Friday, June 19, 2009

ΙΑΤΡΙΚΗ

Επιστήμη της οποίας αντικείμενο είναι η πρόληψη των ασθενειών και η θεραπεία ή ανακούφιση των ασθενών από τις διάφορες αρρώστιες.
Η ιατρική είναι πανάρχαιη επιστήμη και δημιουργήθηκε από την ανάγκη που ένιωσε νωρίς ο άνθρωπος να ανακουφιστεί και να γιατρευτεί από τις αρρώστιες που τον καταπονούσαν κατά καιρούς, από τα ατυχήματα τα οποία του συνέβαιναν, και αργότερα από την περιέργεια που είχε να μάθει για την κατασκευή και τη λειτουργία του σώματός του.
Προϊστορικά χρόνια. Πληροφορίες για τα πρώτα βήματα της ιατρικής στην ιστορία του ανθρώπου μας δίνουν τα διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα, που είδαν το φως χάρη στη σκαπάνη των αρχαιολόγων.
Η ιατρική άκμασε πρώτα καί μόνον στην Ελλάδα και τα πρώτα δείγματά της μας τα παρέχουν οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις του Μάικλ Βέντρις, του Σλίμαν και του Έβανς. Στα αρχαιολογικά ευρήματα των Μυκηνών, της Πύλου και της Κνωσού της Κρήτης, ο Βέντρις βρήκε τοιχογραφίες και επιγραφές στις οποίες συναντιέται για πρώτη φορά η λέξη ιατρική, γραμμένη σε συλλαβικό αλφάβητο. Διαπιστώθηκε λοιπόν ότι στους Κρήτες ήταν γνωστά διάφορα φυτά, όπως το αψίνθιο, το σουσάμι κ.ά., που χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή αρωμάτων ή χρωμάτων. Τα φυτά αυτά τα καλλιεργούσαν πολύ πλατιά, όπως λ.χ. το ασπλήνιο, το οποίο χρησιμοποιούσαν για πόνους στη σπλήνα, το δαύκο, που το χορηγούσαν σε δαγκώματα φιδιών, το δίκταμο σε γυναικολογικές παθήσεις κτλ. Οι Κρήτες επίσης χρησιμοποιούσαν το πεύκο και το κυπαρίσσι, το πεπόνι, τους κρίνους, το χρυσάνθεμο κτλ. για θεραπευτικούς σκοπούς. Εντύπωση προξενούν οι γνώσεις τους για τη θεραπευτική αξία των ιαματικών πηγών. Έφτιαχναν επίσης επιβλητικά λουτρά με καταιονιστήρες και άριστο αποχετευτικό σύστημα. Οι Μυκηναίοι πήραν τα φώτα από τους Κρήτες και βελτίωσαν τις φαρμακευτικές συνταγές και το σύστημα παρασκευής φαρμάκων. Με χυμούς φρούτων, κρασί, μέλι και ζωμό από βότανα, έφτιαχναν διάφορα αφεψήματα και ιαματικά λάδια. Χρησιμοποιούσαν επίσης το ρετσινόλαδο για πεπτικά ενοχλήματα, το αφέψημα των σταφυλιών για τη δυσπεψία, τους χουρμάδες και διάφορα βότανα για την τοπική θεραπεία των πληγών με μορφή έμπλαστρου (Ιπποκράτης ο Κώος, Ερασίστρατος, Ηρόφιλος, Γαληνός).
Η ιατρική στο Μεσαίωνα. Κατά την περίοδο αυτή παρατηρείται μια χαρακτηριστική στασιμότητα στις επιστήμες. Ο κλήρος είχε πάρει στα χέρια του τις εξουσίες, ιδιαίτερα στη Δύση, και ο κόσμος ήταν βυθισμένος στην αμάθεια και τις δεισιδαιμονίες. Από ιατρικής πλευράς, εξακολουθούσαν να ισχύουν οι θεωρίες του Γαληνού και τα μοναστήρια είχαν την αποκλειστικότητα της ιατρικής. Αντίθετα στην Ανατολή παρατηρείται μια εξαιρετική άνθηση, η οποία συμβαδίζει με την ακμή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Γράφονται οι «Ιατρικαί συναγωγαί» του γιατρού Ορειβάσιου κατά την εποχή του Ιουλιανού του Παραβάτη, καθώς και η μεγάλη ιατρική εγκυκλοπαίδεια από τον αρχίατρο του Ιουστινιανού Αέτιο τον Αμιδηνό. Συγγράφονται επίσης εργασίες επιδεσμολογίας και ανατομίας, χωρίς να υστερήσει η γυναικολογία και η οφθαλμολογία. Έτσι έχουμε πρότυπες σπουδές για την ανατομία των σιελογόνων αδένων, τη χειρουργική των ανευρυσμάτων, την αιμόσταση, το μετασχηματισμό του εμβρύου σε ανώμαλο σχήμα, την αφαίρεση της μήτρας κτλ. Ιδρύονται επίσης οι περίφημοι ξενώνες, οι οποίοι αποτελούσαν ταυτόχρονα ιατρική σχολή, νοσοκομείο και εργαστήριο. Τελειότερος από τους ξενώνες αυτούς θεωρείται ο ξενώνας της μονής του Παντοκράτορα, ο οποίος διέθετε δύο παθολογικά τμήματα, ένα γυναικολογικό και ένα οφθαλμολογικό. Διατηρούσε 53 γιατρούς διάφορων ειδικοτήτων, 50 κρεβάτια, φαρμακείο, εξωτερικά ιατρεία και βιβλιοθήκη. Κοντά στους ξενώνες υπήρχαν γηροκομεία, βρεφοκομεία, ορφανοτροφεία, μαιευτήρια και λεπροκομεία.
Οι σχολές και τα πανεπιστήμια. Από τον 1ο αι. ιδρύθηκαν διάφορες σχολές, από τις οποίες η πιο σπουδαία ήταν των Αθηνών, που ιδρύθηκε τον 1ο αι. και στην οποία διδασκόταν η ιατρική. Αργότερα ιδρύθηκαν και άλλες σχολές, από τις οποίες ξεχώρισαν η σχολή του Σαλέρνο τον 9ο και η σχολή του Μονπελιέ, η οποία ιδρύθηκε πολύ αργότερα. Ωστόσο στις σχολές αυτές διδάσκονταν οι γνωστές απόψεις του Ιπποκράτη, του Γαληνού και μερικές των Αράβων. Στην Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε από το Μ. Κωνσταντίνο το πρώτο πανεπιστήμιο, με διάφορες ονομασίες, όπως οικουμενικό διδασκαλείο, πανδιδακτήριο κτλ. Διατηρούσε ιατρική σχολή, η οποία λειτουργούσε σε νοσοκομείο και δεν είχε θρησκευτική εξάρτηση. Το σύστημα αυτό επεκτάθηκε αργότερα και στη Δύση, με αποτέλεσμα να καταργηθούν οι διάφορες ανεξάρτητες σχολές. Μεγάλα πανεπιστήμια ιδρύθηκαν στο Παρίσι, στην Μπολόνια, στη Νεάπολη κτλ., τα οποία ανέδειξαν μεγάλους γιατρούς και ερευνητές, στη μακρόχρονη ιστορία τους.
Η ιατρική στην περίοδο της Αναγέννησης. Από την περίοδο αυτή αρχίζει μια αλματώδης εξέλιξη στον τομέα της ιατρικής. Αναθεωρούνται όλες οι παλιές θεωρίες, διορθώνονται τα σφάλματα και τοποθετούνται νέες βάσεις. Η εποχή αυτή έχει να επιδείξει πολλές και μεγάλες φυσιογνωμίες, όπως τον Α. Βεσάλιο. Ο Βεσάλιος υπήρξε ο αναμορφωτής της ανατομίας της εποχής και το περίφημο έργο του «Περί της κατασκευής του ανθρωπίνου σώματος» (1543) έχει πολλές ανατομικές εικόνες. Δύο χρόνια αργότερα εκδόθηκε ο πρώτος τόμος του Κανάνο «Εικονογραφημένη ανατομική των μυών του ανθρωπίνου σώματος». Άλλες μεγάλες φυσιογνωμίες της εποχής αυτής είναι ο ανατόμος Μπερεγκάριο Ντα Κάπρι (16ος αι.), ο Γκαμπριέλε Φαλόπιο, επίσης ανατόμος, ο οποίος μελέτησε όλο το ανθρώπινο σώμα και περιέγραψε τις φαλοπιανές σάλπιγγες (της μήτρας) και το φαλοπιανό πόρο (του ακουστικού νεύρου στα αφτιά), στα οποία και δόθηκε το όνομά του, τις εγκεφαλικές συζυγίες, τα νεφρά κτλ., ο Τζερόλαμο Φαμπρίτσι Ντ’ Ακουαπεντέντε, μεγάλος χειρουργός, ο Άγγλος Γουίλιαμ Χάρβεϊ, στον οποίο αποδίνεται η ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος κ.ά.
Η ιατρική στο 17ο αιώνα. Συμπίπτει με τις επαναστατικές ανακαλύψεις του Γαλιλαίου στον τομέα της φυσικής, των μαθηματικών και της αστρονομίας και την επιβεβαίωση της θεωρίας του Κοπέρνικου ότι η Γη κινείται. Ο Γαλιλαίος πίστευε ότι τα ψάρια έχουν έναν ειδικό μηχανισμό χάρη στον οποίο, παίρνοντας ή βγάζοντας αέρα, ισορροπούν μέσα στο νερό. Θέλησε δηλ. να αποδείξει ότι η λειτουργία αυτή των ψαριών βασίζεται σε μαθηματικούς νόμους και ότι επιτελείται μηχανικά. Ο Ρενέ Ντεκάρτ (Καρτέσιος), βαδίζοντας στα ίδια αχνάρια με το Γαλιλαίο, έγραψε το 1632 την «Πραγματεία περί του ανθρώπου», στην οποία δέχεται ότι το ανθρώπινο σώμα είναι μια πολύπλοκη μηχανή, αποτελούμενη από άλλες μικρότερες. Η λειτουργία των μηχανών αυτών γίνεται με βάση λογικούς και μαθηματικούς νόμους, ώστε στο σύνολο να λειτουργούν τέλεια. Την ίδια εποχή ανακαλύπτεται το μικροσκόπιο, πιθανό το 1590, από το Ζ. Γιάνσεν, τελειοποιείται όμως αυτό και αξιοποιείται από το Γαλιλαίο. Η ανακάλυψη του μικροσκοπίου αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία της ιατρικής στα μεταγενέστερα χρόνια. Επίσης ανακαλύπτεται το θερμόμετρο από το Γαλιλαίο. Ο 17ος αι. έχει να επιδείξει μια επίσης μεγάλη φυσιογνωμία, το Μαρτσέλο Μαλπίγκι, ο οποίος, με τη βοήθεια του μικροσκοπίου, ανακαλύπτει τις πνευμονικές κυψελίδες, τα τριχοειδή του πνεύμονα, τη λεπτή υφή των νεφρών και τα μαλπιγκιανά σωμάτιά τους (ονομασία από το όνομά του), τη λεπτή υφή πολλών σπλάχνων, καθώς και του εγκεφάλου. Ο Μαλπίγκι θεωρείται ο ιδρυτής της παθολογοανατομίας. Άλλα μεγάλα ονόματα της εποχής είναι ο Αντόνιο Βαλσάλβα, χειρουργός ανατόμος, ιδρυτής της ωτολογίας, ο Όλαφ Ρούντμπεκ, ο οποίος, το 1651, ανακάλυψε το λεμφικό σύστημα, ο Ρίτσαρντ Λόουερ, ο οποίος πραγματοποίησε την πρώτη μετάγγιση αίματος σε σκυλιά κ.ά.
Η ιατρική στο 18ο αιώνα. Έχει να παρουσιάσει μια συστηματοποίηση των μέχρι τότε δεδομένων και να αναθεωρήσει τα ξεπερασμένα συστήματα. Ο Κάρολος Λινναίος και ο Ζορζ Λουί Λεκλέρ συστηματοποιούν και προάγουν τη βοτανική, τη ζωολογία και την ιστορία τους. Ο Λουίτζι Γκαλβάνι έκανε τα πρώτα πειράματα ηλεκτρικών εκκενώσεων στα ζώα και ανακάλυψε ότι οι ζωικοί οργανισμοί παρουσιάζουν ηλεκτρισμό. Ο Μοργκάνι συνέδεσε για πρώτη φορά τις ανατομικές αλλοιώσεις που παθαίνει ένα όργανο με την αρρώστια που τις προκαλεί. Στον αιώνα αυτό γενικά παρατηρείται μια στασιμότητα, ιδίως στον τομέα της μικροσκόπησης. Αντίθετα η βιολογία και η φυσιολογία είχαν μεγάλη εξέλιξη. Ο Έντουαρντ Τζένερ κατασκευάζει το πρώτο εμβόλιο κατά της ευλογιάς και σώζει την ανθρωπότητα από τη φοβερή αρρώστια που τη μάστιζε.
Η ιατρική στο 19ο αιώνα. Έχει να παρουσιάσει εξαιρετικές προόδους σε όλους τους τομείς. Σπουδαίες φυσιογνωμίες αναδείχνονται αυτή την εποχή, όπως ο Λαμάρκ, ο Δαρβίνος, ο Ούγκο ντε Βρις με τις θεωρίες τους για την καταγωγή, την εξέλιξη των ειδών, τις μεταλλάξεις και την επιλογή, οι οποίες έδωσαν την εξήγηση στην εξέλιξη των ζωντανών οργανισμών πάνω στη γη (βλ. λ. ζωή). Ο Καρλ Ερνστ φον Μπερ ανακαλύπτει το ωάριο των θηλαστικών. Ο Μέντελ βάζει τις βάσεις της κληρονομικότητας, από πειράματα που έκανε στα μπιζέλια. Το 1824 ο Ανρί Ζοακέν Ντιτροσέ ανακαλύπτει ότι το κύτταρο αποτελεί τη στοιχειώδη μορφολογική και λειτουργική μονάδα στα φυτά, ενώ ο Σλάιντεν και ο Τ. Σβαν ανακαλύπτουν, το 1836, ότι το κύτταρο είναι η μονάδα της ζωής, τόσο στους ζωικούς όσο και στους φυτικούς οργανισμούς. Ο Κλοντ Μπερνάρ ανακαλύπτει τη γλυκογονογένεση στο συκώτι και ο Λουί Παστέρ ανακαλύπτει ότι οι ζυμώσεις οφείλονται σε μικροοργανισμούς, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί έτσι η μικροβιολογία. Στη συνέχεια ο Παστέρ ανακάλυψε το μικρόβιο του άνθρακα, το στρεπτόκοκκο, το σηπτικό δονάκιο κτλ., καθώς και το εμβόλιο κατά του άνθρακα. Ο Τζότζεφ Λίστερ και ο Φελίξ Τεριέ, οι οποίοι έζησαν στο δεύτερο μισό του 19ου αι., υπήρξαν οι πρώτοι που εισήγαγαν την αντισηψία στα χειρουργεία. Ο Ρόμπερτ Κοχ ανακαλύπτει το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης και το δονάκιο της χολέρας. Ο Ιβάν Παβλόφ ανακαλύπτει τα εξαρτημένα ανακλαστικά και ο Έμιλ φον Μπέριγκ, το 1890, ανακαλύπτει τον αντιτετανικό και αντιδιφθεριτικό ορό. Αλλά ο 19ος αι. επιφυλάσσει μεγάλες εκπλήξεις. Ο Βίλχελμ Ρέντγκεν ανακαλύπτει, το 1895, τις ακτίνες Χ, οι οποίες θα πάρουν αργότερα το όνομά του, και δημιουργεί την ακτινολογία.
Η ιατρική τον 20ό και τον 21ο αι. Ο Πέτρος και η Μαρία Κιουρί ανακαλύπτουν, στις αρχές του 20ού αι., το ράδιο από τον πισσουρανίτη, ουσία η οποία θα χρησιμοποιηθεί για τις ακτινοβολίες κατά των νεοπλασμάτων. Ο Φρέντερικ Μπάντιγκ ανακαλύπτει, το 1920, την ινσουλίνη. Ο Αλ. Φλέμιγκ, το 1929, ανακαλύπτει την πενικιλίνη, το πρώτο αντιβιοτικό που θα σώσει τον κόσμο, ο Γκέρχαρντ Ντόμαγκ, το 1935, ανακαλύπτει την πρώτη σουλφαμίδη και ο Σέλμαν Βάξμαν τη στρεπτομυκίνη το 1942. Ο Άλ. Σέιμπιν και ο Ι. Σολκ ανακαλύπτουν, το 1954, τους αντιπολιομυελιτικούς ορούς. Ο μεγάλος καρδιοχειρουργός Μ. Ντιμπέκι τοποθετεί για πρώτη φορά τεχνητή καρδιά από πλαστικό, στις 21 Απριλίου 1966, στο θώρακα αρρώστου. Ο άρρωστος έζησε για 40 ώρες και η αρχή στην επανάσταση της καρδιάς έγινε. Το 1968 ο Κρίστιαν Μπάρναρντ κάνει την πρώτη μεταμόσχευση καρδιάς στο Κέιπ Τάουν.
Στο τέλος του 20ού αι. και στις αρχές του 21ου οι ραγδαίες εξελίξεις και ανακαλύψεις σε διάφορους κλάδους της επιστήμης (χημεία, βιολογία, γενετική, τεχνολογία κτλ.) συνέβαλαν και στην αντίστοιχη εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης, ιδιαίτερα στους τομείς της πρόληψης (προγενετικός έλεγχος, ΠΑΠ τεστ κ.ά.), της διάγνωσης (υπερηχογράφημα, μαγνητική τομογραφία κ.ά.) αλλά και της θεραπείας (αγγειοπλαστική, τεχνητή καρδιά, χειρουργική με λέιζερ κ.ά).
Αβέρσιοι σωλήνες ή σωλήνες του Άβερς. Λεπτοί σωλήνες που διατρέχουν τα οστά στην περιοχή της συμπαγούς οστέινης ουσίας. Μέσα από τους σωλήνες του Άβερς (Haversian canals) περνούν αιμοφόρα αγγεία που τρέφουν τα οστά, καθώς και νεύρα.Οι σωλήνες του Άβερς περιβάλλονται από τη θεμέλια ουσία των οστών, η οποία είναι εμποτισμένη με ανόργανα άλατα, που δίνουν την απαραίτητη σκληρότητα στα οστά. Η θεμέλια ουσία παρουσιάζει μια διάταξη κατά ομόκεντρους κύκλους (πετάλια) γύρω από τους σωλήνες του Άβερς. Ανάμεσα στα πετάλια υπάρχουν μεσοκυττάριοι χώροι, τα βοθρία, όπου είναι παγιδευμένα τα οστεοκύτταρα με πολλές αποφυάδες.Κάθε σωλήνας του Άβερς, μαζί με τα πετάλια, τα βοθρία και τα οστεοκύτταρα που τον περιβάλλουν, αποτελεί ένα σύστημα του Άβερς ή οστεώνα.Στη σπογγώδη οστέινη ουσία δε σχηματίζονται συστήματα Άβερς.
