαντική ποσότητα ύλης χάνεται κατά τήν διαδικασία. Ή απώλεια μάζας όμως ισοδυναμή μέ παραγωγή ενέργεια, ενέργει πού δημιουργεί τό φώς τού Ηλίου. Κοντά στούς πόλους τής Γής τά σωματίδια πού προέρχονται από τόν Ηλιακό άνεμο, αλληλεπιδρούν μέ τά αέρια τής ατμόσφαιρας καί προσδίδουν διαφόρους χροματισμούς στόν νυχτερινό ουρανό. Στό Βόρειο ημισφαίριο τό φαινόμενο είναι γνωστό μέ τό όνομα Βόρειο Σέλας. Γύρω από τόν Ήλιο περιστρέφονται 9 γνωστοί πλανήτες :
1. Ερμής (58 εκατ χλμ απόσταση, 4878 χλμ διάμετρος, 59 ημ ή ημέρα, 88 ημέρες τό έτος. Ό Ερμής δέν έχει δορυφόρους)
2. Αφροδίτη (108 εκατ χλμ απος, 12104 χλμ διαμ, 243 ημ ή ημέρα, 225 ημ τό έτος, ή Αφροδίτη επίσης δέν έχει δορυφόρο όπως ό Ερμής)
3. Γή (149,60 εκατ χλμ απος, 12756 χλμ διαμ, 24 ώρες, 365 ημέρες, Σελήνη είναι ό δορυφόρος τής Γής)
4. Άρης (228 εκατ χλμ, 6,794 χλμ διαμ, 24 ώρες περίπου, 687 ημέρες, έχει 2 δορυφόρους)
5. Ζεύς (778 εκατ χλμ, 142800 χλμ διαμ, 10 ώρες, 12 χρόνια, αλλά έχει 16 δορυφόρους)
6. Κρόνος (1427 εκατ χλμ, 120000 χλμ διαμ, περίπου 10 ώρες, περίπου 29 χρόνια, έχει 23 δορυφόρους)
7. Ουρανός (2870 εκατ χλμ, 52400 χλμ διαμ, περίπου 15 ώρες, 84 χρόνια, έχει 5 δορυφόρους)
8. Ποσειδών (4497 εκατ χλμ, 48000 χλμ διαμ, 16 ώρες, 165 χρόνια , έχει 2 δορυφόρους)
Είναι καί ό Άδης (5913 εκατ χλμ, 2400 χλμ διαμ, περίπου 6 ημέρες, 248 χρόνια έχει 1 δορυφόρο), αλλά πλέον δέν θεωρείται πλανήτης.Ή όψη πού παρουσιάζει σήμερα ό ουρανός είναι μία φάση τής εξελικτικής πορείας πού πιστεύεται ότι άρχισε πρίν από 16 δις χρόνια. Μέσα στό πλανητικό μας σύστημα χρησιμοποιούμε ώς μονάδα τήν αστρονομική μονάδα = 23440 γήϊνες ακτίνες. Ή απόσταση από τήν Ανδρομέδα είναι 150 δις Αστρονομικές μονάδες. Μέχρι πρότινος τό παρατηρήσιμο μέρος τού Σύμπαντος θεωρείτο μία σφαίρα μέ κέντρο τόν παρατηρητή καί διάμετρο 5 έως 10 δις έτη φωτός. Σήμερα δεχόμαστε ώς δομικά στοιχεία τού Γαλαξία μας : Α Σ Τ Ρ Α , σώματα αυτόφωτα πού αποτελούν ηλιακό σύστημα καί παρουσιάζονται ακίνητα. Από τηλεσκόπια δέν μεγανθύνονται λόγω τής τεράστιας αποστάσεών των. Φαίνονται σάν νά αναβοσβήνουν. Ό Ήλιος έν συγκρίσι μέ τά άλλα αστέρια θεωρείται νάνος. Ό Γαλαξίας μας υπολογίζεται ότι έχει 220 δις αστέρια. ΝΕΦΕΛΩΜΑΤΑ, ογκώδεις συσωρεύσεις από διάχυτη ύλη – μεσοαστρική αποτελούνται από σωματίδια μικρών διαστάσεων (10 είς τήν μείον 5 εκατομμυριοστά). Ή συμβολή τής σκόνης αυτής καί τών νεφελωμάτων στήν δημιουργεία όχι μόνο παλαιών άστρων αλλά καί αυτών πού δημιουργούνται τώρα, είναι μεγάλη. Ό σπειροηδής γαλαξίας μας ανήκει σέ μία ομάδα γαλαξιών μέ τό όνομα τοπική ομάδα. Περιλαμβάνει άλλους 20 γαλαξίες όπου καί κατέχουν ένα χώρο στό διάστημα μέ σχήμα ελλειψοειδές μέ τρείς άξονες. Ό γαλαξίας μας μαζί μέ τήν Ανδρομέδα κατέχουν τά δύο άκρα τού μεγάλου άξονα τού ελλειψοειδούς χώρου. Διάμετρος 100000 έτη φωτός.Τό Ηλιακό μάς σύστημα αποτελείται από 9 πλανήτες, κατ’άλλους 10 ή 11, αλλά σύμφωνα μέ τούς αστρονόμους τό 2006 από 8 επίσημους πλανήτες. Ό Πλούτων καθαιρέθηκε, κυρίως λόγω τού όγκου του. Οί πλανήτες είναι ετερόφωτα σώματα καί μεταβάλλουν τήν θέσιν των σέ σχέση μέ τά άλλα ουράνια σώματα, επειδή κινούνται γύρω από τόν Ήλιο. Έχουν σταθερό φώς λόγω τής μικρής αποστάσεως από τόν Ήλιο. Από τηλεσκόπιο μεγενθύνονται.
1 αστρονομική μονάδα = 149500 κμ/sec
1 έτος φωτός = 63300 αστρονομικές μονάδες ή 300000 μ/sec
1 Par/sec = 3,26 έτη φωτός
πχ ό Πλούτων απέχει από τόν Ήλιο 39 αστρονομικές μονάδες
Νόμοι τού Πλανητικού Συστήματος
Αριστοτέλης : «οί έλξεις μεταξύ τών πλανητών είναι ανάλογες τής μάζας των καί αντιστρόφως ανάλογες τού τετραγώνου τής αποστάσεως τών κέτρων των
f = k ×m1×m2 ÷ r²
Kepler : « - οί πλανήτες διαγράφουν τροχιές γύρω από τόν Ήλιο καλούμενες ώς αστρικές περιφορές. - Ή επιβατική ακτίνα (αυτή πού ενώνει τό κέτρο τής Γής μέ τό κέντρο τού Ήλιου) διαγράφει στήν εκλειπτική ίσα εμβαδά σέ ίσους χρόνους ΕΑ = ΕΒ διαγράφει κίνηση ανισοταχή. – Τά τετράγωνα τών χρόνων τών αστρικών περιφορών τών πλανητών γύρω από τόν Ήλιο, είναι ανάλογα τού κύβου τής μέσης αποστάσεώς των από αυτό».
Ερμής 0+4 ÷ 10 = 0,4 αστρονομική μονάδα
Αφροδίτη 3+4 ÷ 10 = 0,7
Γή 6+4 ÷ 10 = 1
Άρης 12+4 ÷ 10 = 1,6
Ζεύς 48+4 ÷ 10 = 5,2
Κρόνος 96+4 ÷ 10 = 10
Ουρανός 192+4 ÷ 10 = 19,6
Ποσειδών 384+4 ÷ 10 = 38,8
Πλούτων 768+4 ÷ 10 = 77,2



Τό Ηλιακό σύστημα κινείται γύρω από τόν γαλαξιακό άξονα μέ U=250km/sec καί απαιτούνται 250000000 χρόνια γιά πλήρη περιφορά. Τό χρονικό αυτό διάστημα λέγεται κοσμικό έτος. Άν ό άξων τής Γής ήταν κάθετος στό επίπεδο τής εκλειπτικής, οί ακτίνες τού Ηλίου θά ήταν κάθετες πάνω στόν ισημερινό καί δέν θά είχαμε τό φαινόμενο τής κινήσεως τού Ηλίου πρός Βορρά καί Νότο ετησίως, τίς εποχές καί τήν ανισότητα μέρας καί νύχτας. Ό άξων τής Γής σχηματίζεο γωνία 66,5 μοίρες περίπου μέ τό επίπεδο τροχιάς διατηρούμενος παραλλήλως πρός τήν ίδια πάντοτε διεύθυνση στόν χώρο πρός ένα σημείο πού συμπίπτει στήν εποχή μας πρός τήν κατεύθυνση τού πολικού. Ή κλίση τού Ηλίου είναι Φαινομενική καί οφείλεται στόν παρατηρητή όπως βλέπει τόν Ήλιο από διαφορετικές θέσεις πού παίρνει μέ τήν περιφορά τής Γής πάνω στήν Γήινη τροχιά. Όταν ή Αφροδίτη έχει αποχή δυτική, τότε καθώς πειστρεφόμεθα θά δούμε τόν Ήλιο καί μετά τήν Αφροδίτη. Τά ίδια ισχύουν καί γιά τήν Δύση. Όταν ή αποχή είναι μηδέν ονομάζεται σύνοδος καί ισχύει γιά τούς εσωτερικούς πλανήτες. Δέν υπάρχει τετραγωνισμός, δηλαδή ή γωνία Ηλίου – Γής καί πλανήτη δέν γίνεται ποτέ 90 μοίρες ούτε καί 180 μοίρες (αντίθετη). Όταν όμως πρόκειται γιά εξωτερικό πλανήτη τότε ή αποχή γίνεται 90 μοίρες (τετραγωνισμός) καί 180 μοίρες αντίθετη. Ύστερα ό Ήλιος περνά τήν Αφροδίτη καί Δύει πρώτος.
Ανισότις καί Μεταβολαί : Σύμφωνα μέ τόν Β΄νόμο τού Κέπλερ ή διάρκεια τών εποχών τού έτους θά είναι ανάλογη τών εμβαδών πού διαγράφει ή επιβατική ακτίνα. Ή γραμμή τών αψίδων (ή μεγάλη γραμμή τών ελλείψεων) κατέχη τήν σημερινή εποχή μία ενδιάμεση θέση μεταξύ τών γραμμών τών ισημερινών καί τών τροπών. Ή διάρκεια τών εποχών τού έτους μεταβάλλεται συνεχώς αφενός μέν γιατί ή γραμμή τών ισημερινών τροπών μετατοπίζεται περιστρεφόμενη συνεχώς πρός τήν ανάδρομο φορά (50,2΄ανά έτος) τόν χρόνο επί τού επιπέδου τής εκλειπτικής. Αφετέρου δέ λόγω τών μετακινήσεωντής γραμμής τών αψίδων πρός τήν ορθή φορά κατά 11,25΄ τόν χρόνο. Τό σύνολο τής διάρκειας τών 4 εποχών πού είναι καί τό τροπικό έτος. Τό 1250 όταν συνέπιπτε ή γραμμή τών αψίδων μέ τήν γραμμή τών τροπών, ή διάρκεια ανοίξεως ήταν ίση μέ τήν διάρκεια τού καλοκαιριού καί χειμώνα ίση μέ τού φθινοπώρου. Όταν μετά από 4000 χρόνια ή ίδια γραμμή τών αψίδων θά συναντηθεί μέ τήν γραμμή τών ισημερινών, ή διάρκεια τού χειμώνα θά είναι ίση μέ τήν άνοιξη καί τό φθινόπωρο μέ τό καλοκαίρι.
