Friday, June 19, 2009

ΙΑΤΡΙΚΗ ΙΙ

Ακουστικά οστάρια. Τρία μικρά οστά –ο άκμονας, η σφύρα και ο αναβολέας– που βρίσκονται στο μέσο αφτί των θηλαστικών και σχηματίζουν μια γέφυρα ανάμεσα στο τύμπανο (ακουστικό υμένα) και την ωοειδή θυρίδα. Η λειτουργία των οσταρίων είναι να μεταβιβάζουν (και να ενισχύουν) τις δονήσεις του τυμπάνου κατά μήκος του μέσου αφτιού στην ωοειδή θυρίδα, η οποία τις μεταφέρει στο εσωτερικό αφτί. Οι μύες του μέσου αφτιού περιορίζουν την κίνηση των οσταρίων. Αυτή η λειτουργία προστατεύει το αφτί από τραυματισμό που θα μπορούσε να προκληθεί εξαιτίας πολύ δυνατών ήχων.
Ακουστικά φίλτρα. Είναι μηχανικά φίλτρα, που σχηματίζονται από κοιλότητες με κατάλληλες διαστάσεις, ώστε με την εκμετάλλευση των κυματικών ιδιοτήτων του ήχου (συμβολή, ανάκλαση κ.ά.) να έχουμε εξασθένιση ή και ολική εξαφάνιση ορισμένων συχνοτήτων ή ενίσχυση άλλων. Διακρίνονται σε υψιπερατά και βαθυπερατά φίλτρα.
Ακουστικοαναλγησία. Μέθοδος ανακούφισης από τις ωδίνες του τοκετού. Γίνεται με την ακρόαση για την επίτοκο, διαμέσου ακουστικών, ενός συνδυασμού ήπιου ήχου και μουσικής. Η ένταση του ήχου ελέγχεται από την επίτοκο γυναίκα σύμφωνα με την ένταση των ωδινών της.
Η εμπειρία δείχνει ότι η μέθοδος είναι επιτυχής σε γυναίκες που είναι καλά προσαρμοσμένες με τη μουσική και έχουν κάποια γνώση και κατανόηση της διαδικασίας των ωδινών και του τοκετού.
Ακουστικό νευρίνωμα. Αργά αναπτυσσόμενος καλοήθης όγκος του ακουστικού σωλήνα, που εξορμάται από τα κύτταρα του Schwann του ακουστικού κρανιακού νεύρου (ΧΙΙΙ). Το νευρίνωμα, που αποτελεί περίπου το 7% από όλους τους όγκους στο κρανίο, μπορεί να προκαλέσει αιμωδείες (μουδιάσματα) προσώπου, απώλεια ακοής, ασταθή ισορροπία, κεφαλαλγία και εμβοές των αφτιών. Μπορεί να αφαιρεθεί χειρουργικά, μερικές φορές με μικροχειρουργικές τεχνικές που διατηρούν το προσωπικό νεύρο.
Ακράτεια. Η ακούσια απώλεια των ούρων ή των κοπράνων. Εμφανίζεται στο 5% περίπου του πληθυσμού, 8% στις γυναίκες και 3% στους άνδρες. Οι δυο κύριες κατηγορίες της ακράτειας των ούρων είναι η ακράτεια λόγω πίεσης και η ακράτεια λόγω προσπάθειας.
Ακράτεια λόγω πίεσης: Είναι η ακούσια απώλεια των ούρων, αποτέλεσμα δυσλειτουργίας της ουροδόχου κύστης. Αιτία της ακράτειας λόγω πίεσης μπορεί να είναι υπερδραστηριότητα των κινητικών νεύρων της κύστης, που μπορεί να οφείλεται σε προβλήματα του νωτιαίου μυελού, όπως στην κατά πλάκας σκλήρυνση ή ασθένειες όπως ο διαβήτης, ή δευτεροπαθώς σε απόφραξη της ροής των ούρων από την κύστη λόγω προστατικής πάθησης ή από ιδιοπαθείς αιτίες. Η ακράτεια λόγω πίεσης μπορεί ακόμη να είναι το αποτέλεσμα υπερδραστηριότητας των αισθητικών νεύρων που συνοδεύεται από κυστίτιδα, λίθους ή όγκους της ουροδόχου κύστης.
Ακράτεια λόγω προσπάθειας: Αυτή η μορφή είναι ακούσια απώλεια ούρων κατά τη διάρκεια δραστηριοτήτων, όπως ο βήχας, άσκηση ή άρση αντικειμένων κτλ. Οφείλεται σε αδυναμία του ουρηθρικού μυός, ο οποίος «κρατάει» τα ούρα μέσα στην κύστη. Η ακράτεια λόγω προσπάθειας είναι το αποτέλεσμα παχυσαρκίας, πολλών τοκετών στις γυναίκες ή κατάγματος πυέλου ή εγχείρησης στον προστατικό αδένα στους άντρες.
Ακράτεια κοπράνων: Είναι η ανικανότητα για έλεγχο των κινήσεων του παχέος εντέρου, η οποία μπορεί να οφείλεται σε μια τοπική πάθηση ή σε κάκωση ή σε πάθηση του νωτιαίου μυελού ή της νευρικής τροφοδοσίας του ορθού και των πρωκτικών μυών.
Ακρόαση. Μέθοδος κλινικής εξέτασης, κατά την οποία ακούμε τα ηχητικά φαινόμενα, φυσιολογικά ή παθολογικά, που παράγονται στα εσωτερικά όργανα. Με την ακρόαση εξετάζουμε τους πνεύμονες, την καρδιά, τα αγγεία, την κοιλιά και άλλα όργανα. Η ακρόαση διακρίνεται σε άμεση, όταν γίνεται με το αφτί σε απευθείας επαφή του με το σώμα, και σε έμμεση, όταν παρεμβάλλεται ανάμεσα στο αφτί και στο σώμα κάποιο κατάλληλο όργανο, συνήθως το στηθοσκόπιο
Ακροκυάνωση ή ακροασφυξία. Πάθηση των άκρων οφειλόμενη σε διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Κατά την ακροκυάνωση επέρχεται προοδευτική ασφυξία των άκρων, η οποία συνοδεύεται από ελαττωμένη αισθητικότητα τοπικά, υπερέκκριση ιδρώτα και συχνά από τροφικές διαταραχές των άκρων. Σε σπάνιες περιπτώσεις εμφανίζονται και δυνατοί πόνοι στα άκρα. Παρατηρήθηκε ότι κατά το χειμώνα είναι εντονότερη η εικόνα αυτή και συνοδεύεται από κυάνωση και ψυχρότητα των άκρων.
Ακρομεγαλία. Διαταραχή που προκαλεί η αυξημένη έκκριση αυξητικής ορμόνης από ένα αδένωμα του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης. Καταλήγει σε υπερβολική ανάπτυξη του σώματος. Εάν συμβεί στην εφηβεία, πριν τη σύγκλιση των επιφύσεων, το αποτέλεσμα είναι γιγαντισμός.
Εάν συμβεί στην ενήλικη ζωή, η σκελετική υπερανάπτυξη περιορίζεται στα χέρια, πόδια, κρανιακούς κόλπους και στη σιαγόνα. Τα περισσότερα από αυτά τα στοιχεία οφείλονται στην υπερανάπτυξη των χόνδρων της μύτης και του αφτιού και των μαλακών ιστών, που αυξάνουν την πυκνότητα του δέρματος και των χειλέων. Σπλάχνα, όπως ο θυρεοειδής και το ήπαρ, επίσης επηρεάζονται. Η υπερανάπτυξη των μαλακών ιστών γίνεται σταδιακά ώστε ο ασθενής να μην αντιλαμβάνεται την αλλαγή.
Συμπτώματα που συνοδεύουν την ακρομεγαλία είναι πονοκέφαλοι, ίλιγγοι, διαταραχή της όρασης, σπλαχνομεγαλία, κόπωση, θυρεοειδική ή αδρενοκορτικοειδική ανεπάρκεια, συχνά ανικανότητα στους άντρες ή διακοπή της εμμηνορρυσίας στις γυναίκες.
Ακροφοβία. Ο υπερβολικός φόβος που καταλαμβάνει μερικά άτομα, κυρίως νευρωτικά, όταν βρίσκονται σε ψηλά μέρη (π.χ. δέντρα, σκάλες, απόκρημνα βουνά, ταράτσες κτλ.). Οι αντιδράσεις των ατόμων που υποφέρουν από ακροφοβία είναι υστερικές.
Ακροχορδόνα. Μικρή συμπαγής μάζα που εξορμάται από την επιφάνεια του δέρματος. Πολλές ακροχορδόνες οφείλονται στη μόλυνση του δέρματος μέσω του ιού της ομάδας Papova. Είναι μολυσματικές και υπολογίζεται ότι 10% του πληθυσμού υποφέρει από αυτές. Η μόλυνση είναι πιθανότερο να διαδοθεί στα σχολεία μέσω παιχνιδιών που κρατούνται με το χέρι και μεταξύ εφήβων που περπατούν με γυμνά πέλματα στα γυμναστήρια, στα λουτρά, στις πισίνες.
Κοινές ακροχορδόνες: Δημιουργούνται στο δέρμα παιδιών και νέων ανθρώπων στις αρθρώσεις των δαχτύλων, στις ράχες των χεριών και στα γόνατα. Περιστασιακά μερικές ακροχορδόνες εμφανίζονται σε σωρούς. Δομικά, αποτελούνται από ένα δεμάτιο ινών, οι οποίες παράγονται από τις θηλές του πραγματικού δέρματος. Κάθε δεμάτιο περικλείεται από ένα κάλυμμα από κερατινοποιημένα κύτταρα, που καλύπτουν την επιφάνεια της επιδερμίδας, και ολόκληρη η μάζα περιβάλλεται από ένα δακτύλιο πυκνής επιδερμίδας.
Επίπεδες ακροχορδόνες: Έχουν επιπεδωμένη κορυφή και συναντώνται συνηθέστερα στο πρόσωπο και στις ράχες των χεριών.
Πελματιαίες ακροχορδόνες: Συναντώνται στα πέλματα των ποδιών, συχνότερα στα μεγάλα παιδιά και στους εφήβους. Οι επιδημίες δεν είναι ασυνήθιστες στα σχολεία.
Γεροντικές ακροχορδόνες: Είναι συνήθως σκληροί, ρυτιδιασμένοι και ελαφρώς ανυψωμένοι όγκοι του δέρματος, που συναντώνται στους ηλικιωμένους ανθρώπους.
Μαλθακές ακροχορδόνες: Αποτελούνται από μικρά ογκίδια του δέρματος και βρίσκονται ειδικά στον τράχηλο, θώρακα, αφτιά και στα βλέφαρα ανθρώπων, των οποίων το δέρμα έχει εκτεθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κάποιο ερεθισμό. Κεράτινες προεξοχές σχηματίζονται συχνά στο πρόσωπο ή στα χέρια ως αποτέλεσμα της αποξήρανσης του σμηγματογόνου υλικού, το οποίο εξιδρώνεται από το δέρμα που καλύπτει μία ακροχορδόνα και, καθώς οι εκκρίσεις συνεχίζονται, περιστασιακά, αυτές οι προεξοχές φθάνουν σε μήκος μερικών εκατοστόμετρων.
Φυματιώδεις ακροχορδόνες: Δημιουργούνται μερικές φορές ως αποτέλεσμα του τραύματος του δέρματος των χεριών, ειδικά σε αυτούς που έρχονται σε επαφή με ανθρώπους ή ζώα που υποφέρουν από κάποια μορφή φυματίωσης.
Ακρώμιο. Το τμήμα της ωμοπλάτης που σχηματίζει την κορυφή της ωμοπλάτης και δίνει σ’ αυτή την τετράγωνη όψη. Προβάλλει μπροστά από την ωμοπλάτη και μαζί με την κλείδα σχηματίζει ένα προστατευτικό τόξο, οστικό, πάνω από την άρθρωση του ώμου.
Ακρωτηριασμός. Η αποκοπή ενός μέλους ή τμήματος του μέλους από το υπόλοιπο σώμα. Το κάτω άκρο είναι το πιο συχνό σημείο ακρωτηριασμού. Συνήθως γίνεται προγραμματισμένα ως τακτικό χειρουργείο και επιβάλλεται λόγω διάφορων αιτιών. Στους νέους η πιο συνήθης αιτία είναι ένας σοβαρός τραυματισμός εξαιτίας του οποίου η βλάβη του μέλους είναι τόσο εκτεταμένη, ώστε να το καθιστά μη βιώσιμο ή λειτουργικά ανώφελο.
Στους ηλικιωμένους ο ακρωτηριασμός είναι συχνότερος ως αποτέλεσμα αγγειακής ανεπάρκειας που καταλήγει σε γάγγραινα ή αβάσταχτο πόνο.
Ακτινευαισθησία. Η ευαισθησία που παρουσιάζουν οι ζωντανοί ιστοί, όταν επιδράσουν πάνω τους διάφορες ακτινοβολίες. Η ευαισθησία αυτή διαφέρει μεταξύ των διάφορων ιστών, ανάλογα με τη μορφολογία και τη φυσιολογία τους. Ακόμη εξαρτάται από τη δόση, την ένταση και το είδος της ακτινοβολίας.
Η ακτινευαισθησία των κυττάρων εξαρτάται ειδικότερα από τη λειτουργική τους κατάσταση τη στιγμή που γίνεται η ακτινοβολία και αυξάνεται όταν η λειτουργική δραστηριότητα βρίσκεται σε ένταση. Επίσης αυξάνεται σε μεγάλο βαθμό στα κύτταρα που βρίσκονται στο αρχικό στάδιο της διαίρεσής τους και είναι μεγαλύτερη στους ιστούς εκείνους όπου παρουσιάζεται αυξημένη ένταση στις εξεργασίες διαίρεσης. Στο τελευταίο δεδομένο βασίζεται η ακτινοθεραπεία στα κακοήθη νεοπλάσματα.
Ακτινοβόληση. Έκθεση σε οποιαδήποτε μορφή ακτινοβολίας. Συνήθως πρόκειται για έκθεση σε ιονίζουσα ακτινοβολία.
Ακτινοθεραπεία. Η θεραπεία με ράδιο ή με άλλα ραδιενεργά υλικά, συμπεριλαμβανομένων και των ακτίνων Χ. Για μεγάλο χρονικό διάστημα το ράδιο και οι ακτίνες Χ ήταν οι μόνες διαθέσιμες πηγές θεραπευτικής ακτινοβολίας. Η ανάπτυξη των γνώσεών μας για την ατομική ενέργεια άλλαξε την εικόνα ολοκληρωτικά και τώρα έχουμε στη διάθεσή μας ραδιενεργά ισότοπα (βλ. λ. ισότοπο) και μηχανήματα ακτίνων Χ που έχουν ευρέως αντικαταστήσει το ράδιο. Μηχανήματα ακτίνων Χ με υπερβολική τάση (voltage) είναι τώρα διαθέσιμα, ικανά να παράγουν ακτίνες Χ παραγόμενες σε πάνω από 22 εκατομμύρια (ηλεκτρονικά) βολτ (22 MeV). Αυτά τα μηχανήματα περιλαμβάνουν γραμμικούς επιταχυντές που παράγουν ακτίνες Χ στα τέσσερα ή περισσότερα εκατομμύρια (ηλεκτρονικά) βολτ. Το πλεονέκτημα αυτών των μηχανημάτων είναι ότι παράγουν κυρίως ακτίνες, οι οποίες είναι διεισδυτικές και μπορούν έτσι να χρησιμοποιηθούν για να θεραπεύσουν «εν τω βάθει» εγκατεστημένους όγκους.
Σχεδόν ίδιας υψηλής συγκέντρωσης ακτίνες -γ μπορούν τώρα να επιτευχθούν με τη χρήση ορισμένων ραδιενεργών ισοτόπων, ειδικά κοβαλτίου και καισίου. Έτσι, ένα μηχάνημα του τηλεκοβαλτίου είναι σήμερα σε χρήση που περιέχει 2.000 curie ή περισσότερα ραδιενεργού κοβαλτίου (1060), ένα ποσό ισοδύναμο με 3.000 gr ραδίου (ένα ανήκουστο ποσό στις προ του 1939 ημέρες, όταν η κανονική δέσμη ραδίου περιείχε σε μονάδες μόνο 10 gr ραδίου). Αυτό το μηχάνημα όχι μόνο παράγει υψηλής συγκέντρωσης ακτίνες -γ (ισοδύναμες με αυτές από ένα μηχάνημα ακτίνων Χ 3 εκατομμυρίων βολτ), αλλά είναι απόλυτα ασφαλές και για τον ασθενή και για το χειριστή και επιτρέπει στη δέσμη να κατευθυνθεί με ακρίβεια στον όγκο.
Και άλλες μορφές ραδιενέργειας χρησιμοποιούνται τώρα στην ακτινοθεραπεία. Μια από αυτές είναι η θεραπεία με δέσμη ηλεκτρονίων. Η συνήθης πηγή ηλεκτρονίων είναι το βητατρόνιο, που μπορεί να παράγει είτε ηλεκτρόνια είτε ακτίνες Χ σε ενέργειες που κυμαίνονται από 12 έως 42 MeV. Ενώ το αποτέλεσμα της δράσης των ηλεκτρονίων στους ιστούς του σώματος είναι το ίδιο με αυτό των ακτίνων Χ, το μεγάλο τους πρακτικό πλεονέκτημα είναι ότι το αποτέλεσμά τους μπορεί να συγκεντρωθεί στο τμήμα που πρέπει να ακτινοβοληθεί, χωρίς καμία ανεπιθύμητη ενέργεια στους γειτονικούς υγιείς ιστούς. Η άλλη μορφή ραδιενέργειας που χρησιμοποιείται τώρα είναι η θεραπεία με νετρόνια. Τα νετρόνια των 6 MeV ενέργειας παράγονται από ένα κυκλοτρόνιο. Ένα από τα πλεονεκτήματα της θεραπείας με νετρόνια είναι ότι, ακόμη και αν ένα κύτταρο έχει μερικώς προσβληθεί από τα νετρόνια, το κύτταρο αυτό ποτέ δεν ανασκευάζεται, αλλά μοιραία πεθαίνει.
Εντυπωσιακά αποτελέσματα στη θεραπεία ασθενειών έχουν επιτευχθεί με τη χρήση των ακτίνων λέιζερ.
Ακτινολογία. Κλάδος της Ιατρικής, που ασχολείται με τη χρησιμοποίηση ειδικών ακτινοβολιών με σκοπό τη διάγνωση ή και τη θεραπεία διάφορων παθήσεων. Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται κυρίως ακτίνες ραδίου, ειδικά για διάφορους όγκους (καρκίνο κτλ.) σε τοπική εφαρμογή. Αντίθετα, για διαγνωστικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται οι ακτίνες Χ ή Ρέντγκεν. Αυτές είναι, ανάλογα με το μήκος κύματός τους, μαλακές, μέτριες ή σκληρές. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι αυτές οι ακτίνες μοιάζουν με τις ακτίνες του Ήλιου και έχουν την ιδιότητα να περνούν μέσα από διάφορα αντικείμενα, όταν όμως βγαίνουν από αυτά, δεν είναι πλέον οι ίδιες, διότι ένα μέρος τους έχει απορροφηθεί από τα αντικείμενα. Η απορρόφηση των ακτίνων δεν είναι η ίδια για τα διάφορα αντικείμενα, αλλά εξαρτάται από τη σύσταση του αντικειμένου, το πάχος του, το είδος του και το είδος της ακτινοβολίας (δηλαδή το μήκος κύματός της).
Όταν αφήσουμε τις ακτίνες Χ να περάσουν από το σώμα μας, άλλη απορρόφηση θα κάνουν τα κόκαλα, άλλη το ήπαρ ή οι πνεύμονες κτλ. και, αν πίσω από το σώμα υπάρχει ένα φιλμ, τότε επάνω του θα σκιαγραφηθούν αυτές οι ακτίνες, όπως ακριβώς πέρασαν από το σώμα και με τη διαφορετική απορρόφηση που έπαθαν από τα διάφορα όργανά του. Κατόπιν ακολουθούμε τη διαδικασία όπως στις κοινές φωτογραφίες, κάνουμε την εμφάνιση του φιλμ και έχουμε τη γνωστή ακτινογραφία.
