Friday, June 19, 2009

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Τροχός. Μηχανικό εξάρτημα σε σχήμα κύκλου, η εφεύρεση του οποίου αποτέλεσε πραγματική πολιτιστική επανάσταση στους τομείς της αγγειοπλαστικής (κεραμικός τροχός), των μεταφορών (τροχός για κίνηση) και της βιομηχανίας (τροχός για τη μεταφορά της κίνησης).
Οί Έλληνες τού Σέσκλου οργανώθηκαν στενότερα καί ανέπτυξαν κοινωνικούς δεσμούς καί θεσμούς όπως Βασιλεία, στρατός κτλ. Ή πόλις αναπτύχθηκε περιμετρικώς τής Ακροπόλεως, πού ήταν ή έδρα τού ηγέτου αλλά καί τού στρατού. Αναπτύσσεται στήν Ελλάδα μία δομή κοινωνίας πού διέπει τούς Έλληνες έως τήν υστεροβυζαντινή εποχή. Στήν συνέχεια γεννάται τό εμπόριο καί τό 5000πχ εμφανίζεται τό πρώτο οδικό δίκτυο στήν Ευρώπη καί παγκοσμίος (Ραφήνα-Νέα Μάκρη-Μαραθών). Οί ναυτικοί αυτοί οικισμοί εξελίσσονται σέ πόλεις καί διεξάγουν εμπόριο μέ τήν νησιωτική Ελλάδα. Ή Καθηγήτρια τού Πανεπιστημίου Αθηνών Μαρία Παντελιάδου, λέγει πώς οί εμπορικές επαφές ήταν εκτεταμένες μεταξύ νήσων καί Αττικής μέσω ενός εκτεταμένου θαλασσίου επικοινωνιακού δικτύου. Οί Έλληνες κατεργάζονταν τό μέταλλο, τόν χρυσό καί τόν άργυρο. Δέν είναι τυχαία τά λόγια λοιπόν τού Αιγύπτιου ιερέος Μανέθωνος πρός τόν Σόλωνα, τά οποία σώζει ό Πλάτων στόν «Τιμαίο» : «φθόνος ουδείς ώ Σόλων, αλλά θά σού τά είπω όλα, γιά χάρι σου καί γιά χάρι τής πόλεως σου, αλλά γιά χάρι τής θεάς, πού επροστάτευσε, ανέθρεψε καί εκπαίδευσε τόν δικό μας καί τόν δικό σας τόπο, αρχίζοντας από εσάς 1000χρόνια πρίν, όταν πήρε τό σπέρμα σας από τήν Γή... Ή διάρκεια τού πολιτισμού μας σύμφωνα μέ τά ιερά μας βιβλία είναι 8000έτη». Άρα σύμφωνα μέ τόν Αιγύπτιο ιερέα 8000χρόνια πρίν τόν Σόλωνα ξεκινά ό Αιγυπτιακός πολιτισμός, ενώ ό Ελληνικός 1000 χρόνια πρίν τόν Αιγυπτιακό. Επομένος ό Ελληνικός πολιτισμός ξεκινά περί τό 9500πχ, όπως άλλωστε φωνάζουν γεωλογικές, κλιματολογικές, αρχαιολογικές καί ιστορικές μαρτυρίες. Μεταξύ 9-7000πχ εδημιουργήθησαν οί πρώτοι στρατοί. Αποτέλεσμα τής ιδιοκτησίας πού έπρεπε νά προστατευθή. Στόν Σέσκλο ό Βασιλέας είχε ένοπλη φρουρά, τόσο γιά τήν προστασία τού ιδίου όσο καί νά προστατεύη τήν πόλι. Ό τότε στρατός πρέπει νά διέθεται 1000 άνδρες, έκ τόν οποίων οί 100 θά ήταν μόνιμη ένοπλη δύναμις. Τά όπλα πού είχαν ήσαν τό τόξο, τό ακόντιο καί ή σφενδόνη. Επίσης είχαν τό ρόπαλο, γνωστός ώς κεφαλοθραύστης, τό δόρυ καί τό εγχειρίδιο, πρόγονος τού σπαθιού. Από τήν 5ην χιλιετία όμως οί Έλληνες αναπτύσσουν ραγδαία τά όπλα μέ τήν επεξεργασία τών μετάλλων. Οί πρώτες ασπίδες κάνουν τήν εμφανισή των καί τά πρώτα βλήματα ή οβίδες τής ιστορίας. Πήλινες βλιδοφόρες οβίδες, πού κατά τήν πρόσκουσί των στό έδαφος, εθραύεντο καί τά κομμάτια λειτουργούσαν όπως τά θραύσματα τών χειρομβοβίδων σήμερα. Σημαντικό επίσης εύρημα είναι ή ανακάλυψη ιππάριου από τά 10-11 εκατ.χρόνια πρίν. Οί Έλληνες λοιπόν ζούσαν μέ ίππους έξ αρχής τής ιστορίας των, πράγμα πού κάνει ακόμα πιό ψευδή τόν ισχυρισμό τών ινδοευρωπαϊστών πώς εκείνοι έφεραν τήν εξημέρωση τού ίππου στήν Ελλάδα, μερικούς αιώνες πρίν τόν Όμηρο.
Οί Έλληνες είχαν νά μεταφέρουν ψάρια από τά πλοία πρός τά σπίτια, γεωργικά προϊόντα από τά χωράφια πρός τά σπίτια, πέτρες γιά τά τείχη, καί παρ’όλα αυτά δέν είχαν εξημερώση τά άλογα. Πώς όμως οί ινδοευρωπαίοι νομάδες, πού τό μόνο πού είχαν νά μεταφέρουν ήταν ή πεθερά των, εξημέρωσαν εκείνοι πρώτοι τόν ίππο ; Σέ βραχογραφία τού Παγγαίου 4500πχ, απεικονίζεται έφιππος άνδρας. Επίσης οί απεικονίσεις τών Κενταύρων από τούς νεολιθικούς χρόνους καί οί πληροφορίες τού Ομήρου καί Ξενοφόντος περί ιππικής ικανότητος τών Ελλήνων, αποδεικνύουν τήν χρήση ίππου στήν Ελλάδα, πολύ πρίν κάθε άλλο λαό. Υπάρχει καί ή λεμβόσχημη πυξίδα από τήν Κύπρο τού 3000πχ, όπου εικονίζει ιππείς. Στήν Σουμερία πού δέν ζούσαν άλογα, τά άρματα ήταν γνωστά από τό 2600πχ(Λάβαρο τής Ούρ). Στήν Ελλάδα πού ζούσαν ανέκαθεν πώς ήταν δυνατόν νά μήν είχαν εξημερωθή. Ό καθηγητής Αραβαντινός σέ συνέδριο στήν Γερμανία έφερε στό φώς πινακίδες γραμμικής Β΄, πού είχαν αναφορές σέ ίππους.
Ακόμα καί ό τροχός θεωρείται από τούς ινδοευρωπαϊστές εφεύρεση τών ινδοευρωπαίων. Αφού όμως εκείνοι χρησιμοποιούσαν άμαξες γιά νά περάσουν τίς αδιαπέραστες οροσειρές τού Καυκάσου καί τά Μικρασιατικά υψίπεδα γιατί δέν θά μπορούσαν οί Ελληνικές νά κινηθούν στήν Αττική, στήν Θεσσαλία καί Μακεδονία όπου υπάρχουν καί δημιουργούνται οί πρώτοι «δρόμοι» καί τό πρώτο οδικό πέρασμα στήν ιστορία. Οί πεζοι άλλωστε περνάνε ανάμεσα από θάμνους καί πέτρες. Οί τροχοί όμως δέν περνούν, γιαυτό χρειάζονταν ένα άνοιγμα, έναν καθαρισμό από εμπόδια. Οί Έλληνες από τό 5000πχ κατασκεύαζαν αγγεία τόσο τέλεια πού είναι αδύνατον νά θεωρηθούν μή τροχήλατα. Λόγω τού κλίματος δέν έχουν διασωθή κεραμικοί τροχοί, αλλά έχουν διασωθεί τά έργα πού εποιήθησαν σέ αυτούς. Ή Αλεξάνδρα Βόσκοβιτς θεωρεί βέβαια τήν ύπαρξι ξυλίνων κεραμικών τροχών στήν νεολιθική Ελλάδα. Στό εργαστήρι κεραμέως τού Σέσκλου, στήν Ακρόπολιν έχουν βρεθή αγγεία τά οποία είναι εμφανέστατα τροχήλατα. Επίσης στήν Θεσσαλία καί στό Φράχθι έχουν βρεθή αγγεία τής Μέσης Νεολιθικής εποχής τύπου urfirnis, τά οποία υποτίθεται πώς πολύ αργότερα τά μάθαμε από τήν Μεσοποταμία. Όσο γιά τήν γνώση κατεργασίας μετάλλου, στήν Ελλάδα από τήν 6ην χιλιετία οί Έλληνες κατεργάζονταν μέταλλα. Αυτό αποδεικνύουν πολλά χρυσά κοσμήματα σέ ολόκληρη τήν Ελληνική επικράτεια.
Ο κεραμικός τροχός εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα κατά το Τα πρώτα τροχήλατα αγγεία είναι όλα τα μονόχρωμα αγγεία της περιόδου τού Ορχομενού καί Σέσκλου. Στην Κρήτη ο κεραμικός τροχός υιοθετείται στο τέλος της τρίτης χιλιετίας π.Χ., λίγο αργότερα θά συντελέσει στην κατασκευή των καμαραϊκών αγγείων (1800-1700 π.Χ.), που συναγωνίζονταν στην κομψότητα και τη λεπτότητα τα μεταλλικά αγγεία, και, τέλος, κάνει την εμφάνισή του και στην ηπειρωτική Ελλάδα με τα λεγόμενα από το Σλίμαν «μινωικά αγγεία». Στην υστεροελλαδική (μυκηναϊκή) εποχή ο κεραμικός τροχός έχει κυριαρχήσει σχεδόν ολοκληρωτικά στην Ελλάδα. Στην υπόλοιπη Ευρώπη επικρατεί στις αρχές της πρώτης χιλιετίας π.Χ.
Τα ελαφρά δίτροχα άρματα των Θηβών της Αιγύπτου, της Κρήτης και των Μυκηνών, που μας είναι γνωστά από αναπαραστάσεις γύρω στο 1500 π.Χ., χρησίμευαν μάλλον για κυνήγι και για περιπάτους, καθώς τα έσερναν πλέον άλογα, παρά για χερσαίες μεταφορές. Οι τροχοί τους ήταν κατασκευασμένοι από ξύλινα στεφάνια και ακτίνες από ξύλο. Στην υπόλοιπη Ευρώπη τα τροχήλατα οχήματα εμφανίστηκαν κατά την πρώιμη εποχή του σιδήρου (αρχές της πρώτης χιλιετίας π.Χ.).
Στα νεότερα χρόνια, που ακολούθησαν το μεσαίωνα, ο τροχός με τις διάφορες τεχνικές τελειοποιήσεις του θα παίξει πρωταρχικό ρόλο στην υδραυλική μηχανική και στην πολεμική τέχνη (άντληση νερού κτλ.), ενώ κατά τη βιομηχανική επανάσταση του 19ου αι. θα είναι το θεμελιώδες όργανο που θα μεταβιβάσει με έμβολα ή με ιμάντες την κίνηση στις μηχανές εσωτερικής καύσης.