Αβιταμίνωση. Παθολογική κατάσταση, κατά την οποία υπάρχει έλλειψη μιας ή περισσότερων βιταμινών στον οργανισμό του ανθρώπου. Αυτή η έλλειψη παρατηρείται όχι μόνο όταν ο άνθρωπος τρέφεται με τροφές φτωχές σε βιταμίνες, αλλά και όταν υποφέρει από ορισμένες παθήσεις. Τέτοιες είναι οι χρόνιες εντερικές διαταραχές, διάφορες λοιμώξεις, ο αποφρακτικός ίκτερος, παθήσεις του συκωτιού και του παγκρέατος κ.ά.Στη διάρκεια του α΄ και του β΄ παγκόσμιου πολέμου, εξαιτίας του υποσιτισμού και της πείνας, παρατηρήθηκαν αβιταμινώσεις σε πολύ μεγάλο ποσοστό ανθρώπων. Σήμερα όμως έχουν περιοριστεί και μόνο σε μέρη που μαστίζονται από πολέμους, θεομηνίες και ξηρασία παρατηρούνται σε μεγάλη κλίμακα.Η έλλειψη της βιταμίνης Α προκαλεί διάφορα συμπτώματα κυρίως στα μάτια, όπως αδυναμία προσαρμογής στο σκοτάδι και στο έντονο φως, μείωση των δακρύων, ξηρότητα του επιπεφυκότα και του κερατοειδή, φωτοφοβία, ακόμα και τύφλωση. Αλλά και το δέρμα προσβάλλεται και παθαίνει συχνές μολύνσεις ή ξηρότητα, όπως και το αναπνευστικό σύστημα, το ουροποιητικό κ.ά. Στα παιδιά καθυστερεί η ανάπτυξη, τα δόντια και τα κόκαλά τους δε σχηματίζονται κανονικά και το βάρος τους είναι ελαττωμένο.Η έλλειψη της βιταμίνης D προκαλεί ραχίτιδα, οστεομαλακία κ.ά., με αποτέλεσμα αυτά να παραμορφώνονται. Παλιά οι γιατροί έδιναν το γνωστό μουρουνέλαιο, επειδή όμως μύριζε δυσάρεστα αντικαταστάθηκε από χάπια και ενέσεις.Η έλλειψη της βιταμίνης Κ ελαττώνει την πηκτικότητα του αίματος, με αποτέλεσμα να έχουμε αιμορραγίες στον εγκέφαλο, το δέρμα, το πεπτικό σύστημα, το ουρογεννητικό κτλ. Τα σοβαρά αυτά συμπτώματα δείχνουν τη μεγάλη σπουδαιότητα της βιταμίνης Κ για τον άνθρωπο. Έλλειψη της βιταμίνης Β1 (ή θειαμίνης ή ανευρίνης) είναι η αιτία της αρρώστιας μπέρι μπέρι, που φέρνει παράλυση στα νεύρα, καρδιακή ανεπάρκεια και οιδήματα. Κυρίως προκαλεί εκφύλιση στα νεύρα και κατόπιν στους μυς.Έλλειψη της βιταμίνης Β2 (ή ριβοφλαβίνης ή λακτοφλαβίνης) προκαλεί βλάβες στους βλεννογόνους (στόμα, γλώσσα, μάτια). Έλλειψη της νικοτιναμίδης (ή νικοτινικού οξέος) προκαλεί τη γνωστή πελάγρα, με βλάβες στο δέρμα, στο πεπτικό και το νευρικό σύστημα κτλ. Έλλειψη του φυλλικού οξέος έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αναιμίας, καθώς και ανωμαλίας στο γαστρεντερικό σωλήνα. Το φυλλικό οξύ μαζί με τη βιταμίνη Β12 παίζουν μεγάλο ρόλο στην ωρίμανση των ερυθρών αιμοσφαιρίων.Η έλλειψη βιταμίνης Β12 (ή κυανοκοβαλαμίνης) προκαλεί αναιμία. Η βιταμίνη αυτή είναι πολύ σπουδαία για τον οργανισμό μας.Τέλος, η έλλειψη της βιταμίνης C (ή ασκορβικό οξύ) προκαλεί το σκορβούτο.
Αγγείο. Σωλήνας του σώματος των ζώων ή του ανθρώπου που μεταφέρει ένα υγρό. Διακρίνονται στα αιμοφόρα και τα λεμφοφόρα ή λεμφαγγεία. Τα αιμοφόρα αγγεία, είναι οι αρτηρίες που απομακρύνουν το αίμα από την καρδιά, οι φλέβες που επαναφέρουν στην καρδιά το αίμα και τα τριχοειδή αγγεία (βλ. λ. κυκλοφορικό σύστημα). Τα λεμφοφόρα αγγεία (ή λεμφαγγεία) μεταφέρουν τη λέμφο. Υπάρχουν τα προσαγωγά λεμφαγγεία (αυτά δηλαδή που μπαίνουν μέσα στα λεμφογάγγλια) και τα απαγωγά λεμφαγγεία (αυτά που βγαίνουν από τα λεμφογάγγλια). Μικροσκοπικά λεμφαγγεία, όπως και στα αιμοφόρα αγγεία, υπάρχουν κι εδώ και λέγονται λεμφοφόρα τριχοειδή (βλ. λ. λεμφικό σύστημα).
Αγγειίτιδα. Φλεγμονή των αιμοφόρων αγγείων, που μπορεί να καταστρέψει το ενδοθήλιό τους και να προκαλέσει στένωση ή απόφραξη, περιορίζοντας έτσι τη ροή αίματος. Αυτή η διαταραχή, στη συνέχεια, μπορεί να βλάψει ή να καταστρέψει τους ιστούς που τροφοδοτούνται από τα προσβεβλημένα αιμοφόρα αγγεία. Η αγγειίτιδα πιθανόν οφείλεται στο σχηματισμό μικρών μορίων που αποκαλούνται άνοσα συμπλέγματα, τα οποία, κυκλοφορώντας στο αίμα, κολλούν στα τοιχώματα των αγγείων και προκαλούν φλεγμονή.
Αγγειοβλάστωμα. Όγκος που σχηματίζεται στα αγγεία του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Αγγειοβρίθεια. Φυσιολογικά η ύπαρξη πολλών αιμοφόρων αγγείων σε κάποια όργανα ή ιστούς. Σε παθολογικές καταστάσεις αυξημένη αγγειοβρίθεια παρατηρείται σε κάποια νεοπλάσματα.
Αγγειογραφία Η σκιαγράφηση των αιμοφόρων αγγείων, η οποία πραγματοποιείται μετά από έγχυση μέσα σ’ αυτά ακτινοσκιερής ουσίας, έτσι ώστε να γίνονται ορατά στην ακτινογραφία. Στην περίπτωση των αρτηριών η αγγειογραφία είναι γνωστή ως αρτηριογραφία. Ο αντίστοιχος όρος για τις φλέβες είναι φλεβογραφία. Αυτή η διαδικασία δείχνει αν υπάρχει κάποια στένωση στον αυλό του αγγείου.
Αγγειοδιασταλτικά.Ουσίες που προκαλούν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων. Μπορεί να είναι φάρμακα, όπως το νιτρικό αμύλιο, ή φυσικές ουσίες του σώματος, όπως είναι οι κινίνες.
Αγγειοδιαστολή. Η αύξηση της εσωτερικής διαμέτρου των αιμοφόρων αγγείων, κυρίως στα αρτηρίδια και στα τριχοειδή αγγεία. Η αγγειοδιαστολή των αρτηριδίων συμβαίνει εξαιτίας της δράσης των νεύρων στις λείες μυϊκές ίνες των τοιχωμάτων των αρτηριδίων και έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της πίεσης του αίματος.
Αγγειοκαρδιογραφία. Η ακτινογραφία της καρδιάς, έπειτα από έγχυση μέσα σε αυτή μιας ακτινοσκιερής ουσίας, με καθετήρα που εισάγεται από τη μηριαία αρτηρία.
Αγγειοκινητικά νεύρα. Μικρές νευρικές ίνες που μεταβιβάζουν εντολές για συστολή ή διαστολή στο τοίχωμα των αιμοφόρων αγγείων και συνδέουν τις μυϊκές ίνες της μέσης στιβάδας τους με το νευρικό σύστημα. Διαμέσου αυτών των νεύρων τα αιμοφόρα αγγεία διατηρούνται σε μία κατάσταση ήπιας σύσπασης. Υπάρχουν αγγειοδιασταλτικά νεύρα, διαμέσου των οποίων μεταδίδονται ώσεις που διαστέλλουν τα αγγεία και, στην περίπτωση του δέρματος, προκαλούν την κατάσταση της ερυθρίασης (κοκκίνισμα).Υπάρχουν, επίσης, αγγειοσυσπαστικά νεύρα, τα οποία μεταδίδουν ώσεις που συσπούν ή στενεύουν τα αιμοφόρα αγγεία, όπως συμβαίνει σε κατάσταση ψύχους (υποθερμία). Ποικίλα φάρμακα προκαλούν διαστολή ή σύσπαση των αιμοφόρων αγγείων, όπως και μερικές ουσίες που παράγονται από ενδοκρινείς αδένες του σώματος και έχουν παρόμοια αποτελέσματα.
Αγγειολογία. Κλάδος της Ιατρικής, που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των αγγείων, τις παθήσεις και τη θεραπεία τους.
Αγγειονευρωτικό οίδημα. Aνώδυνη διόγκωση των υποδόριων ιστών ή του υποβλεννογόνιου, που συμβαίνει συνήθως στο πρόσωπο, και προσβάλλει κυρίως μάτια, χείλη και γλώσσα. Είναι παρόμοιο με το εξάνθημα από τσουκνίδες. Πρωταρχικά προκαλείται από αλλεργία. Υπάρχει επίσης η κληρονομική μορφή που οφείλεται στην ανεπάρκεια ενός ενζύμου.
Αγγειοπλαστική. Ιατρική μέθοδος θεραπείας της απόφραξης ή της στένωσης ενός αιμοφόρου αγγείου ή μιας καρδιακής βαλβίδας. Αυτό επιτυγχάνεται με την τοποθέτηση ενός μπαλονιού μέσα στο στενωμένο ή αποφραγμένο αγγείο ή βαλβίδα, για να ξανανοίξει. Αυτή η τεχνική χρησιμοποιείται για να θεραπευτεί μία στενωμένη αρτηρία της καρδιάς ή των κάτω άκρων κτλ. Περίπου στο 65% των ασθενών το αποτέλεσμα είναι ικανοποιητικό, και όταν τα συμπτώματα επιμένουν ή επανεμφανίζονται, τότε η διαδικασία της αγγειοπλαστικής μπορεί να επαναληφθεί. Υπάρχει μικρός κίνδυνος βλάβης του αγγείου.
Αγγειοσυστολή. Η μείωση της εσωτερικής διαμέτρου των αγγείων του αίματος, κυρίως στα αρτηρίδια ή τα τριχοειδή αγγεία. Η συστολή στα αρτηρίδια συμβαίνει με τη δράση των νεύρων στις λείες μυϊκές ίνες των τοιχωμάτων των αρτηριδίων και έχει ως αποτέλεσμα μια αύξηση στην πίεση του αίματος.
Αγγειοτενσίνη. Πεπτίδιο που απαντάται σε δύο μορφές την Ι και τη ΙΙ. Η πρώτη μορφή προκύπτει από τη δράση του ενζύμου ρενίνη πάνω στην α-σφαιρίνη (μία πρωτεΐνη) που παράγεται στο ήπαρ και εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος. Κατά τη διάρκεια της διόδου του αίματος διαμέσου των πνευμόνων η αγγειοτενσίνη Ι μετατρέπεται στην ενεργό μορφή της, την αγγειοτενσίνη ΙΙ, από ένα ένζυμο. Η ενεργός μορφή συσπά τα αιμοφόρα αγγεία και προκαλεί την απελευθέρωση δύο ορμονών, της βασοπρεσίνης και της αλδοστερόνης, οι οποίες ανεβάζουν την αρτηριακή πίεση.
Αγγείωμα. Αλλοίωση των αγγείων των οστών ή άλλων ιστών από μάζες αιμοφόρων αγγείων, με συνέπεια την ελάττωση της αντοχής των οστών ή άλλες παθήσεις. Συχνά τα αγγειώματα των οστών συνυπάρχουν με αγγειώματα στους μυς ή το δέρμα.
Αγκυλοστομίαση. Παρασιτική λοίμωξη που οφείλεται στους νηματοσκώληκες Αγκυλόστομο του δωδεκαδακτύλου και Νεκάτορα τον αμερικανικό. Αυτές οι λοιμώξεις είναι εξαιρετικά κοινές στις τροπικές και αναπτυσσόμενες χώρες και προσβάλλουν εκατομμύρια ανθρώπων. Το Αγκυλόστομο του δωδεκαδακτύλου συναντάται στην Άπω και στη Μέση Ανατολή και ο Νεκάτορας ο αμερικανικός στην Τροπική Αφρική, στην Κεντρική και Νότια Αμερική και στην Άπω Ανατολή. Όμως, σήμερα αυτός ο γεωγραφικός διαχωρισμός αυτών των δύο ειδών είναι λιγότερο ευδιάκριτος.
Σε περιοχές όπου η υγιεινή και η υγειονομική υποδομή δεν είναι ικανοποιητική, οι λάρβες (προνύμφες) εισέρχονται μέσω του ανέπαφου δέρματος, συνήθως των ποδιών. Περιστασιακά ήπιος κνησμός συμβαίνει, όταν οι λάρβες εισέρχονται στο σώμα, μέσα στο οποίο υπόκεινται σε ένα σύνθετο κύκλο ζωής, μεταναστεύοντας διαμέσου των πνευμόνων, της τραχείας και του φάρυγγα. Οι ώριμοι σκώληκες είναι 5-13 χιλ. (μέσος όρος 12) σε μήκος. Η φυσιολογική τους εστία είναι το λεπτό έντερο –ειδικά η νήστιδα– όπου προσκολλώνται στο βλεννογόνο με άγγιστρα, προκαλώντας έτσι διαρροή αίματος μέσα στον αυλό. Ένα ζεύγος σκωλήκων παράγει μεγάλο αριθμό αβγών, τα οποία αποβάλλονται από τα κόπρανα. Όταν τα αβγά βρίσκονται σε υγρό έδαφος παραμένουν ζωντανά για πολλές εβδομάδες ή μήνες.
Οι κλινικές εκδηλώσεις της λοίμωξης περιλαμβάνουν μικροκυτταρική υπόχρωμη αναιμία, υπολευκωματιναιμία και, σε σοβαρές περιπτώσεις, οίδημα. Μία χρόνια λοίμωξη στα παιδιά μπορεί να είναι αιτία για φυσική, διανοητική και φυλετική καθυστέρηση.
Αγκυλόστομα Braziliensis: Λοίμωξη των σκυλιών από νηματώδεις σκώληκες, η οποία στους ανθρώπους προκαλεί τοπική πάθηση μόνο, συνήθως στα πέλματα των ποδιών. Η μετάδοση γίνεται συνήθως από τα πέλματα κατά το βάδισμα στις παραλίες που έχουν μολυνθεί από κόπρανα σκύλων, σε μέρη όπως στην Καραϊβική.
Αγκύλωση. Δυσμορφία του ανθρώπινου σώματος, η οποία συνίσταται στην κατάργηση της κινητικότητας μιας ή περισσότερων αρθρώσεων. Αιτίες αγκύλωσης είναι διάφορες φλεγμονές των οστών και των αρθρώσεων, όπως η φυματίωση, η οστεομυελίτιδα κ.ά., τραύματα, κατάγματα, εγκαύματα της περιοχής με ουλές και συρρικνώσεις εκτεταμένες, συγγενείς ανωμαλίες κτλ. Διακρίνονται δυο μορφές αγκύλωσης:
α) Τέλεια ή πλήρης αγκύλωση. Κατ’ αυτήν υπάρχει καταστροφή των αρθρικών επιφανειών και συνοστέωσή τους, δηλαδή εναπόθεση οστίτη ιστού πάνω τους, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η κινητικότητα της άρθρωσης.
β) Ατελής αγκύλωση. Κατ’ αυτήν επέρχεται ινώδης συγκόλληση των αρθρικών επιφανειών της άρθρωσης, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια μικρή και επώδυνη κινητικότητά της. Η ψευδοαγκύλωση είναι μορφή πρόσκαιρης αγκύλωσης και οφείλεται σε σύσπαση των μυών της περιοχής του σώματος.
Αγκώνας. Η άρθρωση που σχηματίζεται μεταξύ του βραχιόνιου οστού από πάνω και της κερκίδας και ωλένης από κάτω. Το βραχιόνιο έχει στο κάτω άκρο του μια στρογγυλοποιημένη επιφάνεια, πάνω στην οποία κινείται η κεφαλή της κερκίδας, και μια βαθιά αύλακα στην οποία εφαρμόζει μια επιφάνεια, σχήματος σέλας, του άνω άκρου της ωλένης. Η κεφαλή της κερκίδας βρίσκεται πάνω σε μια προεξοχή της ωλένης και κρατείται πάνω σ’ αυτήν από έναν ανθεκτικό δακτυλιοειδή σύνδεσμο, μέσα στον οποίο μπορεί να περιστραφεί.
Δύο σημαντικές κινήσεις γίνονται σ’ αυτήν την άρθρωση: Μία κίνηση κάμψης και έκτασης της κερκίδας και της ωλένης μαζί ως προς το βραχίονα, και μια περιστροφική κίνηση της κερκίδας ως προς την ωλένη, με την οποία το κάτω άκρο της κερκίδας περνάει πάνω από την ωλένη και έρχεται πάλι πίσω πλάι πλάι με την ωλένη, σύμφωνα με την κίνηση της παλάμης προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Η άρθρωση υποστηρίζεται στα πλάγια από δυνατούς πλάγιους συνδέσμους και από μπροστά και από πίσω καλύπτεται από δυνατούς μυς. Το ωλένιο νεύρο, καθώς διέρχεται κάτω προς τον πήχη, έχει μια επιφανειακή θέση πίσω από το έσω άκρο του βραχιόνιου στο κατώτερο άκρο του.
Ο αγκώνας σπάνια εξαρθρώνεται, αλλά δεν είναι ασυνήθιστο το κάταγμα του ωλέκρανου που σχηματίζει την οπίσθια επιφάνεια της άρθρωσης. Αυτό το κάταγμα συμβαίνει όταν κάποιος πέφτει και προσπαθεί να στηριχθεί στον αγκώνα του.
Αγνωσία. Ψυχονευρική πάθηση που αναφέρεται στην απώλεια ή έλλειψη αντίληψης των αντικειμένων του περιβάλλοντος χώρου. Η πάθηση οφείλεται σε βλάβη του νευρικού συστήματος και όχι πάντοτε του οργάνου με το οποίο πετυχαίνεται η αντίληψη. Αγνωσία παρουσιάζεται σε όλες τις αισθήσεις και έτσι υπάρχουν πέντε μορφές αγνωσίας: οπτική, οσφρητική, γευστική, ακουστική, απτική. Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπάρχει καμία οργανική βλάβη και τότε λέγεται ψυχική αγνωσία και απαιτείται ειδική ψυχοθεραπεία.
Αγχολυτικά. Φάρμακα για την ανακούφιση από το άγχος. Φέρνουν υπνηλία όταν δίδονται σε μεγάλες δόσεις το βράδυ, όπως κάνουν τα υπνωτικά. Αντίθετα, τα φάρμακα αυτά ανακουφίζουν από το άγχος όταν δίδονται σε μικρότερες δόσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας, χωρίς να προκαλούν υπνηλία. Η συνταγογράφηση αυτών των φαρμάκων είναι πολύ διαδομένη, αλλά η χρόνια λήψη τους οδηγεί σε σωματική και ψυχική εξάρτηση, όπως επίσης και ανοχή στη δράση τους (δηλαδή δε φέρνουν αποτέλεσμα). Αυτό συμβαίνει με τα βαρβιτουρικά, των οποίων έχει δραστικά περιοριστεί η χρήση, αλλά το ίδιο συμβαίνει και με τις βενζοδιαζεπίνες. Εάν συμβεί απότομη διακοπή λήψης αυτών των φαρμάκων, μπορούν να εκδηλωθούν στερητικά φαινόμενα. Έτσι, θα πρέπει η συνταγογράφηση των υπνωτικών, ηρεμιστικών και των αγχολυτικών, να μη γίνεται αδιακρίτως, αλλά να περιορίζεται για βραχέα χρονικά διαστήματα.
Αδαμαντίνη. Σκληρό εξωτερικό στρώμα της μύλης, δηλαδή του ακάλυπτου τμήματος του δοντιού. Αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από ασβεστούχα άλατα, κυρίως από υδροξυαπατίτη [Ca10(PΟ4)6(OH)2], ο οποίος αποτελεί και το κύριο συστατικό των ανόργανων ουσιών των οστών. H μικροσκοπική εξέτασή της αποκαλύπτει μια πρισματική δομή, με αξονική διάταξη κάθετη στην επιφάνεια του δοντιού. Είναι η σκληρότερη μετά το διαμάντι ουσία που υπάρχει στη φύση. Η αδαμαντίνη προστατεύεται εξωτερικά από το λεπτότατο περιμύλιο. Η σήψη των δοντιών (τερηδόνα) πιστεύεται ότι αρχίζει από την προσβολή της αδαμαντίνης από οργανικά οξέα που παράγονται από τις τροφές με τη βοήθεια ορισμένων βακτηρίων του στόματος. Η δράση ιόντων φθορίου επί της αδαμαντίνης είναι προστατευτική καθώς ένα πολύ λεπτό στρώμα της διαλύεται και μπορεί ν’ αντικατασταθεί από φθοριωμένες ενώσεις που είναι λιγότερο διαλυτές και λιγότερο ευπρόσβλητες από τα οξέα.