Αντίθετα, η ακτινοσκόπηση βασίζεται στην ιδιότητα που έχουν οι ακτίνες Χ, όταν πέφτουν πάνω σε ορισμένες ουσίες, και τις κάνουν να φθορίζουν, δηλαδή τις διεγείρουν και εκπέμπουν ακτινοβολία. Στην ακτινοσκόπηση χρησιμοποιούμε μια πλάκα αλειμμένη με τέτοιες ουσίες (βολφραμικό ασβέστιο, πυριτικό ψευδάργυρο κ.ά.), μόνο που εδώ δεν παίρνουμε μια μόνιμη εικόνα, όπως συμβαίνει με την ακτινογραφία. Απλώς τοποθετούμε τον εξεταζόμενο μπροστά στην ειδική πλάκα και βλέπουμε κατευθείαν ζωντανές τις κινήσεις των διάφορων οργάνων του, ενώ οι ακτίνες Χ που διοχετεύουμε στο σώμα του περνούν συνεχώς. Η μέθοδος αυτή έχει τελειοποιηθεί σήμερα, με αποτέλεσμα να κινηματογραφούνται αυτές οι φωτοσκιάσεις των ουσιών που φθορίζουν και μάλιστα παρατηρούνται και σε οθόνη τηλεόρασης. Το τρωτό της ακτινοσκόπησης είναι ότι περνούν από το σώμα μεγάλες ποσότητες ακτίνων και έχει διαπιστωθεί ότι, αν ο άνθρωπος εκτεθεί για πολύ χρόνο στην επίδρασή τους, ενδέχεται αυτές να προκαλέσουν το σχηματισμό όγκων, και μάλιστα καρκίνου, ή στείρωση. Πρέπει λοιπόν να χρησιμοποιείται η ακτινοσκόπηση για μικρό διάστημα και όπου υπάρχει ανάγκη, όταν δηλαδή θέλουμε να ελέγξουμε την κίνηση διάφορων οργάνων (καρδιά, πνεύμονες κτλ.). Στην ακτινογραφία, αντίθετα, διοχετεύεται ελάχιστη ποσότητα ακτίνων, μόνο που δεν μπορούμε να ελέγξουμε την κίνηση των οργάνων διότι βγάζουμε απλώς μια φωτογραφία τους, την οποία χρησιμοποιούμε για να διαπιστώσουμε αν τα διάφορα όργανα είναι φυσιολογικά ή όχι και μπορούμε να την πάρουμε σε διάφορες θέσεις, δηλαδή κατά μέτωπο, πλάγια, λοξά κτλ.
Ήδη, πολύ συχνά χρησιμοποιείται η τομογραφία σε περίπτωση που θέλουμε να ερευνήσουμε ένα όργανο σε όλο το βάθος. Παίρνουμε λοιπόν ακτινογραφίες σε διάφορα επίπεδα (ή τομές) αρχίζοντας από έξω και προχωρώντας προς το βάθος του οργάνου. Ανάλογα κανονίζουμε το βάθος κάθε τομής, από μισό εκατοστό ως 2,5 εκ. Μ’ αυτό τον τρόπο, μια σκιά, για παράδειγμα, που υπάρχει στην απλή ακτινογραφία ενός πνεύμονα, την πετυχαίνουμε στο βάθος που βρίσκεται και τη βλέπουμε καλύτερα.
Για την έρευνα των αγγείων, αδένων και οργάνων που έχουν κοιλότητες χρησιμοποιούνται ειδικές μέθοδοι, που βασίζονται και αυτές στο φαινόμενο του φθορισμού. Χρησιμοποιούνται ειδικές ουσίες που λέγονται σκιαστικές, όπως το θειικό βάριο, ιωδιούχα λάδια, άλατα βενζοϊκού οξέος κ.ά. Αυτές τις ουσίες τις παίρνουμε από το στόμα ή τις ενίουμε μέσα σε αρτηρίες ή φλέβες ή στον υπαραχνοειδή χώρο της σπονδυλικής στήλης κτλ. και σε διάφορα χρονικά διαστήματα παίρνουμε ακτινογραφίες της περιοχής που θέλουμε. Τέτοιες εξετάσεις είναι η βρογχογραφία (σκιαγράφηση των βρόγχων), η αγγειογραφία (με παρακέντηση αρτηρίας ή φλέβας), η χολοκυστογραφία (σκιαγράφηση της χοληδόχου κύστης), η χολοαγγειογραφία (σκιαγράφηση των χοληφόρων οδών), η γαλακτογραφία (σκιαγράφηση των γαλακτοφόρων πόρων του μαστού), η σαλπιγγογραφία (σκιαγράφηση των σαλπίγγων της γυναίκας), η πυελογραφία και ουρογραφία (για τους νεφρούς, τους ουρητήρες και την κύστη) και πολλές άλλες. Πολλές φορές πάλι χρησιμοποιείται ο αέρας ως αρνητικό σκιαστικό μέσο (ή και το οξυγόνο ή και το διοξείδιο του άνθρακα), διότι έχει την ιδιότητα, όταν τον διοχετεύουμε μέσα στην κοιλιά ή στον εγκέφαλο ή και σε άλλα μέρη που φυσιολογικά δεν έχουν αέρα και πάρουμε ακτινογραφίες, να δίνει καλύτερη απεικόνιση των οργάνων που εξετάζουμε, όπως γίνεται με το πνευμοπεριτόναιο (εισαγωγή αέρα στην περιτοναϊκή κοιλότητα της κοιλιάς), την κοιλιογραφία του εγκεφάλου κ.ά.
Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι η ακτινολογία έχει τελειοποιηθεί πολύ στα τελευταία χρόνια και δίνει χρησιμότατες πληροφορίες για όλα τα όργανα του σώματός μας με ένα πλήθος από τεχνικές μεθόδους. Έτσι, σε συνδυασμό με το μικροβιολογικό εργαστήριο είναι ένα μεγάλο βοήθημα για τη διάγνωση πλήθους παθήσεων, που διαφορετικά θα έμεναν αδιάγνωστες και αθεράπευτες. Τέλος, η ακτινολογία συμβάλλει και στη θεραπεία διάφορων παθήσεων και μάλιστα πολλές φορές με τρόπο θεαματικό.
Ακτινόμετρο. Όργανο ειδικό στη μέτρηση της φωτεινής ακτινοβολίας και ειδικότερα της υπέρυθρης ακτινοβολίας. Επινοήθηκε από το Βρετανό επιστήμονα Γουίλιαμ Κρογκς και τελειοποιήθηκε, αργότερα, από άλλους. Αποτελείται από μια κλειστή φιάλη με κενό αέρα, μέσα στην οποία είναι τοποθετημένος μικρός στρόβιλος (μύλος), στον οποίο είναι προσαρμοσμένα τέσσερα μεταλλικά πτερύγια.
Ακτινομύκωση ή ακτινομυκητίαση. 1) Φλεγμονή με βαριά διαδρομή, που οφείλεται σε ακτινομύκητα. Αυτός είναι βακτήριο που παρασιτεί συχνά στο στόμα του ανθρώπου, χωρίς να προκαλεί βλάβες. Όταν όμως ο βλεννογόνος του στόματος τραυματιστεί ή πέσει η αντίσταση του οργανισμού από διάφορες παθήσεις, ο ακτινομύκητας γίνεται παθογόνος. Εγκαθίσταται στο δέρμα ή στους πνεύμονες και προκαλεί βαριές φλεγμονές. Η φλεγμονή μπορεί να επεκταθεί και στο έντερο, ιδίως στο τυφλό, και από εκεί στο τοίχωμα της κοιλιάς, όπου ο μύκητας αυτός δημιουργεί συρίγγια.
2) Πάθηση αρκετά συχνή στα μηρυκαστικά –κυρίως στα βοοειδή– που εντοπίζεται σχεδόν πάντοτε στο κεφάλι τους. Εκδηλώνεται με όγκους, που εξελίσσονται με πολύ αργό ρυθμό σε αποστήματα. Προσβάλλει τη γλώσσα, η οποία γίνεται άκαμπτη και εξέχει από το στόμα, καθώς και όλα τα άλλα μαλακά μόρια. Επίσης προσβάλλει τα οστά του προσώπου, οπότε προκαλεί παραμορφώσεις.
ακτινωτό σώμα. Το τμήμα του αγγειώδους χιτώνα του ματιού ανάμεσα στο χοριοειδή χιτώνα και την ίριδα. Περιέχει τον ακτινωτό μυ ο οποίος συγκρατεί το φακό του ματιού στη θέση του, ενώ με τις συσπάσεις του αυξομειώνει την καμπυλότητα του φακού ανάλογα με την απόσταση του αντικειμένου (βλ. λ. μάτι).
Αλαλία. Αδυναμία του ανθρώπου να μιλήσει. Οφείλεται σε οργανική βλάβη των σχετικών κέντρων του εγκεφάλου ή σε ψυχικά αίτια.
Αλεξία ή λεκτική τύφλωση ή οπτική αφασία. Ιδιόρρυθμη οργανική ανωμαλία, κατά την οποία δεν είναι δυνατή η ανάγνωση και η προφορά λέξεων. Οφείλεται σε βλάβες που προσβάλλουν την περιοχή της γωνιαίας έλικας του εγκεφάλου (αιμορραγία, ανάπτυξη όγκου, ισχαιμία). Ο ασθενής, ενώ βλέπει τα γράμματα και τις λέξεις –και εφόσον δε συνυπάρχει άλλη βλάβη–, μπορεί ως ένα σημείο να αντιγράψει ό,τι βλέπει, ωστόσο δεν μπορεί να τα διαβάσει ούτε να καταλάβει το νόημά τους.
Η αλεξία μπορεί να συνοδεύεται και από άλλα νευρολογικά συμπτώματα, όπως αγραφία, αναρθρία, ημιανοψία κτλ.
Η λεγόμενη δευτεροπαθής αλεξία οφείλεται σε βλάβες της γλώσσας και στη δυσκολία άρθρωσης των λέξεων.
Αλκάλωση. Αύξηση της αλκαλικότητας του αίματος ή, με περισσότερη ακρίβεια, ελάττωση της συγκέντρωσης των ιόντων υδρογόνου στο αίμα. Συμβαίνει, για παράδειγμα, σε ασθενείς που έχουν λάβει μεγάλες ποσότητες αντιόξινων φαρμάκων (αλκαλικά στο pH τους) για τη θεραπεία του πεπτικού έλκους.
Αλλαντίαση. Σοβαρή μολυσματική ασθένεια που προσβάλλει τον άνθρωπο και τα ζώα. Την προκαλεί ένα μικρόβιο, το κλωστρίδιο το αλλαντικό, που βρίσκεται παντού στο περιβάλλον, αλλά δεν είναι επικίνδυνο, παρά μόνο όταν βρίσκεται μέσα σε συντηρημένα τρόφιμα, κυρίως κονσέρβες που δεν έχουν αποστειρωθεί όσο πρέπει. Η αλλαντίαση εκδηλώνεται 18 έως 24 ώρες μετά την κατανάλωση της μολυσμένης τροφής.
Αλλεργία. Υπερβολική αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού σε κάποιες πρωτεΐνες (αντιγόνα) που εισέρχονται στον οργανισμό και τις οποίες αυτός προσπαθεί να εξουδετερώσει ως ξένα σώματα.
Τέτοιες ουσίες, αντιγόνα, που σ’ αυτή την περίπτωση λέγονται αλλεργιογόνα, δεν είναι υποχρεωτικά βλαβερές, αλλά ο οργανισμός τις εκλαμβάνει ως τέτοιες. Αλλεργιογόνες ουσίες μπορεί να περιέχει η σκόνη (μύκητες), η γύρη των φυτών, ορισμένα φάρμακα ή προϊόντα της χημικής βιομηχανίας, καλλυντικά, απορρυπαντικά ή ορισμένα τρόφιμα, όπως το αβγό, το ψάρι, οι φράουλες κ.ά.
Οι αλλεργιογόνες ουσίες, όταν έρχονται σε επαφή με το δέρμα ή εισέρχονται στο σώμα μας με την αναπνοή ή την τροφή, δρουν ως αντιγόνα και διεγείρουν την παραγωγή αντισωμάτων (βλ. λ. ανοσία). Τα αντισώματα φυσιολογικά ενώνονται με τα αντιγόνα τους και τα εξουδετερώνουν. Στα αλλεργικά όμως άτομα τα αντιγόνα (αλλεργιογόνα) δεν εξουδετερώνονται αλλά παραμένουν στον οργανισμό ενωμένα με τα αντισώματά τους πάνω σε ορισμένα κύτταρα και προκαλούν την έξοδο ισταμίνης και άλλων ουσιών. Αυτές οι ουσίες με τη σειρά τους προκαλούν τα αλλεργικά συμπτώματα που μπορεί να είναι ελαφρά, όπως βήχας, συνάχι, κοκκίνισμα, πρήξιμο, κνησμός, διάρροια, αλλά και βαρύτερα, όπως άσθμα ή πνευμονικό οίδημα που μπορεί να αποβεί και θανατηφόρο.
Τα συμπτώματα της αλλεργίας μπορεί να είναι τοπικά ή γενικευμένα, να εκδηλώνονται αμέσως μετά την επαφή με το αλλεργιογόνο ή έπειτα από ορισμένες ώρες, μέρες ή εβδομάδες. Αντιμετωπίζεται προληπτικά με απομάκρυνση από το αλλεργιογόνο ή με κατάλληλη ιατρική αγωγή.
Αλτσχάιμερ, νόσος. Εκφυλιστική διαταραχή του εγκεφαλικού φλοιού, που συνήθως οδηγεί στο θάνατο του ασθενή, μερικά χρόνια από την εμφάνισή της. Προκαλεί απώλεια της μνήμης και διαταραχές στη συμπεριφορά και εμφανίζεται κατά τη μέση και ώριμη ηλικία.
Τα αίτια που προκαλούν τη νόσο του Αλτσχάιμερ είναι άγνωστα, παρόλο που έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες. Η επικρατέστερες υποστηρίζουν ότι η νόσος προκαλείται από γενετικούς παράγοντες και σε ορισμένο βαθμό μπορεί να είναι κληρονομική.
Αλωπεκία. Η απώλεια των τριχών από το σώμα, κυρίως από το τριχωτό της κεφαλής. Εκδηλώνεται κατά τόπους ή διάχυτα, με αιφνίδια έναρξη ή προοδευτική, αναστρέψιμη ή μη αναστρέψιμη, ανάλογα με το αίτιο.
1. Ανδρικού τύπου αλωπεκία (εξαρτώμενη από τα ανδρογόνα): Αυξάνεται με την ηλικία, έχει σχέση με την εθνότητα, επηρεάζεται γενετικά ως προς την ηλικία έναρξης και τη σοβαρότητα.
2. Γυροειδής αλωπεκία: Γενικευμένη ή τοπική ξαφνική απώλεια τριχών, γενετικά προκαθορισμένη.
3. Τριχόπτωση των λεχωίδων (λεχώνων): Είναι η αυτοπεριοριζόμενη λέπτυνση των τριχών που παρατηρείται συχνά σε γυναίκες που έχουν γεννήσει, τέσσερις έως εννέα μήνες μετά τον τοκετό.
4. Χρόνιος δισκοειδής ερυθηματώδης λύκος: Είναι η κατά τόπους απώλεια των τριχών.
5. Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος: Είναι η διάχυτη απώλεια των τριχών, αναστρέψιμη με τη θεραπεία.
6. Ενδοκρινής αλωπεκία (κυρίως σε υποθυρεοειδισμό και υποϋποφυσισμό): Είναι η διάχυτη απώλεια τριχών, όχι πάντοτε αναστρέψιμη με τη θεραπεία.
7. Διαιτητική αλωπεκία (χρόνια έλλειψη σιδήρου ή γενικευμένη κακή διατροφή): Είναι αναστρέψιμη διάχυτη απώλεια των τριχών.
8. Αλωπεκία από φάρμακα: Προκαλείται κυρίως από κυτταροτοξικά φάρμακα, ανδρογόνα (στις γυναίκες), περίσσεια βιταμίνης Α και συνθετικά ρετινοειδή. Επίσης, από μυκητιασικές λοιμώξεις προκαλείται τοπική απώλεια τριχών, αναστρέψιμη.
9. Ομαλός λειχήνας: Προκαλεί μόνιμη τοπική απώλεια τριχών.
Η απώλεια τριχών από το τριχωτό της κεφαλής κοινά λέγεται φαλάκρα.
Ανακοπή. Αιφνίδια παροδική απώλεια συνείδησης που προκαλείται από πλημμελή αιμάτωση του εγκεφάλου και οφείλεται σε καρδιακά αίτια και η οποία, εάν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα, είναι δυνατό να οδηγήσει σε συστηματική κυκλοφορική ανεπάρκεια. Τα αίτια της καρδιακής ανακοπής περιλαμβάνουν: α) διαταραχές του καρδιακού ρυθμού, όπως κοιλιακή μαρμαρυγή, κοιλιακή ασυστολία, κολποκοιλιακό αποκλεισμό, νόσους φλεβόκομβου, β) μηχανικά αίτια που εμποδίζουν την ομαλή ροή του αίματος, όπως στένωση της αορτικής βαλβίδας, αποφρακτικές μυοκαρδιοπάθειες, έμφραγμα μυοκαρδίου, καρδιακό επιπωματισμό, στένωση της πνευμονικής αρτηρίας κ.ά. Υπάρχουν και άλλα μη καρδιακά αίτια που προκαλούν ανακοπή ή συγκοπή, όπως συνηθίζεται να ονομάζεται στις περιπτώσεις αυτές, και αυτά μπορεί να είναι αγγειοκινητικά, νευρολογικά ή από ορθοστατική υπόταση. Η καρδιακής αιτιολογίας ανακοπή προκαλεί σοβαρή ελάττωση του κατά λεπτό όγκου αίματος (ΚΛΟΑ), με αποτέλεσμα την ελάττωση αιμάτωσης του εγκεφάλου και την απώλεια συνείδησης. Κλινικά ευρήματα ανακοπής είναι η απώλεια συνείδησης, η ταχύπνοια, που μπορεί να οδηγήσει σε άπνοια, η υπόταση, η ύπαρξη νηματοειδούς σφυγμού, η έλλειψη σφυγμού και η ακροαστική έλλειψη καρδιακών ήχων. Σημαντικό ρόλο στη διάγνωση της ανακοπής παίζει το ιστορικό, η κλινική εξέταση και το ηλεκτροκαρδιογράφημα.
Αναλγητικά. τα. Φαρμακευτικές ουσίες που ανακουφίζουν από τον πόνο. Δεν επηρεάζουν άλλα είδη αίσθησης, όπως συμβαίνει με τα τοπικά αναισθητικά. Υπάρχουν διαθέσιμα πολλά φάρμακα με διαφορετικό τρόπο δράσης και η εκλογή του αναλγητικού εξαρτάται από το είδος και τη σοβαρότητα του πόνου. Ήπιος ή μέτριος πόνος θεραπεύονται συνήθως με απλά αναλγητικά όπως η παρακεταμόλη, η ασπιρίνη και τα Μ.Σ.Α.Φ. (μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα).
Η παρακεταμόλη δρα μέσα στο κεντρικό νευρικό σύστημα αναστέλλοντας τη σύνθεση της προσταγλανδίνης. Προκαλεί σε υπερδοσολογία ηπατική βλάβη.
Τα Μ.Σ.Α.Φ. και η ασπιρίνη έχουν και κεντρική και περιφερική δράση. Αναστέλλουν τη συνθετάση των προσταγλανδινών, ένα ένζυμο απαραίτητο για την παραγωγή ορισμένων προσταγλανδινών που ενέχονται στη δημιουργία φλεγμονής. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν αιμορραγία από το γαστρεντερικό λόγω διαβρώσεων του στομάχου, αναστολή της συγκόλλησης των αιμοπεταλίων, κατακράτηση υγρών και μια ποικίλου βαθμού νεφρική βλάβη.
Ο σοβαρός πόνος θεραπεύεται με τη χρήση οπιοειδών φαρμάκων. Αυτά μιμούνται τη δράση των φυσικώς παραγόμενων αναλγητικών (ενδορφίνες και εγκεφαλίνες), οι υποδοχείς των οποίων βρίσκονται στον εγκέφαλο και στο νωτιαίο μυελό. Προκαλούν επίσης ευφορία, βοηθώντας να γίνει ανεκτός ο πόνος. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αναπνευστική καταστολή, εμετός, δυσκοιλιότητα και κνησμός. Τα παλαιότερα φάρμακα ήταν φυσικά παράγωγα των φυτικών αλκαλοειδών (μορφίνη και παπαβερίνη). Ημισυνθετικά φάρμακα, όπως η διαμορφίνη (ηρωίνη), είναι επίσης χρήσιμα και υπάρχει σήμερα πληθώρα συνθετικών οπιοειδών, που έχουν ποικίλη ισχύ και διάρκεια στη δράση τους (π.χ. πεθιδίνη, φαιντανύλη, αλφαιντανύλη και σουφαιντανύλη).
