Friday, June 19, 2009

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Τά οικοσυστήματα τροφοδοτούνται συνεχώς μέ ενέργεια από τόν Ήλιο. Ή ενέργεια πού δεσμεύεται από τούς παραγωγούς αφού μετατρέπει σέ χημική, ρέει μονόδρομα μέσω τών τροφικών αλυσίδων, στά διάφορα επίπεδα καταναλωτών καί στούς αποκοδομητές. Αντίθετα όμως μέ τήν ενέργεια ή ύλη πού υπάρχει διαθέσιμη στήν βιόσφαιρα είναι περιορισμένη καθώς ό πλανήτης δέχεται ελάχιστα ποσά ύλης από τό διάστημα. Γιά τόν λόγο αυτό τά χημικά στοιχεία πού είναι απαραίτητα γιά τήν σύνθεση τών χημικών ενώσεων πρέπει νά κυκλοφορούν, ώστε νά γίνονται έκ νέου διαθέσιμα. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω βιομηχανικών κύκλων.
Ό άνθρακας εισέρχεται στά οικοσυστήματα μέ τήν μορφή τού διοξειδίου τού άνθρακα, τό οποίο βρίσκεται στήν ατμόσφαιρα. Τό διοξείδιο τού άνθρακα παραλαμβάνεται από τούς παραγωγούς προκειμένου νά μετατραπή μέ τήν φωτοσύνθεση σέ γλυκόζη. Ένα μέρος τής γλυκόζης αλλά καί άλλων ενώσεων πού συντίθεται από τούς παραγωγούς χρησιμοποιείται κατά τήν κυτταρική αναπνοή προκειμένου νά απελευθερωθή ενέργεια γιά τήν κάλυψη τών αναγκών τών παραγωγών. Από τό υπόλοιπο μέρος τής οργανικής ύλης πού έχει παραχθεί από τούς παραγωγούς, ένα μέρος μεταβιβάζεται ώς τροφή στούς καταναλωτές, ενώ ένα άλλο καταλήγει ώς νεκρή οργανική ύλη στό έδαφος καί γίνεται τροφή γιά τούς αποκοδομητές μαζί μέ τήν νεκρή οργανική ύλη ζωικής προελεύσεως. Στούς παραγωγούς, στούς καταναλωτές καί στούς αποικοδομητές, ή οργανική ύλη οξειδώνεται μέ αποτέλεσμα αφ’ενός τήν απελευθέρωση ενέργειας πού χρησιμοποιείται γιά τήν κάλυψη τών ενεργειακών των αναγκών καί αφ’ετέρου τήν παραγωγή διοξειδίου τού άνθρακα πού επιστρέφει στήν ατμόσφαιρα. Ή καύση τών ορυκτών καυσίμων καί ή καταστροφή τών δασών αυξάνουν τήν συγκέτρωση τού διοξειδίου τού άνθρακα στήν ατμόσφαιρα, γεγονός πού οδηγεί σέ δυσμενείς κλιματικές μεταβολές.
Τό άζωτο αφθονεί στήν ατμόσφαιρα πού αποτελεί τό 78%, αλλά δέν μπορεί νά αξιωπιοηθή από τούς παραγωγούς στήν μορφή μέ τήν οποία βρίσκεται σ’αυτήν. Γιά τόν λόγο αυτόν ή εισαγωγή τού ατμοσφαιρικού αζώτου στίς τροφικές αλυσίδες τών οικοσυστημάτων γίνεται μέ τήν διαδικασία τής αζωτοδεσμεύσεως ή οποία μετατρέπει τό ατμοσφαιρικό άζωτο σέ μορφές αξιοποιήσιμες από τούς παραγωγούς. Ή αζωτοδέσμευση διακρίνεται σέ ατμοσφαιρική καί βιολογική. Κατά τήν ατμοσφαιρική αζωτοδέσμευση τό άζωτο τής ατμόσφαιρας αντιδρά είτε μέ υδρατμούς, σχηματίζοντας αμμωνία είτε μέ ατμοσφαιρικό οξυγόνο σχηματίζοντας νιτρικά ιόντα. Ή βιολογική αζωτοδέσμευση πραγματοποιείται από ελεύθερους ή συμβιωτικούς μικροοργανισμούς. Σημαντικότερα αζωτοδεσμευτικά βακτήρια είναι αυτά πού ζούν συμβιωτικά στίς ρίζες τών ψυχανθών.