Αδενίτιδα. Φλεγμονή διάφορων αδένων του σώματος. Διακρίνεται σε οξεία και χρόνια αδενίτιδα. Η οξεία προέρχεται από μόλυνση πληγής. Το μέρος που προσβάλλεται πρήζεται, ενώ ο άρρωστος έχει πυρετό. Η χρόνια προέρχεται από χρόνια μόλυνση του οργανισμού (φυματίωση, σύφιλη, καρκίνος) και το οίδημα παρουσιάζεται σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος (πρόσωπο, στόμα, στήθος κ.ά.).
Αδενοϊοί. Οι ιοί που προκαλούν περίπου το 5% από τις κλινικά αναγνωρισμένες αναπνευστικές αρρώστιες. Από τους 40 τύπους του ιού μόνο λίγοι έχουν μελετηθεί επαρκώς, για να καθοριστεί πώς προκαλούν την πάθηση ή τις παθήσεις. Οι αδενοϊοί προκαλούν πυρετό και φλεγμονή της αναπνευστικής οδού και του βλεννογόνου των οφθαλμών, συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά του κοινού κρυολογήματος. Γενικά, οι λοιμώξεις τους είναι καλοήθεις και αυτοπεριοριζόμενες και η θεραπεία πρέπει να είναι συμπτωματική και υποστηρικτική, αν και οι ηλικιωμένοι, όπως επίσης και αυτοί που έχουν χρόνιο πρόβλημα πνευμόνων (π.χ. εμφύσημα, άσθμα, χρόνια βρογχίτιδα), μπορεί να αναπτύξουν δευτεροπαθώς μικροβιακή λοίμωξη.

Αδενοκαρκίνωμα. Κακοήθης μεταπλασία του αδενικού ιστού. Φυσιολογικά αδενικά στοιχεία διάφορων τύπων υπάρχουν πολυάριθμα σε όλο το σώμα και αδενοκαρκινώματα μπορεί να αναπτυχθούν σε όλα σχεδόν τα όργανα (για παράδειγμα στο στομάχι, τις ωοθήκες ή τη μήτρα).
Αδενοπάθεια. Αρρώστια που προκαλεί οίδημα αδένων, συνήθως κατά τη διάρκεια λοιμώξεων (βρογχίτιδας, βρογχοπνευμονίας, γρίπης, κοκίτη κτλ.). Η τραχειοβρογχική αδενοπάθεια είναι συχνή στα παιδιά (πρήξιμο των λεμφαδένων) και οφείλεται κυρίως σε φυματιώδη λοίμωξη. Τα συμπτώματα είναι πυρετός, αδυνάτισμα, βήχας κ.ά.
Αδενοσάρκωμα. Κακοήθης όγκος, που σχηματίζεται από μεσεγχυματικά και αδενικά στοιχεία. Συνήθως εμφανίζεται στο γεννητικό σύστημα.
Αδένωμα. Καλοήθης όγκος που αποτελείται από αδενικό ιστό. Μπορεί να αναπτυχθεί σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος όπου υπάρχει αδενικός ιστός (π.χ. στο θυρεοειδή αδένα). Πρέπει να διαφοροποιηθεί από το αδενοκαρκίνωμα, το οποίο είναι κακοήθης όγκος που αποτελείται από αδενικό ιστό.
Άδηλη (ή δερμική) αναπνοή. Η αναπνοή που γίνεται παθητικά από το δέρμα μας, δηλαδή η είσοδος οξυγόνου και η έξοδος διοξειδίου του άνθρακα από τους πόρους του δέρματος. Αν και το ποσοστό των αναπνευστικών αερίων της δερμικής αναπνοής είναι ελάχιστο, ωστόσο έχει πολύ μεγάλη σημασία, διότι συμπληρώνει την πνευμονική αναπνοή που δεν επαρκεί μόνη της για να μας κρατήσει στη ζωή. Αν π.χ. έναν άνθρωπο τον κλείσουμε αεροστεγώς σ’ ένα θάλαμο και του δίνουμε αέρα με σωλήνα από το στόμα, θα πεθάνει σύντομα από ασφυξία. Έχει μεγάλη σημασία λοιπόν να διατηρούμε καθαρό το σώμα μας και να μην ντυνόμαστε με ρούχα νάιλον ή αδιάβροχα κτλ. που εμποδίζουν το δέρμα μας να αναπνέει ελεύθερα. Σήμερα ο όρος άδηλη αναπνοή έχει αντικατασταθεί από τον όρο δερμική αναπνοή.
Σε ορισμένα ζώα, όπως για παράδειγμα στα αμφίβια, το δέρμα είναι όργανο αναπνοής, όπως και οι πνεύμονες
Αδρεναλίνη. Ορμόνη η οποία εκκρίνεται από τη μυελώδη μοίρα των επινεφριδίων. Είναι γνωστή και ως επινεφρίνη. Προκαλεί πολύ γρήγορα διάσπαση του γλυκογόνου στο ήπαρ και στους μυς και των λιπών στο λιπώδη ιστό. Το αποτέλεσμά της είναι παρόμοιο με τη διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, όπως συμβαίνει όταν ένα άτομο είναι σε διέγερση, σε καταπληξία (shock) ή φοβισμένο. Προκαλεί επίσης άνοδο της αρτηριακής πίεσης, της γλυκόζης στο αίμα και σύσπαση των μικρών αιμοφόρων αγγείων, αύξηση του μυϊκού τόνου, ταχυκαρδία και γενικά υπερδιέγερση του οργανισμού. Μπορεί να παρασκευαστεί και συνθετικά.
Αδρενοκορτικοτρόπος ορμόνη (ACTH). Ορμόνη που απελευθερώνεται μέσα στην αιματική κυκλοφορία κατά τη διάρκεια στρες. Παρασκευάζεται και αποθηκεύεται στον πρόσθιο λοβό της υπόφυσης. Η ACTH ρυθμίζει την παραγωγή κορτικοστεροειδών ορμονών από τα επινεφρίδια και είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη και συντήρηση κυττάρων της φλοιώδους μοίρας των επινεφριδίων. Η έκκρισή της εν μέρει ελέγχεται από το ποσό της υδροκορτιζόνης που κυκλοφορεί στο αίμα και εν μέρει από τον υποθάλαμο. Η ορμόνη ACTH χρησιμοποιείται επίσης σε επινεφριδιακές λειτουργικές δοκιμασίες και στη θεραπεία του άσθματος.
Αδυνάτισμα. Η απώλεια σωματικού βάρους. Η μη λήψη αρκετής σε ποσότητα και ποιότητα τροφής έχει ως αποτέλεσμα ο οργανισμός να μην καλύπτει τις ημερήσιες θερμιδικές ανάγκες για τη φυσιολογική λειτουργία του και να αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει (να καταβολίσει) δικά του αποθέματα. Ο καταβολισμός των αποθεμάτων αυτών (λίπη, ηπατικό γλυκογόνο, πρωτεΐνες) έχει ως αποτέλεσμα το αδυνάτισμα. Αυτό μπορεί να προκληθεί εκούσια ή να προέλθει αναπόφευκτα από διάφορες παθολογικές καταστάσεις.
Το αδυνάτισμα που προκαλείται εκούσια γίνεται για λόγους αισθητικούς ή υγείας. Ειδικές δίαιτες με μειωμένη περιεκτικότητα σε λίπη και υδατάνθρακες, φαρμακευτικά σκευάσματα που επιδρούν στο κέντρο της όρεξης ή προκαλούν αυξημένη περισταλτικότητα του εντέρου και, επομένως, μειωμένη απορρόφηση των τροφών ή επεμβαίνουν σε διάφορα στάδια βιοσύνθεσης των ουσιών στο σώμα, χειρουργικές επεμβάσεις αφαίρεσης λίπους και, τέλος, προγράμματα τοπικού ή γενικού μασάζ σε ειδικά ινστιτούτα είναι μερικές από τις σύγχρονες μεθόδους που χρησιμοποιούνται για αδυνάτισμα.Το δευτεροπαθές αδυνάτισμα οφείλεται σε ορισμένες αρρώστιες, κατά τις οποίες είτε υπερχρησιμοποιούνται τα αποθέματα του οργανισμού (όπως καρκίνος, υπερθυρεοειδισμός, χρόνιες λοιμώδεις παθήσεις) είτε εμποδίζεται ο οργανισμός να χρησιμοποιήσει ή να μεταβολίσει σωστά τις τροφές (σύνδρομα δυσαπορρόφησης, έλκη στομάχου-δωδεκαδακτύλου, εντερίτιδα, ηπατική κίρρωση, φυματίωση κ.ά.).
Αεραγωγοί. Αγωγοί, σωλήνες διά των οποίων διοχετεύεται αέρας. Αεραγωγοί είναι η μύτη (ρίνα), ο φάρυγγας, ο λάρυγγας, η τραχεία και οι βρόγχοι. Ο αέρας, καθώς εισέρχεται στη μύτη, περνάει διαμέσου μιας πολύ στενής διόδου σε κάθε πλευρά, το εξωτερικό τοίχωμα της οποίας έχει τρεις προεξοχές (τις ρινικές κόγχες). Αυτές σχεδόν ακουμπούν στο διαχωριστικό διάφραγμα της μύτης, δημιουργώντας έτσι σε κάθε πλευρά τρεις διόδους, στις οποίες ο αέρας θερμαίνεται, υγραίνεται και καθαρίζεται από σωματίδια σκόνης. Η στοματική αναπνοή είναι φυσιολογικά μια κακή συνήθεια, διότι με αυτή ο αέρας δεν προετοιμάζεται για την είσοδό του στους πνεύμονες. Στο φάρυγγα αέρας και τροφές συναντώνται. Ο λάρυγγας βρίσκεται μπροστά από το κατώτερο τμήμα του φάρυγγα και είναι το όργανο όπου παράγεται η φωνή με τη βοήθεια των φωνητικών χορδών. Το στόμιο μεταξύ των φωνητικών χορδών καλείται γλωττίδα. Αμέσως μετά τη δίοδο από το λάρυγγα ο αέρας φτάνει στην τραχεία, ένα σωλήνα με 10-12,5 εκ. μήκος και 2 εκ. πλάτος.Η τραχεία οδηγεί μέσα στο θώρακα και διακλαδίζεται πάνω από το επίπεδο της καρδιάς σε δύο βρόγχους, καθένας από τους οποίους οδεύει στον αντίστοιχο πνεύμονα, μέσα στον οποίο υποδιαιρείται σε όλο και μικρότερους κλάδους (βλ. και λ. πνεύμονες). Ο λάρυγγας προφυλάσσεται από δύο ισχυρούς χόνδρους, το θυρεοειδή χόνδρο (του οποίου το πλέον προεξέχον τμήμα, το μήλο του Αδάμ, είναι και το πλέον προεξέχον τμήμα του τραχήλου) και τον κρικοειδή χόνδρο, που μπορεί να ψηλαφηθεί σαν ένας σκληρός δακτύλιος περίπου 2-3 εκ. κάτω από το λάρυγγα. Κάτω από τον κρικοειδή χόνδρο, η τραχεία η οποία ενδυναμώνεται από δακτυλιοειδείς χόνδρους, έτσι ώστε να μην κλείνει ποτέ, σε οποιαδήποτε θέση του σώματος, μπορεί να ψηλαφηθεί προς τα κάτω, μέχρις ότου εξαφανιστεί πίσω από το στέρνο.
Αεροεμβολή. Η ύπαρξη φυσαλίδων αερίου μέσα στα τριχοειδή αγγεία και τους ιστούς του οργανισμού. Παρατηρείται στη «νόσο των δυτών», όταν ο δύτης ανεβαίνει γρήγορα στην επιφάνεια από μεγάλο βάθος, στη «νόσο του ύψους» (σε αεροπόρους που ανεβαίνουν με μεγάλη ταχύτητα πάνω από 7.000 μέτρα) και σε άτομα που εργάζονται σε περιβάλλον με πολύ υψηλότερη πίεση από την ατμοσφαιρική και βγαίνουν ξαφνικά απ’ αυτό. Η αποδέσμευση μικρών φυσαλίδων αζώτου μέσα στο αίμα και στους ιστούς μπορεί να φράξει διάφορα αγγεία και να προκαλέσει πολλές φορές εμβολές. Τα κυριότερα συμπτώματα που προκαλούνται είναι ίλιγγοι, αιμορραγίες, πόνοι και σπασμοί, ακόμη και παράλυση.
Αεροπορική ιατρική. Ο κλάδος της Ιατρικής που ασχολείται με τη φυσιολογία της πτήσης, δηλαδή με την επίδραση που έχουν στο ανθρώπινο σώμα οι δυνάμεις που ασκούνται σε αυτό κατά τη διάρκεια της πτήσης. Τέτοιες δυνάμεις είναι η επιτάχυνση, η επιβράδυνση, η επιτάχυνση της βαρύτητας (G’ s), η ατμοσφαιρική πίεση, το μεγάλο ύψος, η ταχύτητα κ.ά.
Στη χώρα μας την Αεροπορική Ιατρική ασκεί το Κέντρο Αεροπορικής Ιατρικής (Κ.Α.Ι.) που βρίσκεται στην Αθήνα και ανήκει στην Πολεμική Αεροπορία. Οι ιπτάμενοι της Πολεμικής αλλά και της Πολιτικής Αεροπορίας είναι υποχρεωμένοι να περνούν από περιοδική εξέταση σε ετήσια ή εξαμηνιαία βάση στο Κ.Α.Ι., έτσι ώστε να παίρνουν το πιστοποιητικό πτητικής καταλληλότητας.
Αεροφαγία. Στομαχική πάθηση, που οφείλεται στην κατάποση μεγάλης ποσότητας αέρα. Φυσιολογικά, με τις τροφές και το σάλιο που καταπίνουμε, κατεβαίνει μαζί και λίγος αέρας στο στομάχι. Όταν όμως μπει μεγάλη ποσότητα αέρα, έχουμε πολλές διαταραχές, όπως σπασμό του οισοφάγου, με αποτέλεσμα να καταπίνουμε δύσκολα, να αισθανόμαστε κόμπο στο λαιμό σαν να μας πνίγει κάτι, ενοχλητικό φούσκωμα στην κοιλιά και το στομάχι και να αποβάλλουμε πολλά αέρια από το έντερο. Αιτίες της αεροφαγίας είναι η κατάποση με τις τροφές μεγάλης ποσότητας αέρα, το έλκος στομάχου ή δωδεκαδακτύλου, νευρικές αιτίες κ.ά.
Αθέτωση. Γενικός όρος για τις αργές, ακούσιες, περιστρεφόμενες και επαναλαμβανόμενες κινήσεις προσώπου, γλώσσας, χεριών και ποδιών, που οφείλονται σε πάθηση του εγκεφάλου. Είναι συνήθως εκδήλωση εγκεφαλικής παράλυσης. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της νόσου του Πάρκινσον μπορούν επίσης να προκαλέσουν αθέτωση.
Αθήρωμα. Σμηγματογόνος κύστη, όγκος μικρού ή σημαντικού μεγέθους (ως 6-7 εκατοστά), που σχηματίζεται στο δέρμα ή στον υποδόριο συνδετικό ιστό και πιο συχνά στο πρόσωπο και στα τριχωτά μέρη της κεφαλής. Η αιτία που προκαλεί την ανάπτυξή του είναι η απόφραξη του πόρου του σμηγματογόνου αδένα. Το αθήρωμα μπορεί να πάθει μόλυνση και φλεγμονή και να γίνει επικίνδυνο. Για να μη μαζέψει πύο και για λόγους αισθητικής, αφαιρείται με χειρουργική επέμβαση.
Στην παθολογία ως αθήρωμα χαρακτηρίζεται η αλλοίωση του εσωτερικού χιτώνα των αρτηριών, που αποτελεί τη βασική αιτία της αρτηριοσκλήρωσης.
Αμαύρωση. Όρος που χρησιμοποιείται για την τύφλωση στην οποία δεν υπάρχει φανερή αλλοίωση του οφθαλμού, αλλά η οποία οφείλεται σε κάποια πάθηση του οπτικού νεύρου, του αμφιβληστροειδούς ή του εγκεφάλου ή σε υστερία.
Αμαύρωση προσωρινή. Προσωρινή βλάβη ή απώλεια της όρασης. Συνήθως προσβάλλει μόνο τον έναν οφθαλμό και οφείλεται τις περισσότερες φορές σε κυκλοφορική ανεπάρκεια. Στην απλή μορφή της συμβαίνει σε υγιείς ανθρώπους, όταν αυτοί σηκώνονται ξαφνικά από την καθιστική ή ανάρροπη στην όρθια θέση και αυτό οφείλεται στη βαρύτητα.
Συμβαίνει επίσης στην ημικρανία. Μια συνηθισμένη αιτία, ειδικά στους ηλικιωμένους, είναι η παροδική οφθαλμική ισχαιμία, που προκαλείται από απόφραξη της κυκλοφορίας στον αμφιβληστροειδή από έμβολα που προέρχονται από την κοινή καρωτίδα ή την καρδιά.
Αμβλυωπία. Η εξασθένηση της όρασης του ενός ή και των δύο οφθαλμών, χωρίς ουσιαστική βλάβη τους. Δεν καταλήγει στην πλήρη τύφλωση. Η αμβλυωπία διακρίνεται σε ημερήσια και νυχτερινή.
Η ημερήσια εκδηλώνεται σε συνθήκες ισχυρού φωτισμού και προκαλείται από τοξικά αίτια, όπως υπερβολικό κάπνισμα, αλκοολισμό, επαγγελματικές δηλητηριάσεις από μόλυβδο, αρσενικό, τετραχλωριούχο άνθρακα κτλ. Η νυχτερινή είναι το πρώτο σύμπτωμα της αβιταμίνωσης Α, η οποία οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως ο υποσιτισμός, ο αποφρακτικός ίκτερος, ο σακχαρώδης διαβήτης κτλ.
Άμβλωση. Η διακοπή της κύησης με αποβολή του εμβρύου πριν από την 28η εβδομάδα της κύησης. Μπορεί να γίνει αυτόματα χωρίς τη θέληση της εγκύου ή τεχνητά.
Αυτόματη άμβλωση: Είναι συνηθέστερη τις πρώτες 12 εβδομάδες της κύησης. Από όλες τις διαγνωσμένες κυήσεις το 15-20% καταλήγουν σε αυτόματη έκτρωση.
Το ανώτατο χρονικό όριο κατά το οποίο συμβαίνει έκτρωση είναι η 24η εβδομάδα της κύησης, καθώς μετά από αυτή την εβδομάδα είναι πιθανή η βιωσιμότητα του εμβρύου.
Η αυτόματη άμβλωση που συμβαίνει στην πρώιμη εγκυμοσύνη μπορεί να οφείλεται σε εμβρυϊκά ελαττώματα, όπως χρωματοσωματικές ανωμαλίες. Επίσης έχει ενοχοποιηθεί η έλλειψη έκκρισης προγεστερόνης κατά τη διάρκεια της αναπτυσσόμενης εγκυμοσύνης, ανωμαλίες του σχήματος της μητρικής κοιλότητας και διαταραχές της μητέρας, όπως σακχαρώδης διαβήτης, παθήσεις του θυρεοειδούς και ανοσολογικά προβλήματα. Μια ατελής ανταπόκριση του γυναικείου ανοσοποιητικού συστήματος στην εγκυμοσύνη φαίνεται ότι είναι μεγάλης σημασίας σε γυναίκες που υφίστανται συνεχείς αποβολές, που ορίζονται ως πάνω από 3 ή 4 αυτόματες αποβολές. Μολυσματικές ή χρόνιες ασθένειες της μητέρας, καρδιακές και ενδοκρινολογικές παθήσεις, η μεγάλη ηλικία της μητέρας, ο υψηλός βαθμός πολυτοκίας, το κάπνισμα ή άλλες χρόνιες δηλητηριάσεις προδιαθέτουν σε αυτόματη άμβλωση.