Αναληπτικά. τα. Φαρμακευτικές ουσίες που προκαλούν διέγερση στο κεντρικό νευρικό σύστημα, ιδιαίτερα στο φλοιό του εγκεφάλου, τον προμήκη και το νωτιαίο μυελό. Χρησιμοποιούνται κυρίως για τις δηλητηριάσεις από ουσίες που παραλύουν το κεντρικό νευρικό σύστημα ως αντίδοτα, ώστε να εξουδετερωθεί αυτή η παράλυση. Οι κύριες ιδιότητές τους είναι η ενίσχυση της αναπνοής, η αύξηση της πίεσης του αίματος και της δραστηριότητας του εγκεφάλου και η βελτίωση της λειτουργίας της καρδιάς. Ακριβώς δηλαδή αντίθετες από τις ιδιότητες ουσιών, όπως τα υπνωτικά, το μονοξείδιο του άνθρακα, το φωταέριο, η ένυδρη χλωράλη κτλ., που παραλύουν το νευρικό σύστημα. Υπάρχουν διάφορα αναληπτικά φάρμακα, όπως η καρδιαζόλη, η νικεταμίδη, η πικροτοξίνη, η μικορένη, η αμινοφυλλίνη, η καφεΐνη κ.ά. Σε οξείες δηλητηριάσεις χορηγούνται κυρίως με ενδοφλέβια ένεση, ώστε να δράσουν γρηγορότερα.
Αναπνευστήρας. Συσκευή η οποία χρησιμοποιείται κυρίως στην Ιατρική και πετυχαίνει την παροχή αέρα στον άνθρωπο, αφού απομονώσει το αναπνευστικό σύστημα από το εξωτερικό περιβάλλον. Βασικό εξάρτημα του αναπνευστήρα είναι η προσωπίδα, η οποία προσαρμόζεται στο πρόσωπο, αποκλείει την είσοδο του ατμοσφαιρικού αέρα και είναι η αρχή του νέου συστήματος αναπνοής. Διακρίνουμε τους αναπνευστήρες σε εκείνους του ανοικτού και του κλειστού συστήματος. Στον πρώτο τύπο, ένας λαστιχένιος σωλήνας ενώνει την προσωπίδα με φιάλη αέρα ή οξυγόνου αραιωμένου, η οποία τροφοδοτεί την αναπνοή για ορισμένο χρονικό διάστημα. Στο δεύτερο τύπο, ο αέρας της εκπνοής καθαρίζεται με χημικό τρόπο και εμπλουτίζεται, ώστε να αποκτήσει την αναπνεύσιμη αναλογική σύσταση. Στην κατηγορία των αναπνευστήρων ανήκει και ο «σιδερένιος πνεύμονας», που χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις ανεπάρκειας των νευρικών κέντρων.
Οι αναπνευστήρες, επίσης, χρησιμοποιούνται από τους πιλότους ή τους ορειβάτες που ανεβαίνουν σε μεγάλα ύψη, από τους πυροσβέστες και από αυτούς που ασχολούνται με το υποβρύχιο ψάρεμα σε μεγάλα βάθη.
Αναπνοή. Η πρόσληψη οξυγόνου από τον ατμοσφαιρικό αέρα, δηλαδή αερίου που είναι απαραίτητο για τις καύσεις, και η αποβολή διοξειδίου του άνθρακα. Αποτελεί συνέχεια και συνδέεται άμεσα λειτουργικά με την κυτταρική αναπνοή, που γίνεται στα μιτοχόνδρια των ζωικών και φυτικών κυττάρων (βλ. λ. κυτταρική αναπνοή).
Στους μονοκύτταρους ζωικούς ή φυτικούς οργανισμούς η αναπνοή γίνεται απ’ όλη την επιφάνεια του κυττάρου. Σε ορισμένα κατώτερα ζώα η αναπνοή γίνεται από το δέρμα και λέγεται δερματική αναπνοή, ενώ σε άλλα γίνεται από τον εντερικό τους σωλήνα και λέγεται εντερική αναπνοή.
Τα φυτά αναπνέουν απ’ όλη την επιφάνεια του σώματός τους. Στα φύλλα η ανταλλαγή των αερίων γίνεται από τα στομάτια που υπάρχουν στην κάτω επιφάνειά τους.
Όσο προχωρούμε προς τελειότερα είδη ζώων βλέπουμε ότι αυτά σχηματίζουν ειδικά αναπνευστικά όργανα. Έτσι παίρνουν το οξυγόνο από τον ατμοσφαιρικό αέρα και αυτό με το αίμα μοιράζεται σε όλα τα κύτταρα του οργανισμού. Από εκεί παραλαμβάνεται το άχρηστο διοξείδιο του άνθρακα και τελικά διώχνεται έξω από το σώμα.
Πολλά υδρόβια και αμφίβια ζώα, όπως ψάρια, μαλάκια, σκουλήκια, εχινόδερμα κτλ., έχουν βράγχια και με αυτά αναπνέουν. Τα βράγχια είναι λεπτές πεταλοειδείς προεκβολές του φάρυγγα αυτών των ζώων, με πολύ πλούσια αιμάτωση, ώστε η ανταλλαγή των αερίων να γίνεται σε μεγάλη επιφάνεια αίματος. Στους βατράχους υπάρχουν βράγχια όσο είναι σε μικρή ηλικία. Αργότερα ατροφούν και τα αντικαθιστούν πνεύμονες. Τα ανώτερα ζώα, όπως τα έντομα, έχουν τις τραχείες που είναι αεροφόροι μικροί σωλήνες. Αυτοί αρχίζουν από το δέρμα και διακλαδίζονται σε όλο το σώμα του ζώου. Τέλος, οι πνεύμονες με την τραχεία και τους βρόγχους αποτελούν το τελειότερο αναπνευστικό όργανο που το βρίσκουμε στα περισσότερα αερόβια σπονδυλωτά και στον άνθρωπο.
Το αναπνευστικό σύστημα του ανθρώπου. Αυτό χωρίζεται σε δύο οδούς, δρόμους δηλαδή πορείας του αέρα, την «άνω» και την «κάτω αεροφόρο οδό».
α) Άνω αεροφόρος οδός. Αυτή αποτελείται από τη μύτη και το φάρυγγα (το μέρος που αντιστοιχεί στο στόμα και στη μύτη). Περνώντας από τη μύτη ο αέρας κατά την εισπνοή φιλτράρεται, οι τρίχες της δηλαδή συγκρατούν τις σκόνες κτλ., ενώ ο βλεννογόνος της ζεσταίνει και υγραίνει τον αέρα, με αποτέλεσμα να τον καθαρίζει αρκετά και να τον κάνει κατάλληλο για τους πνεύμονες.
β) Κάτω αεροφόρος οδός. Αυτή αποτελείται από το λάρυγγα, την τραχεία αρτηρία και τους πνεύμονες. Ο λάρυγγας είναι ένας σωλήνας με πολύπλοκη κατασκευή, που βρίσκεται στο μπροστινό μέρος του λαιμού, κάτω από το ωοειδές οστό. Συγκοινωνεί προς τα επάνω και μέσα με το φάρυγγα, προς τα κάτω με την τραχεία, και χρησιμεύει όχι μόνο για το πέρασμα του αέρα από μέσα του, αλλά και για την παραγωγή της φωνής (φωνητικά χείλη). Κατά την εκπνοή, ο αέρας περνά ανάμεσα από τα φωνητικά χείλη, αυτά υφίστανται κραδασμούς και έτσι παράγεται η φωνή. Η φωνή ενισχύεται στη στοματική κοιλότητα και με τη βοήθεια της γλώσσας, των χειλιών και των δοντιών μετατρέπεται σε φθόγγους. Η τραχεία αρτηρία είναι ένας χόνδρινος και ινώδης σωλήνας, που είναι η συνέχεια του λάρυγγα και χρησιμεύει για το πέρασμα του αέρα. Προχωρεί μέσα στο θώρακα και μόλις φτάνει στις πύλες των πνευμόνων αποσχίζεται σε δύο κλάδους, το δεξιό και αριστερό βρόγχο, δηλαδή από ένα για κάθε πνεύμονα. Αυτοί οι βρόγχοι στη συνέχεια διακλαδίζονται σε μικρότερους και αυτοί πάλι σε άλλους πιο μικρούς κ.ο.κ., όπως τα κλαδιά του δέντρου, και έτσι απλώνονται σε όλη την έκταση κάθε πνεύμονα. Οι πνεύμονες είναι δύο, βρίσκονται μέσα στην κοιλότητα του θώρακα και έχουν ανάμεσά τους την καρδιά. Μέσα σε κάθε πνεύμονα βρίσκεται η διακλάδωση των βρόγχων και φτάνει τέλος στο σχηματισμό των αναπνευστικών βρογχίων. Από δω ξεκινούν μικροσκοπικοί σωληνίσκοι που έχουν στα πλάγιά τους μικρές σφαιρικές κοιλότητες, τα αεροθυλάκια, γεμάτα αέρα. Τα αεροθυλάκια επικοινωνούν με τις κυψελίδες, την τελική δηλαδή κατάληξη των βρόγχων, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μικροσκοπικές κοιλότητες γεμάτες αέρα. Στο τοίχωμα των κυψελίδων υπάρχουν άφθονα τριχοειδή αγγεία και, αν σκεφτούμε ότι η επιφάνεια που πιάνουν οι κυψελίδες, αν απλωθούν, είναι 100 τετραγωνικά μέτρα, συμπεραίνουμε ότι η αιμάτωσή τους είναι τεράστια. Πράγματι, είναι πρόνοια της φύσης αυτή η τόσο πλούσια αιμάτωση των πνευμόνων, γιατί έτσι το αίμα έρχεται σε επαφή με πολύ μεγάλες ποσότητες αέρα και η ανταλλαγή των αερίων γίνεται σε μεγάλη έκταση.
Μηχανισμός της αναπνοής. Ο αέρας διέρχεται ρυθμικά μέσα κι έξω από τους αεραγωγούς και αναμειγνύεται με τον αέρα που υπάρχει ήδη στους πνεύμονες. Αυτές οι δύο φάσεις της αναπνοής αποτελούν την εισπνοή και την εκπνοή.
α) Εισπνοή. Οφείλεται σε μια μυϊκή προσπάθεια που μετακινεί τις πλευρές προς τα έξω και επάνω και κατεβάζει το διάφραγμα, έτσι ώστε να μεγαλώνει ο όγκος της θωρακικής κοιλότητας και στις τρεις διαστάσεις του, έτσι που οι πνεύμονες εκπτύσσονται για να γεμίσουν το κενό που δημιουργείται με αέρα ο οποίος εισέρχεται μέσω των αεραγωγών. Καθένας από τους πνεύμονες αιωρείται μέσα στην αντίστοιχη υπεζωκοτική κοιλότητα από τη ρίζα του. Η αύξηση του πνεύμονα σε μέγεθος από πάνω προς τα κάτω οφείλεται κυρίως στο διάφραγμα, οι μυϊκές ίνες του οποίου με τη σύσπασή τους ελαττώνουν το θολωτό σχήμα του, το κατεβάζουν προς τα κάτω ώστε να συμπιέζουν τα κοιλιακά όργανα, αυξάνοντας τη θωρακική κοιλότητα. Η αύξηση της προσθιοπίσθιας διαμέτρου γίνεται με την προς τα πρόσω κίνηση του κατώτερου τμήματος του στέρνου και των πλευρικών χόνδρων. Η αύξηση από τα πλάγια μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή εξετάζοντας το σκελετό, σημειώνοντας την πολύ λοξή θέση των κατώτερων πλευρών και παρατηρώντας πόσο αυξάνεται η χωρητικότητα του θώρακα, όταν οι κατώτερες πλευρές ανασηκώνονται λαμβάνοντας τα σταθερά σημεία τους στη σπονδυλική στήλη και στο στέρνο.
Οι μύες που συμμετέχουν σε αυτές τις αλλαγές, στην ήπια εισπνοή είναι το διάφραγμα, οι μεσοπλεύριοι μύες και οι ανελκτήρες των πλευρών, ενώ στην εξαναγκασμένη ή υπερβολική εισπνοή παίζουν ρόλο και ο στερνοκλειδομαστοειδής, ο μείζων οδοντωτός, ο τραπεζοειδής και οι θωρακικοί μύες. Πολλοί άλλοι μύες παίζουν ρόλο σε ένα μικρότερο βαθμό, αυτοί που κρατούν σταθερά τη σπονδυλική στήλη και τις άνω και κάτω πλευρές, ενώ ακόμα και οι μύες του προσώπου και του λάρυγγα εμπλέκονται στην εισπνοή, διαστέλλοντας τους ρώθωνες και την είσοδο του λάρυγγα σε κάθε εισπνοή.
β) Εκπνοή. Σε φυσιολογικές καταστάσεις είναι μια απλή επαναφορά των πνευμόνων στην ήρεμη κατάσταση. Το διάφραγμα ανέρχεται και οι πλευρές επανέρχονται στη θέση τους όταν τελειώσει η μυϊκή σύσπαση. Η εκπνοή διαρκεί λίγο περισσότερο από ό,τι η εισπνοή. Στη βίαιη εκπνοή πολλοί ισχυροί μύες της κοιλίας και του θώρακα συμμετέχουν και η δράση τους μπορεί να είναι πολύ δυνατή, όπως, για παράδειγμα, στο βήχα.
Νευρικός έλεγχος. Η αναπνοή είναι μια αυτόματη ή αντανακλαστική πράξη. Σε κάθε εκπνοή στέλνονται αισθητηριακά ερεθίσματα στο κεντρικό νευρικό σύστημα, από το οποίο απαγωγές ώσεις στέλνονται προς τα κάτω μέσω διάφορων νεύρων που προκαλούν εισπνοή. Υπάρχουν διάφορα κέντρα που διέπουν το ρυθμό και την ισχύ της αναπνοής, αν και όλα τα προηγούμενα ελέγχονται από το αναπνευστικό κέντρο που βρίσκεται στον προμήκη μυελό.
Αν και το κέντρο αυτό εμφανίζεται να είναι απόλυτα απαραίτητο για τη ζωή, βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο ανώτερων κέντρων στα εγκεφαλικά ημισφαίρια, όπου λειτουργεί η θέληση, έτσι που η αναπνοή μπορεί εκούσια να σταματήσει, να επιταχυνθεί ή με οποιοδήποτε τρόπο να αλλάξει με τη θέληση (βούληση). Είναι όμως αδύνατον ένας οργανισμός να προκαλέσει εκούσιο θάνατο κρατώντας την αναπνοή, γιατί καθώς το αίμα γίνεται περισσότερο φλεβικό, το ζωτικό κέντρο στον προμήκη αναλαμβάνει πάλι τον έλεγχο και αρχίζει πάλι η αναπνοή. Πέρα από αυτές τις αλλαγές, που οφείλονται στη βούληση, οι αναπνοές ακολουθούν η μία την άλλη ρυθμικά σε ένα ρυθμό δεκαοκτάλεπτο· γενικά, δηλαδή, μια αναπνοή ανά τέσσερις καρδιακούς παλμούς.
Ποσότητα του αέρα. Οι πνεύμονες με κανένα τρόπο δεν αδειάζουν πλήρως στην εκπνοή και δε γεμίζουν πλήρως σε κάθε εισπνοή. Μια ποσότητα αέρα, στην ήρεμη εισπνοή, που αντιστοιχεί στο 1/10 του συνολικού αέρα στους πνεύμονες, εξέρχεται και αντικαθίσταται από την ίδια ποσότητα φρέσκου αέρα που αναμειγνύεται με τον αέρα που υπάρχει στους πνεύμονες. Αυτή η ποσότητα αέρα, που στην ήρεμη εισπνοή είναι περίπου 500 ml, είναι γνωστή ως αναπνεόμενος αέρας. Με μια ειδική προσπάθεια εισπνοής μπορεί κανείς να λάβει 3.000 ml (3 λίτρα) και αυτή η ποσότητα είναι γνωστή ως συμπληρωματικός αέρας.
Με μια ειδική προσπάθεια εκπνοής, επίσης, έπειτα από μια κανονική αναπνοή, μπορεί κανείς να εκπνεύσει περισσότερο από τον αναπνεόμενο αέρα από τους πνεύμονές του και αυτός ο επιπλέον αέρας είναι γνωστός ως εφεδρικός αέρας και υπολογίζεται περίπου 1.300 ml (1,3 λίτρα). Εάν κάποιος πάρει μια βαθιά εισπνοή –όσο περισσότερο μπορεί– τότε το σύνολο αυτών των 3 όγκων αέρα που είναι περίπου 4.000 ml (ή 4 λίτρα) είναι γνωστός ως ζωτική χωρητικότητα και είναι ο όγκος των πνευμόνων ενός φυσιολογικού ενήλικα άνδρα. Αυτά τα νούμερα επίσης εφαρμόζονται σε έναν άνδρα μέσου βάρους. Τα νούμερα για τις γυναίκες είναι 25% μικρότερα. Η ζωτική χωρητικότητα των πνευμόνων ποικίλλει με το μέγεθος, το φύλο, την ηλικία και την εθνολογική καταγωγή. Η εξίσωση στον πίνακα που ακολουθεί συμπεριλαμβάνει την ηλικία, το ύψος και το φύλο και δίνει έναν οδηγό για τη ζωτική χωρητικότητα.
Άνδρες: ζωτική χωρητικότητα (ml) = [27,63 – (0,112 x ηλικία)] x ύψος
Γυναίκες: ζωτική χωρητικότητα (ml) = [21,78 – (0,101 x ηλικία)] x ύψος.
Πέρα από τη ζωτική χωρητικότητα, οι πνεύμονες περιέχουν αέρα που δεν μπορεί να εκπνευστεί, ακόμη και στην πλέον δυνατή εκπνοή. Αυτός λέγεται υπολειπόμενος αέρας, παραμένει στους πνεύμονες, ακόμη και μετά το θάνατο, και υπολογίζεται περίπου σε 1.500 ml (1,5 λίτρα).
Αναπνευστικές δοκιμασίες έχουν ευρέως χρησιμοποιηθεί για να εκτιμηθεί η πνευμονική λειτουργία σε υγιείς και ασθενείς. Η πλέον ευρέως χρησιμοποιούμενη είναι αυτή που βασίζεται σε μια μοναδική εξαναγκασμένη εκπνοή μέσα από μια βαθιά εισπνοή. Ο όγκος που εκπνέεται σε 1 δευτερόλεπτο (γνωστός ως FEV) σχετίζεται αρκετά καλά με την αναπνευστική επάρκεια. Οι φυσιολογικές τιμές για την FEV ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και σ' ένα μικρότερο βαθμό με το μέγεθος του σώματος, αλλά τα υγιή άτομα μπορούν να εκπνεύσουν περίπου το 15% της ζωτικής τους χωρητικότητας, μέσα στο πρώτο δευτερόλεπτο.
Ανώμαλες μορφές αναπνοής. Πέρα από τις απλές αλλαγές στο ρυθμό και τη δύναμη, η αναπνοή αλλάζει με διαφορετικούς τρόπους είτε ακούσια είτε εκούσια. α) Ο στεναγμός: Μια μακράς διάρκειας αναπνοή που ακολουθείται από μια παύλα. Αυτός ο τρόπος αναπνοής χαρακτηρίζει, επίσης, μερικές καταστάσεις εξαιρετικής αδυναμίας του νευρικού συστήματος, όπως στο σοκ ή στο διαβητικό κώμα. β) Λυγμός: Μια σειρά από σπασμωδικές αναπνοές, σε καθεμιά από τις οποίες ο λάρυγγας είναι μερικώς κλειστός. Ακολουθεί τη λύπη ή μεγάλη σωματική προσπάθεια. γ) Ρεγχασμός (ροχαλητό): Οφείλεται σε χαλαρή κατάσταση της μαλθακής υπερώας που προκαλεί δονήσεις καθώς ο αέρας διέρχεται το λαιμό ή απλά όταν κοιμάται κάποιος με το στόμα ανοιχτό, που έχει το ίδιο αποτέλεσμα. δ) Βήχας: Μια σειρά από βίαιες εκπνοές, σε καθεμιά από τις οποίες ο λάρυγγας ξαφνικά ανοίγει λόγω της πίεσης του αέρα των πνευμόνων που έχει ανέλθει σημαντικά. Ο σκοπός του βήχα είναι να αποβάλει κάποια ερεθιστική ουσία από τους αεραγωγούς. ε) Πταρμός (φτάρνισμα): Μια ξαφνική εκπνοή, που διαφέρει από το βήχα στο ότι η ξαφνική αποβολή αέρα κατευθύνεται από τη μαλθακή υπερώα μέσα στη μύτη για να αποβάλει κάποια πηγή ερεθίσματος από αυτό το στενό πέρασμα. στ) Αναπνοή cheyne-stokes: Ένας τύπος αναπνοής που συναντάται σε άτομα που πάσχουν από αποπληξία, καρδιακή νόσο και μερικές άλλες καταστάσεις, στις οποίες ο θάνατος είναι επικείμενος. Πρόκειται για μια αναπνοή με προοδευτική αύξηση του βάθους των εισπνοών που ακολουθείται από μια προοδευτική μείωση του βάθους, ενώ στη συνέχεια παρεμβάλλεται μια μικρή αναπνευστική παύλα. Άλλες διαταραχές της αναπνοής βρίσκονται στο κρουπ (ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα) και στο άσθμα.