Τόσο τά φυτά όσο καί τά ζώα εγκαταλείπουν στό έδαφος νεκρή οργανική ύλη καί απεκκρίσεις πού περιέχουν άζωτο. Όλες αυτές οί ουσίες διασπώνται από τούς αποικοδομητές τού εδάφους μέσα από μιά διαδικασία πού καταλήγει στήν παραγωγή αμμωνίας. Ή αμμωνία πού συγκεντρώνεται στό έδαφος, υφίσταται τήν δράση τών νιτροποητικών βακτηρίων τού εδάφους, μετατρέπεται τελικά σέ νιτρικά ιόντα, τά οποία παραλαμβάνονται από τά φυτά. Τά απονιτροποιητικά βακτήρια τού εδάφους μέ τήν μετατροπή τών νιτρικών ιόντων σέ μοριακό άζωτο, τό οποίο επιστρέφει στήν ατμόσφαιρα, κλείνουν τόν κύκλο τού αζώτου. Ό άνθρωπος επηρεάζει τόν κύκλο τού αζώτου εισάγοντας αζωτούχα λιπάσματα στά αγτοτικά οικοσυστήματα προκειμένου νά αυξήση τήν παραγωγικότητά των. Μεγάλες ποσότητες όμως από τά λιπάσματα καταλήγουν στά υδάτινα οικοσυστήματα προκαλώντας τό φαινόμενο τού ευτροφισμού. Τό νερό καλύπτει τό μεγαλύτερο τμήμα τής Γής, οριθετεί τά υδάτινα οικοσυστήματα καί καθορίζει τίς ιδιότητές των. Είναι τό μέσο μέ τό οποίο τά θρεπτικά συστατικά εισέρχονται καί κυκλοφορούν στό εσωτερικό τών αυτοτρόφων οργανισμών. Τό νερό αποτελεί σημαντικό τμήμα τών ζωντανών ιστών καί συμβάλλει στή θερμορρύθμιση τόσο τών φυτικών όσο καί τών ζωικών οργανισμών. Χρησιμοποιείται επίσης καί στήν φωτοσύνθεση. Ή κυκλοφορία τού νερού στηρίζεται στήν εξάτμιση, στήν αναπνοή τών φυτών καί στίς κατακρημνίσεις.
Οικολογία. Κλάδος της βιολογίας που έχει ως αντικείμενο μελέτης τους οργανισμούς (φυτικούς και ζωικούς) και τις σχέσεις και αλληλεπιδράσεις με το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν. Ο όρος «οικολογία» προτάθηκε για πρώτη φορά το 1869 από το Γερμανό βιολόγο Ερνστ Χέκελ. Προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις οίκος = κατοικία και λόγος = μελέτη και συνεπώς ερμηνεύεται ως η επιστήμη των σχέσεων των ζώντων οργανισμών με τον κόσμο που τους περιβάλλει.