Ή Γή γυρίζει γύρω από τόν Ήλιο σέ εκλειπτική τροχιά 365 ημερών καί 6,5 ωρών γεγονός πού μάς δίδει τήν ημερήσια ταχύτητα τής Γής, 1 μοίρα μέ ανισοταχή κίνηση. Ή Γή κινείται πάνω στήν εκλειπτική μέ γωνία 23º 27΄καί συμβολίζεται μέ ω = γωνία λοξόσεως. Επειδή οί κινήσεις μεταξύ Ηλίου καί Γής είναι σχετικές μπορούμε νά θεωρήσουμε τήν Γή ακίνητη καί τόν Ήλιο νά περιστρέφεται κατά τήν ορθή φορά.
ΕΚΛΕΙΨΗ ΗΛΙΟΥ : Γιά νά γίνει θά πρέπει μεταξύ τού Ηλίου καί τής Γής νά παρεμβληθή ή Σελήνη. Δημιουργεί κώνο σκιάς μήκους 58,5 ακτίνων. Ό Ήλιος καί ή Σελήνη θά πρέπει νά είναι σέ σύνοδο μέ εκλειπτικό πλάτος 90 μοίρες.
Ολική Έκλειψη : Όταν μέρος τής Γής βρεθεί μέσα στό σκιερό κώνο.
Μερική έκλειψη : Όταν τμήμα τής επιφανείας τής Γής βρεθεί μέσα σέ σκιερό κώνο τής Σελήνης.
Δακτυλοειδής έκλειψη : Γιά νά έχουμε έκλειψη θά πρέπει ή Σελήνη νά βρίσκεται σέ σύνοδο μέ τόν Ήλιο καί τό εκλειπτικό πλάτος της νά είναι τόσο ώστε ή Σελήνη νά διέρχεται από τόν Κώνο.

Χρόνος. Φαινομενικά ό Ήλιος περιφέρεται περί τήν Γή επάνω στήν εκλειπτική ανισοταχώς, σύμφωνα μέ τόν δεύτερο νόμο τού Κέπλερ καί κατά τήν ορθή φορά. Στήν Μετάπτωση τού εαρινού σημείου οφείλεται καί ή διαφορά Αστρικού έτους καί Τροπικού έτους. Τό αστρικό έτος αποτελεί ό χρόνος μίας πλήρους περιφοράς τής Γής περί τόν Ήλιο καί ισούται μέ 365 ημέρες 6 ώρες 9,2 λεπτά ή 365,2564. τό τροπικό έτος αποτελεί χρόνο μεταξύ δύο διαδοχικών διαβάσεων τού κέντρου τού Ήλιου διά τού εαρινού Ισημερινού σημείου καί ισούται μέ 366,2422 δηλαδή 366 ημέρες 5 ώρες 48,8 λεπτά.
Ό Ήλιος είναι Το «άστρο της ημέρας», το κεντρικό σώμα του ηλιακού-πλανητικού μας συστήματος, η πηγή κάθε ζωής, κίνησης και δράσης πάνω στη Γη. Είναι ένας, από τα πολλά δισεκατομμύρια, απλανής αστέρας-ήλιος του Γαλαξία μας. Το απόλυτο αστρικό του μέγεθος, σε μια απόσταση 10 pc, θα πρέπει να είναι +4,8, ενώ από τη Γη φαίνεται σαν αστέρι λαμπρότητας –26,8. Απέχει από τη Γη περίπου 149,6 • 106 Km. Έτσι το ηλιακό φως φτάνει στη Γη σε 8΄ και 19΄΄. Βρίσκεται σε απόσταση 30.000 έ.φ. από τον άξονα περιστροφής του Γαλαξία μας και 5 έτη φωτός πάνω από το γαλαξιακό επίπεδο. Ο «απλανής» αυτός αστέρας-ήλιος, δεν είναι καθόλου απλανής. Περιφέρεται σαν «πλανήτης» γύρω από το κέντρο του Γαλαξία μας με ταχύτητα περίπου 900.000 Km την ώρα, διαγράφοντας μια περιφορά (ένα ηλιακό έτος) μέσα σε 200 εκατομμύρια χρόνια. Συγχρόνως περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του από Δ προς Α μέσα σε περίπου 27 μέρες, με μέση ωριαία ταχύτητα 7.000 Km.
Ο Ήλιος είναι εντελώς σφαιρικό σώμα, γι’ αυτό ο δίσκος του στον ουρανό μάς φαίνεται εντελώς κυκλικός. Η σφαιρικότητά του αυτή εξηγείται και από τη βραδύτατη περιστροφή του μέσα σε 25 ημ. 23 λεπτά. Οι διάφορες ζώνες του περιστρέφονται με διαφορετικές ταχύτητες. Στον ισημερινό είναι 24 ημ. 15 ώρες, σε ζώνη 45° γίνεται 28,5 ημ. και στους πόλους φτάνει τις 34 ημ. Αυτό σημαίνει ότι η ηλιακή σφαίρα είναι ρευστό σώμα με διάμετρο 400.000 Km. Ο Ήλιος έχει ατμόσφαιρα από Η και He που λέγεται χρωμόσφαιρα. Περιβάλλεται επίσης από το ηλιακό στέμμα. Η σφαιρική του επιφάνεια είναι 12.000 φορές μεγαλύτερη της γήινης και η μάζα του είναι 1,989 • 1030 Kg, αλλά η πυκνότητά του είναι μόλις 1,41 έναντι 5,5 της Γης. Αυτό σημαίνει ότι συγκροτείται από «ελαφρά» χημικά στοιχεία, κυρίως από υδρογόνο Η κατά 81,7% και ήλιο He 18,2%, ενώ τα υπόλοιπα 70 χημικά στοιχεία (ασβέστιο Ca, νάτριο Na, κάλιο Κ, σίδηρο Fe, πυρίτιο Si, άνθρακα C κτλ.) μόλις φτάνουν το 0,1%. Φασματοσκοπικά επίσης αναγνωρίστηκαν τα μόρια 18 χημικών ενώσεων σε ταινίες του φάσματος. Πρώτος ο Γ. Φράουνχόφερ ανακάλυψε 7.000 από τις 25.000 σκοτεινές γραμμές στο ορατό φάσμα του ηλιακού φωτός, ενώ οι γραμμές που βρέθηκαν στο υπεριώδες και υπέρυθρο οφείλονται μάλλον σε ιονισμένα άτομα.
Οι διάφορου μήκους κύματος ακτινοβολίες του Ήλιου καταλαμβάνουν ευρύτατο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα. Το ορατό μέρος αυτού του φάσματος είναι πολύ στενό, αρχίζει από το ιώδες λ = 2.900 Å μέχρι το ερυθρό λ = 7.200 Å και λέγεται οπτικό παράθυρο (βλ. λ. φάσμα). Οι μικρού μήκους κύματος ακτινοβολίες –υπεριώδεις χ, γ– ιονίζουν τα άτομα της ανώτατης ατμόσφαιρας και απορροφούνται κυρίως από το όζον, ώστε να μη φτάνουν στην επιφάνεια της Γης. Οι υπέρυθρες ακτινοβολίες μεγάλου μήκους κύματος απορροφούνται μερικώς από υδρατμούς και μόρια Ο2, CO2 της κατώτερης ατμόσφαιρας. Μέρος της υπέρυθρης περνά την ξερή ατμόσφαιρα (χωρίς υδρατμούς). Δεξιότερα της υπέρυθρης, στην περιοχή μήκους κύματος 0,8 cm-17 m, υπάρχει το ραδιοφωνικό παράθυρο, οι ραδιοακτινοβολίες του οποίου περνούν ελεύθερα την ατμόσφαιρα. Ακτινοβολίες μήκους κύματος λ>17m απορροφούνται από την ιονόσφαιρα ή ανακλώμενες γυρίζουν στο διαστημικό χώρο.
Η επιτάχυνση βαρύτητας στην επιφάνεια του Ήλιου είναι g = 27.380 cm/sec2, δηλαδή 28 φορές ισχυρότερη από τη γήινη. Η ταχύτητα διαφυγής των μορίων του από την επιφάνειά του είναι μεγάλη υ = 617 Km/sec (έναντι 11,2 της Γης). Έτσι συγκρατήθηκε η αεριώδης ατμόσφαιρα (χρωμόσφαιρα και στέμμα) του Ήλιου, ενώ της Σελήνης, με υ = 2,4 Km/sec, έφυγε όλη.
Φαινόμενη διάμετρος του Ήλιου λέγεται η γωνία ΑΒΓ υπό την οποία φαίνεται η διάμετρος (D = 2R) του Ήλιου από τη θέση Γ της Γης. Μεταβάλλεται ανάλογα με τη θέση ΓΗ της Γης πάνω στην ελλειπτική ετήσια τροχιά της. Έτσι την 1η Ιανουαρίου έχει μέγιστη τιμή D1 = 32’36’’,2, γιατί η Γη βρίσκεται στο περιήλιο (Γ1Η1 = 147.100.000 Km), ενώ στις 2 Ιουλίου, όταν η Γη βρίσκεται στο αφήλιο της τροχιάς της (Γ2Η2 = 152.000.000 Km), φαίνεται μικρότερος D2 = 31’32’’. Έτσι η μέση τιμή γίνεται D = D1 + D2 = 32’41’’,1 σε μια μέση απόσταση α = 149.504.312 Km. Η πραγματική του ακτίνα είναι Ro = 696.000 Km, που αντιστοιχεί σε μέση φαινόμενη διάμετρο D/2 = 16΄ τόξου.
Δομή του Ήλιου. Η ηλιακή σφαίρα αποτελείται από:
1. Τον πυρήνα μεταφοράς ακτίνας r = 0,66.Ro, όπου γίνονται οι θερμοπυρηνικές αντιδράσεις σύντηξης 4Η  Ηe λόγω θερμοκρασιών 14 εκατομμ. βαθμών, πιέσεων 200 δισεκατομμ. ατμοσφαιρών και πυκνότητας 70 gr/cm3. Από τον πυρήνα προέρχονται όλες οι μορφές της ακτινοβολούμενης ενέργειας.
2. Το περίβλημα ακτινοβολίας, πάχους μεταβλητού 13,9 Ro, περίπου 96.400 Km στο οποίο η ενέργεια μεταδίδεται με ακτινοβολία. Φτάνει μέχρι ακτίνα r = 0,86 Rο.
3. Τη ζώνη μεταφοράς, πάχους περίπου 20 Ro = 140.000 Km, στην οποία τα ρεύματα μεταφοράς προκαλούν φαινόμενα στροβιλισμών με αποτέλεσμα να εμφανίζονται στην επιφάνεια του Ήλιου κοκκώδεις σχηματισμοί.
4. Τη φωτόσφαιρα, το πιο έξω στρώμα του Ήλιου, πάχους 400 Km, από το οποίο προέρχεται το συνεχές ηλιακό φως. Ο δίσκος της φωτόσφαιρας που βλέπουμε, είναι λαμπρός στο κέντρο και λιγότερο λαμπρός στα χείλη, γιατί το φως διατρέχει μεγαλύτερο πάχος και απορροφάται από τη χρωμόσφαιρα. Η πυκνότητα του φωτοσφαιρικού υλικού είναι περίπου 2 • 10-7 gr/cm3, η πίεση γύρω στα 0,08 με 0,10 της ατμόσφαιρας και η θερμοκρασία στην επιφάνεια φτάνει τους 6.000°C. Επάνω στη φωτόσφαιρα βρίσκονται οι σκοτεινές κηλίδες (ηλιακές κηλίδες), οι φωτεινοί πυρσοί, οι κόκκοι, οι πόροι και άλλοι βραχύβιοι σχηματισμοί.
5. Τη χρωμόσφαιρα (που μαζί με το στέμμα αποτελούν την ατμόσφαιρα του Ήλιου). Είναι αεριώδες στρώμα πάχους 10-15.000 Km, με θερμοκρασίες από 4.500° μέχρι 100.000°. Αποτελείται κυρίως από αέρια υδρογόνου Η και Ηλίου He και είναι αραιότερη της ατμόσφαιρας κατά 10.000-100.000 φορές. Παρατηρείται με ειδικά φίλτρα, τους φασματοηλιογράφους, ή κατά τις ολικές εκλείψεις του Ήλιου. Στην απορρόφηση του ηλιακού φωτός της φωτόσφαιρας από το υλικό της χρωμόσφαιρας οφείλονται οι φασματικές γραμμές απορρόφησης Φράουνχόφερ.