Διαταραχές της αναπνοής. Δύσοσμη αναπνοή ή χαλίτωση σ' ένα άτομο είναι η δυσάρεστη οσμή για τους άλλους ακόμα κι αν το άτομο δεν είναι ενήμερο γι’ αυτή την κατάσταση.
Συχνές αιτίες δύσοσμης αναπνοής είναι ο μη συχνός καθαρισμός των οδόντων, λοιμώξεις των ούλων (κυνάγχη του Vincent), χρόνια αμυγδαλίτιδα και η δυσπεψία. Κοντά σε αυτά, η βρογχεκτασία μπορεί να προκαλέσει δύσοσμη αναπνοή. Επίσης, δυσοσμία συνήθως ανιχνεύεται κατά τη διάρκεια της έμμηνου ρύσης ή προεμμηνορρησιακά. Σε μερικές παθήσεις υπάρχει μια χαρακτηριστική δυσοσμία της αναπνοής, όπως σε περιπτώσεις σακχαρώδους διαβήτη που οδεύει προς κώμα, σε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, στην ουραιμία. Ορισμένα φάρμακα, κυρίως η παραδεΰλδη και η δισουλφιράμη, δίνουν επίσης μια χαρακτηριστική δυσοσμία στην αναπνοή, όπως το ίδιο προκαλούν και ορισμένες τροφές, όπως π.χ. το σκόρδο.
Ανάρρωση. Η βελτίωση της κατάστασης ενός ασθενούς ύστερα από μία αρρώστια ή μία εγχείρηση. Κατά την υποχώρηση μιας σοβαρής πάθησης ή έπειτα από μια επιτυχή χειρουργική επέμβαση, ακολουθεί περίοδος κατά την οποία η υγεία του ασθενούς βελτιώνεται συνεχώς, ώσπου να γίνει εντελώς καλά. Λέμε τότε ότι ο ασθενής βρίσκεται σε ανάρρωση. Αυτό δε σημαίνει ότι η υγεία του ασθενούς έχει απαλλαγεί από τους κινδύνους της πάθησης που πέρασε. Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος της υποτροπής ή της εμφάνισης επιπλοκών. Για το λόγο αυτό, ο ασθενής που βρίσκεται σε ανάρρωση χρειάζεται ιδιαίτερες φροντίδες και ιδιαίτερη προσοχή. Συνήθως είναι εξαντλημένος ο οργανισμός του, το αμυντικό του σύστημα είναι αδύναμο και χρειάζεται καλή τροφή, ανάπαυση, πολυβιταμινούχα φάρμακα, προφύλαξη από το κρύο και τις μολύνσεις και τήρηση των κανόνων υγιεινής τόσο σωματικά, όσο και στο περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται. Ιδιαίτερες φροντίδες χρειάζονται τα ηλικιωμένα και εξασθενημένα άτομα, οι καρδιοπαθείς, τα μικρά παιδιά κτλ.
Ανάταξη. Η επαναφορά στη θέση του ενός μέλους του σώματος που εξαρθρώθηκε (ανάταξη εξάρθρωσης) ή ενός οστού που υπέστη κάταγμα (ανάταξη κατάγματος). Η ανάταξη επιτυγχάνεται είτε με κατάλληλους χειρισμούς είτε με εγχείρηση.
Ακόμα στη χειρουργική χρησιμοποιούνται οι όροι «ανάταξη μήτρας» και «ανάταξη κήλης». Στην πρώτη περίπτωση η μήτρα επανέρχεται στην κανονική της θέση ύστερα από πτώση ή παρέκκλισή της. Στη δεύτερη περίπτωση το σπλάγχνο που μπήκε στον κοιλιακό σάκο επανέρχεται στην κοιλιά.
Ανατομία. Η επιστήμη η οποία ασχολείται με τη μελέτη της μορφής και της κατασκευής ενός ζωντανού οργανισμού. Σήμερα όμως, και ιδιαίτερα η ανατομία του ανθρώπου, δεν ασχολείται μόνο με την περιγραφή του σώματός μας, αλλά προσπαθεί να εξηγήσει επίσης τους παράγοντες που καθορίζουν την κατασκευή και τις λειτουργίες των διάφορων οργάνων και αποτελεί κλάδο της βιολογίας.
Από πολύ παλιά, από την αρχαιότητα, ο άνθρωπος θέλησε να γνωρίσει τα δομικά στοιχεία της σωματικής κατασκευής του. Έτσι άρχισε να αναπτύσσεται η ανατομία. Στην αρχαία Ελλάδα όμως άρχισε σιγά σιγά να διαμορφώνεται ως επιστήμη. Πρόδρομοί της ήταν πολλοί, όπως ο πατέρας της ιατρικής Ιπποκράτης ο Κώος, ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος, ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος κ.ά. Το έτος 500 π.Χ. ο Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης λέγεται ότι ασχολήθηκε συστηματικά με την ανατομία ζώων και έγραψε το πρώτο βιβλίο ανατομίας. Αργότερα, ο Αριστοτέλης έβαλε τις βάσεις της ανατομίας με διάφορα βιβλία που έγραψε. Από τότε και άλλοι γιατροί ασχολήθηκαν με αυτήν τελειοποιώντας την συνεχώς και κάνοντας ανατομές, όπως ο Ηρόφιλος (300 π.Χ.), ο Ερασίστρατος (250 π.Χ.), ο Ρούφος ο Εφέσιος κ.ά. Ο μεγαλύτερος ανατόμος της εποχής εκείνης υπήρξε ο Γαληνός (129-200). Αυτός έκανε ανατομία διάφορων ζώων, ιδίως πιθήκων, και έγραψε συγγράμματα, στα οποία γινόταν περιγραφή κατά συστήματα, των μυών, αρθρώσεων, οστών, νεύρων κτλ. Επίσης περιέγραψε τον εγκέφαλο, τα μάτια και πολλά εσωτερικά όργανα· γι' αυτό ονομάστηκε πατέρας της ανατομίας. Το 16ο αιώνα, ο Βέλγος ανατόμος A. Βεσάλιος (γνωστός και ως Βεζάλ), έπειτα από μελέτες σε ανθρώπινα πτώματα, έγραψε το βιβλίο του «Περί κατασκευής του ανθρωπίνου σώματος», που αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία της ανατομίας. Αλλά η εφεύρεση του μικροσκοπίου και η εισαγωγή του στην ανατομική έρευνα το 17ο αιώνα από τον Ιταλό Μαλπίγκι ήταν επανάσταση για την ανατομία. Γιατί με τη μικροσκοπική έρευνα ένας νέος κόσμος παρουσιάστηκε στα μάτια του ανθρώπου. Έτσι, έγινε γνωστή η λεπτή κατασκευή των οργάνων του σώματός μας και δόθηκε η λύση σε πλήθος από αναπάντητα ερωτήματα που υπήρχαν ως τότε. Σήμερα είναι στη διάθεσή της ανατομίας πολλά μέσα, όπως το ακτινολογικό εργαστήριο, το βιοχημικό και το ιστολογικό, το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, το λαρυγγοσκόπιο, βρογχοσκόπιο, γαστροσκόπιο και πολλά άλλα.
Ανάλογα με το περιεχόμενό της η ανατομία του ανθρώπου περιλαμβάνει την εμβρυολογία, την ανατομική του παιδιού, του ώριμου και του γεροντικού οργανισμού, μικροσκοπική, μακροσκοπική, περιγραφική ανατομία, τοπογραφική, χειρουργική, πλαστική, εφαρμοσμένη κτλ.
Η αρχιτεκτονική του σώματος. Το ανθρώπινο σώμα παρουσιάζει τη λεγόμενη αμφίπλευρη συμμετρία, δηλαδή αν το χωρίσουμε στα δύο κατά μέτωπο με μια γραμμή που αρχίζει από το κεφάλι, περνά από τη μύτη και το στέρνο, τον ομφαλό και μέχρι κάτω, θα έχουμε δύο μέρη που μοιάζουν πολύ, δηλαδή το αριστερό και το δεξιό μισό του σώματος. Βέβαια δεν είναι απόλυτα ίδια, ούτε περιέχουν μέσα τους τα ίδια όργανα. Επίσης, οι αναλογίες των διάφορων τμημάτων του σώματος διαφέρουν από άτομο σε άτομο αλλά και στο ίδιο άτομο, ανάλογα με την ηλικία του. Ακόμη, υπάρχουν διαφορές στα φύλα. Τα γεννητικά τους όργανα διαφέρουν, καθώς επίσης το τρίχωμα, το στήθος κτλ. Η γυναίκα είναι πιο κοντή από τον άντρα, πιο λεπτή, οι ώμοι της και ο θώρακας στενότεροι, η λεκάνη πιο βαθιά και οι γλουτοί πιο μεγάλοι. Ανάλογα με την ιδιοσυστασία του ατόμου (τα μορφολογικά δηλαδή γνωρίσματά του) διακρίνουμε πολλούς τύπους ανθρώπου, όπως το λεπτόσωμο, τον αθλητικό και τον ευρύσωμο. Αλλά και μεταξύ των διάφορων φυλών υπάρχουν διαφορές, πολύ μεγάλες μάλιστα. Υπάρχουν οι λευκοί (άλλοι κοντοί, άλλοι ψηλοί, ξανθοί, μελαχρινοί, με δέρμα άσπρο ή καστανό κτλ.), οι μαύροι (με στόμα και σαγόνι που εξέχουν, χείλη μεγάλα, ζυγωματικά που προεξέχουν κτλ.), οι κίτρινοι (με μύτη πλατιά, μάτια σχιστά, μικρά χέρια και πόδια) και πλήθος άλλες φυλές, με ιδιαίτερα γνωρίσματα η καθεμιά.
Ανάτρηση. Η επέμβαση με την οποία αφαιρείται ένα κομμάτι του κρανίου. Αρχικά η επέμβαση γινόταν με ένα εργαλείο που έμοιαζε με το τρυπάνι του επιπλοποιού, γνωστό ως τρυπάνι, που αφαιρούσε ένα μικρό κύκλο οστού. Σήμερα, όμως, αυτό το εργαλείο χρησιμοποιείται μόνο ως κανόνας, για να κάνει κάποιες μικρές τρύπες, ενώ για μεγαλύτερες επεμβάσεις χρησιμοποιείται ένα κυκλικό πριόνι οδηγούμενο από έναν ηλεκτρικό κινητήρα ή ένα συρμάτινο πριόνι που δίνουν μεγαλύτερη ευκολία και ταχύτητα.
Η επέμβαση είναι μια από αυτές που απαιτούν ακρίβεια στους χειρισμούς, αλλά ούτε δύσκολη ούτε σοβαρή είναι· άλλωστε ήταν μια από τις πλέον κοινά χρησιμοποιούμενες επεμβάσεις στην αρχαιότητα. Λέγεται ότι έχει γίνει και από προϊστορικούς ανθρώπους, όπως συμπεραίνεται από την εμφάνιση κρανίων που βρέθηκαν στη Γαλλία, σε περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Αναφυλαξία. Η βίαιη αντίδραση του οργανισμού σε μια ξένη ουσία (αντιγόνο). Οι προσβαλλόμενοι ιστοί απελευθερώνουν ισταμίνη, η οποία προκαλεί τοπική ή ευρύτερη αντίδραση. Ένα παράδειγμα είναι ο πόνος, η διόγκωση, το εξάνθημα, ο πυρετός και μερικές φορές καταπληξία, που συμβαίνει μετά την ένεση του αντιτετανικού εμβολίου ή του εμβολίου της διφθερίτιδας ή της ιλαράς. Ο σπινθήρας αυτών των ενέσεων είναι ο ορός που περιέχουν. Μερικοί άνθρωποι υποφέρουν από αναφυλαξία ως αποτέλεσμα αλλεργίας σε ένα ορισμένο είδος φαγητού ή ουσίας, όπως τρίχες των ζώων ή φύλλα φυτών.
Σε σπάνιες περιπτώσεις η αναφυλαξία μπορεί να οδηγήσει σε σοκ ή καταπληξία και η κατάσταση μπορεί να καταλήξει σε θάνατο, εκτός και αν το άτομο λάβει έγκαιρα την κατάλληλη ιατρική θεραπεία.
Ανεμοβλογιά. Οξεία λοιμώδης μεταδοτική πάθηση που χαρακτηρίζεται από πυρετό και εξανθήματα στο δέρμα. Η πάθηση προσβάλλει κυρίως παιδιά κάτω της ηλικίας των 10 ετών. Στις μεγαλύτερες ηλικίες παρουσιάζεται πιο σπάνια και τα συμπτώματα εμφανίζονται εντονότερα. Δεν έχει καμιά σχέση με την ευλογιά, παρά μόνο μια επιφανειακή ομοιότητα μ’ εκείνη. Οφείλεται στον ιό της ανεμοβλογιάς του έρπητα ζωστήρα και είναι έντονα μεταδοτική από παιδί σε παιδί. Αν και η προσβολή αφήνει διά βίου ανοσία, ο ιός μπορεί να βρίσκεται σε μια λανθάνουσα κατάσταση και να εκδηλωθεί στον ενήλικα ως έρπης ζωστήρας. Υπάρχει μια περίοδος επώασης του ιού 14-21 ημερών μετά τη μόλυνση και τότε αρχίζουν τα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας με αδιαθεσία, πονοκέφαλο, πόνο στις αρθρώσεις και πυρετό. Το ίδιο χρονικό διάστημα αναπτύσσονται μικρά ερυθρά εξανθήματα που γρήγορα αλλάζουν σε μικρά κυστίδια γεμάτα με καθαρό υγρό, στη ράχη και στο θώρακα, μερικές φορές στο μέτωπο και λιγότερο συχνά στα άκρα. Αυτά τα κυστίδια γεμίζουν με ένα πυώδες υγρό και τη 2η ή 3η μέρα από την εμφάνισή τους σπάζουν και καλύπτονται από μια κρούστα (εφελκίδα) καφέ χρώματος. Οι μικρές αυτές εφελκίδες αποξηραίνονται και εξαφανίζονται σε χρονικό διάστημα μιας εβδομάδας, οπότε και η ανάνηψη είναι σχεδόν πλήρης.
Σπάνια υπάρχουν επιπλοκές, όπως ωτίτιδα, εγκεφαλίτιδα, νεφρίτιδα, μηνιγγίτιδα, βρογχοπνευμονία κτλ.
Ανεύρυσμα. Παθολογική και εντοπισμένη διάταση ενός τμήματος κάποιου αιμοφόρου αγγείου, το οποίο έχει μεγαλύτερη διάμετρο από τη διάμετρο του κεντρικού τμήματος του αγγείου και βρίσκεται σε επικοινωνία με τον αυλό του αγγείου. Τα ανευρύσματα διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στα αληθή ή γνήσια ανευρύσματα και στα νόθα ή ψευδή ανευρύσματα. Χαρακτηριστικό των αληθών ανευρυσμάτων είναι ότι η διάταση του αγγειακού τοιχώματος είναι συμμετρική και το τοίχωμα του ανευρύσματος αποτελείται από όλους τους χιτώνες του αγγειακού τοιχώματος. Αντίθετα στα νόθα ή ψευδή ανευρύσματα υπάρχει σακοειδές αιμάτωμα έξω από το αγγείο, το οποίο επικοινωνεί με τον αυλό του αγγείου και το τοίχωμά του περιβάλλεται μόνο από τους εξωτερικούς αγγειακούς χιτώνες. Τα νόθα ανευρύσματα είναι συνήθως αποτέλεσμα ρήξης του αγγειακού τοιχώματος και συχνά εμφανίζουν την τάση να περιβάλλονται από συνδετικό ιστό. Υπάρχει ακόμη μία κατηγορία ανευρυσμάτων, η οποία συναντάται κυρίως σε αρτηρίες και πιο συγκεκριμένα στη θωρακική αορτή και ονομάζονται διαχωριστικά ανευρύσματα. Στα ανευρύσματα αυτά υπάρχει διαχωρισμός των χιτώνων του αρτηριακού τοιχώματος και αίμα εισέρχεται μεταξύ των χιτώνων, σχηματίζοντας ενδοτοιχωματικό αιμάτωμα.
Άνθρακας. Πολύ σοβαρή πάθηση που εκδηλώνεται στα πρόβατα και στα βοοειδή. Η ασθένεια μεταδίδεται και στον άνθρωπο, όταν αυτός έρθει σε επαφή με τα οστά, το δέρμα και το μαλλί των άρρωστων ζώων, ακόμη και μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την αφαίρεσή τους από τα ζώα.
Ο άνθρακας είναι μία από τις πιο παλιές παθήσεις των ζώων και προκαλείται από το μικρόβιο Bacillus anthracis που αναπτύσσεται σε μεγάλες αλυσίδες και παράγει σπόρια μεγάλης βιωσιμότητας. Αυτά τα σπόρια διατηρούνται ζωντανά για χρόνια, στα αποξηραμένα δέρματα και στα μαλλιά των ζώων. Στην οξεία μορφή της ασθένειας τα ζώα πεθαίνουν έπειτα από πυρετό, τρέμουλο και σπασμούς. Στον άνθρωπο η ασθένεια προσβάλλει το δέρμα, το αναπνευστικό και το πεπτικό σύστημα. Αν δε διαγνωστεί έγκαιρα οδηγεί κατά κανόνα στο θάνατο.
Σήμερα τα περισσότερα ζώα εμβολιάζονται και η ασθένεια του άνθρακα τείνει να εκλείψει. Για να αποφευχθεί, ωστόσο, η μετάδοσή της στους ανθρώπους που επεξεργάζονται τα δέρματα πρέπει οι χώροι εργασίας τους να πληρούν τις συνθήκες υγιεινής.
Ανθράκωση. Η νόσος που προσβάλλει τους πνεύμονες και τους βρογχικούς αδένες των εργαζομένων στα ανθρακωρυχεία και γενικότερα αυτών που εισπνέουν κατά μεγάλα διαστήματα σκόνες άνθρακα. Οι προσβαλλόμενοι ιστοί αλλάζουν χρώμα από γκρι-ροζ σε μαύρο, λόγω του χρώματος των μικροσκοπικών σωματιδίων άνθρακα (βλ. και λ. πνευμονοκονίαση).
Ανικανότητα. Η αδυναμία των ανδρών να έρθουν σε πλήρη ερωτική επαφή. Μορφές ανικανότητας είναι η έλλειψη ή η ανεπάρκεια στύσης, η πρόωρη εκσπερμάτιση ή η έλλειψη εκσπερμάτισης. Τα αίτια της ανικανότητας μπορεί να είναι ιατρικά ή ψυχολογικά. Οι αιτίες για τις οποίες η ανικανότητα έχει παθολογική προέλευση μπορεί να είναι χρόνιες, όπως διάφορες ασθένειες των όρχεων, περιπτώσεις διαβήτη και νευρολογικών παθήσεων. Η ανικανότητα όμως μπορεί να οφείλεται και σε περιστασιακά τραύματα του πέους και των όρχεων ή σε τραυματισμούς του νωτιαίου μυελού, καθώς και στη λήψη ορισμένων φαρμάκων για θεραπεία νευρολογικών και εγκεφαλικών παθήσεων.
Τα ψυχολογικά αίτια της ανικανότητας, που είναι και τα πιο συνηθισμένα, προέρχονται είτε από τραυματικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας είτε από αποτυχημένες προσπάθειες σεξουαλικής συνεύρεσης στα διάφορα στάδια της σεξουαλικής ζωής. Επίσης το άγχος, η στεναχώρια, η κούραση και ο φόβος μπορούν να αποτελέσουν αίτια προσωρινής ανικανότητας.