Ως ανεξάρτητη και συστηματική επιστήμη εμφανίστηκε κατά τη δεκαετία του 1950. Στο γεγονός αυτό συντέλεσε η μεγάλη πρόοδος όλων των επιστημών που ασχολούνται με τους ζωντανούς οργανισμούς. Ένας ζωντανός οργανισμός μπορεί να εξεταστεί είτε ως πρωτεΐνη και νουκλεϊκό οξύ (και τότε είναι αντικείμενο της βιοχημείας και της μοριακής βιολογίας), είτε ως κύτταρο και οργανισμός (και τότε εξετάζεται από τη μικροβιολογία, την ανθρωπολογία, τη βοτανική και τη ζωολογία), είτε τέλος ως πληθυσμός που ταξινομείται σε είδη, κατανέμεται σε γεωγραφικές ζώνες και προσαρμόζεται στο περιβάλλον (φυτικό και ζωικό), και τότε είναι αντικείμενο του κλάδου της οικολογίας. Η οικολογία βασίζεται κυρίως στις έννοιες του πληθυσμού, της κοινότητας και του οικοσυστήματος. Όμως, για να αναλύσει διεξοδικά τις έννοιες αυτές, χρησιμοποιεί τις γνώσεις όχι μόνο των καθαρά βιολογικών επιστημών αλλά και πολλών άλλων, όπως της φυσικής, της χημείας, των μαθηματικών, της γεωλογίας, της κλιματολογίας κ.ά. Επιχειρεί μια διεπιστημονική προσέγγιση του αντικειμένου της καθώς μελετά σύνολα οργανισμών, ποικιλία παραγόντων και αλληλεξαρτήσεων. Είναι κατά μια έννοια ολιστική επιστήμη.
Η ανάγκη να μελετηθούν συστηματικά οι οργανισμοί σε σχέση με τα στοιχεία του περιβάλλοντός τους προέκυψε, όταν η επίδραση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και παρεμβάσεων στη φύση και στα οικοσυστήματα είχε φανερές συνέπειες στην επιβίωση των ζώων και του ανθρώπου. Αυτό συνέβη με τη βιομηχανική επανάσταση, τη συγκέντρωση των ανθρώπων στις πόλεις και τη χρήση ουσιών που ως τοξικά απόβλητα κατέληγαν στα φυσικά οικοσυστήματα και περνούσαν στις τροφικές αλυσίδες (βαριά μέταλλα, γεωργικά λιπάσματα, χημικά κατάλοιπα, εντομοκτόνα κ.ά.).
Στοιχεία του περιβάλλοντος ενός οργανισμού θεωρούνται οι αβιοτικοί παράγοντες (θερμοκρασία, φως, νερό, αέρας, έδαφος) καθώς και οι βιοτικοί παράγοντες, δηλαδή οι άλλοι οργανισμοί του ίδιου είδους ή άλλων ειδών που ζουν στον ίδιο χώρο και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Έτσι οι επιστήμονες άρχισαν να προσδιορίζουν τις έννοιες βιότοπος, βιοκοινότητα, οικοσύστημα, τροφικές αλυσίδες, αλυσίδες ενέργειας κ.ά. Διαπιστώθηκε ότι κάθε οργανισμός είναι προσαρμοσμένος στα στοιχεία του περιβάλλοντος στο οποίο ζει και αναπτύσσει σχέσεις αλληλεξάρτησης με τους οργανισμούς του ίδιου είδους και των άλλων ειδών που ζουν στον ίδιο χώρο. Πολλές λειτουργίες των φυτών, όπως η βλάστηση, η άνθηση, η καρποφορία, η φυλλόπτωση εξαρτώνται από συγκεκριμένες συνθήκες θερμοκρασίας, φωτός, υγρασίας κ.ά. Πολλές λειτουργίες των ζώων, όπως η τροφή, η αναπαραγωγή, η μετανάστευση, η χειμέρια νάρκη, η πτερόρροια κ.ά. επίσης σχετίζονται με περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η θερμοκρασία, το μήκος της ημέρας κ.ά. Όλες οι παραπάνω λειτουργίες πολλές φορές έχουν σχέση με την ύπαρξη, τη συμβίωση και τη συνεργασία ή τον ανταγωνισμό με άλλους οργανισμούς, όπως η επικονίαση στα φυτά, η μεταφορά και η βλάστηση των σπόρων, οι τροφικές σχέσεις (θηράματος-θηρευτή) κ.ά.