Οι πιο ενδιαφέροντες χρωμοσφαιρικοί σχηματισμοί είναι οι εκλάμψεις (flares), οι απότομες δηλαδή εκρήξεις υλικού μεγάλης λαμπρότητας και ενέργειας. Διαρκούν από λίγα λεπτά μέχρι δύο ώρες και εκδηλώνονται σε περιοχές διπολικών κηλίδων. Οι συνέπειες των εκλάμψεων είναι η διαταραχή των στρωμάτων της γήινης ιονόσφαιρας, οπότε δημιουργούνται ανωμαλίες στις τηλεπικοινωνίες. Όταν μάλιστα έχουμε ισχυρές μαγνητικές καταιγίδες, τότε δημιουργείται σιγή ασυρμάτου. Παρόμοιοι με τις flares είναι οι βραχύβιοι σχηματισμοί των αιφνίδιων κυμάτων (surges).
Εντυπωσιακά χρωμοσφαιρικά φαινόμενα είναι οι προεξοχές στα χείλη και τα νήματα πάνω στο δίσκο. Επίσης ενδιαφέροντες σχηματισμοί είναι οι ακίδες, οι πυρσοί, οι ψηφίδες κ.ά.
Τα κέντρα δράσης του Ήλιου είναι περιοχές των κηλίδων, των προεξοχών και των flares, που όλα μαζί καταλαμβάνουν το 1/10 της επιφάνειάς του.
Οι παρατηρήσεις της χρωμόσφαιρας γίνονται με φίλτρα που επιτρέπουν μονοχρωματικό φως, λ.χ. του υδρογόνου λ = 6.365Å = Ηa, του ασβεστίου Ca, νατρίου Νa κ.ά.
6. Το ηλιακό στέμμα (corona) που περιβάλλει τη χρωμόσφαιρα και περιστρέφεται με τον ήλιο. Διακρίνεται σε εσωτερικό (απέχει 1,03.R0 μέχρι 1,3.R0), μέσο (1,3 – 2,5.R0) και εξωτερικό (πέρα από 2,5.R0). Περιέχει ιονισμένα άτομα σιδήρου Fe+++, νικελίου Ni++, ασβεστίου Ca++, πυρήνες (πρωτόνια) και ελεύθερα ηλεκτρόνια. Επικρατούν θερμοκρασίες πολλών εκατομμυρίων βαθμών (γι’ αυτό υπάρχει ύλη σε κατάσταση πλάσματος). Από την τάση κίνησης του υλικού του εξωτερικού στέμματος δημιουργείται συνεχής ροή, δηλαδή ηλιακός άνεμος.
Η ηλιακή ενέργεια που εκπέμπεται από τον Ήλιο, είτε ως ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, είτε ως φορτισμένα σωματίδια ενέργειας, οφείλεται σε συνεχείς θερμοπυρηνικές μεταστοιχειώσεις του άφθονου Η σε He, σύμφωνα με τον «κύκλο πρωτονίου-πρωτονίου» ή με τον «κύκλο του άνθρακα».
Ηλιακή σταθερά λέγεται το ποσό της ηλιακής ενέργειας (σε cal ή Joule) που δέχεται επιφάνεια 1 cm2 στην εξώτατη γήινη ατμόσφαιρα σε διάστημα 1 λεπτού. Είναι c = 2 cal/cm2 ανά mm = 0,14 • 107 erg/sec•cm2 ή c = 0,14 Joule/sec • cm2 = 0,14 Watt/cm2. Από 1 cm2 της ηλιακής επιφάνειας εκπέμπεται ανά sec ενέργεια 6,45 Kw/cm2. Από όλη την ηλιακή επιφάνεια Ε = 6 • 1022 cm2 εκπέμπεται ανά sec ολική ισχύς Ρολ = F • E = 38,6 • 1022 Kw, που ισοδυναμεί με ισχύ «μηχανής» 5 • 1023 ίππων. Το εκπεμπόμενο υλικό αναπληρώνεται με πτώση μετεωρικής ύλης ή με τη συστολή του λόγω ψύξης του «ακτινοβολούντος σώματος» (Kelvin 1893).
Τό 1974 φθάνει στόν Ερμή ό δορυφόρος Μάρινερ 10. ό Μάρινερ κατάφερε νά ανακαλύψη τό τμήμα τής επιφανείας του πού είναι όμοιο μέ αυτό τής Σελήνης. Υπάρχουν κρατήρες, θρύματα πετρωμάτων, βουνά, επίπεδες εκτάσεις καί κοιλάδες. Ή ατμόσφαιρά του είναι πολύ αραια καί αποτελείται από Ήλιο. Οί συνθήκες πού επικρατούν λόγω τής μικρής αποστάσεώς του από τόν Ήλιο είναι ακραίες. Τήν ημέρα ή θερμοκρασία φθάνει τούς 427 βαθμούς Κελσίου, ενώ τήν νύχτα πέφτει στούς 170 βαθμούς Κελσίου. Ό Πυρήνας του είναι πλούσιος σέ σίδηρο ενώ ό υπόλοιπος Πλανήτης αποτελείται από στοιβάδα πυριτούχων πετρωμάτων. Ό Ερμής ανατέλει μαζί μέ τόν Ήλιο ενώ στήν μεγαλυτέρα απόστασή των ό Ερμής βγαίνει 1,5 ώρες πρίν τόν Ήλιο.
Ή Αφροδίτη στήν επιφάνειά της έχει θερμοκρασία 500 βαθμών Κελσίου καί είναι πιθανότητα ή εχθρικότερη στό Ηλιακό σύστημα. Ή ατμόσφαιρά της αποτελείται από διοξείδιο τού άνθρακα καί θειϊκού οξέως. Τό νερό πού πιθανότητα νά υπήρχε αξατμίστηκε λόγω τής ανόδου τής θερμοκρασίας τού Ηλίου. Καταιγίδες καί κεραυνοί είναι συχνό φαινόμενο. Ό ουρανός της έχει χρώμα πορτοκαλί καί τό φώς τής ημέρας είναι παρόμοιο μέ τό φώς τής συννεφιασμένης χειμωνιάτικης ημέρας στήν Γή. Στό κέντρο της υπάρχει ρευστός πυρήνας μικρότερος από αυτόν τής Γής. Αμέσως μετά υπάρχει ό Μανδύας καί τέλος ό Λεπτός βραχώδης φλοιός της. Ό δεύτερος κοντινότερος στον Ήλιο. Η Αφροδίτη περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο σε απόσταση ίση προς τα 0,75 της γήινης απόστασης και χρειάζεται 225 μέρες για να συμπληρώσει την κάθε περιφορά της. Έτσι η Αφροδίτη και η Γη επιστρέφουν στην ίδια θέση σε σχέση με τον Ήλιο κάθε 575 ημέρες. Η διάμετρός της υπολογίστηκε σε 12.000 χλμ., ενώ έχει σχετική πυκνότητα 0,81, δηλαδή είναι λίγο πιο «αραιή» σε σύσταση από τη Γη. Για τις πολλές τους ομοιότητες, η Αφροδίτη λέγεται αδελφός πλανήτης της Γης. Όταν η Αφροδίτη παρουσιάζεται στον ουρανό νωρίς το πρωί λέγεται Εωσφόρος ή Αυγερινός, ενώ όταν φαίνεται τις πρώτες βραδινές ώρες λέγεται Έσπερος ή Αποσπερίτης. Οι αρχαίοι λαοί πίστευαν ότι είναι δύο διαφορετικά ουράνια σώματα, ενώ οι Έλληνες του 500 π.Χ. γνώριζαν ότι ήταν εναλλασσόμενες εμφανίσεις του ίδιου σώματος. Η ανακάλυψη αυτή αποδίδεται στον Πυθαγόρα. Η Αφροδίτη ήταν και είναι από πολλές απόψεις ένας πλανήτης γεμάτος μυστήριο και το ωραίο της φως απασχόλησε τη φαντασία των ανθρώπων για πολλές χιλιάδες χρόνια.
Οι αποστολές των αμερικανικών διαστημόπλοιων «Mariner 1» και «Mariner 2» (1962) ήταν οι πρώτες επιτυχημένες προσπάθειες για τη συλλογή θετικών πληροφοριών από την επιφάνεια του πλανήτη. Έκτοτε ακολούθησαν πολλές αποστολές εξερεύνησης του πλανήτη (βλ. λ. αστροναυτική).
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των διαστημικών αποστολών, η Αφροδίτη περιβάλλεται από ατμόσφαιρα πυκνότερη της γήινης, με πολλά νέφη που κρύβουν τελείως την επιφάνειά της. Βασικά συστατικά της είναι το διοξείδιο του άνθρακα και το άζωτο, ενώ το οξυγόνο και το υδρογόνο βρίσκονται σε πολύ μικρή αναλογία. Η θερμοκρασία της κορυφής των νεφών είναι περίπου -35°C, ενώ η επιφανειακή θερμοκρασία είναι της τάξης των +400°C, με μέγιστη μεσημβρινή περίπου +700°C. Οι ακραίες αυτές θερμοκρασίες κάνουν απίθανη την ύπαρξη κάθε είδους ζωής στον πλανήτη, καθώς και την ύπαρξη νερού σε υγρή μορφή. Η μεγάλη επιφανειακή θερμοκρασία εξηγείται με το «φαινόμενο του θερμοκηπίου», που προκαλούν τα νέφη της Αφροδίτης και εμποδίζουν τη θερμική ακτινοβολία να διαχυθεί στην ατμόσφαιρα. Μια άλλη θεωρία είναι η «αιολοσφαιρική», σύμφωνα με την οποία η ηλιακή ενέργεια δεσμεύεται με μορφή μηχανικής ενέργειας μεγάλων θυελλών κονιορτού. Οι θύελλες αυτές μαστιγώνουν συνεχώς την επιφάνεια και δημιουργούν τη μεγάλη θερμοκρασία. Η Αφροδίτη είναι τόσο λαμπρή, ώστε ρίχνει σκιά κατά τη διάρκεια της νύχτας και είναι ορατή με γυμνό μάτι κατά τη διάρκεια της ημέρας, αν ξέρει κανείς πού να κοιτάξει.
Μολονότι είναι αρκετά μικρότερος σέ μέγεθος καί μέ μικρότερη πυκνώτητα από τήν Γή, ό Άρης είναι ό πιό φιλικός από τούς πλανήτες. Είναι γνωστός ώς ό κόκκινος πλανήτης εξαιτίας τής διάχυτης κόκκινης σκόνης πού καλύπτει τήν επιφάνειά του καί είναι εύκολο νά αναγνωριστή εξαιτίας τού χρώματός του αυτού. Τό 1971 ό Μάρινερ 9 προσέγγισε τόν πλανήτη κατά τήν διάρκεια μίας από τίς συχνές καί έντονες καταιγίδες σκόνης, οί οποίες κρύβουν πολλά από τά επιφανειακά χαρακτηριστικά του. Στήν επιφάνειά του ξεχωρίζουν τά μεγάλα ηφαίστεια. Ή ατμόσφαιρα έχει πολύ μικρή πυκνότητα καί αποτελείται κυρίως από διοξείδιο τού άνθρακα. Ό ουρανός τού Άρεως έχει χρώμα κόκκινο γιατί ή ατμόσφαιρα δέν είναι τόσο πυκνή ώστε νά αποκτήσει γαλανό χρώμα. Ό άξονας περιστροφής του παρουσιάζει τήν ίδια κλίση μέ τόν άξονα τής Γής, οπότε παρατηρούνται παρόμοιες αλλαγές εποχών μά πιό έντονες. Τά παγόβουνα στούς πόλους λειώνουν καί παγώνουν ανάλογα μέ τίς εποχές.