Τυπογραφία. Το σύνολο των διαδικασιών αναπαραγωγής λέξεων, εικόνων ή σχεδίων σε χαρτί, ύφασμα, μέταλλο ή άλλο υλικό. Πολλές φορές αναφερόμαστε σε αυτές με τον όρο «γραφικές τέχνες» και εννοούμε τη δημιουργία πολλών πανομοιότυπων αναπαραγωγών ενός πρωτοτύπου.
Η ιστορία της τυπογραφίας είναι παρόμοια με την ιστορία της τύπωσης ανάγλυφων ή εικονογραφήσεων. Παλιά η μέθοδος ήταν εντελώς μηχανική, αργότερα όμως οι τυπογραφικές τεχνικές χρησιμοποίησαν φωτομηχανικά και χημικά μέσα, ενώ στα νεότερα χρόνια έχει αναδειχτεί και στο χώρο της τυπογραφίας ο σημαντικός ρόλος των υπολογιστών.
Η πρώτη γνωστή μέθοδος τύπωσης της αρχαιότητας είναι η εφαρμογή σφραγιδόλιθων. Το σχέδιο που ήθελαν να τυπώσουν το χάραζαν πρώτα πάνω σε μία σφραγίδα ή μία πέτρα, την οποία βουτούσαν σε χρώμα ή στη λάσπη και την πίεζαν πάνω σε μία λεία ελαστική επιφάνεια.

Τό σημαντικώτερο Ελληνικό ιερογλυφικό είναι ό δίσκος τής Φαιστού, ό οποίος δέν είναι χαραγμένος αλλά παρουσιάζει αποτυπώματα από μικρές σφραγίδες καί θεωρείται τό πρώτο βήμα στήν τυπογραφία.

Η εξέλιξη των τυπογραφικών μεθόδων ήταν διαφορετική στις ιστορικές περιόδους και τα διαφορετικά μέρη του κόσμου. Η αντιγραφή των βιβλίων με το χέρι, με τη χρήση πένας ή πινέλου με μελάνι, ήταν χαρακτηριστικό του αιγυπτιακού, του ελληνικού και του ρωμαϊκού πολιτισμού. Με παρόμοιο τρόπο γινόταν και η αντιγραφή βιβλίων στα μεσαιωνικά μοναστήρια.
Στην Κίνα η ανάπτυξη της τυπογραφίας ξεκίνησε από πολύ νωρίς. Ήδη το 2ο αι. είχε εξαπλωθεί η τέχνη της τύπωσης κειμένων, ενώ έναν αιώνα πριν τύπωναν σχέδια και ζωγραφιές σε υφάσματα. Στη ραγδαία όμως εξέλιξη της τυπογραφίας στην Κίνα συνέβαλε τόσο η ανακάλυψη του χαρτιού (105), όσο και η εξάπλωση του βουδισμού. Από τη μία το χαρτί ήταν το καταλληλότερο υλικό λόγω της αντοχής του και του χαμηλού κόστους του, και από την άλλη, η πρακτική των βουδιστών να κάνουν πολλά αντίγραφα των προσευχών και άλλων ιερών κειμένων τούς ενθάρρυνε την ανακάλυψη νέων μηχανικών μέσων αναπαραγωγής τους. Τα αρχαιότερα δείγματα της κινεζικής τυπογραφίας είναι ανάγλυφα τυπωμένα γράμματα και ζωγραφιές σε ξύλινη επιφάνεια και χρονολογούνται στο 200.
Στην Ευρώπη απαντούν για πρώτη φορά αυτόνομα μεταλλικά στοιχεία που τυπώνουν με εκτυπωτική πρέσα σε χαρτί στα μέσα του 15ου αιώνα. Οι πρώτοι δυτικοί τυπογράφοι, που εμφανίστηκαν στην κοιλάδα του ποταμού Ρήνου, χρησιμοποιούσαν μηχανικές πρέσες από ξύλο παρόμοιες με αυτές που χρησιμοποιούνταν στην οινοπαραγωγή. Στους δυτικούς τυπογράφους οφείλεται και η ανάπτυξη της μεθόδου που επέτρεπε να ρίχνουν τα στοιχεία σε ακριβείς διαστάσεις. Αυτό το κατάφεραν συγκρατώντας τα στοιχεία μίας σελίδας μεταξύ τους, έτσι ώστε να μπορούν να τυπωθούν όλα μαζί χωρίς να βγαίνουν από τα όρια του χαρτιού της σελίδας. Η εισαγωγή της τέχνης κατασκευής χαρτιού εξαπλώθηκε στην Ευρώπη κατά το 13ο και 14ο αι., ενώ ως τα μέσα του 15ου αι. το χαρτί βρισκόταν σε αφθονία.
Σημαντικός σταθμός στην ιστορία της τυπογραφίας θεωρείται το έτος 1450, έτος της ανακάλυψής της που αποδίδεται στο Γουτεμβέργιο από το Μάιντς (Μαγεντία) της Γερμανίας, τον πατέρα της δυτικής τυπογραφίας. Τα βιβλία του πρώτου Ευρωπαίου τυπογράφου υπερείχαν από όλα τα προηγούμενα σε ομορφιά και τεχνική. Έτσι, ο Γουτεμβέργιος συνέβαλε αποφασιστικά στην άμεση αποδοχή του τυπωμένου βιβλίου που αντικατέστησε πια τα χειρόγραφα. Το επόμενο μισό του 15ου αι. τυπώθηκαν περισσότερα από 6.000 έργα, ενώ ο αριθμός των τυπογράφων σε όλη την Ευρώπη αυξανόταν συνεχώς. Αξίζει να αναφερθεί η πρώτη ελληνική γραμματική που τυπώθηκε το 1476 στο Μιλάνο. Τα περισσότερα βιβλία σε αυτά τα πρώτα χρόνια της ιστορίας της τυπογραφίας στην Ευρώπη ήταν θρησκευτικού περιεχομένου, αλλά και αναπαραγωγές των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων κλασικών συγγραφέων.
Τυπογραφικές μηχανές. Η μηχανή που μελάνωνε τα τυπογραφικά στοιχεία και τα πίεζε σε χαρτί λέγεται πρέσα. Οι πρώτες πρέσες, όπως αυτές του 16ου αι., πίεζαν το χαρτί σε μία κινητή επίπεδη επιφάνεια που περιείχε τα τυπογραφικά στοιχεία, τα οποία πρωτύτερα είχαν μελανωθεί. Κατά το 17ο αι. βρήκαν τρόπο να σηκώνεται η εκτυπωτική επιφάνεια γρήγορα, γεγονός που είχε ως συνέπεια να βελτιωθεί σημαντικά ο χρόνος τύπωσης. Το 1796 παρουσιάζεται μία άλλη εκτυπωτική μέθοδος, η λιθογραφία. Σε μία ομογενή ασβεστολιθική πλάκα σχεδιάζονταν με μείγμα μελανιού και λαδιού τα στοιχεία ή οι εικόνες. Κατόπιν περνούσαν την πλάκα με νερό και μετά μία επίχριση με μελάνι. Το μελάνι έμενε στο σχεδιασμένο μέρος. Στα μέσα του 19ου αιώνα καταργούνται τα κινητά στοιχεία και αρχίζει η προσπάθεια εκμηχάνισης της παραγωγής τυπογραφικών στοιχείων. Το 1822 ο Γουίλιαμ Τσερτς παρουσίασε την πρώτη στοιχειοθετική μηχανή που είχε ένα πληκτρολόγιο, του οποίου κάθε πλήκτρο απελευθέρωνε και αποθήκευε ένα στοιχείο σε αυλάκια μίας θήκης. Το 1863 ο Αμερικανός εφευρέτης Γουίλιαμ Α. Μπούλοκ εφεύρε την πρώτη κυλινδρική πρέσα εφημερίδας που τύπωνε σε ρολά χαρτιού και όχι σε φύλλα. Η ανάγκη, βέβαια, αποτύπωσης πλήθους στοιχείων οδήγησε στην εφεύρεση της φωτοχαρακτικής μεθόδου ή βαθυτυπίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1860 ο Βρετανός Τζ. Σουάν ανακάλυψε τον ανθρακούχο ιστό, χαρτί με επικάλυψη ζελατίνης που είναι φωτοευαίσθητο και μπορεί να μεταφέρει φωτογραφικά τα στοιχεία σε μεταλλική επιφάνεια. Το 1871 ο Αμερικανός τυπογράφος Ρ. Μ. Χόου τελειοποίησε την εκτύπωση σε συνεχή ρολά. Η πρέσα του τύπωνε 18.000 φύλλα εφημερίδας σε μία ώρα. Το 1880 ο Ότμαρ Μέργκεντάλερ εφεύρε τη λινοτυπική μηχανή. Ήταν μια τυποχυτική στοιχειοθετική μηχανή που παρήγαγε ενιαίο στίχο από κινητές μήτρες γραμμάτων. Αυτή είναι και η αρχή για την ανακάλυψη της εκτύπωσης όφσετ.
Η τελειοποίηση των μηχανικών πιεστηρίων με κυλίνδρους έδωσε αφορμή να χρησιμοποιηθούν λεπτά μεταλλικά φύλλα με αποτυπωμένα επάνω τα στοιχεία και μέσω των κυλίνδρων το μελάνι να μεταφέρεται σε ελαστική επιφάνεια (καουτσούκ), ενώ από εκεί στο χαρτί παρέχοντας ανώτερη ποιότητα εκτύπωσης. Για την έγχρωμη εκτύπωση χρησιμοποιούνται τέσσερις μεταλλικές πλάκες (τσίγκοι) που διαδοχικά τυπώνουν στο χαρτί τέσσερα βασικά χρώματα, το κυανό (cyan), το κόκκινο (magenta), το κίτρινο (yellow) και το μαύρο. Ο συνδυασμός αυτών των χρωμάτων που επικαλύπτονται δίνει το έγχρωμο αποτέλεσμα στην εκτύπωση.
Σήμερα, η σύγχρονη μέθοδος τυπογραφίας ελέγχεται κατά πολύ από τους υπολογιστές. Η στοιχειοθεσία με πλήθος γραμματοσειρών, η αναπαραγωγή και επεξεργασία εικόνων με σαρωτές σε προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και η μεταφορά τους ψηφιακά σε εκτυπωτικές πλάκες (μέθοδος CΤP, computing to print) χωρίς να παρεμβάλλεται η φωτομεταφορά τους σε μεταλλικές πλάκες είναι μία από τις καινοτομίες του 21ου αιώνα. Ακόμη και η ψηφιακή εκτύπωση, όπου από τον Η/Υ περνάμε σε ψεκασμό μελανιών απευθείας στο χαρτί, δηλώνουν τις δυνατότητες εξέλιξης της σύγχρονης τυπογραφίας.
Τηλέγραφος. Σύστημα μετάδοσης μηνύματος με τη χρησιμοποίηση κωδικοποιημένου αλφαβήτου. Η πρώτη μορφή τηλέγραφου είναι τα μηνύματα με φωτιές των αρχαίων Ελλήνων (φρυκτωρίες).