Η οικολογία προσπαθεί να μελετήσει και να κατανοήσει τις παραπάνω σχέσεις που οδηγούν στην οικολογική ισορροπία και τον τρόπο με τον οποίο αυτή η ισορροπία διαταράσσεται με τις επεμβάσεις του ανθρώπου στα φυσικά οικοσυστήματα (βλ. λ. μόλυνση περιβάλλοντος).
Η οικολογία ως αυτόνομη επιστήμη μελετά τους οργανισμούς σε τρία επίπεδα: α) Τον οργανισμό ως άτομο σε σχέση με το βιοτικό και αβιοτικό περιβάλλον του (προσαρμογές, αλληλοεξαρτήσεις κ.ά.). β) Τους πληθυσμούς και τις σχέσεις των ατόμων μεταξύ τους και με τους άλλους πληθυσμούς της βιοκοινότητας (πυκνότητα πληθυσμού, παρουσία ή απουσία ειδών, βιολογικούς κύκλους). γ) Ολόκληρο το οικοσύστημα, τη ροή ύλης και ενέργειας σ’ αυτό και τις λειτουργίες που καθορίζουν την ισορροπία του.
Τα οικοσυστήματα βρίσκονται σε μια δυναμική ισορροπία. Μικρές μεταβολές που μπορεί να προέρχονται από κλιματικές αλλαγές ή επεμβάσεις του ανθρώπου (θήρευση, εμπλουτισμός, ρίψη ουσιών κ.ά.) μπορεί να τις αφομοιώσει ένα οικοσύστημα. Μεγάλες ή απότομες βίαιες μεταβολές ή επεμβάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε διατάραξη της οικολογικής ισορροπίας και σε αλυσιδωτές αντιδράσεις, που μπορεί να φτάσουν ως την κατάρρευση ενός οικοσυστήματος.
Η οικολογία διακρίνεται σε πολλούς επιμέρους κλάδους, όπως είναι η πληθυσμιακή οικολογία, που μελετά τους οργανισμούς που κατοικούν στο ίδιο περιβάλλον κατά το ίδιο χρονικό διάστημα με βάση συγκεκριμένους παράγοντες, όπως ρυθμοί γέννησης και θανάτου κ.ά., η οικοφυσιολογία, που μελετά τους οργανισμούς που ζουν σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, η ηθολογική οικολογία, που μελετά τον τρόπο με τον οποίο το περιβάλλον επηρεάζει τη συμπεριφορά των οργανισμών, η οικολογία των βιοτόπων, που μελετά τις σχέσεις που αναπτύσσουν διαφορετικοί οργανισμοί που διαβιούν ένα βιότοπο, καθώς και τη δομή και λειτουργία του βιότοπου, η εξελικτική οικολογία, που μελετά τις διαδικασίες εξέλιξης των οργανισμών, η παλαιοοικολογία, που μελετά τους απολιθωμένους οργανισμούς, η ανθρωποοικολογία, που μελετά τις σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον του, η αστική οικολογία, που ασχολείται με τη δομή και λειτουργία του αστικού περιβάλλοντος, η εφαρμοσμένη οικολογία, που ασχολείται με την προστασία των οργανισμών, τα περιβαλλοντικά προβλήματα, κ.ά.