Ανιχνευτής ψεύδους. Όργανο που ανιχνεύει αν κάποιος λέει ψέματα. Ο ανιχνευτής μετράει την αρτηριακή πίεση, τους σφυγμούς, την αναπνοή ενός ατόμου όταν αυτό απαντάει σε ερωτήσεις. Η επιτυχία του αποδίδεται στον έλεγχο του ασυνείδητου του ανθρώπου το οποίο αυτός δεν μπορεί να ελέγξει. Η χρήση του ανιχνευτή ψεύδους, που άρχισε να χρησιμοποιείται από την Αστυνομία το 1924, έχει απαγορευτεί σε πολλές χώρες (και στην Ελλάδα) γιατί θεωρείται ότι παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα.



Άνοια. Βαριά διαταραχή των διανοητικών λειτουργιών του ανθρώπου που χαρακτηρίζεται από ολική ή μερική εξασθένηση της διάνοιας, του συναισθήματος ή της ηθικής υπόστασης του ατόμου. Σοβαρή άνοια εμφανίζεται στο 5% των ηλικιωμένων πάνω από 65 ετών. Ήπια διανοητική βλάβη είναι παρούσα σε ένα επιπρόσθετο 10-15% (καλοήθης γεροντική αμνησία). Η συχνότητα σημαντικής άνοιας ανέρχεται στο 20% σε ηλικιωμένους άνω των 80 ετών. Οι κύριες αιτίες άνοιας είναι η γεροντική άνοια τύπου Aλτσχάιμερ (Γ.Α.Τ.Α.) και η άνοια των πολλαπλών εμφράκτων (Α.Π.Ε.) που συμβαίνουν σε μια αναλογία 70/30. Οι δύο αυτοί τύποι πρέπει να διαχωρίζονται από το αναστρέψιμο σύνδρομο άνοιας που αναπτύσσεται μέσα σε λίγους μήνες. Η Γ.Α.Τ.Α. χαρακτηρίζεται από βλάβη στον προσανατολισμό, τη μνήμη, τη διανοητική λειτουργία, την κρίση και τη δραστηριότητα. Είναι μια επίκτητη επίμονη απώλεια της διανοητικής λειτουργίας με βλάβη τουλάχιστον τριών από τις ακόλουθες σφαίρες διανοητικής δραστηριότητας: γλώσσα, μνήμη, οπτικοδιαστηματικές ικανότητες, προσωπικότητα και αντίληψη. Αυτές οι βλάβες φαίνεται ότι προηγούνται από βραχέα διαστήματα απώλειας της μνήμης που συμβαίνει τα τελευταία 2-3 χρόνια πριν την εκδήλωσή τους.
Ανοξία ή ανοξαιμία. Η έλλειψη οξυγόνου στο αίμα. Κάθε κατάσταση ανεπαρκούς προμήθειας οξυγόνου στους ιστούς ή κάθε κατάσταση η οποία επιβραδύνει τις οξειδωτικές διαδικασίες στους ιστούς και τα κύτταρα.
Ανορεξία νευρογενής. Είναι ένα σύνδρομο το οποίο χαρακτηρίζεται από απώλεια βάρους, που φτάνει τουλάχιστον το 25% του κανονικού βάρους του ασθενή. Στις γυναίκες χαρακτηρίζεται και από αμηνόρροια. Το σώμα του ασθενούς είναι πολύ λεπτό, αλλά παρ' όλα αυτά αυτός που πάσχει επιθυμεί να κάνει περισσότερη δίαιτα.
Η νευρογενής ανορεξία συνήθως αρχίζει στην εφηβεία και προσβάλλει περίπου 1-2% των εφήβων. Είναι 10 φορές συχνότερη στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες και είναι πιο συνήθης στις κόρες ζευγαριών που απασχολούνται και οι δύο επαγγελματικά. Πάνω από 10% των αδελφών επίσης υποφέρουν από αυτή την πάθηση.
Τα συμπτώματα είναι αποτέλεσμα προκλητής ελλιπούς διατροφής, συνήθως εξαντλητικής άσκησης, εμετού που προκαλείται από τους πάσχοντες και κατάχρησης υπακτικών. Ένα ανορεκτικό άτομο μπορεί να φοράει πολλά ρούχα για να κρύβει το αδύνατο σώμα του. Μπορεί επίσης να αναπτυχθεί λεπτό τρίχωμα (χνούδι) στο πρόσωπο. Η έλλειψη διατροφής μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα όπως αναιμία, χαμηλή αρτηριακή πίεση, βραδυκαρδία, διογκωμένους αστραγάλους και οστεοπόρωση. Αιφνίδιος θάνατος ενδέχεται να συμβεί, εάν ο ασθενής κάνει κατάχρηση διουρητικών φαρμάκων, για να χάσει κιλά, από αρρυθμία λόγω έλλειψης καλίου.
Υπάρχουν πιθανόν πολλές αιτίες που προκαλούν νευρογενή ανορεξία. Η κοινωνική πίεση να είναι κάποιος αδύνατος, φαίνεται να είναι ένας σημαντικός παράγοντας που έχει αυξηθεί τα τελευταία 20-30 χρόνια, μαζί με τη συχνότητα της νόσου. Ψυχολογικές θεωρίες περιλαμβάνουν το φόβο της ενηλικίωσης και το φόβο της απώλειας της προσοχής των γονέων.
Ανοσία. Η άμυνα του οργανισμού απέναντι σε ξένες ουσίες. Η κύρια λειτουργία της είναι να καταπολεμά λοιμώδεις μικροοργανισμούς (βακτήρια, ιούς και παράσιτα), αλλά προστατεύει επίσης και έναντι φαρμάκων, τοξικών και καρκινικών κυττάρων.
Ανοσία αποκτά ένας οργανισμός σε ένα συγκεκριμένο μικροοργανισμό μετά την πρώτη είσοδο του τελευταίου στον οργανισμό. Από τη στιγμή εκείνη μπαίνει σε λειτουργία ο μηχανισμός παραγωγής αντισωμάτων από τα λεμφοκύτταρα (βλ. λ. αίμα). Ο χρόνος όμως που χρειάζεται αυτός ο μηχανισμός για να επεξεργαστεί τις πληροφορίες για τα αντιγόνα του εισβολέα και να παραγάγει αντισώματα ικανά να τον εξουδετερώσουν είναι περίπου 72 ώρες. Στο διάστημα αυτό ο μικροοργανισμός προλαβαίνει να πολλαπλασιαστεί και ήδη αρχίζουν να εκδηλώνονται τα συμπτώματα της ασθένειας. Με τη δεύτερη προσβολή του οργανισμού από τον ίδιο μικροοργανισμό, η αντίδραση είναι ταχύτερη, γιατί ο οργανισμός «θυμάται» την πρώτη του αντίδραση και παράγει γρήγορα και σε μεγάλη ποσότητα τα αντίστοιχα αντισώματα, ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά ο εισβολέας. Σε αυτήν την περίπτωση λέμε ότι ο οργανισμός έχει αποκτήσει ανοσία απέναντι στο συγκεκριμένο μικροοργανισμό.
Για να αντιμετωπίσουμε την αδυναμία του οργανισμού μας ν’ αντιδράσει αποτελεσματικά στην πρώτη είσοδο παθογόνων μικροοργανισμών, χρησιμοποιούμε σε ορισμένες περιπτώσεις τα εμβόλια, με τα οποία επιτυγχάνεται τεχνητή ενεργητική ανοσοποίηση.
Παθητική ανοσία έχουμε όταν στον οργανισμό εισέρχονται έτοιμα αντισώματα. Το έμβρυο έχει παθητική ανοσία λόγω μεταφοράς αντισωμάτων από τη μητέρα του κατά την κύηση και το νεογέννητο κατά την περίοδο του θηλασμού από το μητρικό γάλα. Επίσης η χορήγηση ορού με έτοιμα αντισώματα που έχουν παραχθεί από άλλο οργανισμό είναι παθητική ανοσία. Η παθητική ανοσία έχει άμεση δράση αλλά είναι παροδική.
Αρνητικές συνέπειες του ανοσοποιητικού μηχανισμού είναι οι αλλεργίες και η απόρριψη μεταμοσχευμένων οργάνων.
Κατά τις αλλεργίες ο ανοσοποιητικός μηχανισμός του οργανισμού μας αντιδρά υπερβολικά θεωρώντας ως ξένα, και επομένως επικίνδυνα σώματα, κάποια κύτταρα αβλαβή, όπως τη γύρη των λουλουδιών. Σε αυτή την περίπτωση ο οργανισμός παράγει αντισώματα, τα οποία ενώνονται με τα αντιγόνα (αλλεργιογόνα) πάνω σε ορισμένα κύτταρα. Η ένωση αυτή προκαλεί την έξοδο μιας ουσίας, της ισταμίνης, η οποία ευθύνεται για τα αλλεργικά φαινόμενα, όπως βήχα, συνάχι, κοκκίνισμα, πρήξιμο, ακόμη και για πιο σοβαρά συμπτώματα, όπως πνευμονικό οίδημα.
Κατά τις μεταμοσχεύσεις οργάνων υπάρχει ενδεχόμενο ο οργανισμός του λήπτη να θεωρήσει το μόσχευμα ξένο σώμα, να ανιχνεύσει σε αυτό αντιγόνα και τα λεμφοκύτταρά του να ενωθούν με τα κύτταρα του μοσχεύματος. Έτσι το απομονώνει από την κυκλοφορία του αίματος και το απορρίπτει.
Ανοσοκαταστολή. Καταστολή της ανοσιακής απάντησης του οργανισμού. Η πρόληψη της απόρριψης του μοσχεύματος σε μεταμοσχεύσεις οργάνων (νεφρού, καρδιάς, μυελού των οστών κ.ά.) είναι η πιο ευρέως χρησιμοποιούμενη εφαρμογή. Η ανοσοκαταστολή είναι επίσης απαραίτητη σε πολλές παθήσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται, συνολικά ή κατά ένα μέρος, αντιδράσεις ανώμαλης ανόσου απάντησης (αλλεργία, αυτοανοσία κτλ.).
Ανοσολογία ή ανοσοβιολογία. Κλάδος των βιολογικών επιστημών που ασχολείται με μια σειρά φαινομένων τα οποία παρατηρούνται στον οργανισμό του ανθρώπου. Αυτά τα φαινόμενα προκαλούνται από ορισμένες ουσίες, τα «αντιγόνα», που έχουν την ιδιότητα, όταν μπουν στον οργανισμό μας, να προκαλούν το σχηματισμό άλλων ουσιών ή κυττάρων, των «αντισωμάτων», και να αντιδρούν με αυτά. Ως αποτέλεσμα έχουμε αυτή τη σειρά φαινομένων, που στο ένα της άκρο βρίσκεται η ανοσία και στο άλλο η υπερευαισθησία (ή αλλεργία). Βασική προϋπόθεση για την εμφάνιση των φαινομένων της ανοσολογίας είναι να υπάρχουν στον οργανισμό μας ειδικά κύτταρα που έχουν την ιδιότητα, μόλις μπουν ξένες ουσίες σ' αυτόν (δηλαδή αντιγόνα), να το καταλαβαίνουν αμέσως και να σχηματίζουν τα αντισώματα, τα οποία πηγαίνουν και τις καταστρέφουν. Είναι, δηλαδή, ένας αμυντικός μηχανισμός που προφυλάγει τον άνθρωπο από κάθε ξένη βλαβερή ουσία που θα έρθει σε επαφή με τον οργανισμό του. Γι' αυτό η ανοσολογία αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο στην παθολογία της Ιατρικής.
Στην ανοσολογία βασίζεται η παραγωγή των εμβολίων και η θεραπευτική τους χρήση. Χορηγούνται δηλαδή αντιγόνα ιών και μικροβίων ή τα ίδια τα μικρόβια και οι ιοί, κατάλληλα εξασθενημένα, οπότε ο οργανισμός του ανθρώπου σχηματίζει αντισώματα ειδικά εναντίον τους. Σε περίπτωση μόλυνσης του οργανισμού από τους ίδιους μικροοργανισμούς, τα αντισώματα θα τους καταστρέψουν γρήγορα. Δηλαδή με τα εμβόλια εξασφαλίζεται ανοσία είτε μόνιμη είτε παροδική.
Ανοσοποιητικό σύστημα. Το σύνολο των παραγόντων ενός πολυκύτταρου οργανισμού που συνεργάζονται για την επίτευξη της ανοσίας. Σ’ αυτό περιλαμβάνονται κυρίως τα λευκά αιμοσφαίρια, λεμφοκύτταρα και μακροφάγα (βλ. λ. αίμα), αλλά και τα όργανα και οι ιστοί που τα παράγουν, τα διαφοροποιούν, τα συντονίζουν ή τα καταστρέφουν. Τέτοια όργανα είναι ο μυελός των οστών, λεμφαγγεία και λεμφαδένες, αδένες όπως οι αδενοειδείς εκβλαστήσεις (κρεατάκια), οι αμυγδαλές, ο θύμος αδένας, η σκωληκοειδής απόφυση.
Το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να αναγνωρίζει εκατομμύρια ξένες ουσίες (αντιγόνα) που εισέρχονται στον οργανισμό. Η ανοσολογική απόκριση ή ανοσοβιολογική αντίδραση του οργανισμού επιτυγχάνεται χάρη στη συμμετοχή και τη συνεργασία ειδικών ομάδων λεμφοκυττάρων που καθεμιά από αυτές αναλαμβάνει ειδική δράση. Συγκεκριμένα την αναγνώριση του αντιγόνου αναλαμβάνουν τα βοηθητικά Τ-λεμφοκύτταρα (Τ4), τα οποία στη συνέχεια ενεργοποιούν τα Β-λεμφοκύτταρα. Αυτά φέρουν στην επιφάνειά τους αντισώματα που αναγνωρίζουν τα αντιγόνα του εισβολέα και συνδέονται με αυτά. Η σύνδεση αυτή ενεργοποιεί τον πολλαπλασιασμό τους και τη διαφοροποίησή τους σε πλασματοκύτταρα και την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων των κατάλληλων αντισωμάτων, που ενώνονται με τα αντιγόνα του εισβολέα και τα εξουδετερώνουν. Αυτού του είδους η ανοσολογική αντίδραση με παραγωγή αντισωμάτων χαρακτηρίζεται ως χυμική ανοσία. Η όλη διαδικασία συνοδεύεται και από παραγωγή Β’ λεμφοκυττάρων που έχουν τη δυνατότητα να «θυμούνται» τα χαρακτηριστικά του αντιγόνου. Αυτά είναι τα κύτταρα μνήμης, τα οποία ενεργοποιούνται άμεσα σε κάθε επόμενη εισβολή του ίδιου αντιγόνου (βλ. λ. ανοσία).
Όταν ο οργανισμός προσβληθεί από ιό ή με την παρουσία καρκινικών κυττάρων ή κυττάρων από μεταμόσχευση, τα βοηθητικά Τ-λεμφοκύτταρα πολλαπλασιάζονται και επιτίθενται κατευθείαν στα κύτταρα εισβολής τα οποία και καταστρέφουν. Αυτού του τύπου η ανοσολογική απόκριση χαρακτηρίζεται ως κυτταρική ανοσία. Το σταμάτημα της ανοσολογικής αντίδρασης μετά την επιτυχή αντιμετώπιση του εισβολέα γίνεται με τη βοήθεια των κατασταλτικών Τ-λεμφοκυττάρων. Και στους δύο τύπους ανοσίας, τόσο στην κυτταρική όσο και στη χυμική, σχηματίζονται κύτταρα που διαθέτουν ανοσολογική μνήμη.
Κυτταρική ανοσία επιπλέον είναι ένας μηχανισμός που συμβάλλει και στην αντιμετώπιση της καρκινογένεσης.



Αντιαιμοφιλικοί παράγοντες. Οι παράγοντες που είναι απαραίτητοι για να πήξει το αίμα. Τα βασικά συστατικά που αναφέρονται συνήθως ως αντιαιμοφιλικοί παράγοντες είναι αυτά που η έλλειψή τους προκαλεί αιμοφιλία του τύπου Α, Β και Γ (βλ. λ. αίμα).
Αντιβιόγραμμα. Δοκιμασία προσδιορισμού της ευαισθησίας και τις ανθεκτικότητας των μικροοργανισμών στα αντιμικροβιακά χημειοθεραπευτικά. Οι δοκιμασίες αυτές γίνονται in vitro για τον καθορισμό του αντιβιοτικού, το οποίο πρέπει να χορηγηθεί για τη θεραπεία μιας συγκεκριμένης λοίμωξης. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται συνήθως είναι δύο: η μέθοδος αραίωσης σε δοκιμαστικούς σωλήνες και η μέθοδος διάχυσης σε στερεό θρεπτικό υλικό με δίσκους. Με τις παραπάνω μεθόδους προσδιορίζεται η «ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση» του αντιβιοτικού, δηλαδή αυτή στην οποία δεν παρατηρήθηκε ανάπτυξη των μικροοργανισμών.
α) Μέθοδος αραίωσης σε δοκιμαστικούς σωλήνες. Η δοκιμασία εκτελείται σε μια σειρά δοκιμαστικών σωληναρίων που περιέχουν αραιώσεις του αντιβιοτικού σε θρεπτικό ζωμό. Σε καθέναν από αυτούς τους σωλήνες τοποθετείται συγκεκριμένη ποσότητα από τη μικροβιακή καλλιέργεια που περιέχει τον υπό έλεγχο μικροοργανισμό και στη συνέχεια ακολουθεί επώαση για 18 έως 24 ώρες σε κλίβανο με θερμοκρασία 37°C. Μετά το τέλος της επώασης σημειώνεται η ελάχιστη αραίωση, συνεπώς και συγκέντρωση του αντιβιοτικού, στην οποία δεν αναπτύχθηκαν μικρόβια. Αυτή είναι η «ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση» του συγκεκριμένου αντιβιοτικού, η οποία είναι ουσιαστικά και η «μικροβιοκτόνος συγκέντρωση» του αντιβιοτικού αυτού. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται σε ειδικές περιπτώσεις, όπως σε βραδεία ενδοκαρδίτιδα, όπου είναι πολύ σημαντικό να προσδιορισθεί η ικανότητα ενός αντιβιοτικού να φονεύει ένα συγκεκριμένο στέλεχος μικροβίου.
β) Μέθοδος διάχυσης σε στερεό θρεπτικό υλικό με δίσκους. Η δοκιμασία αυτή είναι απλούστερη από την προηγούμενη και είναι η δοκιμασία εκλογής στην καθημερινή πράξη. Εμβολιάζεται το υπό μελέτη μικρόβιο σε στερεό θρεπτικό υλικό, το οποίο είναι τοποθετημένο σε τρυβλίο Petri, και στη συνέχεια στην επιφάνεια του θρεπτικού υλικού τοποθετούνται δίσκοι από διηθητικό χαρτί που περιέχουν ποσότητα αντιβιοτικού. Ο κάθε δίσκος, αναλόγως του είδους του αντιβιοτικού που περιέχει, έχει και διαφορετικό χρώμα. Το τρυβλίο επωάζεται σε κλίβανο 37°C, για 18 έως 24 ώρες. Σε αυτό το χρονικό διάστημα το αντιβιοτικό από τους χάρτινους δίσκους διαχέεται στο θρεπτικό υλικό. Μετά το τέλος της επώασης προσδιορίζεται το μέγεθος της ζώνης αναστολής της ανάπτυξης των μικροβίων γύρω από τους χάρτινους δίσκους και συγκρίνεται με τη διάμετρο της ζώνης αναστολής που σχηματίζουν πρότυπα στελέχη μικροβίων, με γνωστή ευαισθησία ως προς κάθε αντιβιοτικό που χρησιμοποιείται. Το συμπέρασμα που προκύπτει αφορά στο εάν το μικρόβιο χαρακτηρίζεται ως ανθεκτικό ή ευαίσθητο ως προς συγκεκριμένο αντιβιοτικό. Σημαντικό είναι η ποσότητα του αντιβιοτικού που περιέχει ο χάρτινος δίσκος να αντιστοιχεί στη θεραπευτική συγκέντρωση του αντιβιοτικού στο πλάσμα, έτσι ώστε ο in vitro προσδιορισμός να έχει αποτελέσματα κατά την in vivo χορήγηση του αντιβιοτικού. Για να θεωρηθεί το εξεταζόμενο στέλεχος μικροβίου ευαίσθητο στο αντιβιοτικό θα πρέπει η ζώνη αναστολής γύρω από το δίσκο να έχει διάμετρο μεγαλύτερη από 15 χιλιοστά. Με βάση τις προηγούμενες εργαστηριακές δοκιμασίες και σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα του ασθενή θα γίνει η επιλογή του κατάλληλου αντιμικροβιακού φαρμάκου.