Το πρώτο οργανωμένο δίκτυο μεγάλης απόστασης που χρησιμοποιούσε οπτικό τηλέγραφο, εγκαταστάθηκε το 1793 στη Γαλλία. Η ανακάλυψη όμως του ηλεκτρισμού και η χρησιμοποίηση των ιδιοτήτων των ηλεκτρομαγνητών, έφεραν στο προσκήνιο μερικούς τύπους τηλέγραφου, όπως τον ηλεκτρολυτικό και τον ηλεκτρομαγνητικό. Ο πρώτος τηλέγραφος με χειριστήριο, που δόθηκε σε κοινή χρήση και κατέκτησε τον κόσμο, ήταν αυτός που εφευρέθηκε από τον Αμερικανό Σάμουελ Μορς το 1837 και τελειοποιήθηκε από τον ίδιο το 1843. Τελικά, το πρώτο επίσημο τηλεγραφικό δίκτυο λειτούργησε ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Βαλτιμόρη το Μάιο του 1844.
Ο μορσικός τηλέγραφος είναι η εφαρμογή της ιδιότητας των ηλεκτρομαγνητών και αποτελείται από τον πομπό, το δέκτη, την πηγή παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και τη γραμμή (αγωγό) σύνδεσης πομπού-δέκτη. Όταν πιεστεί ο μοχλός του χειριστηρίου, τότε το ρεύμα της πηγής κινείται προς το δέκτη και διεγείρει τον ηλεκτρομαγνήτη του. Ο ηλεκτρομαγνήτης τη στιγμή της διέγερσης κινεί ένα κομμάτι μαλακού σιδήρου στο οποίο είναι στερεωμένη μια γραφίδα. Έτσι, ανάλογα με τη διάρκεια επαφής του χειριστηρίου, αποτυπώνεται πάνω σε ένα ρολό χαρτιού, που κινείται παράλληλα προς τη γραφίδα, τελεία ή παύλα. Η σύνθεση και αποκρυπτογράφηση αυτών των σημάτων (βλ. λ. Μορς, Σάμουελ Φίνλεϊ) δίνει το μήνυμα. Μειονέκτημα του τηλέγραφου είναι η απαραίτητη ύπαρξη ατόμων που γνωρίζουν τον κώδικα και το χειρισμό του πομπού. Ο Μορς και οι συνεργάτες του πρόσφεραν αρκετές τελειοποιήσεις στον τηλέγραφο, αλλά αργότερα τη θέση όλων αυτών των συστημάτων πήρε το τηλέτυπο, με το οποίο δεν είναι απαραίτητη η αποκρυπτογράφηση, καθώς το μήνυμα φτάνει στον τόπο του προορισμού του και γράφεται απευθείας σε κοινό αλφάβητο.
Τα e-mail και τα SMS της κινητής τηλεφωνίας έχουν αντικαταστήσει τους τηλέγραφους και τα τηλέτυπα, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υπάρχει υπολογιστής που συνδέεται στο διαδίκτυο.
Τηλεόραση. Η εκπομπή και λήψη κινούνων εικόνων με τη βοήθεια ραδιοκυμάτων ή καλωδιακώς. Η προς μετάδοση σκηνή εστιάζεται πάνω σε μια φωτοηλεκτρική οθόνη της τηλεοπτικής κάμερας. Η οθόνη αυτή ανιχνεύεται από μια δέσμη ηλεκτρονίων. Η κάμερα προκαλεί ένα ηλεκτρικό ρεύμα, του οποίου το στιγμιαίο μέγεθος είναι ανάλογο προς τη φωτεινότητα του τμήματος της οθόνης που ανιχνεύεται. Στην Ευρώπη η οθόνη ανιχνεύεται από 625 γραμμές και σχηματίζονται 25 τέτοια πλαίσια ανά δευτερόλεπτο. Στις ΗΠΑ οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι 525 και 30. Το σήμα της εικόνας, που παράγεται μ’ αυτόν τον τρόπο, χρησιμοποιείται στη διαμόρφωση ενός φέροντος κύματος VHF ή UHF και μεταδίδεται μαζί με ένα ανεξάρτητο ηχητικό σήμα, αλλά με έγχρωμη πληροφορία (αν υπάρχει) ενσωματωμένη στα σύντομα διάκενα μεταξύ των γραμμών της εικόνας. Τα σήματα που φτάνουν στην κεραία λήψης αποδιαμορφώνονται στο δέκτη. Το σήμα της αποδιαμορφωμένης εικόνας ελέγχει τη δέσμη ηλεκτρονίων σ’ έναν καθοδικό σωλήνα, στην οθόνη του οποίου ανασχηματίζεται η εικόνα.



Τηλεόραση έγχρωμη. Τηλεοπτικό σύστημα στο οποίο η κάμερα φιλτράρει το φως της σκηνής στα τρία βασικά χρώματα, το κόκκινο, το πράσινο και το μπλε, τα οποία ανιχνεύονται από ξεχωριστές λυχνίες κάμερας (εικονοσκόπια). Η διαχωρισμένη πληροφορία που παίρνεται κατ’ αυτό τον τρόπο, ώστε να σχετίζεται με το χρώμα της εικόνας, συνδυάζεται με ήχο και σήματα συγχρονισμού και μεταδίδεται τελικά, χρησιμοποιώντας ένα από τα τρία συστήματα, το αμερικανικό, το βρετανικό και το γαλλικό. Στο δέκτη το σήμα επαναδιαχωρίζεται σε κόκκινο, πράσινο και μπλε, το καθένα από τα οποία τροφοδοτείται σ’ ένα ξεχωριστό πυροβόλο ηλεκτρονίων (electron gun) στον καθοδικό σωλήνα του δέκτη. Με μια προσθετική διαδικασία η εικόνα αναπαράγεται από τη δέσμη κάθε πυροβόλου, που δραστηριοποιεί ένα σύνολο φθοριζόντων κόκκων (dots) αυτού του χρώματος στην οθόνη.
Τηλεοπτικός δέκτης. Οι δέκτες τηλεόρασης είναι πιο πολύπλοκοι από τους δέκτες του ραδιοφώνου, καθώς η τηλεόραση έχει περισσότερα και πιο πολύπλοκα κυκλώματα. Ουσιαστικά συνυπάρχουν σ’ αυτόν δύο διαφορετικοί δέκτες, ένας για το σήμα εικόνας και ένας για το σήμα ήχου. Τα σπουδαιότερα τμήματα από τα οποία αποτελείται ένας δέκτης τηλεόρασης είναι τα εξής: ενισχυτές υψηλής συχνότητας (που είναι κοινοί και για τα δύο σήματα εικόνας και ήχου), οι φωρατές των σημάτων εικόνας και ήχου, οι τελικοί ενισχυτές απόκλισης της δέσμης, οι διαχωριστές των σημάτων συγχρονισμού, οι ταλαντωτές οριζόντιας και κατακόρυφης απόκλισης και ο καθοδικός σωλήνας. Τα σήματα που λαμβάνονται από μια κατάλληλη διπολική κεραία ενισχύονται από τα κυκλώματα υψηλής και μέσης συχνότητας, τα οποία προνοούν επίσης και για την επιλογή των επιθυμητών σταθμών και αφού φωραθούν και ενισχυθούν εκ νέου, αποστέλλονται τα σήματα εικόνας στον καθοδικό σωλήνα, του οποίου ελέγχουν την ένταση της ηλεκτρονικής δέσμης και τα σήματα του ήχου στα κυκλώματα ήχου και στο μεγάφωνο. Τα σήματα συγχρονισμού που συνυπάρχουν στο εκπεμπόμενο από τον τηλεοπτικό σταθμό σήμα, διαχωρίζονται στο δέκτη με ειδικά κυκλώματα. Αυτά καθοδηγούν τους ταλαντωτές οριζόντιας και κατακόρυφης απόκλισης, με τρόπο ώστε κάθε φάση εξερεύνησης της οθόνης προβολής της εικόνας να είναι εντελώς συγχρονισμένη με την αντίστοιχη φάση εξερεύνησης της εικόνας στην κάμερα λήψης της εικόνας.
Τα χαρακτηριστικά της αναπαραγόμενης εικόνας κατά σειρά σπουδαιότητας είναι τα ακόλουθα: η ποιότητα της εικόνας, η γραμμικότητα της εικόνας, η αντίθεσή της (κοντράστ) και η φωτεινότητά της.
Σύγχρονοι τηλεοπτικοί δέκτες κατασκευάζονται με οθόνες υγρών κρυστάλλων (LCD, Liquid Crystal Displays: ετερόφωτη οθόνη), με τρανζίστορ (TFT, Thin Film Transistor) και με πλάσμα (τριπλές κυψέλες διαφορετικών ευγενών αερίων που αποτελούν ένα εικονοστοιχείο, στις οποίες γίνεται ηλεκτρική εκκένωση: αυτόφωτη οθόνη). Οι συσκευές αυτές είναι επίπεδες, ελαφρύτερες, αλλά με ποιότητα μικρότερη από αυτήν των καθοδικών σωλήνων. Οι τηλεοράσεις πλάσματος είναι επίσης μεγάλης κατανάλωσης.
Τηλεσκόπιο. Όργανο που συλλέγει ακτινοβολία από μακρινό αντικείμενο για να σχηματίσει ένα είδωλό του ή για να επιτρέψει την ανάλυση της ακτινοβολίας. Ένα οπτικό τηλεσκόπιο χρησιμοποιεί ορατή ακτινοβολία. Τα οπτικά αστρονομικά τηλεσκόπια κατατάσσονται σε δύο βασικές κατηγορίες: στα ανακλαστικά τηλεσκόπια και στα διαθλαστικά τηλεσκόπια. Τα διαθλαστικά τηλεσκόπια χρησιμοποιούν ένα συγκλίνοντα φακό για συλλογή φωτός και η σχηματιζόμενη εικόνα μεγεθύνεται από το προσοφθάλμιο σύστημα, που είναι φακός μικρής εστιακής απόστασης. Αυτός ο τύπος οργάνου κατασκευάστηκε πρώτη φορά το 1608 από το Χανς Λίπερσεϊ στην Ολλανδία και εξελίχθηκε την επόμενη χρονιά ως αστρονομικό όργανο από το Γαλιλαίο, που χρησιμοποίησε έναν αποκλίνοντα φακό στο προσοφθάλμιο. Το τηλεσκόπιο του Γαλιλαίου βελτιώθηκε στη συνέχεια από τον Κέπλερ, ο οποίος αντικατέστησε ένα συγκλίνοντα προσοφθάλμιο φακό και ο τύπος αυτός τηλεσκοπίου είναι ακόμη σε χρήση (μικρά αστρονομικά τηλεσκόπια). Για επίγεια τηλεσκόπια συνήθως τοποθετείται ακόμη ένας φακός, ώστε να μας δώσει ορθό είδωλο. Ωστόσο ο σχεδιασμός του Γαλιλαίου μάς προσφέρει από την αρχή ορθό είδωλο και γι’ αυτό το λόγο χρησιμοποιείται ακόμη στα τηλεσκόπια τσάντας για την όπερα ή το θέατρο. Το πρώτο ανακλαστικό τηλεσκόπιο κατασκεύασε ο Νεύτωνας το 1668. Χρησιμοποίησε ένα κοίλο κάτοπτρο για να συλλέξει και να εστιάσει το φως, καθώς και ένα μικρό δευτερεύον κάτοπτρο υπό γωνία 45° προς την κύρια δέσμη, ώστε να ανακλά το φως στο μεγεθυντικό προσοφθάλμιο.