Οικολογία και άνθρωπος. Ο άνθρωπος, όπως όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί, δέχεται την επίδραση του περιβάλλοντος, αλλά παράλληλα έχει τη δυνατότητα, όσο κανένας άλλος οργανισμός, να επιδρά στο περιβάλλον και να το μεταβάλλει. Η επίδραση αυτή είχε περιορισμένη σημασία όσο ο ανθρώπινος πληθυσμός ήταν μικρός και ο άνθρωπος δε διέθετε υψηλή τεχνολογία. Στη σύγχρονη εποχή όμως με τα μέσα που έχει στη διάθεσή του ο άνθρωπος σε συνδυασμό με τα τεχνολογικά μέσα που διαθέτει έχει τη δυνατότητα να επιδράσει καθοριστικά στο περιβάλλον προκαλώντας πολλά προβλήματα. Κύρια περιβαλλοντικά προβλήματα αποτελούν η ρύπανση της ατμόσφαιρας από τις εκπομπές ρύπων με την οποία συνδέεται το φαινόμενο της όξινης βροχής, η μείωση των υδάτινων αποθεμάτων, η εκπομπή ραδιενεργών ουσιών, ο περιορισμός των φυσικών οικοσυστημάτων, η εξάντληση των φυσικών πόρων ενέργειας, η μείωση του όζοντος, η συσσώρευση διοξειδίου του άνθρακα, ο υπερπληθυσμός της Γης κ.ά.
Η οικολογία, ως επιστήμη, δεν εκφράζει συμπάθεια ή αντιπάθεια σχετικά με κάποιο περιβαλλοντικό πρόβλημα, παρά μόνο το περιγράφει, ούτε επιβάλλει θεωρητικές απόψεις για εντελώς πρακτικά ζητήματα. Αντίθετα, επειδή είναι η επιστήμη εκείνη που ανακάλυψε την έννοια της βιοδιαφορετικότητας μέσα σε ένα οικοσύστημα και διατύπωσε την ανάγκη της διατήρησής της, προσέφερε τις επιστημονικές προϋποθέσεις και λύσεις στο οικολογικό κίνημα.
Ήδη από τις δεκαετίες του 1960 και 1970 στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ δημιουργήθηκαν οι πρώτες οικολογικές ομάδες και οργανώσεις, που αποφάσισαν να δραστηριοποιηθούν στο χώρο αυτό και ταυτόχρονα να ευαισθητοποιήσουν τη διεθνή κοινή γνώμη για προβλήματα όπως η ρύπανση του περιβάλλοντος, οι συνέπειες της αλόγιστης εκπομπής ρύπων από τις μεγάλες βιομηχανίες, η κινητοποίηση για την αντιμετώπιση πιθανών οικολογικών καταστροφών, όπως οι συνέπειες της τρύπας του όζοντος. Οργανώσεις όπως η Γκρίνπις, οι Φίλοι της Γης, και άλλες μη κυβερνητικές οργανώσεις, συστάθηκαν με σκοπό την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων και την προστασία του περιβάλλοντος από την ανθρώπινη δραστηριότητα, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκαν και πολλά οικολογικά πολιτικά κόμματα (Ομάδα Πράσινων, Ομάδα του Ουράνιου Τόξου κ.ά.).
Παράλληλα, διεθνείς οργανισμοί άρχισαν να ευαισθητοποιούνται σχετικά με τα οικολογικά ζητήματα. Η Παγκόσμια Διάσκεψη για το Περιβάλλον που έγινε στη Στοκχόλμη το 1972 ήταν η πρώτη παγκόσμια συνδιάσκεψη για τα περιβαλλοντικά προβλήματα και οδήγησε στη δημιουργία του Προγράμματος του ΟΗΕ για το Περιβάλλον (UNEP) που καταρτίστηκε στο Ναϊρόμπι επίσης το 1972. Η Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη που έγινε το 1992 στο Ρίο ντε Ζανέιρο βασίστηκε στην αντίληψη της βιώσιμης ή αειφόρου ανάπτυξης, δηλαδή της συνδυασμένης ανάπτυξης η οποία καλύπτει τις ανάγκες της σύγχρονης γενιάς χωρίς να απειλεί τις επόμενες γενιές, μέσω αρχών και πρακτικών που αφορούν την περιβαλλοντική διαχείριση. Το 1997, το πρωτόκολλο του Κιότο έθεσε τις βάσεις και όρισε συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος και του πλανήτη.