Ο τέταρτος κατά σειρά πλανήτης από τον Ήλιο. Είναι ο πιο γνωστός από τους πλανήτες, γιατί παρατηρείται κάθε δύο χρόνια στις αντιθέσεις του, ενώ κάθε περίπου 15 χρόνια φτάνει σε απόσταση από τη Γη μόνο 55 εκατομμύρια χλμ. Στον Άρη η ημέρα διαρκεί 25 ώρες, ενώ η διάρκεια του έτους του είναι διπλάσια από του γήινου έτους. Η διάμετρος του Άρη αντιστοιχεί στα 0,53 της γήινης, ενώ ο όγκος του είναι τα 0,15 του γήινου όγκου. Λόγω της μικρότερης μάζας του η ένταση της βαρύτητας στην επιφάνεια του πλανήτη είναι τα 0,38 της γήινης, με αποτέλεσμα ένα σώμα που έχει βάρος στη Γη 1 κιλό να ζυγίζει στον Άρη 380 γραμμάρια.
Η τροχιά του Άρη είναι σημαντικά ελλειπτική και συνεπάγεται μεγάλες διαφορές στη θερμοκρασία του, κατά το αφήλιο και το περιήλιο, επηρεάζοντας το κλίμα. Η μέση θερμοκρασία στην επιφάνεια του είναι -63°C, με ελάχιστο τους -140°C στους πόλους τον χειμώνα και μέγιστο τους 20°C στην επιφάνεια το καλοκαίρι.
Ο Άρης διακρίνεται εύκολα με γυμνό μάτι και έχει χαρακτηριστική κοκκινωπή απόχρωση. Τα φασματικά δεδομένα απέδειξαν ότι η επιφάνεια του πλανήτη περιέχει πολλά οξείδια του σιδήρου, στα οποία και οφείλεται το πορτοκαλί του χρώμα.
Στον Άρη είναι χαρακτηριστική η τέλεια έλλειψη ωκεανών. Το νερό είναι σπάνιο και είναι αμφίβολο αν υπάρχει νερό σε υγρή κατάσταση. Η ατμοσφαιρική πίεση είναι τόσο χαμηλή, ώστε μόνο ο πάγος και ο ατμός είναι σταθερές καταστάσεις. Στην επιφάνεια του Άρη, ωστόσο, υπάρχουν σημάδια που υποδηλώνουν ότι κάποτε υπήρχε νερό στην επιφάνεια του πλανήτη. Υπάρχουν ενδείξεις ποταμών, μεγάλων λιμνών, ακόμη και ωκεανών. Φαίνεται όμως ότι αυτό συνέβη σε πολύ αρχαιότερη περίοδο, περίπου πριν από 4 δισεκατομμύρια χρόνια και για μικρό χρονικό διάστημα. Τα πολύπλοκα φαράγγια των Valles Marineris δεν οφείλουν τον ιδιόρρυθμο σχηματισμό τους σε νερό, αλλά στο τέντωμα και ράγισμα του φλοιού σχετιζόμενο και με τη δημιουργία του υψώματος Tharsis. Από τους σχηματισμούς της επιφάνειας φαίνεται ότι μάλλον το νερό κυλούσε σε ρεύματα στις τώρα πια στεγνές περιοχές.
Η απουσία ωκεανών στον Άρη έχει μεγάλη επίδραση στη σύσταση της ατμόσφαιράς του, η οποία αποτελείται κυρίως από διοξείδιο του άνθρακα (95,32%) και από μικροποσότητες άλλων αερίων, όπως άζωτο, αργό, οξυγόνο, μονοξείδιο του άνθρακα κ.ά. Το σύνολο των συστατικών της είναι όσο το 1/200 της γήινης ατμοσφαιρικής πυκνότητας. Η ατμόσφαιρα του Άρη έχει μόλις το 1 χιλιοστό του νερού που περιέχει η αντίστοιχη ατμόσφαιρα της Γης, αρκεί όμως για τον σχηματισμό νεφών. Έχει παρατηρηθεί σε περιοχές αραιή πρωινή ομίχλη και λεπτά στρώματα πάγου στο έδαφος το χειμώνα. Συνεχείς σκοτεινές περιοχές και ζώνες δημιουργούν διάσπαση στη βασικά πορτοκαλόχρωμη επιφάνεια του πλανήτη. Στη διάρκεια της άνοιξης, οι σκοτεινές αυτές περιοχές μετατρέπονται σε γκριζοπράσινες, ενώ το καλοκαίρι και το φθινόπωρο παίρνουν ελαφρό γκρίζο χρώμα. Διακρίνονται επίσης περιοδικά νέφη διάφορων τύπων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται μεγάλα κιτρινόχρωμα νέφη σκόνης, τα οποία κινούνται γρήγορα επάνω στην επιφάνεια, κάνοντάς την τελείως αόρατη.
Το έδαφος του Άρη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον με πολλούς και διαφορετικούς σχηματισμούς. Στον Άρη βρίσκεται το ψηλότερο βουνό του ηλιακού μας συστήματος, το Olympus Mons με βάση μεγαλύτερη από 500 χλμ. σε διάμετρο και ύψος 24 χλμ. Στην κορυφή του υπάρχει ένας εντυπωσιακός κρατήρας, ενώ η περιοχή του βουνού περιστοιχίζεται από έναν γκρεμό ύψους 6 χλμ. Άλλοι αξιόλογοι σχηματισμοί είναι η Θαρσίς (Tharsis), ένα μεγάλο εξόγκωμα στην επιφάνεια με μήκος 4 χλμ. και ύψος 10 χλμ., οι Valles Marineris, συστάδα φαραγγιών μήκους 4 χλμ. και βάθους 2-7 χλμ. και ο κρατήρας Hellas Planitia στο νότιο ημισφαίριο με διάμετρο 2 χλμ. και βάθος που ξεπερνά τα 6 χλμ. Η επιφάνεια του Άρη στο μεγαλύτερο μέρος της είναι παλαιά και γεμάτη κρατήρες, αλλά υπάρχουν και νεώτεροι γεωλογικά σχηματισμοί κοιλάδων, λόφων κ.ο.κ. Υπάρχουν τεράστια ηφαίστεια στην περιοχή Tharsis, αλλά καμία ένδειξη ηφαιστειακής δραστηριότητας. Τελευταία έχουν έρθει στο φως ενδείξεις για παλαιότερη τεκτονική δραστηριότητα νωρίς στην ιστορία του πλανήτη. Έχουν εντοπιστεί μεγάλης εμβέλειας αλλά όχι πολύ δυνατά μαγνητικά πεδία σε σημεία. Ο Άρης δεν έχει ενιαίο μαγνητικό πεδίο αλλά μερικοί υποθέτουν ότι είχε σε παλαιότερη εποχή.
Στον Άρη έχουν εντοπιστεί ίχνη χημικής δραστηριότητας αλλά όχι ζωντανοί μικροοργανισμοί. Κάποιοι βιολόγοι ερευνητές πιστεύουν ότι ο Άρης αυτο-αποστειρώνεται και ότι ο συνδυασμός της υπεριώδους ηλιακής ακτινοβολίας με την ξηρασία του εδάφους και την όξινη φύση της χημείας του εδάφους αποτρέπουν την ανάπτυξη μικροοργανισμών. Το ερώτημα της πιθανότητας ζωής στον Άρη σε παλαιότερες εποχές παραμένει ανοιχτό.
Γνωρίζουμε ελάχιστα για το εσωτερικό του Άρη. Οι επιστήμονες υποθέτουν ότι έχει πυρήνα, ακτίνας περίπου 1.700 χλμ., ένα πυκνό στρώμα μάγματος και λεπτό φλοιό. Ο φλοιός πιστεύεται ότι έχει πάχος 80 χλμ. στο νότιο και 35 χλμ. στο βόρειο ημισφαίριο. Η χαμηλή πυκνότητα του Άρη σε σχέση με άλλους βραχώδεις πλανήτες δείχνει ότι ο πυρήνας του μάλλον περιέχει και μεγάλη ποσότητα θείου εκτός από σίδηρο. Ο Άρης δεν παρουσιάζει τεκτονική δραστηριότητα στο παρόν. Χωρίς κίνηση πλακών οι θερμές περιοχές κάτω από το φλοιό μένουν σχετικά σταθερές.
Ο Άρης έχει δύο δορυφόρους, το Φόβο και το Δείμο. Ο πρώτος περιφέρεται γύρω από τον πλανήτη σε περίπου 7 ώρες, ενώ ο δεύτερος είναι το πιο μικρό από τα γνωστά ουράνια σώματα και έχει διάμετρο μόνο 8 χλμ.
Ως πρώτη βαθμίδα για τη σωστή εξερεύνηση του Άρη μπορεί να θεωρηθεί το διαστημόπλοιο «Μάρινερ 4» που πέρασε σε απόσταση περίπου 7.000 μιλίων από τον πλανήτη, τον Ιούλιο του 1965. Οι φωτογραφίες της επιφάνειας του Άρη που πάρθηκαν από το «Μάρινερ 4» είναι οι πιο βασικές πηγές πληροφοριών και επιστημονικών συμπερασμάτων.
Το αμερικανικό «Mars Global Surveyor» (1996) που είναι ακόμη σε τροχιά, σύλλεξε τοπογραφικά στοιχεία βοηθώντας τους επιστήμονες να καταστρώσουν χάρτη της επιφάνειας του Άρη. Το «Mars Pathfinder» (1997) προσεδαφίστηκε κι έστειλε πίσω χιλιάδες φωτογραφίες και μερικές χημικές αναλύσεις, μέχρι που χάθηκε το σήμα του.
Οι Ιάπωνες έστειλαν το «Nozomi» που μπήκε σε τροχιά γύρω από τον Άρη το 2003. Η ΝΑΣΑ έστειλε, το 2001, το «Mars Odyssey» για τη μελέτη των κλιματολογικών συνθηκών και της γεωλογίας του πλανήτη.
Ό Ζεύς είναι ό μεγαλύτερος από όλους τούς πλανήτες τού Ηλιακού μας συστήματος. Ό Ζεύς μοιάζει περισσότερο μέ τόν Ήλιο παρά μέ κάθε άλλο πλανήτη τού συστήματός μας. Ή χημική του σύνθεση αποτελείται από υδρογόνο, ήλιο, άνθρακα καί άζωτο. Στόν Δία δέν υπάρχουν εποχές αφού ό άξονας περιστροφής του είναι κάθετος. Ό πυρήνας του είναι υγρό μοριακό υδρογόνο. Μετά αποτελείται από πετρώδες πυρήνα θερμοκρασίας 30000 βαθμούς κελσίου, ενώ ή ατμόσφαιρά του είναι αέρας πάχους 1000 χλμ. Ό μικρός αυτός πυρήνας αποτελείται από σίδηρο καί άλατα πυριτίου. Αυτός καλύπτεται από ένα κέλυφος υδρογόνου υγρού. Ή ατμόσφαιρα αποτελείται από ήλιο καί υδρογόνο. Ο ζεύς έχει ισχυρό μαγνητικό πεδίο, αλλά μία πυξίδα στόν Δία θά έδειχνε τόν νότο καί όχι τόν βορρά όπως στήν Γή. Οί δορυφόροι πού στέλνονται στόν Δία περνάνε μέ μεγάλη ταχύτητα γιατί τί ισχυρό μαγνητικό πεδίο τού Δία μπορεί νά καταστρέψη τά όργανά τών. Μέ τήν αποστολή τού βόγιατζερ 1 ανακαλύφθησαν οί λεπτοί δακτύλιοι γύρω από τόν πλανήτη. Στήν ατμόσφαιρα αέρια θερμαίνονται ανέρχονται καί εκεί παγώνουν σχηματίζοντας νέφη από κρυστάλλους αμμωνίας. Τά νέφη δημιουργούν τίς λαμπρές ζώνες πού περατηρούμε από τήν Γή. Οί άνεμοι εχουν ταχύτητα 540χλμ/ώρα. Ό Ζεύς έχει 16 δορυφόρους, έκ τών οποίων ό Γαλιλαίος είδε τούς 4 τό 1610. ό 5ος έγινε γνωστός τό 1892. Βέβαια τό 1979 οί δορυφόροι μπού εστάλησαν από τήν Γή διαπίστοσαν πώς μάλλον είναι αστεροειδείς παγιδευμένοι στό μαγνητικό πεδίο τού Δία. Οί 4 μεγάλοι δορυφόροι είναι ή Ιώ, ή Ευρώπη, ό Γανυμήδης καί ή Καλλιστώ.