Το Γρηγοριανό τηλεσκόπιο που σχεδίασε ο Τζ. Γκρέγκορι (1638-1675), καθώς και το τηλεσκόπιο που σχεδίασε ο N. Cassegrain (γύρω στα 1670), χρησιμοποιούν δευτερεύοντα οπτικά συστήματα. Το τηλεσκόπιο coudé (coudé στα γαλλικά σημαίνει κάμπτω σε σχήμα αγκώνα) χρησιμοποιείται μερικές φορές με μεγαλύτερα όργανα, επειδή αυξάνει τις εστιακές αποστάσεις τους.
Τα καταδιοπτικά τηλεσκόπια χρησιμοποιούν και κάτοπτρα και φακούς. Τα περισσότερο χρησιμοποιούμενα αστρονομικά όργανα αυτής της κατηγορίας είναι τα τηλεσκόπια Maksutov και η κάμερα Schmidt. Το όργανο Maksutov έχει έναν παχύ σφαιροειδή μηνίσκο, ώστε να προκαλεί σφαιρική εκτροπή στο είδωλο, η οποία διορθώνεται από το σφαιροειδές βασικό κάτοπτρο. Η κάμερα Schmidt έχει μία διορθωτική πλάκα πολύπλοκου σφαιρικού σχήματος κοντά στο κέντρο καμπυλότητας του σφαιροειδούς βασικού κατόπτρου. Το όργανο αυτό χρησιμεύει κυρίως σε φωτογραφικές εργασίες.
Τηλέφωνο. Συσκευή με την οποία γίνεται δυνατή η μεταβίβαση της ομιλίας, χωρίς να χρειάζεται ειδικός κώδικας γραμμάτων και λέξεων, όπως στον τηλέγραφο.
Ο Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ από τη Βοστόνη θεωρείται εφευρέτης του τηλεφώνου (1876). Η τηλεφωνική συσκευή του Μπελ είναι πολύ απλή. Αποτελείται από μια κωνική θήκη από βακελίτη. Στο άνοιγμα είναι στερεωμένο ένα διάφραγμα. Το διάφραγμα αυτό είναι μια λεπτή πλάκα από μαλακό σίδερο. Στο εσωτερικό της θήκης υπάρχει ένας πεταλοειδής μαγνήτης, τα σκέλη του οποίου βρίσκονται σε πολύ μικρή απόσταση από το διάφραγμα. Αυτή η απόσταση ρυθμίζεται όσο χρειαστεί με μια βίδα. Στα σκέλη του μαγνήτη έχει τυλιχτεί από ένα πηνίο. Αν συνδέσουμε δύο τέτοιες συσκευές με δύο σύρματα έχουμε το πρώτο τηλέφωνο. Η μεταβίβαση της ομιλίας γίνεται ως εξής: Η φωνή δημιουργεί ηχητικά κύματα στον αέρα που βρίσκεται ανάμεσα στο στόμα και στη συσκευή. Τα κύματα αυτά φτάνουν στο διάφραγμα και το κάνουν να πάλλεται. Ο μαγνητισμός (το μαγνητικό πεδίο) του μόνιμου μαγνήτη μεταβάλλεται ανάλογα με τους ήχους της ομιλίας. Αυτές οι μεταβολές του μαγνητικού πεδίου επιδρούν πάνω στα πηνία και δημιουργούν μέσα τους ηλεκτρικά ρεύματα. Αυτά τα ηλεκτρικά ρεύματα έχουν μεταβολές έντασης ανάλογες με τις μεταβολές της φωνής. Μέσα από τα σύρματα, τα ρεύματα αυτά φτάνουν στην άλλη συσκευή και κάνουν την αντίστροφη λειτουργία από αυτήν που έγινε στην πρώτη συσκευή, δηλαδή περνούν από τα δύο πηνία, επηρεάζουν το μαγνητισμό του μαγνήτη, μεταβάλλεται το μαγνητικό του πεδίο, πάλλεται το διάφραγμα και με τους παλμούς του αυτούς παράγονται ήχοι αντίστοιχοι με τους αρχικούς, που φτάνουν στο αφτί με τα ηχητικά κύματα του αέρα που δημιούργησε το παλλόμενο διάφραγμα.
Τα σύγχρονα τηλέφωνα αποτελούνται βασικά από το μικρόφωνο, το ακουστικό, τη συσκευή με την οποία γίνεται η επιλογή του αριθμού που θέλουμε να καλέσουμε και μια ηλεκτρική πηγή κοινή για κάθε τηλεφωνικό κέντρο. Το μικρόφωνο λαμβάνει τα ηχητικά κύματα και τα μετατρέπει σε ηλεκτρικά ρεύματα. Το ακουστικό δέχεται τα ηλεκτρικά ρεύματα και τα μετατρέπει σε ηχητικά κύματα. Τα ηλεκτρικά ρεύματα του μικροφώνου διαβιβάζονται είτε με σύρματα (ενσύρματο τηλέφωνο) είτε με ηλεκτρομαγνητικά κύματα (ραδιοτηλέφωνο).
Η εξέλιξη της τεχνολογίας οδήγησε στον ασύρματο τρόπο επικοινωνίας των κινητών τηλεφώνων. Ο τρόπος λειτουργίας τους είναι ο εξής: Η κατοικημένη περιοχή που περιλαμβάνεται στο δίκτυο διαιρείται σε πολλές μικρές γεωγραφικές περιοχές σχήματος εξαγώνου. Σε κάθε περιοχή εγκαθίσταται ένας χαμηλής ισχύος σταθμός βάσης με τηλεφωνικές γραμμές. Οι μικροεπεξεργαστές του κάθε κινητού τηλεφώνου και οι υπολογιστές του κάθε σταθμού βάσης παρακολουθούν ποιες συνομιλίες πραγματοποιούνται και με ποια τηλέφωνα. Το μήνυμα ενός τηλεφώνου στέλνεται με ραδιοκύματα χαμηλής ισχύος στην πλησιέστερη βάση και από αυτήν τη βάση στον ανταποκριτή (ή σε μια βάση, εάν ο ανταποκριτής διαθέτει κινητό τηλέφωνο) με τηλεφωνικές γραμμές. Όταν ο χρήστης φεύγει από μια περιοχή και εισέρχεται σε μια νέα, οι υπολογιστές και οι μικροεπεξεργαστές κάνουν μεταγωγή της κλήσης σε μια καινούρια ραδιοσυχνότητα και τη μεταθέτουν στο σταθμό βάσης της νέας περιοχής. Αυτό γίνεται πολύ γρήγορα και με πολύ μικρή διακοπή των κλήσεων κατά τη μετάθεση. Έτσι, δεν υπάρχει περιορισμός του αριθμού των τηλεφώνων που μπορεί να ενεργοποιηθούν σε μια πόλη.
αυτοκίνητο, το. Όχημα που κινείται επάνω σε τέσσερις τροχούς με δική του μηχανή, χωρίς να χρειάζεται εξωτερική ενέργεια.
Τα πρώτα αυτοκινούμενα τροχοφόρα έκαναν την εμφάνισή τους στα τέλη του 18ου αιώνα. Το 1779 ο Νικόλας Κουνιό στη Γαλλία κατασκεύασε μια τρίτροχη ατμάμαξα που είχε κινητήρα εξωτερικής καύσης. Όμως η μεγάλη τριβή πάνω στο δρόμο ήταν ένα σοβαρό εμπόδιο στα σχέδιά του. Έτσι, άρχισαν να βελτιώνουν τους δρόμους αντί το όχημα. Αρχικά στρώθηκε ο δρόμος με ξύλινες πλάκες και αργότερα με σιδερένιες. Και έτσι, χωρίς να επιδιωχτεί, αντί να τελειοποιηθεί το αυτοκίνητο, εφευρέθηκε ο σιδηρόδρομος.
Το 1801 ο Άγγλος Ρίτσαρντ Τρέβιθικ κατασκεύασε στο Κέμπερν μια τετράτροχη ατμάμαξα. Η ατμάμαξα του Κουνιό δεν έτρεχε γρηγορότερα από 4 χλμ. την ώρα, ενώ του Τρέβιθικ έφτανε τα 6 χλμ. την ώρα. Ωστόσο ο τελευταίος δεν τελειοποίησε την ατμάμαξά του, αλλά ασχολήθηκε με την κατασκευή μιας ατμομηχανής που κινούνταν πάνω σε σιδηροδρομικές τροχιές.
Παρ’ όλες όμως τις βελτιώσεις που έγιναν στην περιβόητη «ατμάμαξα», αυτή ήταν βαριά και δεν μπορούσε να αναπτύξει αξιόλογη ταχύτητα, ο θόρυβος που έκανε ήταν πολύ δυνατός και τρόμαζαν τα άλογα, ώστε το 1840 ψηφίστηκε ειδικός νόμος στην Αγγλία που καθόριζε τα 7 χλμ. ως ανώτατη ταχύτητα για όλα τα αυτοκινούμενα αμάξια. Ο ίδιος νόμος επέβαλε να τρέχει μπροστά από τέτοιου είδους αμάξια ένας άνθρωπος με κόκκινη σημαία τη μέρα και ένα κόκκινο φανάρι τη νύχτα. Γύρω στα 1860 κατασκευάστηκαν στη Γαλλία και στην Αγγλία μερικά ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα, τα οποία ανέπτυσσαν ταχύτητα 15 χλμ. την ώρα, αλλά η αυτονομία τους δεν ξεπερνούσε τα 20 χλμ. Εξάλλου οι μπαταρίες τους ήθελαν φόρτιση, ενώ παράλληλα είχαν μικρό όριο ζωής.
Το 1880 μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν μια χρονιά με δύο αξιόλογες εφευρέσεις αποφασιστικής σημασίας για την εξέλιξη του αυτοκινήτου. Τότε εφευρέθηκαν ο κινητήρας εσωτερικής καύσης και τα ελαστικά με αεροθάλαμους που πρωτοχρησιμοποιήθηκαν στα ποδήλατα. Το 1885 ο Γερμανός Γκότλιμπ Ντέμλερ πήρε το πρώτο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για μηχανή εσωτερικής καύσης με βενζίνη. Ένα χρόνο αργότερα, στις ΗΠΑ, ο Τζορτζ Σέλντεν πήρε ένα ανάλογο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για τοποθέτηση βενζινοκινητήρα σε τροχοφόρα.
Το πρώτο αυτοκίνητο «Daimler» κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 1887. Μέχρι το 1895 ο Καρλ Μπεντς στη Γερμανία και οι γαλλικές εταιρείες Pacard - Levassor και Ντε Ντιον Μπουτόν είχαν κατασκευάσει τα πρώτα τους αυτοκίνητα με μηχανήματα εσωτερικής καύσης.