Αντιγόνα, καρκινικά. Ουσίες που βρίσκονται σε νεοπλάσματα και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσουν την αντίδραση του ανοσολογικού συστήματος. Ορισμένες από τις ουσίες αυτές βρίσκονται μόνο σε νεοπλασματικά κύτταρα, ενώ άλλες βρίσκονται και σε φυσιολογικούς ιστούς ή σε εμβρυϊκούς ιστούς. Η ανίχνευσή τους συνεισφέρει στη διάγνωση ορισμένων όγκων και στην παρακολούθηση της πορείας του ασθενή μετά την αφαίρεση του όγκου.
Αντίδοτο. Ουσία που έχει την ιδιότητα να εξουδετερώνει την τοξική ενέργεια άλλης ουσίας. Τα αντίδοτα χρησιμοποιούνται στις δηλητηριάσεις. Ανάλογα με τον τρόπο που δρουν διακρίνονται:
α) Σε αντίδοτα που εξουδετερώνουν το δηλητήριο πριν απορροφηθεί από το γαστρεντερικό σωλήνα, οπότε αποφεύγονται οι τοπικές ενέργειες του δηλητηρίου και οι ενέργειες που προκύπτουν από την απορρόφησή του. Στην κατηγορία αυτή ανήκει το «γενικό αντίδοτο», που αποτελείται από ένα μέρος τανίνης, ένα μέρος «κεκαυμένης» μαγνησίας και δύο μέρη ενεργού ιατρικού άνθρακα.
β) Σε αντίδοτα που εξουδετερώνουν το δηλητήριο μετά την απορρόφησή του (διμερκαπρόλη, χηληκές ενώσεις).
γ) Σε αντίδοτα που ανταγωνίζονται (εξουδετερώνουν) τις φαρμακολογικές ενέργειες του δηλητηρίου (όπως π.χ. η αμφεταμίνη, που ανταγωνίζεται την παραλυτική ενέργεια των βαρβιτουρικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα).
Αντιεμετικά. Φάρμακα που έχουν την ιδιότητα να καταστέλλουν την τάση για έμετο. Τα φάρμακα αυτά καταπολεμούν τον έμετο που προκλήθηκε από άλλα φάρμακα (μορφίνη, τετρακυκλίνες κ.ά.) και διάφορες παθολογικές καταστάσεις (υπερεμεσία των εγκύων, νοσήματα από ακτινοβολία κτλ.). Επίσης καταπολεμούν τους μετεγχειρητικούς έμετους και τη ναυτία που προκαλείται από τα μεταφορικά μέσα.
Αντιισταμινικά. Τα φάρμακα που ανταγωνίζονται τη δράση της ισταμίνης και είναι έτσι χρήσιμα στη θεραπεία ορισμένων αλλεργικών αντιδράσεων. Έχουν επίσης και κάποια χρησιμότητα στη θεραπεία της αγγειοκινητικής ρινίτιδας. Ελαττώνουν τη ρινόρροια και τον πταρμό (φτάρνισμα), αλλά είναι λιγότερο αποτελεσματικά στην ανακούφιση της ρινικής συμφόρησης.
Όλα τα αντιισταμινικά είναι επίσης χρήσιμα στη θεραπεία της φαγούρας και ορισμένων αλλεργικών δερματικών εξανθημάτων, όπως τσιμπήματα και δαγκώματα από έντομα. Είναι επίσης χρήσιμα για τη θεραπεία αλλεργίας από φάρμακα. Ενέσεις χλωροφαινιραμίνης ή προμεθαζίνης είναι χρήσιμες στην επείγουσα θεραπεία του αγγειονευρωτικού οιδήματος και της αναφυλαξίας.
Υπάρχει μικρή ένδειξη ότι ένα αντιισταμινικό υπερέχει από το άλλο και η ανταπόκριση των ασθενών διαφέρει πάρα πολύ σε αυτά.
Τα αντιισταμινικά διαφέρουν επίσης στη διάρκεια δράσης τους και στην εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως η υπνηλία. Μερικά είναι μικρής διάρκειας, αλλά μερικά (όπως η προμεθαζίνη) λειτουργούν για περισσότερο από 12 ώρες. Όλα προκαλούν ηρεμία (δράση ηρεμιστική), αλλά η προμεθαζίνη, η τριμεπραζίνη και η διμενδρινάτη (dramamine), τείνουν να προκαλούν περισσότερη ηρεμιστική δράση, ενώ η χλωροφαινιραμίνη και η κυκλιζίνη λιγότερη, όπως και η οστεμιζόλη, το αξατομίδιο και η τερφαιναδίνη.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι μπορεί να επηρεαστεί η ικανότητά τους να οδηγούν αυτοκίνητο ή να χειρίζονται μηχανήματα και ότι η δράση του αλκοόλ, εάν ληφθεί συγχρόνως, επιτείνεται.
Αντικαταθλιπτικά.Τα φάρμακα που ανακουφίζουν από την καταθλιπτική νόσο που χαρακτηρίζεται από κατασταλμένο ή ανύπαρκτο συναίσθημα, αδυναμία συγκέντρωσης, απώλεια του ενδιαφέροντος, χαμηλή αυτοεκτίμηση και διαταραχές του ύπνου και της όρεξης. Αν και μερικά μπορεί να έχουν ηρεμιστική δράση, διαφέρουν αρκετά από τα ήπια ηρεμιστικά, όπως είναι η οικογένεια των βενζοδιαζεπινών. Ανοχή και έξη δε συμβαίνουν κατά τη λήψη τους, έτσι δεν είναι εξαρτησιογόνα.
Αντιόξινα. Κατηγορία φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία γαστρεντερικών παθήσεων κυρίως του πεπτικού έλκους και της οισοφαγίτιδας. Πρόκειται για ασθενείς βάσεις που αντιδρούν με το υδροχλωρικό οξύ, το οποίο παράγεται από τα καλυπτήρια κύτταρα των ιδίων γαστρικών αδένων του στομάχου και σχηματίζουν μη απορροφήσιμα άλατα. Με τον τρόπο αυτό εξουδετερώνεται η οξύτητα του υδροχλωρικού οξέος και τα συμπτώματα του πόνου και του αισθήματος πίεσης στο επιγάστριο υποχωρούν. Στην κατηγορία των αντιόξινων ανήκουν τα εξής: α) Διττανθρακικό νάτριο. Η χρήση του διττανθρακικού νατρίου προκαλεί γρήγορη ανακούφιση από τον πόνο του πεπτικού έλκους, παρουσιάζει όμως μειονεκτήματα όπως πρόκληση συστηματικής αλκάλωσης, υπέρταση (εξαιτίας της μεγάλης του περιεκτικότητας σε νάτριο) και υπερασβεσταιμία και επεισόδια νεφρολιθίασης, όταν λαμβάνεται συγχρόνως με μεγάλες ποσότητες γάλακτος και άλλων αντιόξινων που περιέχουν ασβέστιο. β) Ανθρακικό ασβέστιο. Η εξουδετέρωση του υδροχλωρικού οξέος που προκαλείται από τη χρήση του ανθρακικού ασβεστίου είναι μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνη που προκαλεί το διττανθρακικό νάτριο, όμως, είναι δυνατό να προκαλέσει επανέκκριση γαστρικού υγρού και δυσκοιλιότητα. γ) Υδροξείδιο του αργιλίου. Χρησιμοποιείται συνήθως συμπληρωματικά, σε συνδυασμό με αποκλειστές των Η2 υποδοχέων της ισταμίνης, εξαιτίας των ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλεί η χρήση τους. Στις ανεπιθύμητες αυτές ενέργειες περιλαμβάνεται η δυσκοιλιότητα, η υποφωσφαταιμία και οι αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα όπως είναι οι τετρακυκλίνες, εξαιτίας του σχηματισμού χημικών ενώσεων με τα σκευάσματα του αργιλίου. δ) Υδροξείδιο του μαγνησίου, ανθρακικό μαγνήσιο και τριπυριτικό μαγνήσιο. Τα άλατα αυτά του μαγνησίου αντιδρούν με το υδροχλωρικό οξύ του στομάχου και σχηματίζουν ευδιάλυτες ενώσεις, όπως το χλωριούχο μαγνήσιο, είτε ενώσεις κολλοειδούς σύστασης με προσροφητικές ιδιότητες, όπως το πυριτικό οξύ. Οι ιδιότητες αυτές ενισχύουν την αντιόξινη δράση των σκευασμάτων αυτών και έτσι εμφανίζουν σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως ταχεία και μακράς διάρκειας ενέργεια, έλλειψη απορροφητικότητας και συνεπώς όχι φαινόμενα συστηματικής αλκάλωσης και μεγάλη εξουδετερωτική ικανότητα.
Αντιπηκτικό ή αντιθρομβωτικό. Κάθε ουσία η οποία εμποδίζει το σχηματισμό θρόμβων του αίματος. Η ηπαρίνη είναι ένα φυσικό αντιπηκτικό, το οποίο χρησιμοποιείται για τη θεραπεία καταστάσεων, όπως η θρόμβωση και η εμβολή. Συνθετικά αντιπηκτικά περιλαμβάνουν τη γαρφαρίνη και τη δικουμαρόλη.
Αντιπυρετικά. Φάρμακα τα οποία χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του πυρετού. Ο πυρετός προκαλείται από πολλά αίτια, τα οποία γενικά ονομάζονται εξωγενή πυρετογόνα. Αυτά προκαλούν διέγερση των μονοκυττάρων και μακροφάγων προς παραγωγή ιντερλευκίνης-1 και άλλων κυττοκινών, οι οποίες ονομάζονται ενδογενή πυρετογόνα και δρουν στα ενδοθηλιακά κύτταρα του υποθαλάμου, με αποτέλεσμα την παραγωγή προσταγλανδινών. Οι προσταγλανδίνες αυτές διεγείρουν ειδικούς νευρώνες, οι οποίοι ελέγχουν τη θερμοκρασία του οργανισμού και προκαλούν αύξησή της. Η βιοσύνθεση των προσταγλανδινών αρχίζει από φωσφολιπίδια, τα οποία μέσω ενός ενζύμου που λέγεται φωσφολιπάση Α2 μετατρέπονται σε αραχιδονικό οξύ και αυτό στη συνέχεια μπορεί να ακολουθήσει δύο δρόμους: μετατροπή σε λευκοτριένια μέσω της λιποξυγενάσης ή μετατροπή σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια και προσταγλανδίνες μέσω της κυκλοοξυγενάσης.
Τα αντιπυρετικά φάρμακα στοχεύουν στην αναστολή του ενζύμου της κυκλοξυγενάσης και με αυτόν τον τρόπο την αναστολή παραγωγής προσταγλανδινών στο θερμορυθμιστικό κέντρο του οργανισμού. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι τα φάρμακα αυτά δρουν διαμέσου αναστολής ή μείωσης της αυξημένης σύνθεσης προσταγλανδινών, ύστερα από επίδραση εξωγενούς παράγοντα, και γι’ αυτό το λόγο δεν επιφέρουν περαιτέρω πτώση της θερμοκρασίας του σώματος κάτω από το φυσιολογικό, ιδιαίτερα όταν λαμβάνονται και για άλλους σκοπούς.
Αντισηπτικά. Φαρμακευτικά παρασκευάσματα. Προλαμβάνουν την ανάπτυξη των μικροοργανισμών που προκαλούν λοιμώξεις χωρίς να βλάπτουν τους ζώντες ιστούς.
Τα αντισηπτικά δρουν είτε φονεύοντας τα μικρόβια (μικροβιοκτόνος δράση) είτε αναστέλλοντας τον πολλαπλασιασμό των μικροβίων (μικροβιοστατική δράση). Ωστόσο δεν καταστρέφουν όλα τα βακτηρίδια ούτε τους ιούς ούτε και τους σπόρους. Ένα ιδανικό αντισηπτικό θα πρέπει να καταστρέφει πολλά είδη μικροβίων, να είναι φθηνό, να μην είναι δυσεύρετο, να μην προκαλεί ερεθισμό των ιστών, να μην είναι τοξικό, να είναι σταθερό και να μην αλλοιώνεται κατά την επαφή του με τα υγρά του σώματος και τα ιατρικά εργαλεία και τέλος να εμφανίζει ταχεία δράση.
Η αντισηψία στην καθημερινή πράξη επιτυγχάνεται με τη χρήση των εξής αντισηπτικών: α) Αλκοόλες. Χρησιμοποιούνται η αιθυλική και η ισοπροπυλική αλκοόλη είτε ως μετουσιωμένες είτε ως απόλυτες. β) Ιώδιο. Χρησιμοποιείται είτε ως οινοπνευματικό διάλυμα είτε ως βάμμα ιωδίου, δηλαδή διάλυμα ιωδίου και ιωδιούχου καλίου σε οινόπνευμα. Σήμερα χρησιμοποιούνται ενώσεις του ιωδίου με επιφανειοδραστικές ουσίες που διευκολύνουν τη διαλυτότητα και ονομάζονται ιωδιοφόρα. Τα ιωδιοφόρα έχουν την ικανότητα να απελευθερώνουν με βραδύ ρυθμό ελεύθερο ιώδιο σε υδατικό διάλυμα και έχουν μικροβιοκτόνες και μυκοβακτηριδιοκτόνες ιδιότητες. γ) Ενώσεις μετάλλων, όπως ο νιτρικός άργυρος και ο διχλωριούχος υδράργυρος. δ) Οξειδωτικές ουσίες, όπως το υπεροξείδιο του υδρογόνου και το υπερμαγγανικό κάλιο. ε) Εξαχλωροφαίνιο και χλωροεξιδίνη. στ) Φαινόλες και κρεσόλες, οι οποίες όμως εμφανίζουν ισχυρή οσμή και τοξικότητα και δε χρησιμοποιούνται παρά μόνο τα αλκυλιωμένα παράγωγά τους ή σε συνδυασμό με απορρυπαντικά. ζ) Σαπωνίνες.
Η αντισηψία εφαρμόζεται σε τραύματα, εγκαύματα, στην έκπλυση κοιλοτήτων, στο πλύσιμο των χεριών του προσωπικού χειρουργείων, στο χειρουργικό πεδίο και στην προεγχειρητική προετοιμασία.
Άντισον, νόσος. Ασθένεια, η οποία φέρει το όνομα του Άγγλου γιατρού Τόμας Άντισον, που πρώτος την περιέγραψε.
Η νόσος του Άντισον (η χρόνια επινεφριδική ανεπάρκεια) οφείλεται κυρίως σε φυματίωση των επινεφριδίων ή σε άγνωστα αίτια. Πιο σπάνια παρατηρείται σε καρκίνο, σύφιλη, λευχαιμία, αιμοχρωμάτωση κτλ. με επινεφριδική εντόπιση. Γενικά είναι σπάνια πάθηση και, για να εκδηλωθεί, πρέπει η καταστροφή του φλοιού των επινεφριδίων να είναι ολοκληρωτική. Τα συμπτώματα είναι προοδευτική αδυναμία και μελανό χρώμα του δέρματος, ιδίως στα μέρη που είναι ακάλυπτα. Συχνά εμφανίζονται μελανές κηλίδες μέσα στο στόμα, δηλαδή στα ούλα, στα χείλη κ.α. Παρατηρούνται επίσης εμετοί, ανορεξία, δυσκοιλιότητα ή διάρροιες και ιδιαίτερη επιθυμία για αλμυρά φαγητά. Στη συνέχεια το άτομο αδυνατίζει, έχει αϋπνίες και παρουσιάζει χαρακτηριστική υπόταση και χαμηλή θερμοκρασία του σώματος. Συχνές είναι οι «αντισονικές κρίσεις», οι οποίες προκαλούν εμετούς, ανησυχία, πονοκεφάλους, μεγάλη πτώση της αρτηριακής πίεσης, μεγάλη αδυναμία και συχνά αρρυθμίες, πόνο στην κοιλιά και σοκ ή λήθαργο και κώμα.
Αντιυπερτασικά φάρμακα. Ομάδα φαρμάκων που χρησιμοποιούνται εναντίον της υπέρτασης. Η μη θεραπευμένη υπέρταση οδηγεί σε καρδιακά επεισόδια, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και καρδιακή ανεπάρκεια. Η υψηλή συχνότητα υπέρτασης στις δυτικές κοινωνίες έχει οδηγήσει στην εντατική έρευνα για την ανακάλυψη αντιυπερτασικών φαρμάκων και σήμερα κυκλοφορούν πολλά στην αγορά. Τα φάρμακα αυτά μπορεί να δρουν ελαττώνοντας τη δύναμη συστολής της καρδιάς, διαστέλλοντας τα αιμοφόρα αγγεία ή αυξάνοντας την απέκκριση άλατος και ύδατος με τα ούρα (διούρηση). Η αντιυπερτασική θεραπεία έχει κατά πολύ βελτιώσει την πρόγνωση των ασθενειών με υψηλή αρτηριακή πίεση, ελαττώνοντας τη συχνότητα της καρδιακής και νεφρικής ανεπάρκειας, των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων και της στεφανιαίας θρόμβωσης. Μεταξύ των χρησιμοποιούμενων φαρμάκων είναι τα διουρητικά, οι αναστολείς των β-αδρενεργικών υποδοχέων, οι αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου, οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, αγγειοδιασταλτικά και κεντρικά δρώντα παράγωγα, όπως τα μεθυλντόπια.
Αντιφλεγμονώδη. Φάρμακα που καταπολεμούν τη φλεγμονή. Χρησιμοποιούνται μαζί με τα αντιβιοτικά σε αλλεργικές ασθένειες (έκζεμα, άσθμα, κνίδωση), στα λοιμώδη νοσήματα και στις ρευματικές παθήσεις. Τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα είναι ορμονικής ή χημικής φύσης. Στα πρώτα ανήκουν η κορτιζόνη, η υδροκορτιζόνη, η κορτικοτροπίνη κ.ά. Στα τελευταία τα διάφορα σαλικυλικά παράγωγα, η φαινυλοβουταζόνη κ.ά.
Αντίχειρας. Το πρώτο δάκτυλο του πρόσθιου άκρου ενός τετράποδου σπονδυλωτού. Περιλαμβάνει δύο φάλαγγες. Στον άνθρωπο (λέγεται και μέγας) και στα ανώτερα πρωτεύοντα θηλαστικά είναι ο αντιτακτικός (δηλαδή μπορεί να αντικρίζει και να αγγίζει τα άλλα δάκτυλα), ιδιότητα που δίνει στο χέρι μεγαλύτερη ικανότητα χειρισμού. Σε μερικά θηλαστικά το μεγάλο δάκτυλο απουσιάζει.
Αξονική τομογραφία. Ακτινοδιαγνωστική εξέταση που βασίζεται στον ανασχηματισμό της εσωτερικής αρχιτεκτονικής μορφολογίας των διάφορων οργάνων του σώματος από τη σύνθεση πολλαπλών προβολών της εξεταζόμενης περιοχής του σώματος. Η διαδικασία του ανασχηματισμού της εικόνας γίνεται με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τρεις βασικοί παράγοντες εξασφαλίζουν καλή απεικόνιση με την ικανότητα να διαχωρίζουν ελάχιστες διαφορές πυκνότητας. Οι παράγοντες αυτοί είναι οι εξής: α) πολύ στενή δέσμη ακτίνων Χ για την απόκτηση στοιχείων, β) ανακατασκευή εικόνας ενός τμήματος από μία σειρά προβολών με λήψη από διαφορετικές γωνίες γύρω από το υπό μελέτη αντικείμενο (τρισδιάστατη δομή), χωρίς επιπροβολή «σκιών» υπερκείμενων και υποκείμενων οργάνων, και γ) ελαχιστοποίηση του θορύβου στα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την ανακατασκευή της εικόνας.