Ο μεγαλύτερος από τους 9 πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος και από όλους μαζί, με διάμετρο 11,2 φορές μεγαλύτερη της γήινης, δηλ. ίση προς 140.720 χλμ. Έχει όγκο 1,318 φορές μεγαλύτερο, αλλά μάζα μόνο 318 φορές μεγαλύτερη. Η μάζα του Δία είναι 2,5 φορές μεγαλύτερη από τη συνολική μάζα του πλανητικού μας συστήματος (πλανητών, δορυφόρων κτλ.). Η πυκνότητά του είναι πολύ μικρή, 1,33 έναντι 5,52 της γήινης. Είναι 5ος στη σειρά πλανήτης σε απόσταση από τον Ήλιο, από τον οποίο απέχει 5,203 α.μ. = 778 εκατ. χλμ. Απέχει από τη Γη 4 μέχρι 6 α.μ. και φαίνεται σαν άστρο –2,1 ως –2,5 μεγέθους, δηλ. το δεύτερο σε λαμπρότητα μετά την Αφροδίτη (–4,3).
Κινήσεις του Δία. Περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο σε 12 περίπου γήινα χρόνια (για την ακρίβεια 11 χρόνια και 315 ημέρες). Λόγω της μακρινής απόστασης δέχεται από τον Ήλιο θερμότητα και φως το 1/25 εκείνων που φτάνουν στη Γη. Περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του σε 10 ώρες μόνο (9 ώρ. 51΄) γι’ αυτό παρουσιάζει μεγάλη πλάτυνση (1/15). Όλες οι ζώνες του πλανήτη δεν περιστρέφονται ομοιόμορφα, αλλά στις πολικές περιοχές το υλικό του κινείται αργά. Αυτό σημαίνει ότι η ύλη του είναι ακόμη σε ημίρρευστη κατάσταση. Επειδή ο άξονας περιστροφής του είναι σχεδόν κάθετος (μόνο 3°, ενώ της Γης έχει 23° 27΄) στο επίπεδο της τροχιάς του, γι’ αυτό δεν έχει «εποχές» το έτος του, ούτε «ζώνες» θερμοκρασίας στην επιφάνειά του. Η πυκνή του ατμόσφαιρα, που αποτελείται από ενώσεις μεθανίου και αμμωνίας, έχει θερμοκρασία –130° C και δεν επιτρέπει να δούμε την επιφάνεια του πλανήτη με τα συνηθισμένα οπτικά τηλεσκόπια. Αυτά που βλέπουμε με τηλεσκόπιο είναι οι παράλληλες προς τον ισημερινό του πλατιές σκοτεινές ταινίες και οι φωτεινές (πολύχρωμες) ζώνες της ατμόσφαιράς του. Ζώνες και ταινίες μεταβάλλουν συνέχεια μορφή και πλάτος κατά τη διάρκεια του έτους του (12 χρόνια).
Η κόκκινη κηλίδα του Δία έχει διάμετρο τετραπλάσια της γήινης, μετατοπίζεται μεταξύ των ταινιών σαν αιωρούμενη «νησίδα», κολυμπάει μέσα σε ύλη ημιαέρια και καλύπτεται από σύννεφα. Μ’ αυτές τις συνθήκες δε φαίνεται δυνατή η ύπαρξη ζωής στο Δία, όμοιας με εκείνη που παρατηρείται στη Γη. Όσο για τον πυρήνα του, οι επιστήμονες πιστεύουν ότι πιθανό να υπάρχουν βαριά χημικά ραδιενεργά στοιχεία ανάμεικτα με υδρογόνο (Η) και ήλιο (Ηe).
Από τους 16 φυσικούς δορυφόρους του, τους 4 πρώτους ανακάλυψε με απλή διόπτρα ο Γαλιλαίος το 1610, γύρω από τον Ισημερινό του πλανήτη. Ο Γανυμήδης (4.980 χλμ.) και η Καλλιστώ (4.500 χλμ.) έχουν διάμετρο μεγαλύτερη της Σελήνης (3.476 χλμ.). Ακολουθούν η Ιώ (3.320), Ευρώπη (2.880), Αμάλθεια (160 χλμ.), και ακολουθούν η Αδράστεια, Μήτις, Θίβη, Λήδα, Ιμαλία, Λυσιθέα, Ιλάειρα, Ανάγκη, Κάρμη, Πασιφάη, Σινώπη. Το 1999 επιστήμονες ανακάλυψαν έναν αστεροειδή ο οποίος συνελήφθη από τη βαρύτητα του Δία και έτσι μετατράπηκε σε δορυφόρο του. Έτσι οι επιστήμονες θεωρούν πλέον ότι ο Δίας έχει 17 δορυφόρους.
Οι δορυφόροι του Δία άλλοτε χάνονται (εκλείψεις) πίσω από τη σκιά του πλανήτη, άλλοτε περνούν (διαβάσεις) μπροστά από το δίσκο σαν μαύρες κηλίδες και άλλοτε κρύβονται (επιπροσθήσεις) πίσω από το δίσκο του Δία. Από παρατηρήσεις των χρόνων εκλείψεων και εμφανίσεων του δορυφόρου Ιώ, ο αστρονόμος Ρέμερ υπολόγισε την ταχύτητα του φωτός ως εξής: το φως για να διατρέξει τη διαφορά θέσεων της Γης Γ1Γ2 = 300.000.000 χλμ. θέλει χρόνο t = 1.000 sec· άρα τρέχει με ταχύτητα C = Γ1Γ2/t = 300.000.000 / 1.000 = 300.000 Km/sec.
Οι σύγχρονες παρατηρήσεις του Δία γίνονται με ειδικά εξοπλισμένα διαστημόπλοια και εξέδρες του διαστήματος (βλ. και λλ. αστροναυτική και «Βόγιατζερ»).
Ό Κρόνος είναι ένας όμορφος πλανήτης μέ δακτύλιους. Παρατηρείται έυκολα από τήν Γή μέ ένα απλό τηλεσκόπιο.ό Κρόνος είναι ό δεύτερος μεγαλύτερος πλανήτης. Ό πλανήτης έχει πυκνώτητα μικρότερη από αυτήν τού ύδατος. Ό Κρόνος έχει έναν μικρό στερεό πετρώδη πυρήνα. Ό υπόλοιπος αποτελείται από μεταλλικό υδρογόνο ενώ τό τελευταίο στρώμα του είναι υγρό υδρογόνο. Στά εξωτερικά του όριο ή θερμοκρασία φθάνει τούς 12000 βαθμούς κελσίου ενώ ή πίεση είναι περίπου 8 εκατ.φορές μεγαλύτερη από τήν πίεση στήν επιφάνεια τής θαλάσσης. Τό μαγνητικό πεδίο τού Κρόνου είναι περίπου 1100 φορές ισχυρότερο από τής Γής. Ό πετρώδης πυρήνας καλύπτεται από μεταλλικό υδρογόνο πάνω από τό οποίο υπάρχει υγρό υδρογόνο καί ήλιο. Ό Κρόνος εκπέμπει ραδιοκύματα κάθε 10 ώρες καί 39 λεπτά. Τά ίδια ραδιοκύματα εκπέμπει ό Ζεύς καί μάλιστα ισχυρότερα. Ή δομή τών δακτυλίων τού Κρόνου είναι περίπλοκη. Αποτελούνται από εκατομμύρια δακτυλίων πού χωρίζονται μεταξύ των μέ μικρά κενά. Οί δακτύλιοι έχουν μικρό πάχος καί όταν παρατηρούνται κάθετα από τήν Γή σχεδόν εξαφανίζονται. Οί δακτύλιοι αποτελούνται από πάγο. Τό Πάϊονιρ 11 διαπίστωσε τόν πάγο αυτόν, μετά τό πέρασμά του από Δία. Ακόμα δέν γνωρίζουμε τήν προέλευση τών δακτυλίων. Μπορεί είναι υπολείμματα δορυφόρου ή τού Κρόνου κατά τόν σχηματισμό του. Ό Κρόνος έχει 23 δορυφόρους. Ό μεγαλύτερος είναι ό Τιτάν πού είναι μεγαλύτερος καί από τόν Ερμή. Επίσης υπάρχουν ή Ρέα, ό Ιαπετός, ή Διόνη, ό Τηθύς, ό Εγκέλαδος καί ή Φοίβη ή οποία περιστρέφεται από τήν αντίθετη φορά πρός τούς άλλους 22 δορυφόρους. Ό Τιτάν πάντως είναι μοναδικός όχι μόνον γιά τήν πυκνή ποσότητα μεθανίου καί είναι μοναδικός για όλα τά στοιχεία ζωικών οργανισμός, αλλά ή θερμοκρασία του είναι -178 βαθμούς κελσίου.
Ό Ουρανός γίνεται μόλις ορατός μέ τό μάτι. Ό άξονάς του σχηματίζει γωνία 98 βαθμούς κελσίου, πού τόν κάνει νά περιστρέφεται σχεδόν οριζόντια. Τό αποτέλεσμα στό ημερολόγιό του είναι στούς πόλους νά έχει μία πολύ μεγάλη περίοδο μέρας καί μία πολύ μεγάλη περίοδο νύχτας (21 Γήινα έτη). Ό Βόγιατζερ 2 ανεκάλυψε ένα σύστημα από δακτυλίους, ενώ ανακάλυωε 10 ακόμα δορυφόρους πού ανεβάζει τόν αριθμό των σέ 15. οί δακτύλιοι καί οί δορυφόροι βρίσκονται σχεδόν στό ίδιο επίπεδο. Ό πυρήνας έιναι πετρώδης πού περιέχει μέταλλα καί άλατα πυριτίου. Ό Μανδύας αποτελείται από υπέρθερμο νερό πάχους 8000 χλμ τό οποίο καταλήγει καί αναμιγνύεται μέ τήν ατμόσφαιρα υδρογόνου καί ηλίου. Οί Δακτύλιοι είναι τουλάχιστον 10 σκοτεινοί καί όχι κυκλικοί.
Πιστεύται ότι ό Ποσειδών έχει έναν πετρώδη πυρήνα αποτελούμενο από πυρίτιο, σίδηρο καί άλλα στοιχεία μεγάλου βάρους. Ό πυρήνας περιβάλλεται από έναν μανδύα υγρού μεθανίου, αμμωνίας καί νερο, ο οποίος μέ τήν σειρά του περιβάλλεται από μία ατμόσφαιρα μικρής πυκνότητας. Μία ενδιαφέρουσα διαφορά Ουρανού καί Ποσειδώνα είναι ότι ό δεύτερος έχει μία εσωτερική πηγή θερμότητας. Άρα οί δύο έχουν τήν ίδια θερμότητα, άν καί ό Ποσειδών είναι μακρύτερα από τόν Ήλιο.