Την 1η Ιουλίου του 1899 ιδρύθηκε η ιταλική εταιρεία αυτοκινήτων FIAT. Ο πρόεδρός της Τζιοβάνι Ανιέλι διέθεσε όλη την περιουσία του για να χτίσει ένα μικρό εργοστάσιο στο Κόρσο Ντάντε, όπου ένας ηλεκτρικός κινητήρας 36 ίππων χρησιμοποιήθηκε για να λειτουργήσουν 28 τόρνοι της μικρής επιχείρησης που απασχολούσε 50 ειδικευμένους μηχανικούς. Η παραγωγή αυτοκινήτων φαίνεται απίστευτη. Το 1889 πουλήθηκαν 10 αυτοκίνητα, το 1902 50 και το 1904 268.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ο Τσαρλς Ντιούρι και ο Έλγουντ Χέινς ήταν οι πρώτοι σχεδιαστές πετυχημένων αυτοκινήτων και ο Αλεξάντερ Γουίντον ο πρώτος που άρχισε την παραγωγή αυτοκινήτων στο Νέο Κόσμο. Οι περισσότεροι από τους πρωτοπόρους κατασκευαστές αυτοκινήτων ήταν μηχανικοί που έβλεπαν πόσο είχε ωριμάσει η ιδέα για το νέο τύπο αυτοκινούμενου τροχοφόρου. Το 1901 ο Ρ. Ε. Ολντς στις ΗΠΑ άρχισε να παράγει σε μικρές ποσότητες ένα σχετικά φτηνό αυτοκίνητο για ευρεία κατανάλωση. Όμως αυτός που έλυσε οριστικά το πρόβλημα των φτηνών αυτοκινήτων ήταν ο Χένρι Φορντ, ο οποίος ξεκίνησε από μηχανικός σε εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Αυτό το πέτυχε με την κατασκευή απόλυτα όμοιων (στάνταρτ) ανταλλακτικών που θα αποτελούσαν τα εναλλακτικά μέρη κάθε αυτοκινήτου. Μια ειδική μέθοδος συναρμολόγησης αυτοκινήτου πάνω σε μια κινούμενη ταινία επέτρεψε τη μαζική παραγωγή πολλών χιλιάδων όμοιων μοντέλων αυτοκινήτων με χαμηλή τιμή. Με αυτό το σύστημα της παραγωγής σε σειρά η εξέλιξη και η πρόοδος στην αυτοκινητοβιομηχανία ήταν τεράστια, ενώ το κόστος των αυτοκινήτων ελαττώθηκε πολύ. Συγκεκριμένα, το μοντέλο «Τ» της Ford κατασκευάστηκε από το 1908 ως το 1922 σε πάνω από 15 εκατομμύρια οχήματα.
Στην Ευρώπη, η Μ. Βρετανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία ήταν οι πρώτες χώρες που στις αρχές του 1920 είχαν οργανωμένες βιομηχανίες αυτοκινήτων με μικρή παραγωγή, σχετικά με αυτή των ΗΠΑ, αλλά με αυτοκίνητα ποιοτικά καλύτερα. Το 1907 η FIAT κατασκεύασε 1.100 αυτοκίνητα σε μια εποχή που κυριαρχούσαν οι γαλλικές φίρμες Renault, Peugeot, Pacard, Levassor, οι βρετανικές Morgan, Austin, Bristol και στην Αμερική η Ford.
Ο α΄ παγκόσμιος πόλεμος του 1914 έδωσε μια νέα ώθηση στις αυτοκινητοβιομηχανίες που κατασκεύαζαν στρατιωτικά αυτοκίνητα κατά χιλιάδες και αργότερα το 1918 τα πρώτα άρματα από τη Renault. Τα αυτοκίνητα συνεχώς βελτιώνονταν, γίνονταν πιο γρήγορα, πιο αθόρυβα, πιο σταθερά. Ένα πλήθος από εφευρέσεις τα έκαναν πιο αναπαυτικά, ενώ οι ανέσεις που διέθεταν πολλαπλασιάζονταν.
Τα πρώτα αυτοκίνητα. Τα αυτοκίνητα του 1905 ήταν μάλλον άκομψα, είχαν μεγάλους τροχούς με συμπαγή λάστιχα και σούστες όπως των αμαξών και μετέφεραν μεγάλα δοχεία βενζίνης. Οι αυτοκινητιστές φορούσαν χοντρά πέτσινα σακάκια, σκούφους, γάντια και γυαλιά για να προστατευτούν από το κρύο, τη βροχή και τη σκόνη, γιατί οι δρόμοι ήταν σε άθλια κατάσταση, γεμάτοι χώματα και πέτρες. Τα αυτοκίνητα της εποχής εκείνης δεν ξεπερνούσαν τα 35 χλμ. την ώρα και πάθαιναν πολύ συχνά βλάβες.
Η ραγδαία εξέλιξη του αυτοκινήτου σημειώθηκε το 1920 και η τελειοποίησή του επέτρεψε στις φίρμες της εποχής εκείνης να κατασκευάσουν αυτοκίνητα πολυτελείας, τα οποία κυκλοφορούσαν κατά χιλιάδες στις ευρωπαϊκές και αμερικανικές πόλεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1895 κατασκευάστηκαν στις ΗΠΑ μόλις 4 αυτοκίνητα, ενώ το 1920 η παραγωγή τους εκεί έφτασε τα 2.000.000. Οι συνεχείς βελτιώσεις στον κινητήρα και στο αμάξωμα έκαναν φανερά από πολύ νωρίς τα τεράστια πλεονεκτήματα του αυτοκινήτου απέναντι στα άλλα μεταφορικά μέσα.
Το λαϊκό αυτοκίνητο. Παρ’ όλα αυτά, το ιδιωτικό αυτοκίνητο παρέμενε ακριβό και σχεδόν απρόσιτο στο βαλάντιο του λαού. Η μαζική παραγωγή που εφάρμοσε ο Χένρι Φορντ στα εργοστάσιά του ήταν η αρχή για την κατασκευή φτηνών αυτοκινήτων. Όμως το αποκορύφωμα αυτής της προσπάθειας ήταν το πρόγραμμα της χιτλερικής Γερμανίας το 1936 για την κατασκευή φτηνών λαϊκών αυτοκινήτων, που η τιμή τους θα ήταν γύρω στα 1.200 μάρκα. Το λαϊκό αυτοκίνητο της Volkswagen, γνωστό σε όλους ως «Σκαθάρι», άρχισε να παράγεται κατά εκατοντάδες χιλιάδες στα μεγάλα εργοστάσια του Βόλφσμπουργκ. Η μετέπειτα εξέλιξη απέδειξε ότι και η προσπάθεια αυτή δεν ήταν άλλο παρά ένα τμήμα των πολεμικών προπαρασκευών της Γερμανίας. Επίσης, από το 1939 μέχρι το 1944, η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία ασχολήθηκε αποκλειστικά με την πολεμική παραγωγή και μόνο από το 1945 άρχισε να προσαρμόζεται και πάλι σε ειρηνικές αξιώσεις.
Το 1949 υπήρχαν στο Λονδίνο αστικά λεωφορεία με καλοριφέρ και ραδιόφωνο, ενώ τα πούλμαν διέθεταν τεχνητό κλιματισμό. Το 1950 στις ΗΠΑ υπήρχαν υπεραστικά λεωφορεία με τηλεόραση, ενώ το 1952 άρχισαν να εφοδιάζονται τα ταξί καθώς και τα ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα με ραδιοτηλέφωνο. Στις αρχές του 21ου αι. σύγχρονα αυτοκίνητα, κυρίως ταξί, εφοδιάστηκαν με συστήματα πλοήγησης πόλης (GPS), με τα οποία μέσω δορυφόρου εντοπίζεται σε ειδική οθόνη που βρίσκεται στην κονσόλα του αυτοκινήτου ο ακριβής επιθυμητός προορισμός.
Το ηλεκτρικό αυτοκίνητο. Το ηλεκτρικό αυτοκίνητο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1832. Οι πρώτες προσπάθειες προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ηλεκτρογεννήτριες σε αυτοκίνητο έγιναν το 1834, αλλά είχαν άτυχο τέλος. Το 1860 όμως κατασκευάστηκαν συσσωρευτές μολύβδου και σε 6 χρόνια ο Φον Ζίμενς ανακάλυψε το δυναμοηλεκτρικό φαινόμενο. Το 1881 παρουσιάστηκε το πρώτο τρίτροχο ηλεκτρικό όχημα. Όμως κάθε 25 χλμ. του τελείωναν οι μπαταρίες. Το 1887 παρουσιάστηκε το γαλλικό ηλεκτροκίνητο αυτοκίνητο που έφτανε τότε την εκπληκτική ταχύτητα των 30 χλμ./ώρα την εποχή, όταν το όχημα του Ντέμλερ δεν ξεπερνούσε τα 20 χλμ. την ώρα. Το 1906 εμφανίστηκαν στους δρόμους τα γερμανικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα.
Στις ΗΠΑ ήδη το 1912 κυκλοφορούσαν 34.000 ανάλογα οχήματα διάφορων κατηγοριών. Η αυτονομία του ηλεκτροκίνητου Woods στο Σικάγο ήταν το 1915 τα 160 χλμ. και η τελική ταχύτητα έφτανε τα 64 χλμ. την ώρα. Από το 1920 όμως το ενδιαφέρον άρχισε να πέφτει υπέρ των βενζινοκίνητων αυτοκινήτων, ειδικά από την εποχή που εμφανίστηκαν οι μίζες, οι οποίες σε λίγο υπερίσχυσαν. Κυριότεροι λόγοι ήταν οι χαμηλές επιδόσεις των ηλεκτρικών και το μεγάλο βάρος των συσσωρευτών τους. Όλοι οι κατασκευαστές έριξαν το βάρος τους στους κινητήρες εσωτερικής καύσης.
Μοναδική στιγμή της ηλεκτροκίνησης ήταν το 1971 και το 1972, όταν οι αστροναύτες των πληρωμάτων Apollo, χρησιμοποίησαν ηλεκτρικά οχήματα για τον περίπατό τους στο φεγγάρι. Οι συσσωρευτές αυτοί ήταν αργύρου-ψευδαργύρου που δεν ήταν επαναφορτιζόμενοι. Εξασφάλιζαν όμως αυτονομία 92 χλμ. και μέση ταχύτητα 16 χλμ. την ώρα. Στην πράξη βέβαια, η αυτονομία τους δεν ξεπέρασε τα 35 χλμ. και η ταχύτητα τα 13 χλμ.
Στα χρόνια που ακολούθησαν η ανάπτυξη του ηλεκτρικού αυτοκινήτου προχωρούσε με πολύ αργούς ρυθμούς. Εμφανίστηκαν υβριδικά αυτοκίνητα σε πειραματική μορφή, που χρησιμοποιούσαν από κοινού κινητήρα εσωτερικής καύσης και ηλεκτροκινητήρα. Αυτός ο συνδυασμός κινητήρων έχει μεγάλο ενδιαφέρον, τόσο από πλευράς επιδόσεων και αυτονομίας, όσο και από πλευράς περιβάλλοντος. Αρκετοί κατασκευαστές με το ξεκίνημα του 21ου αιώνα έχουν μοντέλα στη γραμμή παραγωγής και μάλιστα με σημαντική εμπορική επιτυχία. Μάλιστα ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δίνουν σημαντικά φορολογικά κίνητρα για την απόκτησή του.
ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΣΤΙΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ
Με πρότυπο την ιδέα του Αμερικανού Χένρι Φορντ, οι αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν οργανώσει το σύστημα της κινούμενης ταινίας για την ταχύτατη συναρμολόγηση (κατασκευή) των αυτοκινήτων.