Με την αξονική τομογραφία, σε ένα επίπεδο, το οποίο ορίζει μια εγκάρσια τομή του σώματος, κάθετα προς τον επιμήκη άξονα του σώματος, προσπίπτει δέσμη ακτίνων Χ και στη συνέχεια ανιχνεύεται η ένταση της εξερχόμενης δέσμης. Για τη λήψη κάθε τομής, η ακτινολογική λυχνία διαγράφει μια περιστροφική κίνηση γύρω από τον επιμήκη άξονα του σώματος του ασθενή. Ταυτόχρονα, η λυχνία εκπέμπει μια λεπτή δέσμη ακτινοβολίας προς διαφορετικές προβολικές κατευθύνσεις. Η ακτινωτή αυτή δέσμη περνάει με αυτόν τον τρόπο από όλα τα σημεία της τομής και βγαίνει εξασθενημένη σε ποσοστό που εξαρτάται από την πυκνότητα και την ατομική σύσταση του ιστού, ο οποίος παρεμβάλλεται στη διαδρομή της. Οι τιμές εξασθένησης καταγράφονται από κάθε προβολή με τη βοήθεια ανιχνευτών, οι οποίοι βρίσκονται σε αντιδιαμετρική θέση με την εστία της ακτινολογικής λυχνίας. Ο ανιχνευτής αποτελείται από ένα φωτοευαίσθητο κρύσταλλο και ένα φωτοπολλαπλασιαστή. Το σύνολο των πληροφοριών που καταγράφονται σε κάθε θέση ονομάζεται «προβολή». Ύστερα από μια πλήρη σάρωση, το σύστημα της ακτινολογικής λυχνίας με το φωτοπολλαπλασιαστή περιστρέφεται κατά μια μοίρα γύρω από έναν κάθετο, στο τμήμα που θα απεικονιστεί, άξονα. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται και δεύτερη διερεύνηση. Αυτό γίνεται 180 φορές για ένα σύνολο 180 ή 360 μοιρών, γύρω από τον ασθενή. Τα στοιχεία που συγκεντρώνονται, δηλαδή οι τιμές των εντάσεων της εξασθενημένης δέσμης ακτίνων Χ αποτελούνται από μια σειρά «προφίλ» των ακτίνων Χ στους ιστούς που διασταυρώνονται σε 180 ή 360 διαφορετικές γωνίες.
Η ανακατασκευή της εικόνας βασίζεται στις τιμές των συντελεστών εξασθένησης της ακτινοβολίας. Ο υπολογισμός των τιμών αυτών γίνεται με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή με κάποια μαθηματική μέθοδο, σύμφωνα με την οποία χρησιμοποιούνται ως δεδομένα οι τιμές έντασης εισόδου - εξόδου της δέσμης των ακτίνων Χ με βάση την εξίσωση Ι = Ιοe-μχ, όπου Ιο η ένταση ακτινοβολίας εισόδου, Ι η ένταση της ακτινοβολίας εξόδου, e μια σταθερά, μ ο συντελεστής εξασθένησης της δέσμης και χ το πάχος του σώματος το οποίο πέρασε η ακτινοβολία. Η τελική εικόνα φαίνεται σε συσκευή τηλεόρασης, με διαβαθμίσεις της φωτεινότητας μεταξύ λευκού και μαύρου, οι οποίες αντιστοιχούν στην τιμή του συντελεστή εξασθένησης της αντίστοιχης μονάδας. Περιοχές του σώματος με υψηλό συντελεστή εξασθένησης, όπως τα οστά, εμφανίζονται λευκές, ενώ περιοχές με μικρό συντελεστή εξασθένησης, όπως ο αέρας ή οι μαλακοί ιστοί, εμφανίζονται ως γκρίζες ή μαύρες. Υπάρχει και δυνατότητα έγχρωμης απεικόνισης.
Ο εξοπλισμός ενός αξονικού τομογράφου περιλαμβάνει τη συσκευή παραγωγής ακτίνων Χ, τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και το σύστημα παρουσίασης της εικόνας. Η δόση ακτινοβολίας στο δέρμα, για μια τομή είναι περίπου 2 rad, δόση μεγαλύτερη από αυτή που αντιστοιχεί σε μια απλή ακτινογραφία θώρακα (5-15 mrad).
Αορτή. Η μεγαλύτερη αρτηρία του κυκλοφορικού συστήματος του ανθρώπου που χρησιμεύει για την αποστολή του αίματος από την καρδιά σε όλο το σώμα. Η αορτή είναι ένας ελαστικός σωλήνας, με παχύ τοίχωμα που έχει την ιδιότητα να διαστέλλεται, όταν δέχεται το αίμα από την καρδιά, και στη συνέχεια να συσπάται ισχυρά, με αποτέλεσμα την εξώθηση του αίματος προς τις μικρότερες αρτηρίες οι οποίες κάνουν το ίδιο, ώστε η ροή του αίματος να γίνεται συνέχεια και να μη διακόπτεται καθόλου.
Διακρίνουμε στην αορτή τρία μέρη: α) Την ανιούσα αορτή, η οποία αρχίζει από την αριστερή κοιλία της καρδιάς, με την οποία επικοινωνεί με αρκετά φαρδύ στόμιο. Το στόμιο αυτό κλείνει με ειδικές βαλβίδες, κατά τη φάση της διαστολής της καρδιάς. Η ανιούσα αορτή ανεβαίνει προς τα πάνω και στο δρόμο της δίνει δύο μικρές αρτηρίες, τις «στεφανιαίες», οι οποίες μοιράζουν αίμα στην ίδια την καρδιά. β) Το αορτικό τόξο πάνω από την καρδιά. Από τα δεξιά προς τα αριστερά δίνει ορισμένες αρτηρίες, δηλαδή την «ανώνυμη», την «αριστερή κοινή καρωτίδα» και την «αριστερή υποκλείδια». Οι αρτηρίες αυτές μοιράζουν αίμα στο κεφάλι, το λαιμό και τα άνω άκρα. γ) Την κατιούσα αορτή, συνέχεια του αορτικού τόξου, η οποία κατεβαίνει προς τα κάτω πίσω από την καρδιά και, όταν φτάσει στο ύψος του 4ου οσφυϊκού σπονδύλου, χωρίζεται σε δύο μεγάλες αρτηρίες, την «αριστερή» και τη «δεξιά κοινή λαγόνια», οι οποίες δίνουν μικρότερα παρακλάδια που τελικά καταλήγουν στα πέλματα των ποδιών. Στο δρόμο της αυτό η κατιούσα αορτή δίνει αίμα σε όλο το υπόλοιπο σώμα.
Όπως αρχικά αναφέρθηκε, το στόμιο της αορτής προς την αριστερή κοιλία της καρδιάς κλείνεται από ένα σύστημα με τρεις μικρές μηνοειδείς βαλβίδες. Στη φάση της συστολής της καρδιάς οι βαλβίδες ανοίγουν προς το εσωτερικό της αορτής και επιτρέπουν στο αίμα να περάσει μέσα στην αορτή. Στη φάση της διαστολής οι βαλβίδες κλείνουν και έτσι δεν μπορεί να γυρίσει το αίμα πίσω, από την αορτή στην καρδιά. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις, οι βαλβίδες αυτές παθαίνουν βλάβη και είτε προκαλούν στένωση του στομίου της αορτής (στένωση αορτής) είτε δεν μπορούν να κλείσουν καλά (ανεπάρκεια αορτής). Στη στένωση της αορτής το αίμα δεν μπορεί να περάσει εύκολα από την καρδιά στην αορτή, με αποτέλεσμα να μένει μία ποσότητά του στην καρδιά. Στην επόμενη συστολή η καρδιά θα πρέπει να κουραστεί περισσότερο για να στείλει και το αίμα που περίσσεψε και έτσι τελικά παθαίνει υπερτροφία και ανεπάρκεια. Στην ανεπάρκεια της αορτής, κατά τη φάση της διαστολής, μια ποσότητα αίματος επιστρέφει πίσω στην αριστερή κοιλία της καρδιάς, επειδή οι βαλβίδες του αορτικού στομίου δεν κλείνουν καλά. Στην επόμενη συστολή θα πρέπει η καρδιά να καταβάλει μεγαλύτερη δύναμη για να διώξει συγχρόνως και το πιεσμένο αίμα. Έτσι, τελικά η καρδιά κουράζεται και παθαίνει ανεπάρκεια. Αιτία των παθήσεων αυτών της αορτής είναι συνήθως ο ρευματικός πυρετός.
Άλλες παθήσεις της αορτής είναι η αρτηριοσκλήρωση, η οποία συμβαίνει σε μεγάλη ηλικία του ατόμου, συνίσταται σε βλάβη και σκληρότητα του τοιχώματος της αορτής και οδηγεί σε καρδιακή ανεπάρκεια. Τα ανευρύσματα της αορτής είναι πολύ συχνά και οφείλονται σε σύφιλη της αορτής, αρτηριοσκλήρωση, συγγενείς παθήσεις της καρδιάς κ.ά. Τα πιο επικίνδυνα είναι τα διαχωριστικά ανευρύσματα, γιατί απλώνονται πολύ γρήγορα και σπάζουν πολύ εύκολα, με αποτέλεσμα το θάνατο του ασθενούς.
Αορτικό τόξο. Το δεύτερο τμήμα της αορτής, το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ ανιούσας και κατιούσας αορτής. Εκτείνεται από την πρόσφυση του ινώδους περικαρδίου έως την πρόσφυση του αρτηριακού συνδέσμου ή έως τον ισθμό της αορτής, δηλαδή αμέσως πάνω από την πρόσφυση του αρτηριακού συνδέσμου. Η αρχή της πορείας του αντιστοιχεί στο άνω χείλος του δεύτερου δεξιού πλευρικού χόνδρου, το κυριότερο σημείο του στη μέση της λαβής του στέρνου και στην κάτω επιφάνεια του σώματος του τρίτου θωρακικού σπονδύλου και, τέλος, το πέρας του βρίσκεται στο αριστερό πλάγιο του τέταρτου θωρακικού σπονδύλου. Το αορτικό τόξο φέρεται λοξά από τα δεξιά και εμπρός προς τα αριστερά και πίσω, εφιππεύοντας στη ρίζα του αριστερού πνεύμονα. Το κυρτό του τμήμα βρίσκεται σε επαφή με την αριστερή ανώνυμη φλέβα και χορηγεί από τα δεξιά προς τα αριστερά την ανώνυμη αρτηρία, την αριστερή κοινή καρωτίδα και την αριστερή υποκλείδια αρτηρία που είναι αρτηριακά στελέχη τα οποία αιματώνουν την κεφαλή, τον τράχηλο και τα άνω άκρα.
Απαγωγοί μύες. Οι μύες που εκτελούν απαγωγική κίνηση, δηλαδή απομακρύνουν ένα μέλος του σώματος από τη μέση γραμμή του. Οι κυριότεροι απαγωγοί μύες είναι στα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών και οι μύες στην ωμοπλάτη, το βραχίονα και το μηρό.
Απευθυσμένο. Το τελικό τμήμα του παχέος εντέρου, το οποίο υποδέχεται τα κόπρανα και τα αποβάλλει από τον πρωκτό. Με το απευθυσμένο επιτελείται η λειτουργία της αφόδευσης. Η πέψη των τροφών τελειώνει στο λεπτό έντερο, το οποίο και απορροφά τις χρήσιμες ουσίες, ενώ τις άχρηστες τις διώχνει προς το παχύ έντερο. Εκεί οι ουσίες αυτές διαμορφώνονται σε κόπρανα και με τις περισταλτικές κινήσεις του εντέρου σπρώχνονται στο απευθυσμένο. Το απευθυσμένο είναι ένας σωλήνας πολύ φαρδύς, μοιάζει με σάκο που είναι πιο φαρδύς προς τα κάτω (κοπροδόχος λήκυθος) και παραλαμβάνει εκεί τα κόπρανα, τα οποία κρατά. Όταν μαζευτούν αρκετά, τότε προκαλείται το αίσθημα της πλήρωσης και με κατάλληλες συσπάσεις, τόσο του απευθυσμένου όσο και των μυών της κοιλιάς, σπρώχνονται τα κόπρανα προς τον πρωκτό (δακτύλιο), ο οποίος βρίσκεται στο βάθος της σχισμής των γλουτών. Τότε ο πρωκτός διαστέλλεται και γίνεται η αφόδευση.
Απινιδιστής. Συσκευή η οποία χρησιμοποιείται για τη διοχέτευση ηλεκτρικού ρεύματος στο μυοκάρδιο, έτσι ώστε να δημιουργηθεί κατάσταση όμοιου ερεθισμού στο μυοκάρδιο των κοιλιών. Αποτέλεσμα της δράσης του απινιδιστή είναι, μετά το τεχνητά προκαλούμενο σοκ, οι καρδιακές ίνες να βρεθούν σε κατάσταση ανερέθιστη, οπότε και παύει ο αρχικός ινιδισμός, ενώ συνήθως η καρδιά αποκτά τους φυσιολογικούς της ρυθμούς. Οι καρδιακοί απινιδιστές χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις επείγουσας αντιμετώπισης επικίνδυνων αρρυθμιών, όπως ο ινιδισμός των καρδιακών κόλπων, για την καρδιακή ανάταξη σε μια σειρά άλλων αρρυθμιών καθώς και σε εγχειρήσεις ανοιχτής καρδιάς για τον απινιδισμό των κοιλιών. Οι διαφορές δυναμικού (τάση) που αναπτύσσονται ανάμεσα στα ηλεκτρόδια των απινιδιστών φθάνουν μέχρι και 3.500 Volt, ενώ το ηλεκτρικό ρεύμα που διοχετεύεται στο θώρακα για να προκαλέσει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα πρέπει να έχει ένταση μερικές δεκάδες μικροαμπέρ. Η ενέργεια που αποδίδεται από τη συσκευή υπολογίζεται σε μονάδες Τζάουλ. Οι πιο διαδομένοι απινιδιστές είναι αυτοί που στο κύκλωμά τους διαθέτουν πυκνωτή και πηνίο. Τα ηλεκτρόδια τους είναι μεταλλικές πλάκες με μονωμένες λαβές, τα οποία τοποθετούνται στο θωρακικό τοίχωμα σε σημεία όπου έγινε επίχριση ρευστού με χαμηλή ηλεκτρική αντίσταση, ώστε να υπάρχει αγώγιμη επαφή με το σώμα. Η θέση τους πρέπει να είναι τέτοια, ώστε το ηλεκτρικό ρεύμα που θα διοχετευθεί για χρονικό διάστημα 100-250 msec να διαπερνάει όλο το μυοκάρδιο. Σε περίπτωση αποτυχίας ο απινιδισμός μπορεί να επαναληφθεί. Ο απινιδισμός διακρίνεται σε εξωτερικό καρδιακό απινιδισμό και σε άμεσο καρδιακό απινιδισμό.
Απίσχανση. Έκδηλη απώλεια βάρους, ένα κοινό σύμπτωμα σε πολλές παθήσεις, ειδικά σε όσες συνοδεύονται από μια παρατεταμένη άνοδο της θερμοκρασίας, όπως η φυματίωση. Συνοδεύεται επίσης από παθήσεις του πεπτικού συστήματος, στις οποίες η πέψη είναι ανεπαρκής ή στις οποίες η τροφή δεν μπορεί να απορροφηθεί πλήρως (π.χ. στη μακροχρόνια διάρροια ανεξάρτητης αιτιολογίας). Είναι, επίσης, ένα αξιοσημείωτο στοιχείο κακοηθών παθήσεων.
Απογαλακτισμός. Η χρονική περίοδος κατά την οποία το γάλα της μητέρας παύει να είναι η μόνη τροφή του βρέφους και αντικαθίσταται σταδιακά από άλλες τροφές (άλευρα, αβγά, χορτόσουπες, κρέας κ.ά.). Κατά τον απογαλακτισμό πρέπει να παρακολουθείται το βάρος του παιδιού και η γενική κατάστασή του.
Απολύμανση. Η εξουδετέρωση των μικροβίων με διάφορα μέσα από μια περιοχή του σώματος ή από διάφορα αντικείμενα (εργαλεία, κλινοσκεπάσματα, ενδύματα κ.ά.) ή από εκτεταμένες σκληρές επιφάνειες (τοίχους, δάπεδα κτλ.), χωρίς όμως να επιτυγχάνεται η καταστροφή των σπόρων των μικροβίων. Το δέρμα του ανθρώπινου σώματος είναι γεμάτο από διάφορους μικροοργανισμούς, ιδιαίτερα στις τρίχες και τους θυλάκους τους, στους ιδρωτοποιούς αδένες και στις δερματικές πτυχές. Ακόμη και στους βλεννογόνους υπάρχει πληθώρα μικροοργανισμών, όπως στα μάτια, τη μύτη, το στόμα κτλ. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είναι βλαβεροί για τον άνθρωπο· υπάρχουν όμως μεταξύ τους και ορισμένοι, τους οποίους παίρνουμε με την επαφή διάφορων μολυσμένων αντικειμένων και είναι βλαβεροί.
Τα σύγχρονα μέσα απολύμανσης λοιπόν είναι ήπια, ώστε να μη βλάπτεται το δέρμα και οι βλεννογόνοι. Η δράση τους καταστρέφει ένα μεγάλο αριθμό μικροοργανισμών και περιορίζει τη βλαβερή ικανότητα των υπολοίπων.
Για την καταστροφή όλων των ζωντανών οργανισμών και των σπορίων χρησιμοποιείται η αποστείρωση.
Αποπληξία. Τριάδα νευρολογικών παθήσεων, οι οποίες έχουν το κοινό χαρακτηριστικό ότι αφορούν τον εγκέφαλο, έχουν συμπτώματα που εισβάλλουν απότομα, σαν να κεραυνοβολούν τον άρρωστο και προκαλούν παραλύσεις και κώμα, δηλαδή απώλεια της συνείδησης. Οι παθήσεις αυτές είναι η εγκεφαλική αιμορραγία, η θρόμβωση και η εμβολή του εγκεφάλου.
1. Εγκεφαλική αιμορραγία. Είναι η αιμορραγία από κάποιο αγγείο του εγκεφάλου και προσβάλλει κυρίως αρτηριοσκληρωτικούς ασθενείς. Συνήθως σπάει ένας κλάδος της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας, οπότε η περιοχή του εγκεφάλου που έπαιρνε από αυτόν αίμα, ξαφνικά παύει να τροφοδοτείται. Ως αποτέλεσμα έχουμε την απότομη εμφάνιση ζάλης ή ιλίγγων, ο άρρωστος πέφτει κάτω και αμέσως έχει απώλεια της συνείδησης, δηλαδή πέφτει σε κώμα, ενώ ταυτόχρονα παραλύει το μισό του σώμα (ημιπληγία), είτε το δεξιό είτε το αριστερό. Άλλοτε πάλι η παράλυση έρχεται αργότερα ή και το κώμα επίσης. Συχνά μάλιστα η αρτηριακή πίεση γίνεται υψηλή.
2. Εγκεφαλική θρόμβωση. Οφείλεται συνήθως στην αρτηριοσκλήρωση, αλλά μπορεί να συμβεί και σε νεαρά άτομα, ιδίως στους συφιλιδικούς. Εδώ τα συμπτώματα δεν είναι απότομα. Συνήθως, λίγες ώρες ή και μέρες πριν, ο άρρωστος έχει ζαλάδες και πονοκέφαλο. Μετά όμως εκδηλώνονται τα σημεία από την περιοχή του εγκεφάλου, που εξαιτίας της θρόμβωσης έχει πάψει να παίρνει αίμα. Δηλαδή θόλωση ή και πλήρη απώλεια της συνείδησης και είτε τοπική παράλυση (μονοπληγία) είτε παράλυση του ενός ημιμορίου του σώματος (ημιπληγία). Ο μηχανισμός της θρόμβωσης είναι απλός: το τοίχωμα του αγγείου παθαίνει αλλοιώσεις σε κάποιο σημείο και το αίμα που περνά από εκεί, δεν μπορεί πια να κινηθεί με την αρχική του ταχύτητα· κινείται πιο αργά, και η συγκέντρωση αιμοσφαιρίων στην περιοχή έχει ως αποτέλεσμα το σχηματισμό πήγματος, δηλαδή θρόμβου, που φράζει το αγγείο.
3. Εγκεφαλική εμβολή. Είναι το απότομο φράξιμο ενός αγγείου από ένα θρόμβο που έρχεται από μακριά. Ορισμένες παθήσεις, όπως η στένωση της μιτροειδούς, η σηπτική ενδοκαρδίτιδα, το έμφραγμα της καρδιάς κτλ. προκαλούν το σχηματισμό θρόμβων. Οι θρόμβοι, επειδή είναι μικροί, παρασύρονται με το αίμα στα μεγάλα αγγεία, φέρονται σε μικρότερα στον εγκέφαλο ή αλλού και, τέλος, φτάνουν σε διακλάδωση πολύ στενών αγγείων, όπου δε χωρούν να περάσουν από μέσα τους. Έτσι, σφηνώνονται και κάνουν την εμβολή. Η εγκεφαλική εμβολή προκαλεί απότομα ζαλάδα, πτώση του αρρώστου, κώμα και ημιπληγία. Επειδή τα διάφορα νεύρα που ξεκινούν από τον εγκέφαλο χιάζονται, π.χ. αυτά που ξεκινούν από το αριστερό μέρος του εγκεφάλου νευρώνουν το δεξιό ημιμόριο του σώματος, όταν έχουμε ημιπληγία στο δεξιό ημιμόριο του σώματος, η βλάβη βρίσκεται στο αριστερό ημιμόριο του εγκεφάλου.