Ό Πλούτων δέν είναι βέβαιο ότι σχηματίστηκε τήν ίδια εποχή μέ τούς άλλους πλανήτες. Ό Πλούτων τό 2006 από τήν διεθνή οργάνωση αστρονόμων αποκλείστηκε από επίσημος πιά πλανήτης τού Ηλιακού μας συστήματος καί υποβιβάστηκε σέ νάνο. Είναι μικρότερος καί από τήν Σελήνη. Τό 1978 ανακαλύφθηκε ό δορυφόρος του Charon, αλλά λόγω τού μεγέθος των μάλλον είναι ένας διπλός πλανήτης. Ό Πλούτων μάλλον αποτελείται από πετρώματα καί πάγο, ενώ ή επιφάνειά του καλύπτεται από ένα στρώμα παγωμένου μεθανίου.
Κάποια στιγμή διατυπώθηκε ότι οί Αστεροειδείς ήταν υπολείμματα κάποιου διαλυμένου πλανήτη. Άν όμως πλανήτης άρχιζε νά σχηματίζεται στήν ζώνη αστεροειδών θά είχε διαλυθεί γρήγορα εξαιτίας τού βαρυτικού πεδίου τού Δία. Οί τροχιές όλων τών αστεροειδών είναι 2500. Μερικοί από τούς γνωστούς αστεροειδείς είναι ό Δημήτηρ, ή Αρεθούσα, ό Ιντάλγκο, ή Εστία, ή Ίρις, ή Φλώρα, ή Νίσα ό ΤΒ, ό Παλλάς, Αμόρ, Απόλλων, Τρογιάν καί άλλοι. Όπως διαφέρουν οί τροχιές των στό Ηλιακό σύστημα διαφέρουν καί οί συνθέσεις των. Άλλοι αποτελούνται από άνθρακα καί άλλοι από αρκετό σίδηρο. Περιστρέφονρται μέ τήν ίδια κατεύθυνση πού περιστρέφονται καί οί πλανήτες. Τά κενά μεταξύ τών τροχιών οφείλονται στό βαρυτικό πεδίο τού Δία. Ορισμένοι αστεροειδείς πού πλησιάζουν τήν Γή μπορεί καί νά είναι υπολείμματα από κομήτες καί όχι αστεροειδείς. Γενική ονομασία των 2.100, περίπου (γνωστών), μικρών πλανητών, που κινούνται σε τροχιές μεταξύ Άρη και Δία, σε μια μέση απόσταση από τον Ήλιο 2,8 α.μ. Πολλές φορές όμως οι τροχιές τους έχουν τόση εκκεντρότητα, ώστε μερικοί, όπως ο Ίκαρος, πλησιάζουν τον Ήλιο περισσότερο και από τον Ερμή και απέχουν από τη Γη λίγα εκατομμύρια χιλιόμετρα. Άλλοι πάλι, όπως ο Ιδαλγός, έχουν το αφήλιό τους πέρα στον Κρόνο. Έχουν περίοδο (έτος) από 3 ως 12 γήινα έτη. Έχουν ονόματα της ελληνικής μυθολογίας, κυρίως ονόματα του τρωικού πολέμου, π.χ. οι Τρωικοί αστεροειδείς, με 15 μικροπλανήτες. Η συνολική τους μάζα δε φτάνει το 1/10 της Σελήνης, ούτε 1019 τόνους. Έχουν το χρώμα μετεωριτών και γήινων βράχων. Υποθέτουν ότι προήλθαν από διάσπαση πλανήτη ή από υλικό που δεν μπόρεσε να σχηματίσει ακέραιο πλανήτη. Η σπουδή του υλικού των αστεροειδών και των κομητών μπορεί να λύσει προβλήματα γένεσης του πλανητικού μας συστήματος.
Ο πρώτος αστεροειδής Δήμητρα (Ceres) ανακαλύφτηκε την 1-1-1801 από τον Piazzi και είναι ο μεγαλύτερος, με διάμετρο 770 χλμ. Ο δεύτερος ονομάστηκε Παλλάς, ανακαλύφτηκε το 1802 και έχει διάμετρο 490 χλμ. Μέχρι το 1807 ανακαλύφτηκαν η Εστία (Vesta), με 390 χλμ., και η Ήρα (Juno), με διάμετρο 190 χλμ. Ακολουθούν οι Έρωτας, Αχιλλέας, Πάτροκλος, Ιδαλγός, Ερμής, ως το Νο 1.566, τον Ίκαρο, και ξεπερνούν τους 2.000. Ειδικά ο Έρωτας φτάνει σε απόσταση 23 εκατομμ. χλμ. από τη Γη. Έχει σχήμα κυλινδρικό, μήκος 25 χλμ. και διάμετρο 10 χλμ. Άλλα ονόματα αστεροειδών είναι: Ψυχή, Ίρις, Ευνομία, Αμφιτρίτη, Ευρώπη, Μέτις, Ήβη, Ντεμπρόσκα, Νταβίντα.
Οι τροχιές μερικών αστεροειδών είναι παρόμοιες με τις τροχιές κομητών. Αυτό σημαίνει ότι οι κομήτες προήλθαν από σύγκρουση δύο αστεροειδών.


Οί Κομήτες είναι βρώμικες χιονόμπαλλες πού αποτελούνται από κεφαλή πάγου, σκόνη, κομμάτια πετρωμάτων καί μακρυά διαφανή ουρά. Ό Ηλίακός άνεμος κατευθύνει τά αέρια καί τήν σκόνη από τά οποία αποτελείται ή ουρά τών κομητών καί αυτός είναι ό λόγος πού πάντοτε βρίσκεται σέ αντίθετη διέυθυνση από αυτήν τού Ήλιου. Τό φαντασμαγορικό θέαμα πού παρουσιάζει ή ουρά οφείλεται στήν αντανάκλαση από τόν Ήλιο. Οί τροχιές των σχηματίζουν γωνία μέ τό επίπεδο τού Ηλίου. Υπάρχουν κομήτες πού χρειάζονται λίγα χρόνια γιά μία περιστροφή των καί άλλοι πού χρειάζονται χιλιάδες. Ό γνωστός κομήτης τού Χάλεϋ γυρνά σέ περίοδο 76 χρόνων. Τελευταία φορά ήτο ορατός από τήν Γή τό 1986. ό Κομήτης αποτελείται από πυρήνα, μετά από στρώμα πάγου καί εξωτερικό φλοιό. Ή ουρά αποτελείται από σύννεφο υδρογόνου, κεφαλή καί τήν φωτεινή ουρά. Υπάρχουν οί τροχιές μεγάλης περιόδου, μικρής περιόδου, τροχιάς μεγάλης καί μικρής περιόδου τού Δία, καί τροχιάς Κρόνου.
Νεφελώδες ουράνιο σώμα του ηλιακού μας συστήματος. Έχει κεφαλή και ουρά. Η κεφαλή αποτελείται από πυρήνα και κόμη (γι’ αυτό και ονομάστηκαν κομήτες) νεφελώδη που περιβάλλει τον πυρήνα. Οι ουρές σχίζονται σε 2-6 μέρη και πάντα διευθύνονται στο αντίθετο, ως προς τον Ήλιο, μέρος. Είναι σώματα τεράστιων διαστάσεων. Οι ουρές έχουν μήκος από 10 εκατ. χλμ. μέχρι 2 α.μ. (300 εκατ. χλμ.). Υπάρχουν όμως και κομήτες χωρίς ουρά και με κεφαλή μικρή (100 χλμ.). Παρά τον τεράστιο όγκο τους έχουν μικρή μάζα, γι’ αυτό δεν προκαλούν διαταραχές (παρέλξεις) στους πλανήτες που πλησιάζουν. Κάθε χρόνο παρατηρούνται κατά μέσο όρο 5-6 κομήτες. Μέχρι την εποχή του Γαλιλαίου (1610) είχαν παρατηρηθεί 400. Στη σύγχρονη εποχή με τα σύγχρονα τηλεσκόπια παρατηρήθηκαν 1.000.
Οι κομήτες κινούνται σε ελλειπτικές τροχιές (ε < 1) για 2-3 μήνες. Όταν η εκκεντρότητα γίνει ε=1, η τροχιά είναι παραβολική, όταν είναι ε>1 υπερβολική. Οι κομήτες είναι μη περιοδικοί, με περίοδο επανεμφάνισης από 5 χρόνια μέχρι 10.000. Γίνονται ορατοί, όταν πλησιάζουν τον Ήλιο (στο περιήλιό τους), και οι περιοδικοί φτάνουν (τα αφήλιά τους) μέχρι τον Ποσειδώνα. Σύμφωνα με τη θεωρία της άγρας κάθε πλανήτης έλκει μια οικογένεια κομητών.
Το φως των κομητών οφείλεται σε εσωτερικές εκρήξεις και σε ανακλάσεις του ηλιακού φωτός από σωματίδια κοσμικής ύλης (παγοκρύσταλλοι αμμωνίας, μεθανίου με προσμείξεις σιδήρου, νικελίου, ασβεστίου, πυριτίου κ.ά.). Οι ουρές σχηματίζονται από την πίεση της ακτινοβολίας πάνω στη σκόνη και τα αέρια της κεφαλής προσανατολίζονται αντίθετα με τον Ήλιο λόγω σωματιδιακής ακτινοβολίας του «ηλιακού ανέμου».
Μερικοί από τους γνωστότερους κομήτες είναι:
α) Ο κομήτης Χάλεϊ, με περίοδο 75,2 ετών και αφήλιο στον Ποσειδώνα, υπήρξε ο πιο εντυπωσιακός για τη Γη κομήτης. Εμφανίστηκε 29 φορές από το 240 π.Χ. Η προτελευταία «επίσκεψη» του έγινε Απρίλιο-Μάιο (19/20) του 1910. Η ουρά του (μήκους 110 εκατ. Km) έλουσε το βόρειο ημισφαίριο της Γης. Η τελευταία εμφάνισή του έγινε το 1986.
β) Ο κομήτης Μπιέλα, με περίοδο 6 έτη 7 μήνες 14 μέρες, της οικογένειας του Δία, ανακαλύφτηκε το 1826. Στην εμφάνιση του 1845 έφερε διογκωμένη κεφαλή. Στην επόμενη του 1852 φάνηκε διπλός. Στις 27-11-1872 η Γη δεν τον «συνάντησε» στην τροχιακή θέση του, αλλά εμφανίστηκε βροχή διαττόντων αστέρων από τη διάλυση του κομήτη, με συνέπεια τα δισεκατομμύρια μόρια και η μετεωρική σκόνη να μπουν στη γήινη ατμόσφαιρα, να τριβούν, να θερμανθούν και να εξαερωθούν.
γ) Το 1992 ο κομήτης SL-9, με αρχική διάμετρο 4 χλμ., πέρασε πολύ κοντά από το Δία και παγιδεύτηκε. Διαλύθηκε σε δεκάδες κομμάτια, τα οποία για δύο περίπου χρόνια διέγραφαν ελλειπτική τροχιά και το 1994 τα θραύσματα «βομβάρδισαν» το νότιο ημισφαίριο του πλανήτη, με αποτέλεσμα να προκληθούν εκρήξεις πολύ μεγάλης ισχύος, ενώ η ύλη που εκτινάχθηκε ξανάπεσε στο Δία σε σχήμα «ομπρέλας» και δημιούργησε εκτεταμένες σκούρες κηλίδες στην ανώτερη ατμόσφαιρα του πλανήτη.
δ) Το 1997 έκανε την εμφάνισή του ο κομήτης Χέιλ-Μποπ, όταν βρέθηκε στην πιο κοντινή απόσταση από τη Γη (194 εκατ. χλμ.), ενώ στο περιήλιό του είχε απόσταση 137 εκατ. χλμ. Ο κομήτης Χέιλ-Μποπ ανακαλύφτηκε το 1995 και είναι ένας από τους μεγαλύτερους και λαμπρότερους κομήτες που εμφανίστηκαν στο δεύτερο μισό του 20ού αι.
ε) Ο κομήτης f του 1973, γνωστός ως Κόκουτεχ, πλησίασε τη Γη στις 21-1-1974 σε απόσταση 120 εκατ. Km και έλαμπε ως αστέρι 7ου μεγέθους.