Αρχικά, οι σχεδιαστές-μηχανολόγοι έπειτα από δοκιμές που διαρκούν πάνω από ένα χρόνο τελειοποιούν ένα πρωτοπόρο μοντέλο και τυποποιούν τα διάφορα εξαρτήματά του, τα οποία κατασκευάζονται σε χιλιάδες όμοια αντίτυπα. Όταν όλα αυτά ετοιμαστούν, αρχίζει η μαζική παραγωγή του αυτοκινήτου. Στην αρχή της «κινούμενης ταινίας», που πολλές φορές έχει μήκος πολλών χιλιομέτρων, τοποθετείται το χαλύβδινο πλαίσιο, πάνω στο οποίο αρχίζει να συναρμολογείται το αυτοκίνητο. Μοντάρεται το μπροστινό και πισινό σύστημα ανάρτησης, τα φρένα, το ρεζερβουάρ, κατόπιν ο κινητήρας, το κιβώτιο ταχυτήτων, το διαφορικό, τα μπροστινά και πισινά φτερά, η καμπίνα των επιβατών, το καπό, οι πόρτες, τα παράθυρα και το ηλεκτρικό σύστημα. Όσο η ταινία κινείται, το αυτοκίνητο πλησιάζει προς την τελική του μορφή, το τιμόνι του, ο λεβιές ταχυτήτων, τα καθίσματα, το ταμπλό και η ταπετσαρία ολοκληρώνουν σχεδόν το νέο μοντέλο. Τα φανάρια, τα νίκελ και οι τροχοί, καθώς και το τελικό φινίρισμα δίνουν πια ένα πλήρες αυτοκίνητο που φτάνει στο τέλος της γραμμής συναρμολόγησης και περνά από τον τελικό έλεγχο και τη δοκιμή από ειδικούς δοκιμαστές στην πίστα του εργοστασίου. Ιδιαίτερη σημασία δίνουν οι κατασκευαστές στην παθητική ασφάλεια. Γι’ αυτό, πριν το μοντέλο παρουσιαστεί στην αγορά, δοκιμάζεται σκληρά η αντοχή του σε όλων των ειδών τις συγκρούσεις (crash test).

ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ

Κάθε αυτοκίνητο είναι ένα πολυσύνθετο συγκρότημα μηχανών, συσκευών και διάφορων συστημάτων και εξαρτημάτων με τα οποία πετυχαίνεται η παραγωγή κινητήριου έργου και η εκμετάλλευσή του για τη μεταφορά έμψυχου ή άψυχου υλικού. Τα κύρια μέρη του αυτοκινήτου είναι τα εξής:


α) Ο κινητήρας.
β) Το αμάξωμα.
γ) Το σύστημα ανάρτησης (μπροστινό και πισινό).
δ) Το σύστημα διεύθυνσης (άξονες και τροχοί).
ε) Το σύστημα των φρένων.
στ) Η ηλεκτρική εγκατάσταση (συσσωρευτής, φανάρια κτλ.).
ζ) Το σασί, που είναι χαλύβδινο και πάνω του συγκροτείται όλο το αυτοκίνητο.
Κινητήρας: Το σπουδαιότερο μέρος του αυτοκινήτου είναι η κινητήρια μηχανή, που στηρίζεται με ειδικές ελαστικές βάσεις πάνω στο πλαίσιο (σασί) και μετατρέπει το καύσιμο σε κινητήρια δύναμη. Οι κινητήρες που χρησιμοποιούνται είναι θερμικοί, εσωτερικής καύσης. Δηλαδή η θερμότητα παράγεται από την καύση του καύσιμου μείγματος μέσα στους ίδιους τους κινητήρες, συγκεκριμένα μέσα στους κυλίνδρους. Τα έμβολα με τους διωστήρες μετατρέπουν την παλινδρομική κίνηση με το στροφαλοφόρο άξονα σε περιστροφική. Η κίνηση μεταδίδεται με ένα συμπλέκτη ξερού μονοδίσκου στο κιβώτιο ταχυτήτων, με τον άξονα του κάρνταν στο διαφορικό και με τα ημιαξόνια στους τροχούς.
Οι κινητήρες των αυτοκινήτων έχουν πολλούς κυλίνδρους, συνήθως 4 ή 6, ενώ υπάρχουν και κινητήρες με 8, 12 ή και 16 κυλίνδρους. Οι κύλινδροι αυτοί μπορούν να τοποθετηθούν είτε σε ένα επίπεδο είτε σε δύο επίπεδα, τα οποία σχηματίζουν μια δίεδρη γωνία. Στην πρώτη περίπτωση η «διάταξη» είναι σε σχήμα V. Ακόμη υπάρχει και μια άλλη κατηγορία κινητήρων, που έχουν όλους τους κυλίνδρους στο ίδιο επίπεδο, αλλά τους μισούς από τη μια πλευρά (αντιτιθέμενους). Ανάλογα με το είδος του καυσίμου που χρησιμοποιούν διακρίνονται σε βενζινοκινητήρες, πετρελαιοκινητήρες και ηλεκτροκινητήρες. Τέλος, ανάλογα με τον κύκλο λειτουργίας που ακολουθούν, διακρίνονται σε δίχρονους και τετράχρονους. Ο τετράχρονος είναι περισσότερο διαδομένος με περισσότερα πλεονεκτήματα από το δίχρονο.
Ένας τετράχρονος βενζινοκινητήρας χωρίζεται βασικά σε τρία μέρη:
α) Στο μπλοκ, που είναι συνήθως από χυτοσίδηρο και έχει τους κυλίνδρους, με τα έμβολα, τους διωστήρες και το στροφαλοφόρο άξονα, στους παλαιούς τύπους και τον εκκεντροφόρο.
β) Στην κεφαλή (καπάκι), όπου υπάρχουν οι βαλβίδες εισαγωγής - εξαγωγής, τα ελατήρια, οι αναφλεκτήρες (μπουζί) και στους νέους τύπους ο εκκεντροφόρος άξονας, που κινείται με διπλή καδένα ή με πλαστικό οδοντωτό ιμάντα.
γ) Ελαιοπυξίδα (κάρτερ), όπου υπάρχει η αντλία του λαδιού με ένα φίλτρο, ο δείκτης της στάθμης του λαδιού, και σε σειρά μια σωλήνωση όπου βιδώνει το εξωτερικό φίλτρο του λαδιού. Εκτός όμως από τα τρία αυτά βασικά μέρη, υπάρχουν τα βοηθητικά συστήματα που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία του κινητήρα. Το σύστημα τροφοδότησης καυσίμου, περιλαμβάνει την αντλία βενζίνης, καθώς και τις διάφορες σωληνώσεις που μεταφέρουν το καύσιμο από τη δεξαμενή βενζίνης (ρεζερβουάρ), τον εξαερωτήρα (καρμπιρατέρ) και την πολλαπλή εισαγωγή μείγματος αέρα - βενζίνης.
Το σύστημα ανάφλεξης αποτελείται από τον πολλαπλασιαστή, τα καλώδια υψηλής και χαμηλής τάσης, το διανομέα και τους αναφλεκτήρες, και συνδέεται με το ηλεκτρικό σύστημα του αυτοκινήτου.
Τέλος το σύστημα εξαγωγής των καυσαερίων αποτελείται από τους πολλαπλούς εξαγωγείς και τους σωλήνες της εξάτμισης (σιλανσιέ). Στο πίσω μέρος του στροφαλοφόρου άξονα βρίσκεται ο σφόνδυλος, που έχει σκοπό να μειώνει τους κραδασμούς και να κάνει πιο ομαλή την κίνηση του στροφαλοφόρου, αποθηκεύοντας κινητική ενέργεια. Πάνω στο σφόνδυλο είναι προσαρμοσμένος ο συμπλέκτης, με τον οποίο μεταδίνεται η κίνηση στο κιβώτιο ταχυτήτων και ακολούθως στο διαφορικό και στους τροχούς.
Στο πλευρό του κινητήρα είναι τοποθετημένο το δυναμό, το οποίο παράγει ρεύμα και με τον αυτόματο διακόπτη τροφοδοτεί το συσσωρευτή (μπαταρία), και ο εκκινητής (μίζα), που χρησιμεύει για την αρχική κίνηση του κινητήρα και κομπλάρει πάνω στο σφόνδυλο. Τέλος, στο μπροστινό τμήμα βρίσκεται η τροχαλία και ένας ιμάντας που κινεί έναν ανεμιστήρα για τη ψύξη του ψυγείου νερού. Η αντλία νερού, που έχει σκοπό να βοηθά την κυκλοφορία του νερού μέσα στο σύστημα ψύξης, είναι ακόμη ένα σπουδαίο εξάρτημα για τους υδρόψυκτους κινητήρες. Στους αερόψυκτους το ρεύμα του αέρα που ψύχει τους κυλίνδρους δημιουργείται από μια τουρμπίνα με μια μεγάλη «φτερωτή».
Για να συμπληρωθεί ένας κύκλος λειτουργίας μιας τετράχρονης μηχανής, απαιτούνται ορισμένες διαδρομές του εμβόλου από το άνω νεκρό σημείο στο κάτω νεκρό σημείο και αντίστροφα. Ανάλογα με την εργασία που εκτελείται στον καθένα από τους χρόνους λειτουργίας, έχουμε την εισαγωγή του μείγματος αέρα - βενζίνης, τη συμπίεση, την ανάφλεξη - εκτόνωση και την εξαγωγή των καυσαερίων. Από αυτούς τους τέσσερις χρόνους μόνο κατά την ανάφλεξη - εκτόνωση παράγεται ωφέλιμο έργο.
Σύστημα ανάρτησης. Ο απλούστερος τρόπος σύνδεσης του αμαξώματος ή του πλαισίου με τους άξονες των τροχών είναι μια σταθερή στήριξη. Οι κραδασμοί και οι ανωμαλίες του καταστρώματος θα μεταβιβάζονταν προς τα επάνω και αυτό θα ήταν ενοχλητικό και επικίνδυνο για τους επιβάτες. Εκτός αυτού, οι κραδασμοί θα ήταν σε βάρος της ευστάθειας του αυτοκινήτου. Προέχει λοιπόν να αναρτήσουμε το πλαίσιο επάνω στους άξονες (ή τους άξονες πάνω σε αυτό) κατά τρόπο ώστε να μη μεταδίδονται οι κραδασμοί που δημιουργούνται από την κίνηση του οχήματος. Αυτό εξασφαλίζεται με τα ελατήρια ανάρτησης (σούστες) και με τους αποσβεστήρες κραδασμών (βλ. λ. αμορτισέρ). Το μέρος του αυτοκινήτου, που είναι επάνω από τα ελατήρια αυτά, είναι το «αναρτημένο τμήμα», ενώ τους άξονες, τους τροχούς και αυτά τα ίδια τα ελατήρια τα ονομάζουμε «κυλιόμενο τμήμα». Μεταξύ αναρτώμενου και κυλιόμενου τμήματος δεν είναι μόνο οι δυνάμεις του βάρους που ενεργούν, αλλά και οι δυνάμεις που μεταβιβάζουν οι τροχοί προς το πλαίσιο για να το θέσουν σε κίνηση (δυνάμεις ώθησης) και οι δυνάμεις αδράνειας, που το πλαίσιο μεταβιβάζει στους τροχούς.