Με τη χρήση του υπέρηχου είναι δυνατός ο διαχωρισμός μεταξύ απειλούμενης άμβλωσης, όταν η γυναίκα έχει κολπική αιμορραγία αλλά το έμβρυο είναι ζωντανό, και αναπόφευκτης άμβλωσης, όπου ο τράχηλος της μήτρας έχει αρχίσει να ανοίγει. Στην ατελή άμβλωση μέρος του εμβρύου ή του πλακούντα προβάλλει μέσα στον κόλπο, ενώ στην τέλεια άμβλωση υπάρχει πλήρης αποβολή του εμβρύου από τη μήτρα διαμέσου του κόλπου. Στην απειλούμενη άμβλωση η κατάκλιση στο κρεβάτι μπορεί να είναι χρήσιμη. Μια αναπόφευκτη ή ατελής άμβλωση θα απαιτήσει την εκκένωση της μήτρας, ενώ η πλήρης άμβλωση δε θα χρειαστεί καθόλου θεραπεία.
Η εκκένωση της μήτρας γίνεται με χορήγηση γενικής αναισθησίας, ήπια διαστολή του τραχήλου της μήτρας και αφαίρεση των εναπομεινάντων προϊόντων της εγκυμοσύνης.
Μητρικοί παράγοντες παίζουν ρόλο σε όψιμες αμβλώσεις. Αυτοί είναι ανεπάρκεια του τραχήλου, δομικές ανωμαλίες και φλεγμονές της μήτρας.
Ο υπέρηχος είναι σημαντικός στον καθορισμό της κατάστασης της ενδομήτριας ζωής του εμβρύου. Εάν υπάρχουν συσπάσεις της μήτρας, μπορεί να κατασταλούν με φάρμακα.
Στην περίπτωση τραχηλικής ανεπάρκειας, μπορεί να γίνει συρραφή του τραχηλικού στομίου με ένα ειδικό ράμμα, κάτω από γενική αναισθησία, το οποίο αφαιρείται την 38η εβδομάδα της εγκυμοσύνης.
Θεραπευτική έκτρωση: Πριν γίνει αυτή, δύο γιατροί πρέπει να αποφασίσουν ότι η συνέχιση της εγκυμοσύνης ενέχει κινδύνους μεγαλύτερους από το να διακοπεί η εγκυμοσύνη, ή ότι υπάρχει κίνδυνος βλάβης στη σωματική και διανοητική υγεία της μητέρας ή του εμβρύου.
Δεν υπάρχει χρονικό όριο στη θεραπευτική άμβλωση, όταν γίνεται για να σωθεί η ζωή της γυναίκας, όταν υπάρχει ουσιαστικός κίνδυνος σοβαρής εμβρυϊκής αναπηρίας ή πιθανότητα μόνιμης βλάβης στην υγεία της μητέρας.
Η θνησιμότητα είναι μικρότερη από 1 στις 100.000 γυναίκες γι’ αυτό και η άμβλωση γίνεται από έμπειρους ιατρούς πριν από τη 12η εβδομάδα της κύησης. Δε συνοδεύεται με πτώση της γονιμότητας, ούτε με αυξημένη αναλογία αυτόματων αμβλώσεων ή πρόωρων τοκετών σε επόμενες εγκυμοσύνες.
Μέθοδος άμβλωσης: Αυτή γίνεται κάτω από γενική ή τοπική αναισθησία, διαστολή του τραχήλου και εκκένωση της μήτρας πρώτα με το αναρροφητικό ξύστρο και μετά με ολοκλήρωση και έλεγχο με το οξύ μεταλλικό ξύστρο.
Αμετρωπία. Πάθηση του οφθαλμού, κατά την οποία παρατηρείται αδυναμία συγκέντρωσης των ακτίνων του φωτός (εστίασης) πάνω στον αμφιβληστροειδή χιτώνα, με αποτέλεσμα την ελάττωση της οπτικής οξύτητας. Αυτό οφείλεται σε ανατομικές ανωμαλίες του ματιού και εκδηλώνεται ειδικότερα ως μυωπία, αστιγματισμός και υπερμετρωπία.
Αμιάντωση. Η βλάβη που παθαίνει το αναπνευστικό σύστημα ύστερα από συνεχείς εισπνοές αμιάντου σε λεπτό διαμερισμό, ο οποίος σκεπάζει την επιφάνεια των πνευμόνων.
Η φλεγμονή που προκαλείται στους πνεύμονες χαρακτηρίζεται από δυσκολία στην αναπνοή και συχνά και από εμέτους. Είναι επαγγελματική ασθένεια, η οποία προσβάλλει συνήθως τους εργαζομένους στους τόπους παραγωγής ή κατεργασίας αμιάντου. Όταν η προσβολή συνεχισθεί, η απλή φλεγμονή είναι δυνατό να καταλήξει σε φυματίωση ή καρκίνο του πνεύμονα. Ο ασθενής πρέπει να απομακρυνθεί από τον τόπο της εργασίας του και να υποβληθεί σε κατάλληλη θεραπεία.
Αμμόλουτρο ή αμμοθεραπεία. Τρόπος θεραπείας νοσημάτων του περιφερειακού νευρικού συστήματος, αρθρίτιδων και φλεγμονωδών παθήσεων των γεννητικών οργάνων των γυναικών, με την κάλυψη ολόκληρου του σώματος ή μέρους αυτού με ζεστή άμμο. Η θεραπεία στηρίζεται στο ευεργετικό αποτέλεσμα της θερμότητας στις παραπάνω παθήσεις. Ακόμη, η επαφή της άμμου με το δέρμα προκαλεί κάποιον ερεθισμό των απολήξεων των νεύρων στο δέρμα, με ευνοϊκά αποτελέσματα.
Αμμώνιος ο Λιθοτόμος (τέλη 1ου αι. π.Χ.-αρχές 1ου αι. μ.Χ.). Διάσημος χειρούργος της Αλεξάνδρειας. Ονομάστηκε λιθοτόμος, γιατί εφάρμοζε τη μέθοδο του σπασίματος των λίθων της κύστης, όταν η εξαγωγή τους ήταν αδύνατη, χωρίς κίνδυνο για τα τοιχώματά της. Πληροφορίες για τον Αμμώνιο δίνουν ο Κέλσος (1ος αι.), ο οποίος τον μνημονεύει στην ιατρική εγκυκλοπαίδεια που έγραψε, και ο Βυζαντινός γιατρός Αέτιος.
Αμνιακό υγρό. Το καθαρό υγρό που περιέχεται μέσα στο αμνίο και περιβάλλει το έμβρυο μέσα στη μήτρα προστατεύοντάς το από την εξωτερική πίεση.
Το υγρό, κυρίως νερό, παράγεται από το αμνίο και η φυσιολογική του κυκλοφορία γίνεται με την κατάποσή του από το έμβρυο και την αποβολή του από τα νεφρά του εμβρύου, πάλι μέσα στην αμνιακή κοιλότητα (ή στον αμνιακό σάκο). Κατά την 35η εβδομάδα της κύησης υπάρχει περίπου ένα λίτρο αμνιακού υγρού, αλλά αυτό μειώνεται στο μισό, περίπου, στο τέλος της εγκυμοσύνης. Ο αμνιακός σάκος που σπάζει, φυσιολογικά, κατά τη διάρκεια του τοκετού παροχετεύει το αμνιακό υγρό προς τα έξω (είναι τα λεγόμενα «υγρά» του τοκετού).
Η εξέταση του αμνιακού υγρού της εγκύου μετά την αμνιοκέντηση μπορεί να δώσει πληροφορίες για την κατάσταση του εμβρύου ή να διαγνώσει παθολογικές καταστάσεις.
Αμνιοκέντηση. Η λήψη δείγματος αμνιακού υγρού από έγκυο γυναίκα για να εξακριβωθεί η κατάσταση του εμβρύου. Μια κοίλη βελόνα εισάγεται στην έγκυο από την κοιλιά και το τοίχωμα της μήτρας και το υγρό αναρροφάται. Χημικές και μικροσκοπικές εξετάσεις των κυττάρων που πέφτουν από το δέρμα του εμβρύου στο υγρό χρησιμοποιούνται για να ανιχνευθούν το σύνδρομο Down ή άλλες σοβαρές βιοχημικές και χρωμοσωμικές ανωμαλίες.
Αμνιοσκόπηση ή αμνιοσκοπία. Η εισαγωγή οπτικής συσκευής (αμνιοσκόπιο) διαμέσου των κοιλιακών τοιχωμάτων στην εγκύμονα μήτρα, για να εξεταστεί το εσωτερικό του αμνιακού σάκου. Το αναπτυσσόμενο έμβρυο μπορεί να θεαθεί άμεσα και να ελεγχθεί η κατάστασή του και το φύλο του, χωρίς να διαταραχθεί η εγκυμοσύνη. Ο αμνιακός σάκος μπορεί, επίσης, να ελεγχθεί διαμέσου του τραχήλου της μήτρας με τη χρησιμοποίηση ενός οργάνου που λέγεται εμβρυοσκόπιο.
Αμοιβάδωση. Παρασίτωση του εντερικού σωλήνα, η οποία κάτω από ορισμένες συνθήκες μετατρέπεται σε σοβαρή μολυσματική ασθένεια. Η αμοιβάδωση οφείλεται στο πρωτόζωο ιστολυτική αμοιβάδα, το οποίο μπαίνει και παραμένει στο έντερο δημιουργώντας δυνατούς κοιλιακούς πόνους και διάρροια, η οποία συνοδεύεται από έκκριση αίματος. Από κλινική άποψη διακρίνουμε την αμοιβάδωση σε οξεία και σε χρόνια. Περισσότερο επικίνδυνη είναι η περίπτωση κατά την οποία το πρωτόζωο κάνει μετάσταση σε διάφορα όργανα του σώματος, ακολουθώντας την πορεία του αίματος ή της λέμφου, και δημιουργεί ιδιόμορφα αποστήματα.
Αμπικιλίνη. Η πρώτη ημισυνθετική πενικιλίνη. Από άποψη φαρμακευτική υπερέχει σε σχέση με την πενικιλίνη γιατί έχει ευρύτερο φάσμα δράσης και δεν επηρεάζεται από τις γαστρικές εκκρίσεις. Όμως οι σταφυλόκοκκοι παρουσιάζουν ανθεκτικότητα απέναντί της καθώς το ένζυμο πενικιλινάση που παράγουν την καταστρέφει. Χρησιμοποιείται ως αντιβιοτικό για την καταπολέμηση λοιμώξεων που οφείλονται σε ευαίσθητα σ’ αυτή βακτηρίδια. Παρουσιάζει καλή απορρόφηση στο γαστρεντερικό σύστημα και οι πρωτεΐνες του ορού του αίματος δεσμεύουν περίπου το 20% της αμπικιλίνης. Μερικές από τις παρενέργειες στη χρήση της είναι η πρόκληση αλλεργικών αντιδράσεων και η διάρροια.
Αμυγδαλές. Δύο αμυγδαλοειδούς σχήματος και μεγέθους αδένες, που βρίσκονται σε κάθε πλευρά των στενών παρισθμίων, εκεί όπου ενώνεται η στοματική κοιλότητα με το φάρυγγα. Η δομή τους μοιάζει με αυτή των λεμφαδένων και αποτελούνται από μια ανύψωση της βλεννώδους μεμβράνης, παρουσιάζοντας 12-15 στόμια, τα οποία οδηγούν σε μικρά θυλάκια. Το μεμβρανώδες κάλυμμα σχηματίζεται από την κανονική βλεννώδη μεμβράνη του στόματος, η οποία καλύπτει τα θυλάκια. Η κύρια ουσία των αδένων αποτελείται από χαλαρό συνδετικό ιστό, ο οποίος περιέχει λεμφικά σωμάτια στα πλέγματά του και σε πολλά μέρη του συμπυκνώνεται σε πυκνά οζίδια ή θυλάκια. Οι αμυγδαλές παίζουν σημαντικότατο ρόλο ως αμυντικός μηχανισμός του σώματος εναντίον των λοιμώξεων.
Αμυγδαλίτιδα. Η φλεγμονή των αμυγδαλών. Στην οξεία μορφή της αμυγδαλίτιδας η λοίμωξη δεν περιορίζεται ποτέ ολοκληρωτικά στις αμυγδαλές. Υπάρχει πάντα και προσβολή του περιβάλλοντος φάρυγγα. Σε πολλές περιπτώσεις κυνάγχης οι αμυγδαλές εμπλέκονται στη γενικευμένη φλεγμονή του φάρυγγα.Η οξεία αμυγδαλίτιδα προκαλείται από το β-αιμολυτικό στρεπτόκοκκο, συνηθέστερα τους χειμερινούς μήνες. Επειδή η πάθηση αυτή ήταν η αιτία για ρευματικό πυρετό, σπειραματονεφρίτιδα και βαλβιδικές παθήσεις της καρδιάς, η πρώιμη διάγνωση και θεραπεία έκανε αυτές τις παθήσεις σπάνιες στις αναπτυγμένες χώρες. Περιστασιακά είναι το προέχον σύμπτωμα της διφθερίτιδας, μιας σπάνιας πάθησης σήμερα, λόγω του εμβολιασμού. Η οξεία αμυγδαλίτιδα μπορεί να συνοδεύεται από αδενικό πυρετό ή λοιμώδη μονοπυρήνωση. Η τελευταία, που οφείλεται στον ιό Epstein-Barr, είναι ήπια μολυσματική και συχνά μεταδίδεται με άμεση στοματική επαφή (η πάθηση του φιλιού).
Η έναρξη της οξείας αμυγδαλίτιδας είναι συνήθως ξαφνική με πόνο στην κατάποση, πυρετό και αδιαθεσία. Στην εξέταση οι αμυγδαλές είναι διογκωμένες και καλυμμένες με ένα λευκώδες επίχρισμα, αποτελούμενο από πυώδη έκκριση. Αυτό μπορεί να συμβαίνει σε διάφορες περιοχές πάνω από τις αμυγδαλικές κρύπτες (κρυπτική αμυγδαλίτιδα) ή μπορεί να είναι πιο εκτεταμένο. Οι αδένες κάτω από τη σιαγόνα είναι διογκωμένοι και ευαίσθητοι και μπορεί να υπάρχει επίσης πόνος στο αφτί της προσβαλλόμενης πλευράς, ο οποίος πόνος, ειδικά στα παιδιά, είναι ένδειξη διάδοσης της λοίμωξης μέσω της ευσταχιανής σάλπιγγας και στο μέσο αφτί (μέση ωτίτιδα).
Οι οξείες αμυγδαλίτιδες που δε θεραπεύτηκαν καλά, καθώς και οι συχνές προσβολές, σε συνδυασμό με χρόνιο ερεθισμό των αμυγδαλών και του φάρυγγα, καταλήγουν συνήθως στη χρόνια αμυγδαλίτιδα. Συχνή κατάληξη της οξείας αμυγδαλίτιδας είναι, επίσης, και η δημιουργία αποστήματος γύρω από την προσβληθείσα αμυγδαλή (περιαμυγδαλικό απόστημα).
Αμφεταμίνες. Ομάδα φαρμάκων που σχετίζονται με την αδρεναλίνη και δρουν διεγείροντας το συμπαθητικό νευρικό σύστημα. Όταν λαμβάνονται από το στόμα, έχουν βαθιά διεγερτική δράση στον εγκέφαλο, προκαλώντας μια αίσθηση αυτοπεποίθησης. Φαίνεται ότι αυξάνουν την ικανότητα για πνευματική εργασία, είναι όμως φάρμακα που προκαλούν εξάρτηση και η ιατρική τους χρήση έχει αυστηρά περιοριστεί.
Αμφιβληστροειδής. Φωτοευαίσθητος νευρικός χιτώνας του ματιού που καλύπτει εσωτερικά το χοριοειδή χιτώνα και φέρει τα κωνία και τα ραβδία, που είναι οι νευρικοί υποδοχείς της όρασης. Καταλαμβάνει τα 2/3 του τοιχώματος του βολβού, από την κόρη και πίσω. Προς τα έξω επαλείφεται από το μελαγχρωματικό επιθήλιο, δηλαδή κύτταρα που έχουν μαύρη χρωστική. Προς τα μέσα βρίσκεται ο κυρίως αμφιβληστροειδής. Αν σχηματίσουμε ένα νοητό άξονα που να αρχίζει από το κέντρο του κερατοειδούς χιτώνα, να περνά από το κέντρο της κόρης και να διασχίζει εγκάρσια το μάτι, καταλήγει αυτός στο κέντρο της πίσω επιφάνειας του βολβού (οπτικός άξονας). Εκεί βρίσκεται η ωχρή κηλίδα, μια περιοχή που περιέχει περισσότερα κωνία γι’ αυτό έχει μεγάλη οπτική οξύτητα (βλ. και λ. μάτι). Το κεντρικό σημείο της ωχρής κηλίδας (κεντρικό βοθρίο) έχει μόνο κωνία. Πιο κάτω βρίσκεται η οπτική θηλή που είναι το σημείο απ’ όπου ξεκινάει το οπτικό νεύρο. Σ’ αυτό δεν υπάρχουν κωνία και ραβδία γι’ αυτό λέγεται τυφλό σημείο του ματιού. Τα κωνία είναι περισσότερο ευαίσθητα στο έντονο φως και στα χρώματα, ενώ τα ραβδία στο αμυδρό φως. Ραβδία υπάρχουν περισσότερα στην περιφέρεια του αμφιβληστροειδή.
Διαταραχές του αμφιβληστροειδή. Ο αμφιβληστροειδής χιτώνας του ματιού μπορεί να υποστεί βλάβη από ασθένειες που προσβάλλουν μόνον αυτόν ή από παθήσεις που προσβάλλουν όλο το σώμα. Η αμφιβληστροειδοπάθεια είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να σημειώσει μια ανωμαλία του αμφιβληστροειδή, χωρίς όμως να εξειδικεύει μια αιτία. Μερικές διαταραχές του αμφιβληστροειδή περιγράφονται παρακάτω:
Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Αμφιβληστροειδική πάθηση συμβαίνει σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια μπορεί να υποδιαιρεθεί σε διάφορους τύπους. Οι δύο κύριες αιτίες τύφλωσης είναι αυτές που ακολουθούν τη δημιουργία νεόπλαστων αγγείων από τον αμφιβληστροειδή με επακόλουθο επιπλοκές, καθώς και αυτές που ακολουθούν οίδημα της ωχρής κηλίδας. Η θεραπεία είναι η διατήρηση αυστηρού ελέγχου του σακχάρου του αίματος, συνδυασμένου με θεραπεία με λέιζερ για ορισμένες μορφές της νόσου, ειδικά για να απομακρυνθούν τα νεόπλαστα αγγεία από τον αμφιβληστροειδή.
Υπερτασική αμφιβληστροειδοπάθεια. Είναι η πάθηση του αμφιβληστροειδή που αναπτύσσεται δευτεροπαθώς από μη ελεγχόμενη αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Η θεραπεία είναι αυστηρός έλεγχος της αρτηριακής υπέρτασης.
Δρεπανοκυτταρική αμφιβληστροειδοπάθεια. Άτομα που πάσχουν από δρεπανοκυτταρική αναιμία δημιουργούν αμφιβληστροειδοπάθεια του τύπου της ανάπτυξης νεόπλαστων αγγείων στον αμφιβληστροειδή.
Οπισθοφακική ινοπλασία. Μια διαταραχή που προσβάλλει πρόωρα νεογέννητα χαμηλού βάρους που εκτίθενται σε υψηλές πιέσεις οξυγόνου. Ουσιαστικά, δημιουργούνται νεόπλαστα αγγεία που προκαλούν εκτεταμένη έλξη του αμφιβληστροειδή, με αποτέλεσμα αποκόλληση του αμφιβληστροειδή και φτωχή όραση.