Γεωργία. Η συστηματική καλλιέργεια της γης για την παραγωγή χρήσιμων για τον άνθρωπο φυτών. Αποτελεί έναν από τους πρωτογενείς τομείς της παραγωγής και βασικό τομέα της οικονομίας όλων των χωρών, αλλά και έναν από τους κλάδους των γεωπονικών επιστημών. Αποβλέπει στην ολοένα και μεγαλύτερη βελτίωση της τεχνικής της καλλιέργειας της γης, για την ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής. Επίσης, επειδή η βάση της διατροφής των αγροτικών ζώων είναι τα φυτικά προϊόντα, η γεωργία αποβλέπει και στην ανάπτυξη της ζωικής παραγωγής.
Ως κλάδος της γεωπονικής επιστήμης, διαιρείται σε «γενική γεωργία», που μελετά τις γενικές συνθήκες καλλιέργειας και παραγωγής, και σε «ειδική γεωργία», που ασχολείται με τα επιμέρους καλλιεργούμενα φυτά.
Η γεωργία αρχίζει από την εποχή που ο άνθρωπος εγκατέλειψε τη νομαδική ζωή και εγκαταστάθηκε σε οικισμούς. Ο σημαντικότερος παράγοντας που οδήγησε τον άνθρωπο στη μόνιμη εγκατάστασή του σε έναν τόπο και στην απασχόλησή του με τη γεωργία ήταν η υδρογραφία. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με τη γεωργία ήταν οι Έλλνηνες πού είχαν άφθονο νερό για άρδευση ή ακόμα πλούτιζαν το έδαφος με τη γόνιμη ιλύ (λάσπη) που απέθεταν κατά τις περιόδους των πλημμύρων.
Στίς Ελληνικές πόλεις πρώτα, αναπτύσσονται αρδευτικά έργα καί υδρευτικά δίκτυα, αλλά καί οχυρώσεις γιά τήν προστασία τών κεκτημένων. Ανακαλύφθηκε ή γεωργία καί ή κτηνοτροφία. Στήν Ελλάδα αρχαιολογικώς αποδεδειγμένα ή γεωργία ενεμφανίσθη στήν Νικομήδεια τής Μακεδονίας από τό 7000πχ, στόν Ορχομενό καί Σέσκλο έως τήν Κρήτη από τό 6000πχ. Από 10.000πχ. Τό εξαιρετικό κλίμα πού διαμορφώθηκε στήν Ελλάδα ηυνόησε τήν γένεσι τής ανθρώπινης κοινωνίας. Ή υγρασία δέν ήταν τόσο υψηλή πού νά καθιστά ανθυγιεινή τήν ζωή. Επίσης οί παγετώνες δέν εδημιούργησαν στόν χώρο αυτό χαμηλές θερμοκρασίες ικανές νά απειλήσουν τήν ζωή. Στήν Θεόπετρα στήν Θεσσαλία ευρέθησαν υπολείματα κατοικήσεως από τό 50000πχ, αλλά τό σπουδαίο είναι τά στοιχεία πού αποδεικνύουν ότι οί παλαιολιθικοί Έλληνες άρχισαν νά καλλιεργούν, υποτυπωδώς ενδεχομένως, αλλά νά καλλιεργούν.
Ο Ησίοδος έγραψε το πρώτο γεωργικό σύγγραμμα «Έργα και ημέραι» και περιέγραψε το άροτρο. Κλασικοί συγγραφείς της αρχαιότητας, όπως ο Ξενοφώντας, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης και ο Θεόφραστος έγραψαν έργα που περιείχαν γνώσεις εδαφολογίας, αρδεύσεων και στραγγίσεων, μεθόδων σποράς και συγκομιδής, αλλά και θεωρητικές απόψεις για τις αρχές που αφορούν τη γεωργία, έτσι ώστε οι αρχαίοι Έλληνες να θεωρούνται ότι προετοίμασαν το δρόμο για την εξέλιξη της γεωργίας από τέχνη σε επιστήμη. Οι Ρωμαίοι, που ασχολήθηκαν μετά τους Έλληνες με τη γεωργία και ακολούθησαν πιστά τις μεθόδους των Ελλήνων, μετέδωσαν τη γεωργία στη Δύση.