Σύστημα των φρένων. Για να σταματήσει ένα αυτοκίνητο, πρέπει να εξουδετερωθεί η κινητική ενέργειά του με το σύστημα πέδησης (φρένων). Αυτό το σύστημα με τη μεγάλη τριβή, μετατρέπει την κινητική ενέργεια σε θερμότητα και τη διασκορπίζει στον αέρα. Η απλούστερη μορφή ενός συστήματος πέδησης αποτελείται από ένα ταμπούρο τοποθετημένο στον άξονα που κινείται και δύο σιαγόνες με επένδυση από ανθεκτικό υλικό (φερμουίτ), που είναι σταθερά προσαρμοσμένες σε έναν ακίνητο δίσκο. Με έναν κατάλληλο μηχανισμό (υδραυλικό ή μηχανικό) ανοίγουν οι σιαγόνες και εφάπτονται με δύναμη πάνω στα εσωτερικά τοιχώματα του ταμπούρου, και η τριβή που αναπτύσσεται ακινητοποιεί το ταμπούρο, τον άξονα και τον τροχό. Σε περιπτώσεις που η πίεση του ποδιού δεν επαρκεί, χρησιμοποιούνται μερικά βοηθητικά συστήματα, τα οποία ενισχύουν τη δύναμη του ποδιού του οδηγού. Το ενισχυτικό αυτό σύστημα που λειτουργεί με την υποπίεση του κινητήρα ονομάζεται «σερβόφρενο» (βάκουμ - σέρβοφρεν).
Εκτός από τα ταμπούρα έχουμε τα δισκόφρενα (αεριζόμενα ή μη) που είναι πιο αποτελεσματικά και δεν υπερθερμαίνονται. Μια από τις τελευταίες εξελίξεις στο σύστημα των φρένων είναι και η τεχνολογία του ABS, με την οποία το μπλοκάρισμα των τροχών δεν είναι συνεχές κατά την πέδηση, αλλά γίνεται σε ίσα χρονικά διαστήματα για μεγαλύτερη ασφάλεια.
Όργανα ελέγχου και διεύθυνσης. Ο οδηγός ελέγχει το αυτοκίνητο με το τιμόνι, τα πεντάλ του φρένου, του συμπλέκτη, του γκαζιού, το μοχλό των ταχυτήτων και το χειρόφρενο. Μπροστά του βρίσκεται ο πίνακας των οργάνων και οι διακόπτες του φωτισμού, των υαλοκαθαριστήρων, των εκτοξευτήρων νερού, του καλοριφέρ.
Στο ταμπλό βρίσκονται το ταχύμετρο, το στροφόμετρο, το αμπερόμετρο, το μανόμετρο του λαδιού, το θερμόμετρο, ο δείκτης της στάθμης βενζίνης και ακόμη το θερμόμετρο του λαδιού και η ενδεικτική λυχνία για τα φρένα.
Το αμπερόμετρο δείχνει αν φορτώνει το δυναμό, το βολτόμετρο δείχνει την κατάσταση της μπαταρίας, το μανόμετρο του λαδιού δείχνει την πίεση του λαδιού στον κινητήρα, το θερμόμετρο τη θερμοκρασία του συστήματος ψύξης, το ταχύμετρο την ταχύτητα του οχήματος και το στροφόμετρο τις στροφές του κινητήρα.
Ρομπότ. Ρομπότ ονομάζεται κάθε ηλεκτρομηχανική διάταξη, η οποία προγραμματίζεται έτσι ώστε να μπορεί να επιτελέσει μια λειτουργία ή να εκτελέσει μια εργασία που τής ανατίθεται. Το ρομπότ εκτελεί τις κινήσεις του και επιτελεί τις λειτουργίες του αυτόματα, αλλά προγραμματίζεται γι’ αυτό από τον άνθρωπο, με την εφαρμογή γενικών αρχών της τεχνητής νοημοσύνης. Τα ρομπότ βρίσκουν ευρεία εφαρμογή στη σύγχρονη καθημερινή ζωή και κυρίως σε τομείς όπου η ανθρώπινη ζωή τίθεται σε κίνδυνο ή όπου απαιτούνται ικανότητες που ξεπερνούν τις ανθρώπινες δυνατότητες.
Ο όρος είναι σλαβικής προέλευσης, από το robota που σημαίνει εργάτης, αλλά και σκλαβιά και καταναγκαστική εργασία. Η λέξη επικράτησε διεθνώς από το 1921, όταν ο Τσέχος συγγραφέας Κάρελ Τσάπεκ παρουσίασε το θεατρικό έργο «Τα ρομπότ του Ρόσουμ», μια σάτιρα του μηχανοκρατικού πολιτισμού. Ο Τσάπεκ χρησιμοποίησε τον όρο ρομπότ για να υποδηλώσει τους «εργάτες-αυτόματα» που επαναστατούν ενάντια στους κατασκευαστές τους. Από τότε, η λέξη έχει πάρει τη σημασία της ανθρωπόμορφης (περισσότερο ή λιγότερο) μηχανής, που μιμείται ορισμένες ανθρώπινες λειτουργίες, συνήθως με πολλαπλάσια ένταση, αλλά και εκτελεί εργασίες που υπό κανονικές συνθήκες γίνονται από τους ανθρώπους. Τέτοιες λειτουργίες μπορούν να είναι η υπολογιστική ικανότητα του εγκεφάλου, η μυϊκή δύναμη κ.ά. Υπάρχουν και άλλοι όροι που χρησιμοποιούνται με την ίδια περίπου σημασία: η λέξη ανθρωποειδές περιγράφει είτε ένα μηχανικό ον είτε τεχνητούς ανθρώπους με όργανα, ενώ η λέξη cyborg, περιγράφει ένα ον με ανθρώπινα και μηχανικά συστατικά.
Η έννοια του ρομπότ δεν έχει πλήρως ξεκαθαρίσει, αφού τα κριτήρια στα οποία μπορεί να στηριχτεί ένας πλήρης ορισμός του δεν είναι κοινώς αποδεκτά. Ένα πρώτο στοιχείο που χαρακτηρίζει τα ρομπότ στην ανθρώπινη συνείδηση είναι η ανθρώπινη μορφή ή έστω η ζωική μορφή τους. Από αυτή την άποψη μια ηλεκτρική συσκευή που λειτουργεί αυτόματα, όπως το ψυγείο ή το πλυντήριο, δεν είναι ρομπότ, αν και επιτελούν στη βάση ενός προγραμματισμού προκαθορισμένες λειτουργίες. Στη σύγχρονη εποχή, ο ανθρωπομορφισμός έχει αντικατασταθεί από την έννοια της αυτονομίας, η οποία υποδηλώνει ότι το ρομπότ προϋποθέτει τεχνητή νοημοσύνη. Η ρομποτική, η επιστήμη που ασχολείται με το σχεδιασμό και τη λειτουργία των ρομπότ, έχει επικεντρωθεί σε αυτήν ακριβώς την προσπάθεια, της υλοποίησης δηλαδή ρομπότ με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αυτονομία δράσης.
Τα ρομπότ μπορεί να φαίνονται ως εξαιρετικά πολύπλοκοι μηχανισμοί, εντούτοις οι βασικοί άξονες λειτουργίας τους είναι απλοί. Τα βασικά μέρη ενός ρομπότ είναι το μηχανικό του σύστημα, στο οποίο περιλαμβάνεται ο μηχανισμός κίνησης και το ηλεκτρονικό του σύστημα, το οποίο αποτελείται πρωτίστως από την μνήμη, που προγραμματίζεται για τους προκαθορισμένους σκοπούς. Η κίνηση δίνεται από κινητήρες που ελέγχονται από ψηφιακά κυκλώματα ημιαγωγών και λειτουργούν με ηλεκτρικά σήματα που καθορίζουν τον τρόπο που θα κινηθεί, τις διευθύνσεις που θα ακολουθήσει κτλ. Τα ηλεκτρικά σήματα μπορούν να αποστέλλονται από εξωγενείς παράγοντες (π.χ. τον άνθρωπο) αλλά και από εσωτερικά κυκλώματα τα οποία μπορούν να «αποφασίζουν» για κάποια ζητήματα, βασισμένα σε παρατηρήσεις του περιβάλλοντος του ρομπότ και μπορούν ακόμα και να αλλάζουν τις προκαθορισμένες κινήσεις, αν κάποια πράγματα δε λειτουργούν ικανοποιητικά.
Οι τελευταίες εξελίξεις στη ρομποτική προδιαγράφουν και τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές στο μέλλον, στο πλαίσιο της ανάπτυξης ρομπότ με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αυτονομία και «ευφυΐα». Το κυριότερο τμήμα της διαδικασίας είναι οι ειδικοί αισθητήρες του ρομπότ, οι οποίοι δέχονται εικόνες από το περιβάλλον και τις μετατρέπουν σε πληροφορία. Το λογισμικό αυτών των ρομπότ μοιάζει με εγκέφαλο, και χάρη σ’ αυτό το ρομπότ μπορεί να μελετήσει εικόνες, να αναζητήσει δρόμους χωρίς να πέσει σε λάθη, γενικότερα να υλοποιήσει την εργασία του, ακολουθώντας μια διαδρομή που μπορεί να επεξεργαστεί το ίδιο, χωρίς την ανάγκη συνεχούς ελέγχου και παρακολούθησης. Η εξέλιξη των πειραμάτων του τύπου αυτού είναι θεμελιακής σημασίας, αφού τέτοια ρομπότ σχεδιάζεται να αποσταλούν σε μακρινούς πλανήτες μελλοντικά. Το στοίχημα λοιπόν που βρίσκεται σε αρχικό στάδιο υλοποίησης είναι η κατασκευή ρομπότ που όχι μόνο συλλέγουν πληροφορίες, αλλά εξάγουν συμπεράσματα.
Ιστορική αναδρομή. Στην αρχαία ελληνική μυθολογία συναντώνται αρκετές ιστορίες που δείχνουν τη γοητεία της σκέψης για τη δημιουργία αυτόνομων ανθρωπόμορφων, κυρίως, μηχανών. Ο σιδερένιος γίγαντας Τάλως, που περιπολούσε στις ακτές της Κρήτης, η ζωή του οποίου βρισκόταν σε μια σιδερένια φλέβα, ο μύθος του Πυγμαλίωνα και της Γαλάτειας, αλλά και ο θεός Ήφαιστος που κατασκεύαζε ανθρώπινα αυτόματα, όπως την Πανδώρα, υποδηλώνουν ότι οι αρχαίοι είχαν προβληματιστεί με την έννοια της τεχνητής ύπαρξης. Τις ίδιες αντιλήψεις συναντούμε και σε άλλες μυθολογίες.
Ο πρώτος που σχεδίασε ένα είδος ανθρωπόμορφου ρομπότ ήταν ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, πρωτοπόρος σε πολλούς τομείς, η γόνιμη φαντασία του οποίου σκέφτηκε τη δημιουργία ενός μηχανικού ιππότη, που θα μπορεί να επιτελεί διάφορες ενέργειες.