Απόφραξη της αρτηρίας και της φλέβας του αμφιβληστροειδή. Αυτή καταλήγει σε βλάβη εκείνων των περιοχών του αμφιβληστροειδή που τροφοδοτούνται από την κεντρική αρτηρία του. Τα αγγεία είναι αποφραγμένα. Εάν προσβληθεί ο περιφερειακός αμφιβληστροειδής, ο ασθενής μπορεί να είναι ελεύθερος συμπτωμάτων, αν και περιοχές τύφλωσης μπορεί να ανιχνευθούν στην εξέταση των οπτικών πεδίων. Εάν έχει προσβληθεί η ωχρή κηλίδα, η απώλεια της όρασης μπορεί να είναι ξαφνική, βαθιά και μόνιμη. Έτσι, δεν υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία μόλις συμβεί απώλεια της όρασης.
Γεροντική εκφύλιση της ωχρής κηλίδας. Είναι η κυρίαρχη αιτία τύφλωσης των ηλικιωμένων στις δυτικές κοινωνίες. Ο μέσος όρος ηλικίας είναι 65 ετών. Οι ασθενείς αρχικά σημειώνουν μια διαταραχή της όρασής τους, η οποία προοδευτικά αυξάνεται με τους μήνες ή τα χρόνια. Χάνουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν λεπτομέρειες, π.χ. δεν μπορούν να διαβάσουν μικρά γράμματα, δεν μπορούν να δουν ή να αναγνωρίσουν τα πρόσωπα των ανθρώπων. Διατηρούν όμως πάντοτε την ικανότητα να αναγνωρίζουν μεγάλα αντικείμενα.
Αμφιβληστροειδίτιδα μελαχρωματική. Είναι μια ομάδα από σπάνιες κληρονομικές παθήσεις που χαρακτηρίζονται από ανάπτυξη νυχτερινής τύφλωσης και όρασης όπως σε τούνελ (σήραγγα). Τα συμπτώματα ξεκινούν από την παιδική ηλικία και προοδευτικά επιτείνονται. Πολλοί ασθενείς διατηρούν καλή οπτική οξύτητα, αν και η περιφερική τους όραση είναι περιορισμένη. Ένα από τα χαρακτηριστικά ευρήματα στην εξέταση είναι η συλλογή χρωστικών στον αμφιβληστροειδή που έχουν χαρακτηριστικό σχήμα και είναι γνωστές «οστέινες παρασχίδες». Δεν υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία.
Αποκόλληση του αμφιβληστροειδή. Συμβαίνει λόγω ανάπτυξης μιας οπής στον αμφιβληστροειδή. Οπές μπορεί να συμβούν λόγω εκφύλισης αμφιβληστροειδή, λόγω έλξης του από το υαλώδες σώμα ή λόγω κάκωσής του. Υγρό από το υαλώδες σώμα διέρχεται διαμέσου της οπής προκαλώντας μια σχισμή μέσα στον αμφιβληστροειδή. Το εσωτερικό μέρος του αμφιβληστροειδή αποκολλάται από το εξωτερικό μέρος, που παραμένει σε επαφή με το χοριοειδή χιτώνα. Ο αποκολλημένος αμφιβληστροειδής χάνει την ικανότητά του να ανιχνεύσει φως, με αποτέλεσμα βλάβη στην όραση. Οι αποκολλήσεις του αμφιβληστροειδή συμβαίνουν συχνότερα στους ηλικιωμένους, έπειτα από εγχείρηση καταρράκτη ή στους ασθενείς με μυωπία. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν κηλίδες μπροστά από τα μάτια, φωταψίες και σκιές γύρω από τα μάτια, με προοδευτική απώλεια της όρασης.


Αναβίωση. Το ξαναζωντάνεμα, η επιστροφή στη ζωή. Συχνά παρατηρείται αυτό το φαινόμενο στους κατώτερους οργανισμούς, ιδίως στα βακτήρια. Αυτά, όταν οι εξωτερικές συνθήκες στο περιβάλλον δεν είναι ευνοϊκές, σχηματίζουν ανθεκτικές μορφές, τα σπόρια. Διώχνουν το νερό τους, σχηματίζουν γύρω τους ένα προστατευτικό περίβλημα και σταματούν όλες τις λειτουργίες της ζωής τους. Σ' αυτή την κατάσταση νάρκης μπορούν να μείνουν για αρκετό χρονικό διάστημα, ως και χιλιάδες χρόνια, μέχρις ότου οι συνθήκες του περιβάλλοντος ξαναγίνουν ευνοϊκές. Τότε αποβάλλουν το περίβλημά τους και αρχίζουν πάλι να ζουν κανονικά όπως πριν. Αυτή η επιστροφή στην κανονική ζωή είναι η αναβίωση και είναι γνωστή με τον όρο «βλάστηση» των σπορίων.
Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε σπάνιες περιπτώσεις και στον άνθρωπο. Τυχαίνει δηλαδή, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, να υποστούν αναστολή οι λειτουργίες του σώματος, η καρδιά χτυπάει πολύ αργά και ασθενικά, τόσο που δεν ακούγεται, ώστε φαίνεται ότι ο άνθρωπος πέθανε. Κατά τη διάρκεια της κηδείας όμως, ή και αργότερα, μετά την ταφή, οι λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού ξαναβρίσκουν το ρυθμό τους, οπότε μιλάμε για «νεκροφάνεια». Για το λόγο αυτό διατηρείται ο νεκρός 24 ώρες πριν ταφεί, χρονικό διάστημα που επιβάλλει και η σχετική νομοθεσία για να επιτραπεί η ταφή. Το ίδιο έθιμο συναντάται και στους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι διατηρούσαν το νεκρό τρεις ημέρες πριν την καύση του.
Αναβολέας. Ένα από τα τρία οστάρια του αφτιού (βλ. λ. αφτί). Ονομάζεται έτσι γιατί μοιάζει με τον κρίκο σε σχήμα πετάλου που πατάει ο αναβάτης για να ιππεύσει στο άλογο. Ο αναβολέας είναι το τρίτο στη σειρά οστάριο του μεσαίου αφτιού, μετά τη σφύρα και τον άκμονα. Η σειρά σύνδεσης είναι: τυμπανικός υμένας-σφύρα-άκμονας-αναβολέας-ωοειδής θυρίδα, έτσι ώστε τα ηχητικά κύματα να μεταδίδονται από τον τυμπανικό υμένα στην ωοειδή θυρίδα που βρίσκεται στην είσοδο του εσωτερικού αφτιού (λαβυρίνθου).
Η σκλήρυνση του συνδέσμου που υπάρχει ανάμεσα στον αναβολέα και στην ωοειδή θυρίδα αποτελεί γνωστή πάθηση, την ωτοσκλήρυνση, η οποία προκαλεί σταδιακή μείωση της ακοής, επειδή δε μεταδίδονται κανονικά οι παλμικές δονήσεις στο εσωτερικό αφτί.
Αναζωογόνηση. Μέθοδος με την οποία ένα άτομο, που μπορεί να θεωρηθεί ότι έπαψε να ζει, επανέρχεται στη ζωή, με κατάλληλες ενέργειες ή μέσα που εφαρμόζονται στο αναπνευστικό σύστημα, στο κυκλοφορικό και στα ανώτερα τμήματα του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Στο αναπνευστικό σύστημα χρησιμοποιείται η τεχνητή αναπνοή, με χορήγηση οξυγόνου, για να διεγερθεί το αναπνευστικό κέντρο του προμήκη, ώστε αυτό να ελέγχει και πάλι τις αναπνευστικές κινήσεις. Αν έχει φραχτεί η αναπνευστική οδός από ξένα σώματα, αυτά απομακρύνονται με αναρροφητική συσκευή ή ειδικά εργαλεία.
Στο κυκλοφορικό σύστημα γίνεται μετάγγιση αίματος με πίεση προς την κατεύθυνση της καρδιάς από την ωλένια ή βραχιόνια αρτηρία, με σκοπό να ανανεωθεί η θρέψη της καρδιάς και να ξαναρχίσει αντανακλαστικά η λειτουργία της. Στη συγκοπή γίνεται μασάζ στην περιοχή της καρδιάς ή ένεση φαρμάκων (αδρεναλίνη) μέσα στην καρδιά, για να αρχίσει πάλι να λειτουργεί μόνη της.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναζωογόνηση του οργανισμού μπορεί να επιτευχθεί μόνο κατά το στάδιο του κλινικού θανάτου, που αρχίζει μόλις διακόπτεται η καρδιακή λειτουργία και η αναπνοή, και διαρκεί περίπου 6 λεπτά. Μετά το στάδιο του κλινικού θανάτου, οπότε ακολουθεί ο βιολογικός θάνατος, η αναζωογόνηση είναι αδύνατη
Αναιμία. Κατάσταση του ανθρώπινου οργανισμού που χαρακτηρίζεται από μικρό αριθμό ερυθρών αιμοσφαιρίων ή και αιμοσφαιρίνης στο αίμα. Θεωρείται ότι υπάρχει εάν η αιμοσφαιρίνη είναι κάτω από 13 g στα 100 ml αίματος στους άνδρες και κάτω από 12 g στα 100 ml αίματος στις ενήλικες μη εγκύους γυναίκες. Καμιά απλή ταξινόμηση των αναιμιών δεν μπορεί να είναι ακριβής, αλλά ο συνηθέστερος τρόπος ταξινόμησης των αναιμιών είναι ο εξής: 1. Μικροκυτταρική υπόχρωμη αναιμία. 2. Μεγαλοβλαστική υπέρχρωμη αναιμία. 3. Απλαστική αναιμία. 4. Αιμολυτική αναιμία.
Περίπου 10% των γυναικών έχουν αναιμία στην ηλικία των 15 ετών, πάνω από 30% στην ηλικία μεταξύ 30-40 ετών, περίπου 20% στα 50 και περίπου 30% στα 70. Στους άνδρες η συχνότητα είναι κάτω από 5% μέχρι τα 50 έτη και μετά ανεβαίνει στο 20% στην ηλικία των 70 ετών. 90% όλων των περιπτώσεων είναι μικροκυτταρικές αναιμίες, 7% μακροκυτταρικές και 3% αιμολυτικές ή απλαστικές.
1. Μικροκυτταρική υπόχρωμη αναιμία. Αυτή είναι γνωστή και ως «δευτεροπαθής αναιμία» και παίρνει το όνομά της από τη χαρακτηριστική αλλαγή των αιμοσφαιρίων του αίματος. Προκαλείται από:
Α. Απώλεια αίματος: α) Ως αποτέλεσμα τραύματος. β) Κατά την έμμηνο ρύση. γ) Κατά τον τοκετό. δ) Από το γαστρεντερικό σύστημα (αιμορροΐδες, δωδεκαδακτυλικό ή πεπτικό έλκος κτλ.). ε) Από παθήσεις του αίματος (πορφυρία και αιμοφιλία), οι οποίες χαρακτηρίζονται από αιμορραγίες.
Β. Ελαττωματικό σχηματισμό αίματος: α) Ως αποτέλεσμα λοιμώξεων. Ο υπεύθυνος μικροοργανισμός παραβλάπτει τα όργανα που σχηματίζουν αίμα, όπως παραβλάπτει και πολλά άλλα όργανα στη λειτουργία τους. β) Από τοξίνες (χρόνια σπειραματονεφρίτιδα και ουραιμία). γ) Από φάρμακα. Η ασπιρίνη και τα μη-στερινοειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (Μ.Σ.Α.Φ.) μπορεί να προκαλούν κρυφή αιμορραγία από το γαστρεντερικό σύστημα.
Γ. Ελλιπή λήψη σιδήρου: Η καθημερινή δόση σιδήρου που πρέπει να λαμβάνει ένας φυσιολογικός άνθρωπος είναι 12 mg και 15-20 mg οι γυναίκες κατά τη διάρκεια της κύησης. Αυτές οι απαιτήσεις καλύπτονται από την καθημερινή διατροφή, έτσι που από μόνη της είναι σπάνια περίπτωση να συμβεί. Αν όμως υπάρχει μεγάλη απώλεια αίματος από αιμορροΐδες ή από έμμηνο ρύση, τότε η λήψη σιδήρου από την κανονική καθημερινή διατροφή μπορεί να μην είναι αρκετή και τότε αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ελαττωμένη παραγωγή αιμοσφαιρίνης λόγω έλλειψης σιδήρου.
Δ. Ακατάλληλη απορρόφηση του σιδήρου: Αυτό μπορεί να συμβαίνει σε καταστάσεις δυσαπορρόφησης του εντέρου.
Σε πολλές περιπτώσεις η αναιμία οφείλεται στο συνδυασμό δύο ή τριών από τις παραπάνω αιτίες.
Τα συμπτώματα της μικροκυτταρικής υπόχρωμης αναιμίας εξαρτώνται από το εάν η αναιμία είναι αιφνίδιας έναρξης, όπως η σοβαρή αιμορραγία, ή αν είναι προοδευτική. Σε κάθε περίπτωση το δέρμα είναι ωχρό, ειδικά σε περιπτώσεις σοβαρής αναιμίας. Όταν η έναρξη είναι αιφνίδια, ο ασθενής παραπονείται για αδυναμία και ίλιγγο και χάνει τις αισθήσεις του, αν προσπαθήσει να σηκωθεί όρθιος. Η αναπνοή είναι γρήγορη και επιπόλαιη, ο σφυγμός είναι ταχύς και η αρτηριακή πίεση είναι χαμηλή. Σε μερικές περιπτώσεις, ειδικά στις γυναίκες, παρουσιάζεται το σύνδρομο Plummer-Vinson. Τα συμπτώματά του είναι βραχνάδα και γλωσσίτιδα. Μπορεί να υπάρχει ήπια διόγκωση του σπλήνα και μια μικρή ελάττωση της οξύτητας του γαστρικού υγρού.
Στο αίμα η χαρακτηριστική αλλαγή είναι η ελάττωση της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη. Εάν το αίμα εξεταστεί κάτω από το μικροσκόπιο, τα ερυθρά αιμοσφαίρια φαίνονται ωχρά και μικρά και γι' αυτό ονομάζονται μικροκύτταρα.
2. Μεγαλοβλαστική υπέρχρωμη αναιμία. Υπάρχουν πολλές μορφές αυτής της αναιμίας, αλλά η πλέον ενδιαφέρουσα είναι η κακοήθης αναιμία. Η αιτία της πάθησης είναι η έλλειψη του ενδογενή παράγοντα. Για το σχηματισμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι απαραίτητη μια ουσία γνωστή ως εξωγενής παράγοντας. Η αποτελεσματική απορρόφηση του εξωγενή παράγοντα εξαρτάται από την παρουσία του ενδογενή παράγοντα, ο οποίος παράγεται φυσιολογικά από το βλεννογόνο του τελικού τμήματος του στομάχου. Αυτό που οδηγεί στην κακοήθη αναιμία είναι η αδυναμία του στομάχου να παράγει ενδογενή παράγοντα. Σε ένα φυσιολογικό άτομο με κατάλληλη ποσότητα ενδογενούς παράγοντα, περίπου 70% του εξωγενούς παράγοντα (που είναι η βιταμίνη Β12, παρούσα στο κρέας, ήπαρ και άλλες τροφές) απορροφούνται από το σώμα. Σε ασθενείς με κακοήθη αναιμία μόνο το 2% απορροφάται.
Είναι μια ασθένεια της μέσης ηλικίας, που συμβαίνει σπάνια πριν από τα 40 έτη, και προσβάλλει το ίδιο άνδρες και γυναίκες. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερα εμφανείς ενδείξεις στην αρχή και συνήθως η αναιμία αυτή αναπτύσσεται σε μεγάλο βαθμό, πριν ο ασθενής καταφύγει σε γιατρό. Επιπρόσθετα, στα γενικά συμπτώματα που εμφανίζονται στη μικροκυτταρική αναιμία, στην κακοήθη αναιμία η γλώσσα του ασθενή φαίνεται λεπτότερη, πιο λεία και ερυθρόχρωμη από ό,τι φυσιολογικά. Υπάρχει συχνά πόνος και ραγάδες στις γωνίες του στόματος, μια κατάσταση γνωστή ως γωνιακή χειλίτιδα. Μπορεί να υπάρχει διόγκωση του σπλήνα. Υπάρχει επίσης πλήρης απουσία υδροχλωρικού οξέος στο στομάχι, ακόμα και μετά από ένεση ισταμίνης.
Μια από τις πιο σοβαρές επιπλοκές της κακοήθους αναιμίας είναι μια πάθηση με το όνομα υποξεία συνδυασμένη εκφύλιση του νωτιαίου μυελού.
Τα ερυθρά αιμοσφαίρια είναι μεγαλύτερα από τα φυσιολογικά, δηλαδή μακροκύτταρα, και εμφανίζονται πιο ερυθρά από ό,τι φυσιολογικά. Ποικίλλουν σε σχήμα (ποικιλοκυττάρωση) και σε μέγεθος (ανισοκυττάρωση). Περιστασιακά μπορεί να βρεθούν μερικά αρχέγονα κύτταρα της ερυθράς σειράς (νορμοβλάστες). Τα λευκά αιμοσφαίρια είναι χαμηλά σε αριθμό, δηλαδή υπάρχει λευκοπενία.
3. Απλαστική αναιμία. Είναι μια πάθηση στην οποία τα ερυθρά αιμοσφαίρια ελαττώνονται σε μεγάλο βαθμό και ο μυελός των οστών δε δημιουργεί νέα. Ονομάζεται και υποπλαστική αναιμία, καθώς ο βαθμός της βλάβης της λειτουργίας του μυελού των οστών σπάνια είναι πλήρης. Η αιτία σε πολλές περιπτώσεις είναι άγνωστη, αλλά στις μισές, περίπου, περιπτώσεις η αναιμία οφείλεται σε τοξικές ουσίες, όπως το βενζόλιο ή ορισμένα φάρμακα ή η ιονίζουσα ακτινοβολία. Ο ασθενής είναι πολύ ωχρός, με μια τάση να αιμορραγεί κάτω από το δέρμα και τους βλεννογόνους, και η θερμοκρασία του είναι μερικές φορές ανυψωμένη. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια ελαττώνονται σταθερά σε αριθμό.
4. Αιμολυτική αναιμία. Πάθηση που εμφανίζεται λόγω εκτεταμένης αιμόλυσης των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Η αιμόλυση μπορεί να οφείλεται σε μεγάλη ευθραυστότητα των ερυθρών και η κατάσταση αυτή είναι γνωστή ως συγγενής αιμολυτική αναιμία.
Κληρονομικές αναιμίες: Μειωμένος αριθμός αιμοσφαιρίων εμφανίζεται και στην ομόζυγη β-μεσογειακή αναιμία ή νόσο του Cooley, ενώ ελαττωματική μορφή παρουσιάζουν τα αιμοσφαίρια στη δρεπανοκυτταρική αναιμία. Πρόκειται για κληρονομικές παθήσεις που εμφανίζουν μεγάλη συχνότητα στις Μεσογειακές χώρες.
α) Μεσογειακή αναιμία ή θαλασσαιμία. Ο οργανισμός παράγει μικρή ποσότητα ή δεν παράγει καθόλου μια από τις δύο αλυσίδες α’ ή β’ της αιμοσφαιρίνης Α. Πιο συχνά συναντάται στην Ελλάδα η β-μεσογειακή αναιμία στην ετερόζυγη ή ομόζυγη μορφή της και αφορά τη σύνθεση της β’ αλυσίδας.
Στην ετερόζυγη β-μεσογειακή αναιμία τα άτομα λέγονται φορείς της νόσου και είναι άτομα υγιή, δεν παρουσιάζουν συμπτώματα της νόσου, μπορεί όμως να κληροδοτήσουν στα παιδιά τους το ελαττωματικό υπολειπόμενο γονίδιο, που δεν παράγει καθόλου τη β’ αλυσίδα, και η νόσος να εμφανιστεί στα παιδιά, αν και ο άλλος γονέας είναι επίσης φορέας ή πάσχει από τη νόσο. Οι φορείς αναγνωρίζονται με εξέταση αίματος.
Στην ομόζυγη β-μεσογειακή αναιμία ή νόσο του Cooley το άτομο φέρει δύο φορές το ελαττωματικό υπολειπόμενο γονίδιο και η νόσος εκδηλώνεται με ωχρότητα, ελαφρό ίκτερο, αδυνατισμένα άκρα και ισχνότητα, διόγκωση των σπλάγχνων και αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου στη βαριά της μορφή. Αντιμετωπίζεται με ιατρική παρακολούθηση και μεταγγίσεις αίματος ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου.