στ) Το 2002 ανακαλύφτηκε ο κομήτης Ικέγια Ζαγκ (από τους αστρονόμους Ικέγια και Ζαγκ που τον ανακάλυψαν). Σύμφωνα με τις μελέτες των αστρονόμων ο κομήτης αυτός είχε πλησιάσει τη Γη για τελευταία φορά το 1661.
ζ) Το 2004 ανακαλύφτηκε και ο κομήτης Μάχλολζ, ο οποίος έφτασε στο περιήλιό του στις αρχές του 2005, οπότε απείχε από τον Ήλιο 180 εκατ. χλμ.
η) Ο κομήτης Χιακουτάκε ήταν ορατός το 1996 και ξάφνιασε τους επιστήμονες καθώς πέρασε πολύ κοντά από τη Γη χωρίς να τον περιμένουν.
Τά άστρα πού πέφτουν οφείλονται σέ διαστημική σκόνη, πού εισέρχεται στήν ατμόσφαιρα καί αναφλέγεται από τήν τριβή μέ τόν αέρα. Υπάρχουν δύο κατηγορίες Μετεώρων : Αυτά πού παρουσιάζονται από οποιαδήποτε κατεύθυνση καί είναι σποραδικά. Στήν άλλη κατηγορία ανήκουν τά μετέωρα πού εμφανίζονται συγκεκριμένες εποχές τού χρόνου καί σέ μεγάλο πλήθος. Οφείλονται σέ κομήτες οί οποίοι αφήνουν πίσω των μία ουρά διαστημικής σκόνης. Ή τροχιά τής Γής διασταυρώνεται μέ τίς τροχιές τών παλαιών κομητών, συγκεκριμένες εποχές τού χρόνου, οπότε οί αστρονόμοι γνωρίζουν πότε θά γίνει βροχή από μετέωρα. Αρκετές νύχτες παρατηρείται τό φαινόμενο όπου έως καί 60 μετέωρα πέφτουν τήν ώρα.
Τό Ηλιακό σύστημα , ό Ήλιος καί οί Πλανήτες σχηματίστηκαν από μία περιστρεφόμενη μάζα αποτελουμένη από αέρια καί σκόνη. Μέ τήν περιστροφή της τό μεγαλύτερο μέρος τής μάζας της συγκεντρώθηκε στό κέντρο. Πυρηνικές αντιδράσεις τής μάζας αυτής δημιούργησαν τήν πρώτη ηλιακή ακτινοβολία. Οί πλανήτες δημιουργήθηκαν από τήν συγκέντρωση τής σκόνης πού απέμεινε σέ μικρότερους στροβίλους. Κατά τόν σχηματισμό κάθε πλανήτη τά βαρέα υλικά συγκεντρώθηκαν στό κέντρο αφήνοντας στήν περιφέρεια τά ελαφρότερα στερεά, υγρά καί αέρια. Ή θερμότητα πού αναπτύχθη δημιούργησε μία υφαιστιογενή επιφάνεια ή οποία ψύχθηκε μετά από εκατομμύρια χρόνια. Ή Γή σχηματίστηκε πρίν από 4500 εκατομμύρια χρόνια, μέ πολική ακτίνα 6356,8 χλμ , ισημερινή ακτίνα 6378,2 χλμ, επιφάνεια 510100000 τετρ χλμ καί όγκο 1083000 εκατ κυβ.
Ή πρώτη περίοδος τής Γής από τήν δημιουργία της καλείται Προκάμβριος (4500 εκατ χρόνια), έως καί πρίν 590 εκατ χρόνια πού αρχίζει ή Φανεροζωική. Τό κέντρο τής Γής λέγεται εσωτερικός πυρήνας καί αποτελείται από συμπαγή μάζα μέ ακτίνα 1600 χλμ πιθανότητα μιλάμε γιά σφαίρα συμπιεσμένου σιδήρου μέ μικρές ποσότητες άλλων μετάλλων, όπως νικέλιο. Αμέσως μετά είναι τό υγρό στρώμα τής Γής πού καλείται εξωτερικός πρήνας ακτίνας 1820 χλμ. Αποτελείται κυρίως από λειωμένο σίδηρο καί ή σταθερή του κυκλοφορία δημιουργεί τό μαγνητικό πεδίο τής Γής. Τό 82% τού όγκου τής Γής αποτελεί ό Μανδύας, πού είναι στερεός καί πλούσιος σέ διοξείδιο τού πυριτίου, αλλά τό τμήμα του πού βρίσκεται στά όρια μέ τόν φλοιό είναι πιό μαλακό. Τέλος τά ελεφρότερα υλικά σχηματίζουν έναν εξωτερικό φλοιό μέ πάχος μερικές δεκάδες χιλιόμετρα. Υπάρχουν δύο είδη φλοιού τής Γής : ένας είναι ό Γρανιτόμορφος από τόν οποίο σχηματίζονται οί Ήπειροι, καί ό βαρύτερος πλούσιος σέ μαγνήσιο πού αποτελεί τόν πυθμένα τών Ωκεανών.
Η Γη, όπως και τα άλλα μέλη του πλανητικού μας συστήματος, προέκυψε (σύμφωνα με τη θεωρία του Τζινς) με απόσπαση ηλιακού υλικού του πρωτοήλιου μας, από την επίδραση του πεδίου βαρύτητας άλλου άστρου που τον πλησίασε. Έτσι εξηγείται ότι οι μεγάλοι πλανήτες (Δίας, Κρόνος) βρίσκονται στη μέση και οι μικρότεροι (Ερμής, Πλούτωνας) στα άκρα, αν τοποθετηθούν όλοι στη σειρά, σύμφωνα με την απόστασή τους από τον Ήλιο. Κατά τον Κούπερ, οι πλανήτες δημιουργήθηκαν από συμπυκνώσεις στροβιλιζόμενων ηλιακών υλικών, ενώ οι Σμιτ και Μακ Κράιτ υποστηρίζουν ότι το ισχυρό πεδίο βαρύτητας του Ήλιου παγίδεψε υλικό του Γαλαξία και έγιναν οι πλανήτες. Ο Γιούρι θεωρεί ότι οι πρωτοπλανήτες δημιουργήθηκαν από συμπυκνώσεις τμημάτων ενός αρχικού νεφελώματος. Η Γη στα πρώτα στάδια της δημιουργίας της ήταν σε διάπυρη κατάσταση, επειδή όμως συνεχώς ακτινοβολούσε, άρχισε να ψύχεται μέχρι που τελικά σχηματίστηκαν η ατμόσφαιρα και η υδρόγειος με ξηρά και θάλασσα.
Η αρχική μορφή της υδρογείου προέκυψε με έναν ειδικό μηχανισμό σχηματισμού των βασικών στρωμάτων της. Στην αρχή, πριν από πέντε και περισσότερα δισεκατομμύρια χρόνια, τα νέφη των θερμών υδρατμών και αέριων ενώσεων δημιούργησαν την ατμόσφαιρα της Γης, από τα αέρια υδρογόνο (Η2), άζωτο (Ν2), μεθάνιο (CH4), αμμωνία (ΝΗ3), διοξείδιο του άνθρακα (CO2) κ.ά. Συγχρόνως όμως τα βαρύτερα υλικά προκάλεσαν «βροχή μετάλλων» από τις θερμές αέριες μάζες (ατμούς). Το θερμό αυτό ρευστό υλικό των μετάλλων καθώς έπεφτε πάνω στη Γη σχημάτιζε έναν υπέρθερμο στερεό φλοιό (κρούστα). Τελικά τα νέφη των μετάλλων εξαντλήθηκαν και η Γη πήρε μια κάποια σταθερή μορφή. Τα υγρά που έπεφταν καθώς άγγιζαν το θερμό φλοιό της Γης εξατμίζονταν, με συνέπεια ο φλοιός να ψύχεται, να στερεοποιείται και σιγά σιγά να γίνεται παχύτερος. Κάτω όμως από αυτή την κρούστα (φλοιό) βρισκόταν ακόμα σε παχύρρευστη κατάσταση το μάγμα. Τη σχετικά σταθερή μορφή της πήρε η Γη πριν από 4.700.000 χρόνια.
ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΥΔΡΟΓΕΙΟΥ
Τα εξωτερικά στρώματα της Γης είναι:
Η λιθόσφαιρα, δηλαδή ο στερεός φλοιός των πετρωμάτων, η υδρόσφαιρα, δηλαδή το σύνολο των υδάτων που γεμίζουν τις λεκάνες της λιθόσφαιρας κατά τα 5/7 με νερό και αφήνουν μόνο 2/7 ξηρά, και η ατμόσφαιρα, με τα διάφορα στρώματά της, ανάλογα με το ύψος, την πυκνότητα, τη θερμοκρασία και την κατάσταση της ύλης.
Βιόσφαιρα λέγεται το εξωτερικό στρώμα της Γης (ξηρά και θάλασσα) όπου ζει ο οργανικός κόσμος (ζωικός και φυτικός). Η μαγνητόσφαιρα είναι τέλος μια ζώνη με ύψος 50.000 χλμ., που περιβάλλει προστατευτικά τη Γη από ηλιακές και κοσμικές ακτινοβολίες.
Οι τρεις κύριες γεωλογικές στιβάδες, στρώματα ή ζώνες της Γης είναι: ο φλοιός, ο μανδύας και ο πυρήνας, που χωρίζονται από τις ασυνέχειες Moho και Gutenberg. Ο εξωτερικός στερεός φλοιός έχει μέσο πάχος 40 χλμ. και μέση πυκνότητα 2,7. Αποτελείται από τρία στρώματα (εξώτατο - μεσαίο - κατώτερο), όπου επικρατούν σκληρά ορυκτά (γρανίτες, βασάλτες κ.ά.).
ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΓΗΣ
Η ηλικία της Γης διαιρείται σε έξι γεωλογικούς αιώνες, με βάση κοσμολογικές, παλαιοντολογικές, στρωματογραφικές και τεκτονικές πληροφορίες (σύμφωνα με άλλη διαίρεση οι γεωλογικοί αιώνες είναι μόνο τέσσερις).
Η ηλικία των πετρωμάτων προσδιορίζεται με μαγνητικές μετρήσεις ορυκτών (παλαιομαγνητισμός), από τα ραδιενεργά ορυκτά και από συγκριτικές παρατηρήσεις των γεωλογικών μετασχηματισμών.
α) Κοσμικός αιώνας (3 δισεκατομμύρια έτη), από τη δημιουργία της Γης ως το σχηματισμό του στερεού φλοιού. Έως ότου σχηματιστεί η «υδρόγειος σφαίρα» πέρασαν 800-1.000 εκατομμύρια χρόνια. Τα πρώτα 2.500 εκατομμύρια χρόνια της Γης υπήρξαν «αβιογενή». Τα πρώτα ίχνη οργανικής εξέλιξης εμφανίζονται πριν 2.850 εκατομμύρια χρόνια. Το αρχαιότερο πέτρωμα, του Τράνσβααλ, έχει ηλικία 3.850 εκατομμύρια χρόνια. Άρα ο στερεός φλοιός θα πρέπει να δημιουργήθηκε πριν από τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια. Ο κοσμικός αιώνας διακρίνεται σε αστρική και ωκεάνια περίοδο.
β) Αρχαϊκός ή αζωικός ή προκάμβριος αιώνας (900 εκατομμύρια έτη).
γ) Προτεροζωικός ή ηωζωικός αιώνας (650 εκατομμύρια έτη). Εμφανίζονται τα πρώτα ηώζωα, κυανοφύκη, αρχίζουν να σχηματίζονται ήπειροι, ωκεανοί.