Η μεγάλη ανάπτυξη της γεωργίας αρχίζει ουσιαστικά από το 19ο αιώνα, με την πρόοδο των διάφορων κλάδων της επιστήμης που συνδέονται με τη γεωργία και με τους δύο βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη των φυτών που καλλιεργούνται και την αύξηση της παραγωγής τους, δηλαδή το περιβάλλον (οικολογία) και την κληρονομική σύσταση του φυτού (γενετική).
Το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται ένα φυτό συνίσταται από πολλούς επιμέρους παράγοντες, όπως η φυσική σύσταση του εδάφους, η επάρκεια των θρεπτικών συστατικών, η θερμότητα, ο αερισμός, η υγρασία, η ύπαρξη ζιζανίων, εχθρών, ασθενειών κ.ά. Η ανάπτυξη των φυτών συνδέεται με τη βελτίωση, με επιστημονικές μεθόδους, των επιμέρους παραγόντων του περιβάλλοντος. Η βελτίωση του περιβάλλοντος των φυτών γίνεται με πολλούς τρόπους. Η βελτίωση του εδάφους γίνεται με μηχανικά μέσα, όπως το όργωμα, για να επιτευχθεί ο αερισμός, η εκρίζωση των αγριόχορτων κ.ά. ή με λιπάσματα, για να προστεθούν τα στοιχεία που λείπουν. Μια σειρά από εγγειοβελτιωτικά έργα από τις απλές γεωτρήσεις μέχρι τα μεγάλα αρδευτικά και αντιπλημμυρικά έργα με φράγματα και αρδευτικά αυλάκια, αποβλέπει στην εξασφάλιση του νερού για τις καλλιέργειες αλλά και την προστασία τους από τις πλημμύρες. Αποστραγγιστικά έργα γίνονται επίσης για να γίνουν καλλιεργήσιμες ελώδεις περιοχές ή μικρές λίμνες.
Για την καταπολέμηση των ασθενειών που προσβάλλουν τις καλλιέργειες χρησιμοποιούνται τα φυτοφάρμακα και τα εντομοκτόνα, καθώς και τα ζιζανιοκτόνα για απαλλαγή από τα ανεπιθύμητα φυτά. Με την καθιέρωση της μονοκαλλιέργειας σε μεγάλες εκτάσεις, δηλαδή της καλλιέργειας ενός είδους φυτού που αποδίδει περισσότερο από την πολυκαλλιέργεια, επήλθαν σημαντικές αλλαγές στις μεθόδους καλλιέργειας.
Με τον αναδασμό, που εφαρμόστηκε σε σχετικά μικρή κλίμακα στην Ελλάδα, έγινε δυνατή η συγκέντρωση μικρών διεσπαρμένων εκτάσεων ενός αγρότη σε ένα ενιαίο κομμάτι γης για τη διευκόλυνση των αγροτών και την καλύτερη απόδοση των χωραφιών.
Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, όπου και σε όποιο βαθμό αναπτύχθηκαν, βοήθησαν τους μικρούς καλλιεργητές να εκσυγχρονίσουν την καλλιέργεια με μηχανήματα, φθηνότερους σπόρους, λιπάσματα κ.ά., αλλά και στη διακίνηση, εμπορία και αξιοποίηση των προϊόντων τους.