β) Δρεπανοκυτταρική αναιμία. Απαντάται λιγότερο συχνά, αλλά η ομόζυγη μορφή της παρουσιάζει βαρύτερα συμπτώματα. Εδώ παράγεται η αιμοσφαιρίνη S σε κανονικές ποσότητες αλλά σε ελαττωματική μορφή, με αποτέλεσμα τα ερυθρά αιμοσφαίρια να έχουν ελαττωματικό σχήμα (δρεπανοειδές) και μπορούν να αποφράξουν μικρά αγγεία. Τότε παρουσιάζονται δυνατοί πόνοι στις αρθρώσεις ή σε άλλα μέρη του σώματος (κρίσεις δρεπάνωσης και σοβαροί κίνδυνοι για τον άρρωστο).
γ) Μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία. Είναι πιο σπάνια αλλά επίσης σοβαρή. Το άτομο φέρει και τα δύο ελαττωματικά γονίδια, αυτό της β-μεσογειακής και αυτό της δρεπανοκυτταρικής, τα οποία έχει κληρονομήσει από τους γονείς του, που είναι φορείς αντίστοιχα των νόσων αυτών.
Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι ένα στα 12 άτομα είναι φορέας της μεσογειακής αναιμίας (μέσο ποσοστό 8%), ενώ σε ορισμένες περιοχές, όπως στη Θεσσαλία, στην περιοχή του Πύργου, της Μυτιλήνης και της Κέρκυρας, το ποσοστό των φορέων ανέρχεται στο 15%. Για τη δρεπανοκυτταρική αναιμία το γενικό ποσοστό των φορέων είναι 1-2%, ενώ στη Χαλκιδική, στην Άρτα, τη Βοιωτία, τον Πύργο κ.α. είναι πολύ μεγαλύτερο.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι για όλα τα ζευγάρια του πληθυσμού απαιτείται προγεννητικός έλεγχος και ιατρική συμβουλή για την πρόληψη των νόσων αυτών.
Αναισθησία. Η απώλεια των αισθήσεων. Μπορεί να οφείλεται σε κάποια πάθηση, αλλά συνήθως ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια αναστρέψιμη διαδικασία, κατά την οποία γίνεται απώλεια των αισθήσεων του πόνου και μυοχαλάρωση από ειδικό ιατρό, για να επιτρέψει επώδυνες διαδικασίες, όπως μια χειρουργική επέμβαση, χωρίς ο ασθενής να αισθάνεται πόνο και δυσφορία. Ο ειδικός ιατρός, ο αναισθησιολόγος, θα εκτιμήσει την ικανότητα του ασθενούς να λάβει αναισθησία, θα διαλέξει και θα εφαρμόσει τον κατάλληλο τύπο αναισθησίας, ενώ θα παρακολουθεί και θα φροντίζει για την καλή κατάσταση της υγείας του ασθενούς και, μετά την ανάνηψή του από το χειρουργείο, θα ελέγχει τη μετεγχειρητική κατάσταση του ασθενούς. Η αναισθησία χωρίζεται σε γενική και τοπική.
Γενική αναισθησία: Στη γενική αναισθησία δίνεται στους ασθενείς ένας συνδυασμός φαρμάκων που τους διατηρεί αναστρέψιμα αναίσθητους κατά τη διάρκεια μιας επώδυνης διαδικασίας. Ένα «ισορροπημένο» φάρμακο θα δώσει στον ασθενή αναισθησία, αναλγησία και μυοχαλάρωση. Καλύτερο αποτέλεσμα, όμως, επιτυγχάνεται όταν δίνεται ξεχωριστό φάρμακο για κάθε ενέργεια που επιδιώκεται. Δηλαδή άλλο φάρμακο για την αναισθησία, άλλο για την αναλγησία και άλλο για τη μυοχαλάρωση.
Τοπική αναισθησία: Δίνεται με τοπικά αναισθητικά, τα οποία είναι φάρμακα που αναστέλλουν τις νευρικές ώσεις, αναστρέψιμα. Έτσι αναστέλλεται η κινητική και αισθητηριακή λειτουργία της περιοχής που νευρώνει ένα νεύρο το οποίο αναστέλλεται από τοπικό αναισθητικό. Η τοπική αναισθησία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συμπλήρωμα της γενικής αναισθησίας, ως μόνη μέθοδος εάν υπάρχουν ιατρικές συνθήκες που καθιστούν ανέφικτη τη γενική αναισθησία ή για να ανακουφίσουν το χρόνιο ή οξύ πόνο.
Οι προσπάθειες για την ανακούφιση του πόνου, ειδικά στις χειρουργικές επεμβάσεις, άρχισαν να τελεσφορούν από το 1842, οπότε οι Λογκ, Ουέλς και Μόρτον πέτυχαν να αναστείλουν τη λειτουργία των αισθήσεων, ενώ το 1846 ο Ουόρεν, με τη χρησιμοποίηση για πρώτη φορά του αιθέρα ως αναισθητικού, πρόσφερε τη λύση στο πρόβλημα της αναισθησίας. Η χρήση του αιθέρα γενικεύτηκε, αλλά έδωσε τη θέση της στο χλωροφόρμιο (1847), που όπως αποδείχτηκε αργότερα είχε μεγάλη τοξικότητα και προκαλούσε θανατηφόρες επιπλοκές. Το οξυγόνο ως προσθήκη στα πτητικά αναισθητικά χρησιμοποιήθηκε αργότερα. Από το 1883 χρησιμοποιήθηκε η προεγχειρητική φαρμακευτική αγωγή με προαναισθητικά φάρμακα, τα οποία έφερναν γαλήνη και υπνηλία, ενώ ταυτόχρονα προστάτευαν τον ασθενή από τη δράση των νευρικών ανακλαστικών.
Η εισαγωγή του κουράριου, που ήταν γνωστό δηλητήριο στους Ινδιάνους της Αμερικής, ως αναισθητικού το 1942 από τους Γκρίφιθ και Τζόνσον, σε συνδυασμό με τη μέθοδο της κλειστής ενδοτραχειακής νάρκωσης επέτρεψε την πλήρη μυϊκή χαλάρωση χωρίς βαριά νάρκωση. Ο βασικός συνδυασμός που χρησιμοποιήθηκε ήταν κουράριο-πεντοθάλη-οξυγόνο, με διάρκεια νάρκωσης μέχρι 90 λεπτά. Η δόση μπορούσε να επαναληφτεί για τη συνέχιση της νάρκωσης ανάλογα με τις χειρουργικές απαιτήσεις. Νεότεροι τύποι νάρκωσης είναι η τεχνητή υποθερμία, η ηλεκτρονάρκωση και η τεχνητή χειμερίαση.
Αιμαγγείωμα. Τοπική αλλοίωση του δέρματος και του υποδόριου ιστού, σπάνια και του κεντρικού νευρικού συστήματος ή άλλων οργάνων που προέρχεται από την υπερπλασία αιμοφόρων αγγείων ή λεμφαγγείων και η οποία είναι συγγενής ή εμφανίζεται σύντομα μετά τη γέννηση, σε διάφορα μεγέθη.
Αίμαρθρο. Συλλογή αίματος μέσα σε μια άρθρωση. Μπορεί να συμβεί ως αποτέλεσμα ενός τραύματος (για παράδειγμα, κάταγμα της επιγονατίδας μπορεί να οδηγήσει σε αιμορραγία μέσα στην άρθρωση) ή, πιο συχνά, έπειτα από μικρότερο τραύμα ή ακόμη αυτόματα, σε περιπτώσεις αιμοφιλίας ή άλλων διαταραχών πήξης του αίματος. Εάν επαναληφθεί αρκετές φορές, μπορεί να οδηγήσει σε ίνωση του επιθηλίου της άρθρωσης και φλεγμονή του χόνδρου, προκαλώντας αξιοσημείωτη δυσκαμψία και παραμόρφωση.
Αιματέμεση. Αποβολή αίματος με έμετο. Το αίμα που έρχεται από το στομάχι είναι γενικά μαύρου χρώματος, γιατί συχνά παραμένει για πολύ χρόνο εκεί, όπου υφίσταται αιμόλυση και σχηματίζει μερικά κοκκία σαν τους κόκκους του καφέ. Η αιματέμεση είναι ένα από τα κύρια συμπτώματα αιμορραγίας του πεπτικού έλκους, αλλά μπορεί να συμβεί και στη γαστρίτιδα, ειδικά όταν αυτή οφείλεται στη δράση δηλητηρίων ή αλκοόλης και στον καρκίνο του στομάχου.
Αιματοκήλη. Κοιλότητα που περιέχει αίμα. Γενικά είναι αποτέλεσμα μιας κάκωσης, στην οποία σπάζουν τα αιμοφόρα αγγεία και το αίμα διαχέεται μέσα σε μία από τις φυσικές κοιλότητες του σώματος ή κατά μήκος του χαλαρού συνδετικού ιστού, παράγοντας έτσι μια αιματοκήλη.
Αιματοκρίτης. Χαρακτηριστικό μέγεθος που αντιστοιχεί στον όγκο που καταλαμβάνουν τα ερυθρά αιμοσφαίρια σε 100 κυβικά εκατοστόμετρα αίματος. Στους υγιείς άντρες η τιμή του αιματοκρίτη είναι 47% ή απλά 47 και στις γυναίκες 42% ή απλά 42. Οι πληροφορίες που παίρνονται από τη γνώση της τιμής του αιματοκρίτη είναι σημαντικές, με την προϋπόθεση ότι τα ερυθρά αιμοσφαίρια έχουν κανονικό όγκο.
Για να υπολογιστεί ο αιματοκρίτης, γίνεται αιμοληψία από κάποια φλέβα του ατόμου και, αφού υποστεί το αίμα την επίδραση αντιπηκτικού υγρού σε ειδικό σωλήνα, φυγοκεντρείται σε ειδική συσκευή για ορισμένο χρόνο. Στη συσκευή με τη φυγοκέντρηση διακρίνονται δύο μέρη: ένα κόκκινο στο κάτω τμήμα, το οποίο αποτελείται από ερυθρά αιμοσφαίρια που κατακάθισαν, και ένα κιτρινωπό στο πάνω τμήμα, που αποτελείται από το πλάσμα. Η αναλογία του όγκου των ερυθρών αιμοσφαιρίων στη συνολική ποσότητα του αίματος του δοχείου δίνει την τιμή του αιματοκρίτη (βλ. και λ. αίμα).
Αίματος, ανάλυση. Ο έλεγχος της κατάστασης του αίματος και των έμμορφων συστατικών του, ο οποίος γίνεται με ειδικές αιματολογικές και μικροβιολογικές εξετάσεις.
Η ανάλυση του αίματος χρησιμεύει για να εξακριβωθεί εάν υπάρχουν παράσιτα ή μικρόβια στο αίμα, εάν τα συστατικά του αίματος και οι ουσίες, οι οποίες κυκλοφορούν μέσα σ’ αυτό, βρίσκονται σε φυσιολογικά επίπεδα. Διακρίνουμε:
Γενική ανάλυση του αίματος: Περιλαμβάνει ορισμένες αιματολογικές εξετάσεις, με τις οποίες ελέγχονται τα έμμορφα συστατικά του αίματος, δηλαδή τα αιμοσφαίρια. Έτσι πληροφορούμαστε για τον αριθμό, το μέγεθος και το σχήμα των αιμοσφαιρίων, για το ποσό της αιμοσφαιρίνης των ερυθρών αιμοσφαιρίων, για τον αιματοκρίτη κτλ. Με τον τρόπο αυτό οι γιατροί βγάζουν πολύτιμα συμπεράσματα για τη διάγνωση ενός μεγάλου αριθμού παθήσεων. Π.χ. στις διάφορες λοιμώξεις παρατηρείται αύξηση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων, στις αιμορραγικές διαθέσεις ελάττωση του αριθμού των αιμοπεταλίων, στην αναιμία εμφανίζεται η αιμοσφαιρίνη του αίματος ελαττωμένη κτλ. Με τη γενική ανάλυση του αίματος υποβοηθείται η διάγνωση ορισμένων παθήσεων, όπως των αναιμιών, της λευχαιμίας, των αιμορραγικών διαθέσεων, διάφορων λοιμώξεων κ.ά.
Ειδικές αναλύσεις του αίματος: Περιλαμβάνουν ειδικότερες εξετάσεις, με τις οποίες διαπιστώνεται η ύπαρξη μικροβίων ή παρασίτων στο αίμα (σύφιλη, ελονοσία, λεϊσμανίαση, σηψαιμία κτλ.), επίσης διάφορων ενζύμων, ορισμένων παραγόντων (παράγοντας ρευματικού πυρετού, παράγοντας ερυθηματώδους λύκου κτλ.) και αντισωμάτων. Ακόμη, προσδιορίζεται το ποσό διάφορων ουσιών που κυκλοφορούν φυσιολογικά στο αίμα, όπως το κάλιο, το νάτριο, το ασβέστιο, το σάκχαρο, η ουρία, η χολερυθρίνη κ.ά., και ελέγχονται οι διαταραχές του μεταβολισμού, όπως είναι ο σακχαρώδης διαβήτης, η νεφρική ανεπάρκεια, η επινεφριδική ανεπάρκεια κτλ. Επίσης, ελέγχεται η ταχύτητα καθίζησης των ερυθρών αιμοσφαιρίων, ο χρόνος ροής του αίματος, ο χρόνος της πήξης του κ.ά. Τέλος, υπάρχουν ορισμένες ορολογικές και ανοσοβιολογικές εξετάσεις του αίματος αρκετά πολύπλοκες και μεγάλης σπουδαιότητας, οι οποίες ενδιαφέρουν ιδιαίτερα την ανοσοβιολογία.
Αίματος, πίεση. Η δύναμη που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αρτηριών και των φλεβών, όταν περνά μέσα από αυτές.
Αρτηριακή πίεση: Έχει επικρατήσει σήμερα, όταν μιλούμε για πίεση του αίματος, να εννοούμε την αρτηριακή. Αυτή μετριέται με ειδική συσκευή, το «σφυγμομανόμετρο», δηλαδή το «πιεσόμετρο» που χρησιμοποιούν οι γιατροί. Η αρτηριακή πίεση μετριέται στο βραχίονα του αρρώστου και ο γιατρός με ειδικό χειρισμό μετρά την πίεση, που εκφράζεται σε mm Hg (μιλιμέτρ υδραργύρου). Στους ενήλικες φυσιολογικά η αρτηριακή πίεση δεν είναι πάντα η ίδια, αλλά διαφέρει από άτομο σε άτομο. Πάντως για ηλικίες 20-40 ετών δεν πρέπει να είναι πάνω από 140 mm Hg ούτε κάτω από 90 (14 με 9, όπως συνήθως λέγεται). Η μόνιμη αύξηση της αρτηριακής πίεσης πάνω από τα φυσιολογικά όρια λέγεται αρτηριακή υπέρταση ενώ η πτώση της λέγεται υπόταση. Υπερτασικό άτομο θεωρείται αυτό που έχει πάνω από 150 mmHg μέγιστη πίεση και πάνω από 90 mmHg ελάχιστη. Υποτασικό θεωρείται το άτομο που έχει αρτηριακή πίεση μέγιστη κάτω από 10 mmHg.
Πολλοί άνθρωποι, που έχουν υπέρταση ή υπόταση δεν έχουν ενοχλήσεις. Οι ενοχλήσεις είναι ίδιες περίπου, δηλαδή ζαλάδες, πονοκέφαλοι, λιποθυμία, εύκολη κούραση, ωχρότητα ή κοκκίνισμα του δέρματος κτλ., και σημαίνουν ότι η πίεση ανέβηκε ή κατέβηκε περισσότερο από το κανονικό. Αρρώστιες που ανεβάζουν την πίεση είναι η αρτηριοσκλήρωση, βλάβη της αορτής, των νεφρών, των επινεφριδίων, της υπόφυσης του θυρεοειδούς κ.ά. Στα 80% των περιπτώσεων είναι άγνωστη η αιτία της αρτηριακής υπέρτασης (ιδιοπαθής). Φαίνεται ότι σημαντικό ρόλο παίζει το ισοζύγιο του νερού και των αλάτων (καλίου, νατρίου). Η αύξηση του νατρίου ανεβάζει την αρτηριακή πίεση. Γι’ αυτό και τα υπερτασικά άτομα πρέπει να περιορίσουν σημαντικά την κατανάλωση αλατιού ενώ αντίθετα βοηθάει η κατανάλωση τροφών πλούσιων σε κάλιο, όπως επίσης η άσκηση και η αποφυγή ψυχικών εντάσεων. Αντίθετα, κατεβάζουν την πίεση η φυματίωση, οι αναιμίες, τα διάφορα σοκ και ορισμένες κακοήθεις αρρώστιες. Τόσο η υψηλή όσο και η χαμηλή πίεση είναι επικίνδυνες καταστάσεις και θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του ανθρώπου.
Φλεβική πίεση: Είναι η πίεση που εξασκεί το αίμα στις φλέβες, καθώς ρέει μέσα τους. Η μέτρησή της είναι πιο δύσκολη και πιο πολύπλοκη από εκείνη της αρτηριακής πίεσης. Γίνεται με καθετηριασμό της καρδιάς ή μιας μεγάλης φλέβας, δηλαδή μπαίνει ένας καθετήρας μέσα στη φλέβα ή, ακόμη, και στην καρδιά. Εκφράζεται και αυτή σε mm Hg, αλλά είναι πολύ μικρότερη από την αρτηριακή. Φυσιολογικά, στο δεξιό κόλπο της καρδιάς είναι γύρω στα 0 mm Hg. Όταν ανεβεί πάνω από 10 mm Hg, λέμε ότι είναι αυξημένη, ενώ κάτω από τα –8 mm Hg ελαττωμένη. Αύξηση της φλεβικής πίεσης δημιουργούν ορισμένες βλάβες της καρδιάς, των νεφρών, του ήπατος, της κυκλοφορίας του αίματος κ.ά., ενώ ελάττωση δημιουργούν τα διάφορα σοκ.
Αιματουρία. Ύπαρξη αίματος στα ούρα. Το αίμα μπορεί να προέρχεται από οποιοδήποτε σημείο της ουροφόρου οδού. Όταν το αίμα προέρχεται από τους νεφρούς ή από την άνω μοίρα της ουροφόρου οδού, είναι συνήθως αναμεμειγμένο με ούρα, στα οποία δίνει καφεοειδή χρώση. Αυτή η κατάσταση είναι συνήθως αποτέλεσμα σπειραματονεφρίτιδας ή μπορεί να είναι παρούσα σε άτομα που πάσχουν από υπέρταση ή πυελίτιδα. Αίμα, επίσης, μπορεί να εμφανιστεί στα ούρα, όταν υπάρχει «πέτρα» στη νεφρική πύελο ή στους ουρητήρες, που προκαλεί συγχρόνως και ερεθισμό, ειδικά μετά από άσκηση. Το αίμα μπορεί επίσης να προέρχεται από την ουροδόχο κύστη, που έχει υποστεί λοίμωξη ή που περιέχει καλοήθεις (θηλώματα) ή κακοήθεις εξεργασίες. Η φλεγμονή ή κάκωση της ουρήθρας μπορεί επίσης να προκαλέσει αιματουρία. Ο ασθενής με αιματουρία πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφτεί ιατρό.
Αιμάτωμα. Συλλογή αίματος σε κάποιο σημείο του σώματος που σχηματίζει μια κάποια διόγκωση.
Αιμάτωση. Η κυκλοφορία του αίματος στους ιστούς του σώματος. Το αίμα φτάνει ως τα ακραία κύτταρα του οργανισμού με τη βοήθεια των αρτηριών, των αρτηριδίων, των αρτηριολίων και των τριχοειδών και επιστρέφει στην καρδιά με το φλεβικό σύστημα.
Η αιμάτωση εξυπηρετεί τον εφοδιασμό των ιστών με οξυγόνο, θρεπτικές ουσίες (βιταμίνες, άλατα, αμινοξέα, λίπη, υδατάνθρακες), ορμόνες, ένζυμα και άλλες ουσίες καθώς και την αποβολή των άχρηστων προϊόντων του μεταβολισμού.