δ) Παλαιοζωικός ή πρωτογενής (375 εκατομμύρια έτη). Έχει πέντε περιόδους: κάμβριο, σιλούριο, δεβόνιο, λιθανθρακοφόρο και πέρμιο. Εμφανίζονται ψάρια, αμφίβια και πρωτόγονα ερπετά, επίσης τα λεπιδόφυτα. Το θερμό κλίμα ευνοεί τα κοράλλια. Δεν έχουν ακόμη αναδυθεί τα Πυρηναία, οι Άλπεις, τα Ιμαλάια και οι Άνδεις. Εξαπλώνονται οι παγετώνες, δημιουργούνται μερικές οροσειρές.
ε) Μεσοζωικός ή δευτερογενής. Κράτησε 150 εκατομμύρια χρόνια, χωρίς να συμβούν ιδιαίτερες εξελίξεις. Εμφανίζονται θηλαστικά, ερπετά, πτηνά και φυλλοφόρα δέντρα.
στ) Καινοζωικός ή τριτογενής (σύγχρονος). Διάρκεσε 70 εκατομμύρια χρόνια και συνεχίζεται ως σήμερα. Στην τεταρτογενή περίοδό του (1 εκατομμύριο χρόνια) εμφανίζεται ο πρώτος τύπος ανθρώπου. Πριν από 5-6.000 χρόνια ο άνθρωπος μπαίνει στον πολιτισμό.
Τό ελαφρύτερο τμήμα τής Γής είναι ή ατμόσφαιρα, ένα αεριώδες περίβλημα γύρω από καί από πάνω από τήν Γή. Άν καί τά αέρια πού τήν αποτελούν είναι ελαφρά, έχουν κάποιο βάρος μέ αποτέλεσμα ή ατμόσφαιρα νά είναι πυκνή κοντά στήν επιφάνεια τής Γής καί νά γίνεται πιό αραιή όσο πλησιάζουμε τό κενό τού διαστήματος.
1. Τροπόσφαιρα
2. στρώμα όζοντος 14 χλμ
3. Στρατόσφαιρα
4. Μεσόσφαιρα
5. ζώνη σκόνης 80χλμ
6. Μετέωρα πάνω από 160 χλμ
7. Θερμόσφαιρα
8. Σέλας περί τά 300 χλμ
9. Διάστημα περί τά 480 χλμ



Τό Χειμώνα μπορούμε από τήν Γή νά παρατηρήσουμε πώς ό Ήλιος στόν Ουρανό είναι πιό χαμηλά καί ή Σελήνη πιό ψηλά. Επίσης βλέποντας τήν Σελήνη, βλέποντας τήν ημισέληνο βλέπουμε τήν θέση τής Γής πρίν από 4 ώρες. Βλέποντας λοιπόν τήν μετάθεση τής Σελήνη βλέπουμε πώς διαγράφεται ή πορεία μας. Επίσης πρέπει νά ξέρουμε ότι τά διαστημόπλοια φεύγουν από τό Cape Canaveral αφού κοντά στόν Ισημερινό ή Γή έχει τήν μικρότερη απόσταση.
ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΗΣ
1. Περιφορά τής Γής γύρω από τόν εαυτό της σέ 24 ώρες
2. Περιφορά τής Γής γύρω από τόν Ήλιο σέ 365 ημέρες. Κατά τήν ορθή φορά καί εναλλαγή τών εποχών τού έτους μέ ανισοταχή ταχύτητα = 1parsec. Κατά τήν αυτή διαδρομή ή Γή περνά στήν κοξντινότερη απόσταση από τόν Ήλιο πού καλείται περιήλιο στίς 4/1 καί σέ απόσταση 147000000 κμ καί σέ μεγαλύτερη απόσταση στήν θέση πού καλείται αφήλιο στίς 3/7 σέ απόσταση 152000000.
3. Περιφορά τής Γής από τό εαρινό φθινοπωρινό σημείο καί γραμμή ισημεριών. Αυτά τά σημεία δέν παραμένουν σταθερά αλλά κινούνται καί μεταπίπτουν πρός τήν ανάδρομη φορά κατά 50,2΄΄ ετησίως συμπαρασύροντας καί τό επίπεδο τού ισημερινού = μέ τήν μετάπτωση τών ισημεριών ή οποία συμπληρώνει μιά πλήρη περιφορά σέ 25800 χρόνια. Αυτό έχει σάν αποτέλεσμα σέ 12900 τό βόρρειο ημισφαίριο νά έχει τίς εποχές τού νοτίου, όταν δηλαδή τό εαρινό σημείο φθάσει στό φθινόπωρο.
4. Περιφορά τής Γής λόγω τής Μεταπτώσεως καί κινήσεως τού Ισημερινού. Ό Άξων παρουσιάζει κίνηση πρός τήν ανάδρομο φορά διαγράφοντας καμπύλη εύρους 9,22΄΄ καί καλείται κλόνισις τού άξονος τής Γής καί μαζί μέ τήν μετάπτωση αλλάζουν τά στοιχεία τών απλανών γιαυτό καί κα΄θε χρόνο έχουμε νέα Almanac ημερολόγια άστρων. Λόγω τής μετατοπίσεως τού άξονος σέ 10.000 χρόνια ό αληθής βορράς θά αντιπροσωπεύεται από τόν Vega τού αστερσμού τής Λύρας. Τό φαινόμενο τής Μεταπτώσεως ή Κλονίσεως οφείλεται στίς έλξεις καί παρέλξεις Σελήνης – Ηλίου καί πλανητών επί τού Ισημερινού εξογκώματος τής Γής, πού σημαίνει ότι άν ή Γή ήταν σφαίρα καί όχι έλλειψη δέν θά υπήρχαν φαινόμενα σάν αυτά. Ή περιστροφή τής Γής σέ σχέση συνδιασμό μέ τίς ελκτικές δυνάμεις πού ασκούνται σ’αυτή, συμπληρώνει κάθε 18²/³ μία κλόνιση. Αυτό τό φαινόμενο έχει σάν συνέπειες :
 Βραδεία καί συνεχή μεταβολή τών ισημερινών συντεταγμένων
 Αύξηση τών εκλειπτικών μηκών
 Αλλαγή τού Πολικού Αστέρος. Τό Α΄τής μικρής Άρκτου βρίσκεται κατά τά παρόντα χρόνια σέ γωνιακή απόσταση μικρότερης τής 1 μοίρας από τόν βόρειο πόλο τού άξονα τού Πόλου. Ή απόσταση αυτής θά πλησιάζει τίς 40 μοίρες μετά από 12000 χρόνια οπότε ό πλησιέστερος πρός τόν πόλο θά είναι ό Vega τής Λύρας. Ενώ τό 1000πχ σάν πολικό αστέρι ήτο τό Α΄τού Δράκου.
 Τό τροπικό έτος είναι μικρότερο τού αστρικού κατά 20΄. Τροπικό έτος λέμε τόν χρόνο μεταξύ δύο διαδιχικών διαβάσεων τού Ηλίου διά τού εαρινού σημείου.
 Μετάπτωση τών Ζωδίων. Έως καί σήμερα τό εαρινό σημείο μετατοπίσθη πρός τήν ανάδρομη φορά 28 μοίρες όσο τό εύρος κάθε ζωδίου, καί επειδή διατήρησαν τίς παλαιές ονομασίες των, όταν λέμε σήμερα ότι ό Ήλιος βρίσκεται στόν αστερισμό τού Κρυού κατά τήν εαρινή ισημερία, αυτός βρίσκεται στόν αστερσμό τών Ιχθύων καί θά εισέλθει στό ζώδιο τού Κρυού κατά τίς 15/4. Πρίν δηλαδή 2000 αυτός πού ήταν Κρυός, σήμερα θά είναι τό επόμενο ζώδιο.
 Παλινδρομική Περιοδική κίνηση τού εαρινού σημείου περί μίαν θέσιν του περί 14΄΄ καί ή Μετάπτωση καί ή Κλόνιση μαζί μέ διάφορες ανωμαλίες τής κινήσεως τής Γής μεταβάλλουν κατά 10 sec τήν τιμή τής εξισώσεως χρόνου.
5. Περιφορά τής Γής μέ όλο μτό ηλιακό σύστημα πρός τόν αστερσμό τού Ηρακλέους μέ ταχύτητα 30κμ/sec
Ό Γαλαξίας μας έχει σχήμα κυρτού κυμβάλου. Ή Γή απέχει από τό γαλαξιακό κέντρο 28000 έτη φωτός, τό οποίο υπήρχε 10δις χρόνια πρίν δημιουργηθεί ό Γαλαξίας. Περιέχει 130 αστρικά σμήνη καί 200 δις αστέρε. Τό Α΄Κενταύρου απέχει από τήν Γή περί τά 4 έτη φωτός ενώ ό Ωρίων 1500 έτη φωτός όπου διαρκώς νέοι αστέρες σχηματίζονται. Επίσης τό Τ΄Τάυρου μόλις έχει αρχίσει νά λάμπη στόν ουρανό καί ακόμα δέν έχουν σχηματιστεί οί πλανήτες του. Τά αστέρια πού πεθαίνουν, πρός τό τέλος των πυρακτώνονται καί διογκώνονται έως νά ανατιναχτούν. Τό νεφέλωμα τού Καρκίνου πού καταστράφηκε πρίς από 950 χρόνια έγινε υπερκενοφανής (palsar) καί εκπέμπει μία λάμψη κάθε 1/30 τού sec. Μετά τήν έκρηξη τού αστέρος τό κέντρο περιστρέφεται συμπικνώνεται. Επίσης τό ίδιο έγινε μέ τήν δαντέλα στόν κύκνο πρίν 30000 χρόνια.
Τό δικό μας σύστημα δημιουργήθηκε πρίν από 4 δις χρόνια περίπου από έκρηξη κενοφανούς. Από συγκρούσεις καί συμπτίξεις δημιουργούνται πλανήτες,. Έτσι καί ή Γή δημιουργήθηκε από σκόνη καί αέρια κενοφανούς. Μή Γή καλυπτόταν από θάλασσα μάγματος. 600 εκατ.χρόνια αργότερα σχηματίσθησαν θάλασσες καί οί πρώτοι οργανισμοί. Ή θάλασσα εγένετο από έντονες βροχόπτωση. Γενικά ή Γή καί όσοι ζούν σέ αυτήν εδημιουργήθησαν από αστρική σκόνη. Στό σύμπαν υπάρχουν 100 δις Γαλαξίες ενώ ή άκρη τού σύμπαντος βρίσκεται 15 δις έτη φωτός. Ό Γαλαξίας μας ανήκει σέ μία ομάδα πού λέγεται τοπική ομάδα. Ή Ανδρομέδα μάς πλησιάζει μέ ταχύτηα 500χμ/ώρα καί στό μέλλον όταν γίνει ή σύγκρουσις θά δημιουργηθούν τά υλικά γιά τήν νέα ζωή. Μέ τήν υπάρχουσα ραχύτητα τής Γής άν είμασταν διαστημόπλοιο θά φθάναμε στόν Sirio σέ 80.000 χρόνια, ενώ μέ αυτήν τήν ταχύτητα θά φθάναμε στήν Αφροδίτη σέ 16 ημέρες.
Τό λεξικό Σουϊδα αποτελεί μία φιλολογική εργασία ή οποία πραγματοποιήθη τόν 10ον αιώνα μ.χ. καί παρουσιάζει ενδιαφέρον γιά τό πώς έβλεπαν οί άνθρωποι τήν Σελήνη τήν εποχή εκείνη : « Σελήνη τό άστρον. Φασί τήν Σελήνην μή μόνον υγράν είναι, αλλά καί θερμαίνειν ομοίως τώ ηλίω τά σώματα». Ή Σελήνη στά λατινικά λεγόταν Luna καί αποτελούσε τήν πρώτη μέρα στό Ελληνικό καί Ρωμαϊκό ημερολόγιο. Σήμερα λέμε Monday, δηλαδή Moon καί Day, δηλαδή ή ημέρα τής Σελήνης.

No comments:

Post a Comment