Χάρη στην ανάπτυξη των βιολογικών επιστημών και ειδικότερα της γενετικής, βελτιώθηκε και ο δεύτερος παράγοντας, δηλαδή η κληρονομική σύσταση του φυτού, με τη δημιουργία νέων βελτιωμένων ποικιλιών και υβριδίων των φυτών. Με τις βελτιωμένες ποικιλίες, εκτός από την αύξηση της παραγωγής, αντιμετωπίστηκαν και ορισμένες δυσκολίες που οφείλονταν στην κακή προσαρμογή προηγούμενων ποικιλιών στις συνθήκες του περιβάλλοντος. Έτσι, δημιουργήθηκαν ποικιλίες ανθεκτικές στο κρύο, στη θερμότητα ή στις διάφορες ασθένειες, πρώιμες ή όψιμες, για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη υγρασίας (ξηρασία) ή αντίθετα η υπερβολική υγρασία, υψηλόσωμες ή χαμηλόσωμες για να αντιμετωπιστεί η επίδραση του ανέμου, να διευκολυνθεί η συγκομιδή των καρπών και τέλος, ποικιλίες που δημιουργήθηκαν για να αντιμετωπιστούν οι απαιτήσεις της αγοράς.
Η πρόοδος λοιπόν της γεωργίας οφείλεται: α) στη δημιουργία ειδικών επιστημονικών κλάδων που ασχολούνται με τα ειδικά θέματα της γεωργίας, όπως η εδαφολογία, η λιπασματολογία, η γεωργική χημεία, η γεωργική φαρμακολογία, η μηχανολογία, η υδραυλική και οι έγγειες βελτιώσεις (αρδεύσεις, αποστραγγίσεις), η γενετική των φυτών κ.ά., β) στην ανάπτυξη της γεωργικής έρευνας, με την ίδρυση ιδιαίτερων ινστιτούτων, γ) στην εκπαίδευση των αγροτών, με τη δημιουργία γεωργικών σχολείων και τέλος δ) στη συστηματική καθοδήγησή τους από γεωπόνους για τις νέες καλλιεργητικές μεθόδους, τις νέες ποικιλίες φυτών, την αντιμετώπιση των ασθενειών, τη χρήση των λιπασμάτων και των γεωργικών φαρμάκων κ.ά. Τα μηχανικά μέσα επιτρέπουν την καλλιέργεια μεγάλων εκτάσεων με μικρή συμμετοχή αγροτικών χεριών και εξασφαλίζουν τη συγκομιδή των καρπών μέσα σε μικρό διάστημα, ώστε να αποφεύγεται καταστροφή του καρπού από άσχημες καιρικές συνθήκες.
Ανάλογα με τη γενική ανάπτυξη μιας χώρας ή περιοχής και με το μορφωτικό επίπεδο των αγροτών, η γεωργία παρουσιάζεται με δύο μορφές:
α) Αναπτυσσόμενη. Χαρακτηρίζεται από την έλλειψη επαρκών μέσων και επιστημονικών μεθόδων και είναι απλή πρακτική δραστηριότητα που βασίζεται στις περιορισμένες γνώσεις του γεωργού. Συναντιέται σε αναπτυσσόμενες χώρες και σε ορεινές περιοχές αναπτυγμένων χωρών με μικρές εκτάσεις για καλλιέργεια.
β) Αναπτυγμένη. Η γεωργία εκείνη η οποία χρησιμοποιώντας τα σύγχρονα μέσα (μηχανήματα, λιπάσματα, φάρμακα, βελτιωμένους σπόρους) και τα σύγχρονα συστήματα καλλιέργειας (αμειψισπορά, αρδεύσεις, καλλιεργητικές φροντίδες) αποβλέπει στην εντατική και δυναμική εκμετάλλευση της γης.
Στην Ελλάδα, εκτός από τις Ανώτατες Γεωπονικές Σχολές Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Θεσσαλίας, υπάρχουν πολλά ινστιτούτα έρευνας, όπως των σιτηρών, της εδαφολογίας στη Θεσσαλονίκη, της δεντροκομίας στη Νάουσα, του βαμβακιού στη Σίνδο, του καπνού στη Δράμα, της ελιάς στην Κέρκυρα, της γεωργικής μηχανολογίας και φυτοπαθολογίας (Μπενάκειο) στην Αττική, που τα περισσότερα έχουν σταθμούς σε όλη τη χώρα.

No comments:

Post a Comment