Ουσιαστικό ρόλο για τη σωστή αιμάτωση παίζουν η καλή καρδιακή λειτουργία, η πίεση μέσα στα αιμοφόρα αγγεία και η καλή διαβατότητα των αγγείων. Βλάβη στα παραπάνω έχει ως συνέπεια κακή αιμάτωση, ανοξία των ιστών και τελικά βλάβη των οργάνων του σώματος.
Αιμοδοσία. Η εθελοντική ή με ανταμοιβή προσφορά αίματος για τις ανάγκες μετάγγισης σε ασθενείς που το έχουν ανάγκη.
Το αίμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτούσιο ή, μετά από ειδικές επεξεργασίες (φυγοκέντρηση κ.ά.), να διαχωριστεί στα συστατικά του (ερυθρά, λευκά αιμοσφαίρια, αιμοπετάλια, πλάσμα) που χρησιμοποιούνται χωριστά για θεραπευτικούς σκοπούς. Αυτός που δίνει το αίμα ονομάζεται αιμοδότης ή δότης και αυτός που το παίρνει δέκτης. Δότης μπορεί να γίνει οποιοδήποτε άτομο, μεταξύ 20 και 60 χρονών, αρκεί να μην πάσχει από μολυσματικές αρρώστιες (π.χ. διαβήτη), καρδιοπάθειες, αρρώστιες του αίματος (αναιμίες, λευχαιμίες κτλ.), δερματοπάθειες, να μην έχει προσβληθεί στο παρελθόν από ηπατίτιδα, σύφιλη, φυματίωση, μελιταίο πυρετό και γενικά να είναι σε καλή φυσικά κατάσταση. Η πίεσή του πρέπει να είναι μεταξύ 100 και 160 mm Hg. Η αιμοδοσία μπορεί να γίνεται κάθε 2 μήνες, αλλά συνήθως γίνεται 2-3 φορές το χρόνο.
Όταν δεν υπάρχει καμιά από τις παραπάνω αντενδείξεις, η αιμοδοσία είναι μια διαδικασία εύκολη και τελείως ακίνδυνη. Εκπαιδευμένο προσωπικό σε ειδικά κέντρα (σταθμοί αιμοδοσίας) κάνει την αιμοληψία. Ο υγιής δότης ξαπλώνει ανάσκελα σ’ ένα κρεβάτι και η εκπαιδευμένη νοσηλεύτρια, κάτω από την παρακολούθηση γιατρού, εισάγει στη φλέβα του ενός χεριού του μία ειδική βελόνα, που συνδέεται μέσω σωλήνα με γυάλινο μπουκάλι ή ειδικό μικρό πλαστικό σάκο. Αυτά είναι αποστειρωμένα, κενά από αέρα και περιέχουν αντιπηκτικό (citrate ή ηπαρίνη). Η θετική διαφορά πίεσης που δημιουργείται, με κατεύθυνση από τη φλέβα προς το μπουκάλι, κάνει το αίμα να κυλά εύκολα και να συγκεντρώνεται εκεί.
Το αίμα που λαμβάνεται κάθε φορά δεν ξεπερνά τα 350 κυβικά εκατοστά. Ο οργανισμός πολύ γρήγορα το αναπληρώνει. Η πορτοκαλάδα που συνηθίζεται να προσφέρεται μετά την αιμοδοσία είναι περισσότερο χειρονομία φιλοφρόνησης και έχει σκοπό να απαλείψει πιθανούς ψυχολογικούς φόβους. Η όλη διαδικασία είναι εντελώς ανώδυνη. Μετά την επικόλληση μιας ετικέτας που γράφει την ομάδα του αίματος και τον παράγοντα ρέζους, το αίμα ή χρησιμοποιείται αμέσως (μετάγγιση) ή φυλάγεται σε ψυγεία σε θερμοκρασία 4-6°C για 20-25 μέρες· συνήθως όμως χρησιμοποιείται στις 10 ως 17 πρώτες μέρες.

Αιμοθώρακας. Η συγκέντρωση αίματος μέσα στην κοιλότητα του υπεζωκότα. Παρατηρείται συνήθως σε τραύματα του θώρακα από πυροβόλα ή άλλα όπλα, ως επιπλοκή ορισμένων καταγμάτων των πλευρών, σε φυματίωση, σε διαβρώσεις αγγείων των πνευμόνων από όγκο και σε ρήξη ανευρύσματος της αορτής. Όταν το αίμα είναι λίγο, τότε αυτό απορροφάται αυτόματα, όταν όμως είναι πολύ, πρέπει να απομακρύνεται με παρακέντηση πριν πήξει, γιατί αλλιώς παρεμποδίζεται η λειτουργία των βάσεων των πνευμόνων, εξαιτίας συμφύσεων.
Αιμοκάθαρση. Διαδικασία με την οποία αφαιρείται η περίσσεια υγρών, ηλεκτρολυτών και άχρηστων παραγώγων του μεταβολισμού από το αίμα ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια. Το φίλτρο που συνήθως χρησιμοποιείται αποτελείται από κύλινδρο που περιέχει πολλά μικροσωληνάρια κατασκευασμένα από μεμβράνη, η οποία είναι διαπερατή στο νερό και στα μικρά μόρια (μοριακό βάρος < 12.000). Το αίμα του ασθενούς διέρχεται διαμέσου του κυλίνδρου, όπου νερό και διαλυτές ουσίες διηθούνται διαμέσου της μεμβράνης έξω από το αίμα, πριν αυτό επιστρέψει στον οργανισμό του ασθενή. Καθώς το σύστημα αφαιρεί μεγάλες ποσότητες νερού και ηλεκτρολυτών από το αίμα, αυτά αντικαθίστανται με ενδοφλέβια έγχυση ισότονων υδατικών διαλυμάτων. Ο όγκος που δίνεται πρέπει να μετριέται, για να καθορίζεται κάθε ημέρα το θετικό, αρνητικό ή ουδέτερο ισοζύγιο των υγρών.
Αιμοκαλλιέργεια. Μικροβιολογική εξέταση του αίματος, η οποία χρησιμεύει για να εξακριβωθεί αν τυχόν υπάρχουν μικρόβια στο αίμα και τι είδους είναι.
Η εξέταση αυτή βασίζεται στην ιδιότητα των μικροβίων να πολλαπλασιάζονται ταχύτατα, όταν βρεθούν στο κατάλληλο γι’ αυτά θρεπτικό υλικό. Για το αίμα χρησιμοποιούνται ειδικά θρεπτικά υλικά, όπως είναι το άγαρ, διάφοροι ζωμοί (ζωμός κρέατος) κτλ.
Η μέθοδος είναι η εξής: Μικρή ποσότητα του αίματος που θα εξεταστεί απλώνεται πάνω στη θρεπτική τροφή, μέσα σε ειδικό δοχείο αποστειρωμένο. Στη συνέχεια το δοχείο αυτό τοποθετείται μέσα σε κλίβανο και αφήνεται για λίγες μέρες σε ορισμένη θερμοκρασία. Εάν το αίμα περιέχει μικρόβια, αυτά, επειδή βρίσκονται σε ευνοϊκό περιβάλλον, πολλαπλασιάζονται και σχηματίζουν αποικίες. Με τη μικροσκοπική εξέταση του υλικού, το οποίο περιέχει τις αποικίες των μικροβίων, διαπιστώνεται και το είδος τους. Έτσι, εύκολα ανιχνεύονται τα διάφορα μικρόβια, όπως ο στρεπτόκοκκος, ο σταφυλόκοκκος, ο πνευμονιόκοκκος, η ψευδομονάδα κτλ., και συγχρόνως γίνεται και τεστ ευαισθησίας των μικροβίων αυτών στα διάφορα αντιβιοτικά. Ο συνδυασμός της αιμοκαλλιέργειας και του τεστ ευαισθησίας μπορούμε να πούμε ότι επιβάλλεται, διότι έτσι βρίσκεται και το κατάλληλο αντιβιοτικό, το οποίο θα καταπολεμήσει τα παθογόνα μικρόβια.
Αιμόλυση. Καταστροφή ερυθρών αιμοσφαιρίων, οφειλόμενη σε αιτίες οι οποίες βρίσκονται είτε μέσα στο αίμα είτε εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος. Φυσιολογικά, τα ερυθρά αιμοσφαίρια καταστρέφονται, όταν συμπληρωθεί ο χρόνος ζωής τους, η ποσότητα όμως αυτή αναπληρώνεται με την αιμοποίηση φυσιολογικά.
Κατά την αιμόλυση, ο μυελός των οστών παράγει συνεχώς νέα ερυθρά, ώστε να αντικατασταθούν όσα καταστρέφονται. Εάν το κατορθώσει, η αιμόλυση είναι αντισταθμιζόμενη, εάν όχι, η αιμόλυση χαρακτηρίζεται ως μη αντισταθμιζόμενη. Στην τελευταία περίπτωση έχουμε την αιμολυτική αναιμία. Υπάρχουν πολλά είδη αιμολυτικών αναιμιών, όπως η μεσογειακή αναιμία, η δρεπανοκυτταρική αναιμία, ο συγγενής αιμολυτικός ίκτερος, διάφορες αιμοσφαιρινοπάθειες κτλ. Στο σύνολό τους οι αιμολυτικές αναιμίες αποτελούν βαριές παθήσεις, οι περισσότερες από τις οποίες είναι αθεράπευτες.
Ανάλογα με το μέγεθος της ερυθροκαταστροφής είναι και τα συμπτώματα τα οποία τη συνοδεύουν. Έτσι, σε μεγάλου βαθμού αιμολύσεις εμφανίζονται κρίσεις με ρίγος και υψηλό πυρετό, ίκτερο, αδυναμία κτλ. Αντίθετα, σε μικρού βαθμού αιμολύσεις (χρόνιες και ήπιες αιμολύσεις) τα συμπτώματα είναι πολύ ελαφρότερα και ο ίκτερος ο οποίος τη συνοδεύει κατά κανόνα είναι επίσης ήπιος.
Αμολυτική νόσος των νεογνών.Σοβαρή πάθηση των νεογνών, που χαρακτηρίζεται από αιμολυτική αναιμία και ίκτερο. Μπορεί να συνοδεύεται από οίδημα, και, εάν υπάρχει μεγάλη ποσότητα υγρών στην περικαρδιακή, υπεζωκοτική και περιτοναϊκή κοιλότητα, λέγεται εμβρυϊκός ύδρωπας. Εάν ο ίκτερος εμφανιστεί στις πρώτες 24 ώρες από τον τοκετό, είναι πιθανόν να οφείλεται σε ασυμβατότητα των ομάδων αίματος μητέρας και νεογνού. Η συνηθέστερη αιτία αιμολυτικής αναιμίας των νεογνών είναι η ασυμβατότητα στον παράγοντα Rh (ρέζους).
Αυτό συμβαίνει διότι υπάρχει ευαισθητοποίηση της Rh-αρνητικής μητέρας από το Rh-θετικό έμβρυο της προηγούμενης κύησης, οπότε η μητέρα έχει ήδη Rh-αντισώματα, τα οποία περνούν τον πλακούντα σε μια δεύτερη εγκυμοσύνη ενός Rh-θετικού εμβρύου και αιμολύουν το αίμα του νεογνού μετά τον τοκετό. Αυτό μπορεί να συμβεί και από την πρώτη ήδη κύηση.
Αμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο.Πάθηση των παιδιών, σπάνια των ενηλίκων, με αποτέλεσμα οξεία ολιγουρική νεφρική ανεπάρκεια. Εμπύρετος νόσος του γαστρεντερικού ή αναπνευστικού συστήματος ακολουθείται από ενδαγγειακή πήξη του αίματος, που καταλήγει σε αιμόλυση, αναιμία, θρομβοκυτταροπενία και νεφρική ανεπάρκεια.
Η αναλογία θανάτου είναι 2-10% και η πλειοψηφία των ασθενών επιζεί χωρίς νεφρική ανεπάρκεια. Όσο περισσότερο διαρκεί η ολιγουρία, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος για χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
Αιμόπτυση.Η αποβολή αίματος από το στόμα με βήχα, σε μικρή ή μεγάλη ποσότητα. Οφείλεται σε ρήξη ενός ή περισσότερων αγγείων του αναπνευστικού συστήματος από παθήσεις, όπως: φυματίωση, καρκίνος βρογχικός, πνευμονική στάση από ανεπάρκεια της καρδιάς και βρογχεκτασία. Σπανιότερα προκαλούν αιμόπτυση οι διάφορες λοιμώξεις στον πνεύμονα, η σύφιλη, ο εχινόκοκκος, τα τραύματα, το πνευμονικό έμφρακτο κ.ά.
Σε κάθε αιμόπτυση προηγείται ενόχληση στο λαιμό (τραχεία), ζέστη πίσω από το στέρνο και βήχας, ενώ συγχρόνως αποβάλλεται το αίμα που συνήθως είναι αφρώδες. Υπάρχουν και αιμοπτύσεις απότομες και πολύ μεγάλες, οι κεραυνοβόλες, που προκαλούν θάνατο από σοκ ή ασφυξία. Προκαλούνται από φυματίωση, εξέλκωση ενός κλάδου της πνευμονικής αρτηρίας κ.ά.
Υπάρχει διαφορά από την αιματέμεση, που οφείλεται σε παθήσεις του πεπτικού συστήματος και της οποίας προηγούνται ναυτία και εμετοί. Το χρώμα του αίματος είναι σκούρο ή καφέ και αργότερα τα κόπρανα του αρρώστου είναι μαύρα (ανακατωμένα με αίμα).
Η θεραπεία της αιμόπτυσης επιτυγχάνεται με ακινησία, το κεφάλι ψηλότερα από το σώμα, παγοκύστη στο στήθος, αιμοστατικά φάρμακα και, στην ανάγκη, μετάγγιση αίματος. Πάνω απ’ όλα, όμως, πρέπει να βρεθεί η αιτία, που θα οδηγήσει στην κατάλληλη θεραπεία.
Αιμορραγία.Η διαφυγή αίματος από κάποιο αιμοφόρο αγγείο λόγω τραύματος ή ως αποτέλεσμα μιας διαταραχής πήξης, όπως είναι η αιμοφιλία. Η αιμορραγία μπορεί να είναι εξωτερική, για παράδειγμα σε μια κάκωση του δέρματος, ή εσωτερική (αιματέμεση, αιμόπτυση, αιματουρία) στη θωρακική ή περιτοναϊκή κοιλότητα. Η αιμορραγία μέσα ή γύρω από τον εγκέφαλο, λόγω μιας σοβαρής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης ή στα νεογέννητα μετά από ένα δύσκολο και εργώδη τοκετό, είναι σοβαρή κατάσταση.
Η αιμορραγία ταξινομείται ως: 1) αρτηριακή, ο πλέον σημαντικός τύπος, στον οποίο το αίμα ανοικτού κόκκινου χρώματος ρέει σαν πίδακας (σε σοβαρές περιπτώσεις ο ασθενής μπορεί να πεθάνει μέσα σε λίγα λεπτά)· 2) φλεβική, λιγότερο σοβαρή (εκτός από την περίπτωση ρήξης κιρσοειδών φλεβών) και ευκολότερα ελεγχόμενη, στην οποία το αίμα είναι σκούρο κόκκινο και ρέει σταδιακά από το τραύμα· 3) τριχοειδής, στην οποία το αίμα εξέρχεται αργά από την επιφάνεια του τραύματος και σύντομα σταματάει αυτόματα.
Σοβαρή αιμορραγία προκαλεί καταπληξία (σοκ) και αναιμία και συχνά απαιτείται μετάγγιση αίματος.
Φυσιολογική αναστολή της αιμορραγίας: Όταν μια μικρή αρτηρία κοπεί εγκάρσια, η αιμορραγία σταματάει ως συνέπεια των αλλαγών του τοιχώματος της αρτηρίας από τη μια πλευρά και από την ιδιότητα του αίματος να πήζει από την άλλη. Κάθε αρτηρία περιβάλλεται από ινώδη θήκη και όταν κοπεί το αγγείο έλκεται προς τα μέσα σε κάποια απόσταση μέσα στη θήκη του, ως αποτέλεσμα της βράχυνσης των μυϊκών ινών. Με τον ίδιο τρόπο το κομμένο άκρο συσπάται, έτσι ώστε να σχηματίσει ένα στόμιο μικρότερου μεγέθους από το υπόλοιπο αγγείο. Στο διάστημα μεταξύ του άκρου του αγγείου και της θήκης του σχηματίζεται γρήγορα ένας αιματικός θρόμβος (πήγμα) που κλείνει το ανοιγμένο άκρο του αγγείου. Αυτή η αλυσίδα της διαδικασίας του κλεισίματος ενός αιμοφόρου αγγείου καλείται διαδικασία πήξης.
Τέσσερις κύριες αρχές πρέπει να εφαρμόζονται για τον έλεγχο μιας σοβαρής εξωτερικής αιμορραγίας: 1) άμεση πίεση στο σημείο ή τα σημεία που αιμορραγούν, 2) ανύψωση της τραυματισμένης περιοχής, 3) πίεση της κύριας αρτηρίας που τροφοδοτεί αυτή την περιοχή της αιμορραγίας, 4) εφαρμογή ουσιών γνωστών ως στυπτικά τα οποία συσπούν τα αγγεία ή βοηθούν στην πήξη του αίματος.
Ο έλεγχος της εσωτερικής αιμορραγίας είναι πιο δύσκολος απ’ ό,τι της εξωτερικής. Πρέπει να παρασχεθούν πρώτες βοήθειες, μέχρι να φθάσει επαγγελματική βοήθεια (γιατρός, ασθενοφόρο). Ο ασθενής θα πρέπει να είναι ξαπλωμένος με τα κάτω άκρα του ανυψωμένα. Πρέπει επίσης να καθησυχαστεί και να διατηρηθεί θερμός.
Αιμορροΐδες.Κιρσοειδής και συχνά φλεγμαίνουσα κατάσταση των φλεβών γύρω από το κάτω άκρο (πέρας) του παχέος εντέρου και του πρωκτού, γνωστές ως αιμορροϊδικές φλέβες. Είναι συχνή διαταραχή που προσβάλλει άτομα περίπου του μισού πληθυσμού σε κάποιο διάστημα της ζωής τους, με τους άνδρες να προσβάλλονται πιο συχνά και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Οι φλέβες σ’ αυτή την περιοχή έχουν την τάση να διατείνονται για τρεις βασικούς λόγους: 1) διότι δεν έχουν βαλβίδες, 2) διότι βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο του πυλαίου συστήματος και είναι πιο δύσκολη η ροή του αίματος και 3) διότι η μυϊκή διάταξη, που κρατάει το ορθό κλειστό, παρεμβάλλεται στην κυκλοφορία διαμέσου των αιμορροϊδικών φλεβών. Η απουσία φυτικών ινών από τη δίαιτα είναι πιθανόν η πιο σημαντική αιτία. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι άνθρωποι αφοδεύουν μικρή ποσότητα σκληρών κοπράνων αυξάνοντας έτσι την ενδοκοιλιακή πίεση, η οποία επιβραδύνει την επαναφορά του φλεβικού αίματος και διογκώνει το δίκτυο των φλεβών του πρωκτικού βλεννογόνου. Η κύηση είναι ένας παράγοντας στις γυναίκες που συντελεί στο να εμφανιστούν αιμορροΐδες. Σε μερικούς οι αιμορροΐδες είναι σύμπτωμα πάθησης που βρίσκεται υψηλά στο πυλαίο σύστημα, προκαλώντας παρεμβολή στην ομαλή κυκλοφορία του αίματος των αιμορροϊδικών φλεβών. Οι αιμορροΐδες ταξινομούνται σε πρώτου, δεύτερου και τρίτου βαθμού, εξαρτώμενες από το πόσο προπίπτουν διαμέσου του πρωκτικού σωλήνα, και είναι κοινές σε καρδιακές παθήσεις, ηπατικές παθήσεις (κίρρωση ή συμφόρηση) και σε οποιαδήποτε πάθηση του παχέος εντέρου.
Οι αιμορροΐδες προκαλούν κνησμό, πόνο και συχνά αιμορραγία, που μπορεί να συμβαίνει όταν ο ασθενής αφοδεύει. Οι αιμορροΐδες μπορεί να προπίπτουν μόνιμα ή κατά διαλείποντα τρόπο.