Πολύ συχνά η αποπληξία συνοδεύεται από εμετούς, ελάττωση του ρυθμού της αναπνοής και βραδυκαρδία. Οι άρρωστοι συνήθως την επόμενη μέρα παρουσιάζουν πυρετό και συχνά ακράτεια ούρων ή και κοπράνων. Η αντιμετώπιση της αποπληξίας γίνεται καταρχήν με την ακινησία του αρρώστου και στη συνέχεια τη γρήγορη μεταφορά του σε νοσοκομείο. Η πορεία μιας αποπληξίας είναι πάντως βαριά και πολύ συχνά προκαλεί το θάνατο του αρρώστου.
Αποστείρωση. Η πλήρης καταστροφή των διάφορων μικροοργανισμών και των ανθεκτικών τους μορφών (σπορίων). Πετυχαίνεται με διάφορα φυσικά ή χημικά μέσα, όπως είναι η υψηλή θερμοκρασία, ο βρασμός σε νερό κτλ. Η αποστείρωση αποτελεί μορφή της ασηψίας και έχει ως στόχο την καταστροφή των μικροβίων στα διάφορα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται σε εγχειρήσεις, περιποίηση τραυμάτων κτλ. Τέτοια αντικείμενα είναι τα χειρουργικά εργαλεία (νυστέρια, λαβίδες, ψαλίδια, βελόνες κ.ά.), σύριγγες, σωλήνες μεταλλικοί ή γυάλινοι, γάζες, βαμβάκι, επίδεσμοι, σεντόνια, μπλούζες χειρουργείου κ.ά.
Υπάρχουν πολλές μέθοδοι αποστείρωσης που χρησιμοποιούνται ανάλογα με την περίπτωση:
α) Βρασμός σε νερό. Συνήθως βράζονται οι σύριγγες, τα εργαλεία κτλ. σε δοχεία με νερό, επί 15 λεπτά της ώρας.
β) Αποστείρωση με αέρα σε κλίβανους. Γίνεται με την επίδραση ζεστού αέρα, θερμοκρασίας 160°C επί 40 λεπτά ή 200°C επί 20 λεπτά της ώρας. Κυρίως χρησιμοποιείται για σύριγγες, νυστέρια, γυάλινους σωλήνες κτλ., αντικείμενα που δε φθείρονται σε τέτοια θερμοκρασία.
γ) Αποστείρωση με ατμό σε κλίβανους. Ο ατμός διοχετεύεται με πίεση σε ειδικά μεταλλικά κουτιά που έχουν τρύπες και περιέχουν αντικείμενα που πρόκειται να αποστειρωθούν (εργαλεία, μπλούζες, σεντόνια χειρουργείου, βαμβάκι, γάζες κτλ.). Συνήθως χρησιμοποιείται ατμός σε υψηλή πίεση, γιατί ο χρόνος συντομεύεται και πετυχαίνεται υψηλότερη θερμοκρασία. Αλλά και χωρίς πίεση είναι δυνατόν να γίνει αποστείρωση με ατμό σε κλίβανο, σε θερμοκρασία 100°C επί τρία τέταρτα της ώρας. Αποστείρωση γίνεται και με χρήση ακτινοβολίας γ.
Απόστημα. Η τοπική συλλογή πύου. Ένα μικρό απόστημα λέγεται φλύκταινα, ενώ μια διάχυτη παραγωγή πύου είναι γνωστή ως κυτταρίτιδα ή ως ερυσίπελας. Ένα απόστημα μπορεί να είναι οξύ ή χρόνιο. Ένα οξύ απόστημα είναι αυτό που αναπτύσσεται γρήγορα μέσα σε ώρες ή ημέρες. Χαρακτηρίζεται από μια ομάδα συμπτωμάτων.
Η άμεση αιτία είναι ποικίλα βακτηρίδια. Σε μερικές περιπτώσεις η παρουσία ξένων σωμάτων, όπως σφαιρών ή θραυσμάτων ή επαφή με δηλητηριώδη φυτά, όπως με δηλητηριώδη κισσό, μπορεί να προκαλέσει απόστημα, αλλά αυτά τα ξένα σώματα μπορεί να παραμείνουν εφ’ όρου ζωής θαμμένα στους ιστούς, χωρίς να προκαλέσουν πρόβλημα, υπό τον όρο ότι δεν έχουν μολυνθεί από μικρόβια ή βακτηρίδια.
Οι μικροοργανισμοί που συνηθέστερα προκαλούν αποστήματα είναι οι σταφυλόκοκκοι και οι στρεπτόκοκκοι, αν και οι τελευταίοι προκαλούν λιγότερο τοξικά αποστήματα. Άλλα μικρόβια που προκαλούν αποστήματα είναι η πυογενής ψευδομονάδα, το κολοβακτηρίδιο, που ζει πάντοτε στο έντερο και αρκετά συχνά διασπείρεται στους γειτνιάζοντες ιστούς και προκαλεί αποστήματα.
Η παρουσία των μικροβίων δεν είναι αρκετή για την παραγωγή πυωδών συλλογών. Οι στρεπτόκοκκοι μπορεί να βρεθούν στο δέρμα και στους αδένες του δέρματος τελείως υγιών ανθρώπων. Η δημιουργία ή όχι αποστημάτων εξαρτάται από την τοξικότητα του μικροβίου και από τη φυσική αντίσταση του ανθρώπινου οργανισμού.
Όταν τα βακτηρίδια αποκτήσουν πρόσβαση σε ένα τραύμα, γρήγορα πολλαπλασιάζονται, παράγουν τοξίνες, προκαλούν τοπική αγγειοδιαστολή, επιβραδύνοντας έτσι την κυκλοφορία του αίματος, και προκαλούν εξίδρωση αιματικών σωματίων και υγρού. Τα λευκά αιμοσφαίρια αθροίζονται στην προσβεβλημένη περιοχή και καταστρέφουν τα βακτηρίδια είτε άμεσα με τη διαδικασία πέψης τους (φαγοκυττάρωση) ή με την παραγωγή μιας τοξίνης που τα θανατώνει. Εάν οι τοπικοί αμυντικοί μηχανισμοί του σώματος αποτύχουν να κάνουν τα προαναφερθέντα, τότε το απόστημα θα διαδοθεί και, σε σοβαρές περιπτώσεις, θα προκαλέσει γενικευμένη λοίμωξη ή σηψαιμία.
Τα κλασικά συμπτώματα της φλεγμονής είναι ερυθρότητα, θερμότητα, διόγκωση, πόνος και πυρετός. Όταν η κοιλότητα περιέχει υγρό, ένα σημείο που λέγεται κλυδασμός μπορεί να αναγνωριστεί. Οι λεμφαδένες της περιοχής μπορεί να είναι διογκωμένοι και ευαίσθητοι στην ψηλάφηση και αυτό γίνεται στην προσπάθειά τους να σταματήσουν τη διάδοση των βακτηριδίων σε άλλα μέρη του σώματος. Μόλις το απόστημα διανοιγεί και παροχετευτεί, ο πόνος εξαφανίζεται, η θερμοκρασία πέφτει πάλι στο φυσιολογικό όριο, η ελαστικότητα των ιστών γύρω από την κοιλότητα μικραίνει το χάσμα και η επούλωση του προσβεβλημένου χώρου γίνεται γρήγορα. Εάν όμως το απόστημα εκκρίνει μέσα σε μια εσωτερική κοιλότητα, όπως στο παχύ έντερο ή στην ουροδόχο κύστη, τότε επουλώνεται πολύ αργά και η απορρόφηση των τοξικών προϊόντων του μπορεί να προκαλέσει άλλα προβλήματα. Όταν ένα απόστημα βρίσκεται στους «εν τω βάθει» ιστούς, τότε είναι χρήσιμη μια γενική εξέταση αίματος.
Απόχρεμψη. Η διαδικασία με την οποία υλικό ή υλικά (βλέννες συνήθως) αποβάλλονται με βήχα από τους αεραγωγούς. Ανάλογα με τις βλάβες των οργάνων είναι ορώδης, βλεννώδης, βλεννοπυώδης, πυώδης και αιματηρή, άοσμη ή δύσοσμη. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά βοηθούν το γιατρό να διαγνώσει το είδος της ασθένειας. Τα φάρμακα που βοηθούν στην απόχρεμψη λέγονται αποχρεμπτικά και μεταβάλλουν τα στερεά ή ημιστερεά εκκρίματα σε υγρά και συντελούν στη συστολή των οργάνων, ώστε να βγουν ευκολότερα από το στόμα.
Αποχρεμπτικά. Τα φάρμακα που βοηθούν στην αποβολή εκκρίσεων από τους αεραγωγούς. Δεν υπάρχει όμως ξεκάθαρη απόδειξη ότι το πετυχαίνουν. Ένα απλό αποχρεμπτικό μπορεί να λειτουργήσει ως placebo (= εικονικό φάρμακο, χωρίς δηλαδή ενεργό ουσία). Τα περισσότερα παρασκευάσματα είναι διαθέσιμα χωρίς τη συνταγογράφηση από γιατρό και οι φαρμακοποιοί είναι αυτοί που συμβουλεύουν ποιο παρασκεύασμα είναι κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί, ανάλογα με το εάν ο βήχας είναι ξερός ή είναι παραγωγικός.
Απώλεια συνείδησης. Κατάσταση του οργανισμού κατά την οποία η συνείδηση παραβλάπτεται και διαταράσσεται. Ο εγκέφαλος είναι το όργανο της διάνοιας (πνεύματος). Η φυσιολογική εγρήγορση της συνείδησης εξαρτάται από τη συχνή και κατάλληλη τροφοδοσία του με οξυγόνο και γλυκόζη, και τα δύο απολύτως αναγκαία για τη φυσιολογική λειτουργία των εγκεφαλικών κυττάρων. Εάν οποιοδήποτε από τα δύο λείπει προκαλείται απώλεια συνείδησης. Η διακοπή παροχής οξυγόνου ή γλυκόζης μπορεί να προκληθεί από τρεις τύπους διαδικασιών που προσβάλλουν το στέλεχος του εγκεφάλου και είναι: 1) Ο δικτυωτός σχηματισμός (ένα δίκτυο νεύρων που συνδέουν κινητικά και αισθητηριακά εγκεφαλικούς πυρήνες από και προς τον εγκέφαλο). 2) Η παρεγκεφαλίδα, ο νωτιαίος μυελός και τα κρανιακά νεύρα. 3) Ο εγκεφαλικός φλοιός. Αυτοί είναι οι τρεις τύποι που διαδίδουν τη δυσλειτουργία του εγκεφάλου –για παράδειγμα γενικευμένες μεταβολικές διαταραχές, όπως ουραιμία, ή τοξικές διαταραχές, όπως σηψαιμία– και προσβάλλουν άμεσα το εγκεφαλικό στέλεχος, ως αποτέλεσμα φλεγμονωδών, καρκινικών ή τραυματικών αλλοιώσεων, και έμμεσα τον εγκεφαλικό φλοιό, όπως όγκος ή οίδημα της παρεγκεφαλίδας που δημιουργεί πίεση μέσα στο κρανίο (= αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση).
Μέσα από αυτούς τους τρεις τύπους υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός από ειδικές αιτίες που προκαλούν απώλεια της συνείδησης η οποία μπορεί να είναι προσωρινή, παρατεταμένη ή αόριστου χρόνου εξαρτώμενη από τη σοβαρότητα της γενεσιουργού αιτίας.
Η ανάνηψη του ασθενούς εξαρτάται από την αιτία και την επιτυχία της θεραπείας, όταν δίδεται. Η μνήμη μπορεί να προσβληθεί, όπως επίσης και κινητικές ή αισθητηριακές λειτουργίες. Επαναλαμβανόμενα επεισόδια απώλειας της συνείδησης, που συμβαίνουν για παράδειγμα κατά το άθλημα της πυγμαχίας, μπορεί να έχουν ένα αθροιστικό βλαπτικό αποτέλεσμα, όπως μπορεί να φανεί στην αξονική τομογραφία του εγκεφάλου.
Δηλητήρια, όπως μονοξείδιο του άνθρακα, υπερδοσολογία φαρμάκων, πτώση του οξυγόνου στο αίμα (υποξία) σε παθήσεις της καρδιάς ή των πνευμόνων, ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια βλάπτουν το φυσιολογικό μεταβολισμό των νευρικών κυττάρων. Σοβαρή απώλεια αίματος προκαλεί ανοξία του εγκεφάλου. Καθένα από αυτά τα αίτια μπορεί να προκαλέσει αλλοιωμένη λειτουργία του εγκεφάλου, στην οποία η βλάβη της συνείδησης είναι ένα ζωτικό σημείο.
Ξαφνική διαταραχή συνείδησης συμβαίνει επίσης στα λιποθυμικά επεισόδια (συγκοπή), στα οποία ελαττώνεται η αρτηριακή πίεση και η κυκλοφορία του οξυγόνου. Παρόμοια, ένα επιληπτικό επεισόδιο προκαλεί μερική ή πλήρη απώλεια της συνείδησης, προκαλώντας απότομη αλλά προσωρινή διακοπή της ηλεκτρικής δραστηριότητας των νευρικών κυττάρων του εγκεφάλου.
Καθώς η λειτουργία του εγκεφάλου προοδευτικά πέφτει, σε αυτά τα περιστατικά συμβαίνει υπνηλία, κατατονία και τελικά κώμα. Εάν αφαιρεθεί η αιτία ή ο ασθενής ανανήψει αυτόματα από ένα επεισόδιο σπασμών ή λιποθυμίας, η φυσιολογική συνείδηση επανέρχεται γρήγορα. Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια μερικές φορές συνοδεύονται με απώλεια συνείδησης. Αυτό μπορεί να γίνει αμέσως ή να επέλθει αργά, εξαρτώμενο από την αιτία ή τη θέση του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.
Η απώλεια της συνείδησης μπορεί να είναι προσωρινή –για παράδειγμα μετά από ένα ξαφνικό χτύπημα στο κεφάλι–, αλλά εάν βλαφτεί μια μεγάλη περιοχή του εγκεφάλου από ανοξία, πάθηση ή τραυματισμό, μπορεί να είναι παρατεταμένη ή ακόμα και μόνιμη. Οι κωματώδεις ασθενείς ταξινομούνται ανάλογα με την κλίμακα κώματος της Γλασκόβης, στην οποία η ανταπόκριση του ασθενή σε μια σειρά από δοκιμασίες δείχνει αριθμητικά το επίπεδο του κώματος.
Η θεραπεία των ασθενών με απώλεια συνείδησης κυμαίνεται από φροντίδες πρώτων βοηθειών, για κάποιον που έχει λιποθυμήσει, μέχρι τη θεραπεία σε μονάδα εντατικής θεραπείας, όταν υπάρχει σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση ή ένα μαζικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Αρθρίτιδα. Η φλεγμονή των αρθρώσεων, η οποία προκαλείται από διάφορα μικρόβια, από αλλεργία, αγαμμασφαιριναιμία ή από άγνωστη αιτία. Η φλεγμονή αυτή άλλοτε είναι οξεία, δηλαδή παρουσιάζεται απότομα και με εντόνα φαινόμενα, άλλοτε πάλι είναι χρόνια, δηλαδή εμφανίζεται προοδευτικά.
Οξείες αρθρίτιδες. Είναι η ουρική αρθρίτιδα, ο οξύς ρευματισμός ή ρευματική αρθρίτιδα, το σύνδρομο Reiter κ.ά. Από αυτές η ουρική οφείλεται σε κληρονομικά αίτια, διαιτητικά κτλ. και έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση κρυστάλλων ουρικού νατρίου στις αρθρώσεις, με επακόλουθο τη φλεγμονή και εκφύλισή τους. Στο τέλος οι αρθρώσεις αυτές παραμορφώνονται, με αποτέλεσμα την παραμόρφωση και των άκρων (ουρικοί τόφοι). Ο οξύς ρευματισμός (ο γνωστός ρευματισμός) οφείλεται σε ένα μικρόβιο, το β-αιμολυτικό στρεπτόκοκκο, και προσβάλλει παιδιά από 5-15 ετών. Συνήθως τα παιδιά παθαίνουν μια μόλυνση μ’ αυτό το μικρόβιο (αμυγδαλίτιδα, οστρακιά κτλ.) σε κάποιο σημείο του σώματός τους και από εκεί ευαισθητοποιείται ο οργανισμός και προσβάλλονται οι αρθρώσεις (αλλεργία), καθώς και άλλα όργανα του σώματος. Το σύνδρομο Reiter έχει άγνωστη αιτία και συνυπάρχει με ουρηθρίτιδα και συχνά επιπεφυκίτιδα. Γενικά, η οξεία μορφή οποιασδήποτε αρθρίτιδας προκαλεί πολύ δυνατούς πόνους στις αρθρώσεις, πρήξιμο, κοκκίνισμα και συχνά πυρετό υψηλό. Οι βλάβες των αρθρώσεων άλλοτε είναι μόνιμες και προκαλούν παραμόρφωση της περιοχής που πάσχει (ουρική αρθρίτιδα, σύνδρομο Reiter), άλλοτε πάλι υποχωρούν τελείως (ρευματικός πυρετός). Συχνά υπάρχουν συμπτώματα και από άλλα όργανα και συστήματα, με ανάλογη βαρύτητα.
Χρόνιες αρθρίτιδες. Είναι η μετάπτωση της οξείας ουρικής αρθρίτιδας, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η ψωριασική αρθρίτιδα, η αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα κ.ά. Όπως οι οξείες, και οι χρόνιες αρθρίτιδες συχνά παρουσιάζουν εξάρσεις, οι οποίες έχουν τη μορφή οξείας προσβολής. Η ρευματοειδής αρθρίτιδα ή χρόνιος ρευματισμός των αρθρώσεων (τα γνωστά αρθριτικά) είναι πάθηση με άγνωστη αιτιολογία και ανήκει στις αρρώστιες του κολλαγόνου. Συνήθως προσβάλλει άτομα 35-40 ετών, κατά προτίμηση γυναίκες. Ωστόσο, είναι δυνατό να προσβληθούν άτομα όλων των ηλικιών. Η προσβολή των αρθρώσεων γίνεται αργά και προοδευτικά, με στοιχεία διάχυτης φλεγμονής και τελικά αλλοίωση των αρθρώσεων (πάννος), παραμόρφωση και αγκύλωσή τους με αποτέλεσμα την αναπηρία. Συχνά συνυπάρχουν και γενικά συμπτώματα. Η ψωριασική αρθρίτιδα είναι επακόλουθο της ψωρίασης ή παρουσιάζεται ταυτόχρονα μ’ αυτήν. Πολλές φορές παρουσιάζει εξάρσεις και υφέσεις και καταστρέφει τις τελευταίες φάλαγγες των δαχτύλων χεριών και ποδιών. Η αγκυλοποιητική σπονδυλοαρθρίτιδα, πάθηση με άγνωστη αιτιολογία, προκαλεί εκφύλιση στους χόνδρους των αρθρώσεων και οστεοποίησή τους. Το αποτέλεσμα αυτής της μετατροπής των αρθρώσεων της σπονδυλικής στήλης σε αμετακίνητο οστό είναι η ακαμψία τελικά από αγκύλωση της σπονδυλικής στήλης.
Οι χρόνιες αρθρίτιδες δεν έχουν τόσο έντονα συμπτώματα, όπως οι οξείες. Ο πόνος έρχεται και φεύγει χωρίς να είναι πολύ δυνατός. Υπάρχει μια μικρή δυσκαμψία των αρθρώσεων, μούδιασμα κτλ. Όταν όμως εγκατασταθεί παραμόρφωση ή αγκύλωση, τότε οι πόνοι είναι μεγαλύτεροι, η δυσκαμψία πολύ έντονη και ανάλογα με την περίπτωση επέρχονται διάφορες αναπηρίες.
Τέλος, λοιμώδεις αρθρίτιδες από φυματίωση, σύφιλη, διάφορους μύκητες κτλ. δεν είναι τόσο συχνές. Το ίδιο σπάνιες είναι οι αρθρίτιδες που οφείλονται σε πυώδεις κόκκους και ακολουθούν διάφορες λοιμώξεις ή σηψαιμίες, που προκαλούνται από τους κόκκους αυτούς (γονόκοκκους, μηνιγγιτιδόκοκκους, βρουκέλες κ.ά.).

No comments:

Post a Comment