Αιμοφιλία.Κληρονομική διαταραχή της πήξης του αίματος, που καταλήγει σε παρατεταμένη αιμορραγία, ακόμη και μετά από μικρή κάκωση. Ενώ στα μη πάσχοντα άτομα το αίμα πήζει σε 2-8 λεπτά, στα αιμοφιλικά άτομα ο χρόνος πήξης φτάνει τα 30 λεπτά και άνω. Υπάρχει μια ανεπάρκεια του παράγοντα AHG, στη διαδικασία της πήξης, της πολύπλοκης σειράς βιοχημικών γεγονότων που ξεκινούν από βλάβη του τοιχώματος ενός αγγείου στο σχηματισμό ενός αιματικού θρόμβου που ελέγχει (σταματάει) την αιμορραγία. Η αιμοφιλία οφείλεται σε ένα φυλοσύνδετο υπολειπόμενο γονίδιο που βρίσκεται μόνο στο Χ φυλετικό χρωμόσωμα και όχι στο Υ. Έτσι, για να εκδηλωθεί η νόσος στις γυναίκες πρέπει να υπάρχει και στα δύο Χ χρωμοσώματα, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο. Ενώ στους άνδρες αρκεί να υπάρχει στο μοναδικό Χ χρωμόσωμα για να εκδηλωθεί. Έτσι οι μητέρες που είναι φορείς της νόσου κληρονομούν στα αγόρια το υπολειπόμενο γονίδιο, γι’ αυτό και η νόσος εκδηλώνεται πολύ συχνότερα στους άνδρες.
Η σοβαρότητα της πάθησης εξαρτάται από το ποσοστό, συγκριτικά με το φυσιολογικό, του ενεργού παράγοντα AHG (αντιαιμοφιλική σφαιρίνη). Λιγότερο από 1% έχει αυτόματη αιμορραγία στις αρθρώσεις και στους μυς, 1-5% θα αναπτύξει περιστασιακά αυτόματη και σοβαρή αιμορραγία μετά από μικρό τραυματισμό και 5-25% θα παρουσιάσει σοβαρή αιμορραγία μετά από μεγάλο τραυματισμό. Πριν ανακαλυφθεί η θεραπεία, οι σοβαρά πάσχοντες αιμοφιλικοί υπέφεραν από σοβαρό πόνο και παραμόρφωση (από αιμορραγία) των αρθρώσεων και των μυών. Αιμορραγία, επίσης, συνέβαινε μέσα στο έντερο, στους νεφρούς και στον εγκέφαλο και ελάχιστοι επιβίωναν πέραν της εφηβείας.
Σήμερα ο παράγοντας AHG σε μορφή αποξηραμένη μπορεί να συντηρηθεί στα οικιακά ψυγεία. Οι αιμοφιλικοί μπορούν να τον χρησιμοποιήσουν, για να εξαλείψουν μικρότερες αιμορραγίες, ανασκευάζοντάς τον και κάνοντας μ’ αυτόν ενέσεις ενδοφλεβίως. Μεγαλύτερες αιμορραγίες ή προετοιμασία για χειρουργική επέμβαση πρέπει να αντιμετωπίζονται με άνοδο του παράγοντα AHG σε ποσοστό 30-100% με τη χορήγηση κρυοϊζήματος.
Υπάρχουν κι άλλοι τύποι αιμοφιλίας, πιο σπάνιοι, που οφείλονται σε έλλειψη άλλων αιμοπηκτικών παραγόντων, μερικοί από τους οποίους δεν παρουσιάζουν φυλοσύνδετη κληρονομικότητα.
Με τη θεραπεία οι περισσότεροι αιμοφιλικοί ζουν μια φυσιολογική ζωή, αν και είναι φανερό ότι πρέπει να αποφεύγουν επικίνδυνα αθλήματα ή αθλήματα που απαιτούν σωματική επαφή.


Αιμόφιλος.Γενεά βακτηρίων της ετερογενούς ομάδας των Parvobacteria που περιλαμβάνουν μερικά σημαντικά στελέχη παθογόνα για τον άνθρωπο και τα ζώα. Είναι Gram-αρνητικά, ραβδοειδή, αερόβια, χωρίς σπόρια, μη κινητά παρασιτικά βακτήρια. Πιο συχνά βρίσκονται στην αναπνευστική οδό, μπορεί να αποτελούν μέρος της φυσιολογικής μικροβιακής χλωρίδας, αλλά μπορεί επίσης να είναι υπεύθυνα για σοβαρές παθήσεις. Το κύριο παθογόνο είδος αιμόφιλου είναι ο αιμόφιλος της ινφλουέντζας, που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές εξάρσεις χρόνιας βρογχίτιδας, όπως επίσης μηνιγγίτιδας, επιγλωττίτιδας, παραρρινοκολπίτιδας και μέσης ωτίτιδας. Άλλα είδη μπορεί να προκαλέσουν επιπεφυκίτιδα ή μαλακό έλκος.
Τα είδη του αιμόφιλου είναι ευαίσθητα σε ένα ευρύ φάσμα αντιβιοτικών, αν και γενικά είναι ανθεκτικά στην πενικιλίνη.
Ασθητήρια όργανα.Τα πέντε όργανα λειτουργίας των αισθήσεων που αντιστοιχούν στις πέντε εξωτερικές αισθήσεις. Όργανο της όρασης είναι το μάτι, της ακοής το αφτί, της γεύσης οι γευστικές θηλές της γλώσσας, της όσφρησης ο οσφρητικός βλεννογόνος της μύτης και των γενικών αισθήσεων το δέρμα. Μέσα στα αισθητήρια όργανα υπάρχουν ειδικά κύτταρα που αποτελούν το υποδεκτικό όργανο της κάθε αίσθησης και που ερεθίζονται από αντίστοιχα ερεθίσματα. Τα ερεθίσματα αυτά μεταφέρονται μέσω της αισθητικής οδού, δηλαδή από τα αντίστοιχα αισθητικά νεύρα στα αισθητικά κέντρα του εγκεφάλου (όρασης, ακοής κτλ.), όπου και γίνεται η μετατροπή του ερεθίσματος σε ειδική αίσθηση.
Αιμοστατικά.Όλα τα μηχανικά εργαλεία ή φάρμακα, που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο μιας αιμορραγίας.
Αιμοσφαιρινοπάθειες.Κληρονομικές παθήσεις που έχουν σχέση με την ελαττωματική ή μειωμένη παραγωγή μιας από τις δύο αλυσίδες της αιμοσφαιρίνης Α. Κυριότερες αιμοσφαιρινοπάθειες είναι η Μεσογειακή αναιμία ή θαλασσαιμία και η Δρεπανοκυτταρική αναιμία (βλ. λ. αναιμία).
Αιμοσφαιρινουρία. Παρουσία αιμοσφαιρίνης στα ούρα. Οφείλεται σε γρήγορη καταστροφή μεγάλης ποσότητας ερυθρών αιμοσφαιρίων είτε στο αίμα είτε στις ουροφόρους οδούς. Έτσι ο οργανισμός δεν προλαβαίνει να διασπάσει την αιμοσφαιρίνη. Τα ούρα έχουν κόκκινο σκούρο χρώμα, αλλά είναι διαυγή και δεν υπάρχουν σ’ αυτά ερυθρά αιμοσφαίρια, όπως στην περίπτωση της αιματουρίας. Σε μερικούς ανθρώπους η κατάσταση αυτή, γνωστή ως διαλείπουσα αιμοσφαιρινουρία, συμβαίνει ειδικά έπειτα από κάθε έκθεση στο ψύχος. Επίσης, προκαλείται από διάφορες δηλητηριώδεις ουσίες, που λαμβάνονται με την τροφή, ή σε ειδικές λοιμώξεις
Αεροθυλάκια. Μικρές κοιλότητες στον πνεύμονα, που συγκοινωνούν μεταξύ τους και περιέχουν αέρα. Ο ατμοσφαιρικός αέρας από το στόμα περνά στο λάρυγγα, μπαίνει στην τραχεία και από εκεί στους βρόγχους. Οι τελευταίοι διακλαδίζονται –όπως τα κλαδιά ενός δέντρου– σε βρογχίδια που σκορπίζονται μέσα σε κάθε πνεύμονα. Οι μικρότεροι από αυτούς λέγονται «κυψελωτοί πόροι», στα πλάγια των οποίων εμφανίζονται τα αεροθυλάκια που επικοινωνούν μαζί τους και μοιάζουν με ανευρύσματα ή σακουλάκια. Τα αεροθυλάκια έχουν στο τοίχωμά τους τρύπες, με τις οποίες επικοινωνούν με τις κυψελίδες. Τόσο λοιπόν κατά την εισπνοή όσο και κατά την εκπνοή, ο αέρας περνά μέσα από τα αεροθυλάκια.
Στα πουλιά υπάρχουν αεροθυλάκια που ονομάζονται αεροφόροι σάκοι. Είναι μεγαλύτεροι και χρησιμεύουν στο να αυξάνουν τον όγκο του σώματος του πουλιού γεμίζοντας με αέρα και, όταν τα πουλιά πετούν, να αυξάνουν και την άνωση. Βοηθούν ακόμη στην αναπνοή, στη ρύθμιση της θερμοκρασίας του πουλιού κτλ. Συνολικά είναι εννιά και βρίσκονται σκορπισμένοι μέσα στο σώμα των πουλιών.
Αμνησία. Η απώλεια της μνήμης. Τα αίτια της αμνησίας μπορεί να είναι πολλά: ένα ατύχημα που προκαλεί βλάβες στον εγκέφαλο, η γήρανση, ο αλκοολισμός, ένα ισχυρό ψυχολογικό σοκ κ.ά. Η διάρκεια της αμνησίας εξαρτάται τόσο από το αίτιό της, όσο και από την κατάσταση του ίδιου του ατόμου και τη θέλησή του να επανέλθει.
Η αμνησία μπορεί να είναι μερική ή ολική. Μερική είναι η απώλεια μνήμης των γεγονότων μετά το ατύχημα που προκάλεσε την αμνησία. Ολική είναι η πλήρης απώλεια μνήμης των γεγονότων πριν και μετά τη γενεσιουργό αιτία.
Απώλεια μνήμης μπορεί να υπάρξει περιστασιακά σε πολλές περιπτώσεις, αλλά συνήθως είναι μικρής διάρκειας και δε δημιουργεί προβλήματα. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η μέθη, οι επιληπτικές κρίσεις, ένα απλό χτύπημα, το ηλεκτροσόκ, μια έντονη συναισθηματική φόρτιση κτλ.
Η αμνησία αποτελεί αντικείμενο μελέτης τόσο της ιατρικής όσο και της ψυχολογίας.
Ακαμψία. Κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από αδυναμία κάμψης των αρθρώσεων. Η τοπική ή γενική αύξηση του τόνου του μυϊκού συστήματος προκαλεί αλυγισία στους μυς του μέλους ή ολόκληρου του σώματος, οι οποίοι χάνουν την ελαστικότητά τους, δεν αντιδρούν σε ερεθίσματα και γίνονται άκαμπτοι. Έτσι, το μέλος ή ολόκληρο το σώμα αδυνατεί να κινηθεί και παίρνει αναγκαστική θέση. Η ακαμψία εμφανίζεται σε πολλές παθήσεις του νευρικού και του μυϊκού συστήματος και σε γενικές λοιμώξεις, που προσβάλλουν το νευρικό ή το μυϊκό σύστημα. Διακρίνουμε την ακαμψία άρθρωσης, εγκεφαλική, μήτρας, νεκρική (μεταθανάτιο φαινόμενο αλυγισίας, που αρχίζει λίγες ώρες μετά το θάνατο του ατόμου και διαρκεί μέχρι 6 μέρες).
Ακμή εφηβική. Πάθηση των σμηγματογόνων αδένων του δέρματος, που χαρακτηρίζεται από εγκλωβισμό του σμήγματος και τοπική μόλυνση. Οι σμηγματογόνοι αδένες βρίσκονται διασπαρμένοι σε όλο το δέρμα εκτός από τις παλάμες και τα πέλματα. Εκκρίνουν το σμήγμα, έκκριμα που επαλείφει το δέρμα και τις τρίχες. Πολλές φορές η σμηγματόρροια, δηλαδή η υπερπαραγωγή σμήγματος, εγκλωβίζεται λόγω απόφραξης και αναπτύσσεται τοπική μικροβιακή μόλυνση. Τότε έχουμε την εικόνα της ακμής που εντοπίζεται κυρίως στο πρόσωπο ή το σώμα.
Άκμονας. Το μεσαίο από τα τρία οστάρια του μέσου αφτιού των θηλαστικών.
Ακοή. Μία από τις αισθήσεις, με την οποία αντιλαμβανόμαστε τους ήχους. Τα ακουστικά ερεθίσματα (ηχητικά κύματα) παραλαμβάνονται από το αισθητήριο όργανο της ακοής, το αφτί, μεταφέρονται με το κοχλιακό νεύρο στον εγκέφαλο και εκεί σχηματίζονται τα ακουστικά αισθήματα.Τα ηχητικά κύματα συγκεντρώνονται με το πτερύγιο του αφτιού, οδηγούνται στον έξω ακουστικό πόρο και χτυπούν στο τύμπανο. Αυτό, επειδή είναι ελαστικός λεπτότατος υμένας, πάλλεται και μεταφέρει τις δονήσεις με τη σειρά στη «σφύρα», τον «άκμονα» και τον «αναβολέα» (τα τρία οστάρια του μέσου αφτιού). Ο τελευταίος τις μεταδίδει στο λαβύρινθο με την «ωοειδή θυρίδα», όπου βρίσκεται το όργανο του Κορτί, σημαντικό αισθητήριο όργανο της ακοής. Από αυτό αρχίζει το κοχλιακό νεύρο, το οποίο μεταφέρει τα ακουστικά ερεθίσματα στον εγκέφαλο.
Όπως έχει αποδειχτεί, τα τρία μικρά οστά του μέσου αφτιού χρησιμεύουν όχι μόνο για τη μετάδοση των ηχητικών κυμάτων, αλλά και ως ενισχυτές του ήχου, σε συνεργασία με όλο το μέσο αφτί. Επίσης, το όργανο του Κορτί, που βρίσκεται στον κοχλία του λαβύρινθου, αναλύει τον ήχο και τον μετατρέπει σε νευρικό ερέθισμα.
Η λειτουργία της ακοής έχει μεγάλη σημασία για τον άνθρωπο, όπως και για τα ζώα. Χάρη στην ακοή μαθαίνουμε να μιλούμε, διότι, αν δεν ακούσουμε –και μάλιστα καλά– τους διάφορους ήχους, δεν μπορούμε και να τους αποδώσουμε, έστω και αν τα όργανα της ομιλίας είναι υγιή. Τα άτομα που γεννιούνται κουφά μένουν και άλαλα, ονομαζόμενα κωφάλαλα. Στα γερασμένα άτομα η ακοή ελαττώνεται βαθμιαία και έχουμε έτσι τη βαρηκοΐα.
Μιλούμε για κώφωση, όταν πια ο άρρωστος δεν ακούει καθόλου. Εκεί οδηγούν διάφορες βλάβες ή παθήσεις του μέσου ή του έσω αφτιού, του ακουστικού νεύρου, του ακουστικού κέντρου του εγκέφαλου. Ορισμένες βαρηκοΐες βελτιώνονται με τα πολύ γνωστά ακουστικά βαρηκοΐας.
Ακοκκιοκυτταραιμία. Είναι η ελάττωση ή η σχεδόν πλήρης έλλειψη των κοκκωδών λευκών αιμοσφαιρίων (δηλαδή των πολυμορφοπυρήνων) στο αίμα και στο μυελό των οστών. Είναι πολύ σοβαρή πάθηση και οφείλεται σε βαριές σηψαιμίες, κοιλιακό τύφο, διφθερίτιδα, λεϊσμανίαση κ.ά. Επίσης, μπορούν να την προκαλέσουν μερικά φάρμακα για λόγους αλλεργικούς, όπως η πυραμιδόνη, η ουραιθάνη, σουλφοναμίδες, η χλωραμφενικόλη, η μεπροβαμάτη κ.ά. Η πάθηση μπορεί να εισβάλει απότομα (με ρίγος, πυρετό, πονοκέφαλο, εμετούς, πληγές στο στόμα ή τα γεννητικά όργανα κτλ.) ή να είναι χρόνια, με χαμηλό πυρετό, αδυναμία και συχνές λοιμώξεις.
Ακοομετρία. Σειρά ειδικών εξετάσεων, με τις οποίες ελέγχεται η ακουστική ικανότητα του ανθρώπου. Δηλαδή σε περίπτωση που υπάρχει βλάβη, ελέγχεται πού βρίσκεται αυτή, πόσο μεγάλη είναι και ποιους τόνους αφορά. Υπάρχουν τέσσερα είδη ακοομετρίας:
1. Με την ομιλία. Γίνεται σε ήσυχο δωμάτιο όπου δεν μπαίνουν εξωτερικοί θόρυβοι. Ο εξεταστής βρίσκεται πίσω από τον άρρωστο, ψιθυρίζει αριθμούς ή λέξεις και ελέγχει αν ο άρρωστος τις ακούει. Σκόπιμα ο εξεταστής πηγαίνει πίσω ή πλάγια, ώστε να μην μπορεί ο άρρωστος να «διαβάσει» από τις κινήσεις των χειλιών του τις λέξεις. Αν ο άρρωστος δεν ακούει, ο εξεταστής απομακρύνεται από αυτόν 4 μέτρα και του μιλάει με συνηθισμένη φωνή. Αν και τότε δεν ακούει ή δεν ξεχωρίζει τις λέξεις, λέμε ότι έχει βαρηκοΐα. Ο βαθμός της βαρηκοΐας θα καθοριστεί από την απόσταση που θα αρχίσει ο άρρωστος να διακρίνει τις λέξεις, καθώς ο εξεταστής τον πλησιάζει. Ανάλογα από το αν διακρίνει ή όχι τους ψιλούς, τους μέσους ή τους χαμηλούς τόνους λέμε ότι πάσχει από βαρηκοΐα αγωγιμότητας (βλάβη στο έξω ή μεσαίο αφτί, η οποία συνήθως θεραπεύεται) ή αντίληψης (βλάβη στο λαβύρινθο ή το ακουστικό νεύρο, της οποίας η θεραπεία είναι σχεδόν αδύνατη).
2. Με τα διαπασών (τονοδότες). Αυτά είναι μεταλλικά αντικείμενα, συνήθως σε σχήμα Υ, που χρησιμοποιούν κυρίως οι μουσικοί. Ανάλογα με την κατασκευή τους, όταν τα χτυπήσουμε, παράγουν ήχους με μέση ή υψηλή ή χαμηλή συχνότητα. Πλησιάζουμε τα παλλόμενα σκέλη ενός διαπασών μέσης συχνότητας στο αφτί, ύστερα επαναλαμβάνουμε ακουμπώντας τη λαβή στο κόκαλο πίσω από το αφτί και λέμε στον άρρωστο να καθορίσει σε ποια από τις δύο περιπτώσεις άκουσε για πιο πολλή ώρα τον ήχο (δοκιμασία Rinne). Έτσι, ελέγχουμε την ακουστική ικανότητα του αφτιού με τρόπο πιο ασφαλή από την ομιλητική ακοομετρία.
3. Με τους ακοομετρητές (ηλεκτρικά διαπασών). Είναι η πιο ασφαλής μέθοδος και υλοποιείται όπως και με τα απλά διαπασών, δηλαδή με τις ίδιες δοκιμασίες. Πάντως, για να έχουμε καλά αποτελέσματα, πρέπει αυτές οι μέθοδοι να συνδυάζονται και μεταξύ τους και με την κλινική εξέταση του αρρώστου.
4. Όταν ο άρρωστος είναι νήπιο ή δε συνεργάζεται με το γιατρό στη μέτρηση της ακοής του, χρησιμοποιείται αυτόματη μέτρηση με μηχανήματα που καταγράφουν τις αντιδράσεις του αρρώστου σε ερεθίσματα κατά τη διάρκεια νάρκωσης. Αυτή η μέθοδος λέγεται ηλεκτροκοχλιογραφία και απαιτεί ειδικό μηχάνημα.

No comments:

Post a Comment