Αργότερα οι άνθρωποι δημιούργησαν διάφορους μηχανισμούς που έπαιζαν μουσικά όργανα, ή κάποια ζώα που εκτελούσαν βασικές λειτουργίες, αλλά όλες αυτές οι εφευρέσεις περισσότερο από ρομπότ είναι καλοκουρδισμένες μηχανές. Κατά καιρούς επίσης κατασκευάστηκαν ανθρωπόμορφες μηχανές, που είχαν μάλλον πειραματικό χαρακτήρα ή ήταν απλά παιχνίδια, όπως τα ανθρώπινα ομοιώματα του 18ου αι., τα οποία λειτουργούσαν με ένα μηχανισμό, συνήθως με ένα σύστημα ελατηρίων και οδοντωτών τροχών, με συγκεκριμένο και καθορισμένο τρόπο (π.χ. έπαιζαν σκάκι). Αυτά όμως ήταν μάλλον παιχνίδια, χωρίς να παρουσιάζουν κανένα πρακτικό ενδιαφέρον.
Η ιδέα της δημιουργίας αυτόνομων μηχανών, ακόμα και τεχνητής ζωής, ενέπνευσε πολλούς καλλιτέχνες και σε πολλά λογοτεχνικά έργα, όπως ο τύπος του Φράνκεσταϊν στο ομώνυμο έργο της Μαίρης Σέλεϊ ή τα βιβλία επιστημονικής φαντασίας του Ισαάκ Ασίμοφ και του Άρθουρ Κλαρκ, και σε κινηματογραφικά έργα, όπως το «Μετρόπολις» του Φριτς Λαγκ, το «Μπλέιντ Ράνερ», το «The Terminator», το «Artificial Intelligence» κ.ά., συναντώνται τύποι ανθρωπόμορφων, κυρίως, ρομπότ.
Οι πρώτες ανθρωπόμορφες μηχανές κατασκευάστηκαν τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. Το 1934, στην Έκθεση Μηχανικής του Τορίνο, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσίασαν ένα αυτόματο, ντυμένο με αλουμίνιο, που περπατούσε στην περιοχή της έκθεσης χωρίς να χάνει την ισορροπία του, χάρη στο γυροσκόπιο με το οποίο ήταν εξοπλισμένο. Το 1939, η αμερικανική εταιρεία Westinghouse παρουσίασε στην Παγκόσμια Έκθεση της Νέας Υόρκης, δύο ρομπότ κατασκευασμένα ειδικά για την περίπτωση· τα ρομπότ είχαν τα ονόματα Ελέκτρο και Σπάρκο. Το πρώτο ήταν ένα ανθρωπόμορφο ρομπότ που μπορούσε να περπατάει, να μιλάει, να κάνει υπολογισμούς και να διακρίνει χρώματα. Το δεύτερο ρομπότ ήταν ένα μικρό σκυλάκι που κουνούσε την ουρά του γαβγίζοντας και ακολουθούσε τον κύριό του, που δεν ήταν άλλος από τον Ελέκτρο.
Άλλο παράδειγμα ρομπότ ήταν ο λεγόμενος Τηλεβόξ. Αυτός είχε χοντρικά το σχήμα ανθρώπου, λειτουργούσε με ηλεκτρισμό και υπάκουε σε ηχητικά σήματα που προέρχονταν από διαπασών. Το σήμα λαμβανόταν από ένα μικρόφωνο του ρομπότ και, ανάλογα με τη συχνότητα που είχε αυτό, προκαλούσε την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης πράξης (π.χ. άνοιγμα ή κλείσιμο μιας πόρτας, άνοιγμα ή κλείσιμο ενός διακόπτη).
Το πρώτο ολοκληρωμένο ρομποτικό σύστημα έκανε την εμφάνισή του το 1968. Ο Σέικι δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ, στο Ινστιτούτο Έρευνας του πανεπιστημίου του Στάνφορντ. Σε αντίθεση με τον Ελέκτρο, ο Σέικι δεν ήταν ένα διαφημιστικό προϊόν, αλλά ο καρπός πολυετών μελετών και ερευνών από Αμερικανούς επιστήμονες. Εξοπλισμένος με τηλεοπτική κάμερα και αισθητήρες χώρου, ο Σέικι μπορούσε να εντοπίσει και να φτάσει σε κάποιο ειδικό σημείο σε ένα κλειστό περιβάλλον. Το ρομπότ μπορούσε κατά τη διαδρομή του να παρακάμψει εμπόδια, να ανακαλύψει ένα συγκεκριμένο κιβώτιο και να το σπρώξει μέχρι ένα καθορισμένο σημείο, σύμφωνα με τις οδηγίες που του είχαν δοθεί προηγουμένως. Οι κινήσεις του Σέικι είχαν ανατεθεί σε ηλεκτρικούς κινητήρες, που στην αρχή λειτουργούσαν μέσω καλωδίων και στη συνέχεια μέσω ραδιοκυμάτων.
Το 2003 ο καθηγητής βιοϊατρικής μηχανικής Στιβ Πότερ και η ερευνητική του ομάδα κατασκεύασαν το πρώτο ρομπότ με εγκέφαλο με νοημοσύνη ποντικιού. Ο Χάιμπροτ, όπως ονομάστηκε, στο κεφάλι του δεν περικλείει ένα μικροτσίπ, αλλά έναν εγκέφαλο βάσει του οποίου κινείται, βλέπει και μαθαίνει από το περιβάλλον. Το ρομπότ έχει μέγεθος καφετιέρας, σχήμα κυλινδρικό και πωλείται από μια ελβετική εταιρεία ώστε να κρατάει συντροφιά στους ανθρώπους. Κινείται από ένα δίκτυο νευρώνων και για τον κατασκευαστή του είναι ένα υβρίδιο ρομπότ και ζωντανής ύλης.
Οι επιστήμονες προσανατολίζονται στη δημιουργία ρομπότ που να επιτελούν διάφορες λειτουργίες και να χρησιμοποιούνται σε πολλούς επιμέρους τομείς. Έτσι έχουν κατασκευαστεί ρομπότ που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία, στην επιστημονική έρευνα, στην εξερεύνηση του διαστήματος, στην ιατρική, και γενικά σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, διευκολύνοντας την ανθρώπινη δράση ή αναλαμβάνοντας έργα επικίνδυνα για τον άνθρωπο, όπως, για παράδειγμα, η ανίχνευση ναρκών.
Βιομηχανικά ρομπότ. Τα ρομπότ έχουν ευρύτατο πεδίο εφαρμογής στον τομέα της βιομηχανίας και η βιομηχανική ρομποτική είναι η επιστήμη που ασχολείται με το σχεδιασμό και τη λειτουργία τέτοιου είδους ρομπότ. Από τη δεκαετία του ’60 και μετά τα ρομπότ εισήχθησαν με όλο και μαζικότερο τρόπο στις αλυσίδες συναρμολόγησης αυτοκινήτων, για να αντικαταστήσουν τον άνθρωπο στις πιο βαριές και επικίνδυνες εργασίες. Το πρώτο βιομηχανικό ρομπότ εμφανίστηκε το 1961 χάρη στο Γιόζεφ Εγκελμπέργκερ, που θεωρείται ο πατέρας της βιομηχανικής ρομποτικής. Το 1961 ο Εγκελμπέργκερ ήταν επικεφαλής της εταιρείας Transaction Research και αξιοποίησε τις υπολογιστικές δυνατότητες των ηλεκτρονικών υπολογιστών για να κατευθύνει τις κινήσεις των άκρων των ρομπότ που είχε κατασκευάσει ο ίδιος. Το πρώτο ρομπότ που κατασκεύασε ονομάστηκε Unimate-1 και ήταν σε θέση να «αφομοιώσει» τις κινήσεις που ήταν απαραίτητες για την εκτέλεση ορισμένων βασικών χειρισμών κατά την εργασία, χειρισμοί που μέχρι τη στιγμή εκείνη εκτελούνταν από τους εργάτες του εργοστασίου. Γρήγορα το ρομπότ αυτό συνάντησε εμπορική επιτυχία, αρχίζοντας τη ριζική αλλαγή της χειρωνακτικής παραγωγής, που θα οριζόταν ως η τρίτη βιομηχανική επανάσταση.
Έξι χρόνια αργότερα, το 1967, το αμερικανικό εργοστάσιο παραγωγής αυτοκινήτων Τζένεραλ Μότορς έθεσε σε λειτουργία στις εγκαταστάσεις της την πρώτη ολοκληρωτικά αυτοματοποιημένη γραμμή συγκόλλησης. Τα ρομπότ ηλεκτροσυγκόλλησης της Τζένεραλ Μότορς, τα οποία παρήγαγε η εταιρεία Unimation, αντικατέστησαν πολύ γρήγορα το προηγούμενο χειρωνακτικό σύστημα.
Στη δεκαετία του ’70 τα ρομπότ του Εγκελμπέργκερ διαδόθηκαν σε πολλούς άλλους βιομηχανικούς τομείς, από την μηχανουργία μέχρι τη βιομηχανία ηλεκτρονικών. Έτσι στη σύγχρονη εποχή χρησιμοποιούνται σε πολλές εργασίες: συγκολλούν και βάφουν αυτοκίνητα, συσκευάζουν υλικά και αντικείμενα, σηκώνουν βαριά φορτία, βιδώνουν και ξεβιδώνουν μπουλόνια, συγκολλούν ολοκληρωμένα κυκλώματα. Στο πλαίσιο της ανάπτυξης των ολοκληρωμένων συστημάτων παραγωγής η χρήση των ρομπότ γενικεύτηκε και στα αυτοματοποιημένα εργοστάσια οι εργαλειομηχανές-ρομπότ μπορούν να επαναπρογραμματίζονται πολύ γρήγορα, για την παραγωγή διαφοροποιημένων προϊόντων.
Τα ρομπότ στην έρευνα. Πολύ ενδιαφέρουσες είναι οι χρήσεις που διαφαίνονται στον τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών. Η έρευνα στο χώρο αυτό πραγματοποίησε γιγάντια βήματα, δουλεύοντας πάνω σε ρομπότ που θα μπορούσαν να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες σε δυσπρόσιτες περιοχές ή σε περιπτώσεις περιβαλλοντικών καταστροφών. Ένα ρομπότ τέτοιου είδους είναι ο Ντάντε, που ταξίδεψε μέσα σε ενεργά ηφαίστεια της Αλάσκας. Με την καθοδήγηση δορυφορικών συνδέσεων ή μέσω του Ιντερνέτ ο Δάντης οδηγήθηκε πολύ βαθιά μέσα στον κρατήρα του ηφαιστείου Σπερ, σε βάθη που ο άνθρωπος αδυνατεί να φτάσει.
Οι εφαρμογές αυτού του τύπου αφορούν την τηλερομποτική, τομέα ερευνών που αναπτύχθηκε στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21ου αι., με σκοπό τη μελέτη και την ανάπτυξη ρομπότ που μπορούν να καθοδηγούνται εξ αποστάσεως. Ήδη το 1979, μετά το πυρηνικό ατύχημα στο Θρι Μάιλ Άιλαντ στις ΗΠΑ, χρησιμοποιήθηκαν ρομπότ για να καθαρίσουν ολόκληρες περιοχές απομακρύνοντας τα ραδιενεργά απόβλητα. Είναι εξαιρετικά μικρών διαστάσεων, αλλά εξοπλισμένα με πολλούς ανιχνευτές που τα βοηθούν να διακρίνουν πηγές θερμότητας, να αποφεύγουν εμπόδια, να κρύβονται, να ακολουθούν συγκεκριμένες διαδρομές, να κινούνται αυτόνομα σε μη οργανωμένους χώρους αλληλεπιδρώντας με τα εξωτερικά ερεθίσματα.
Τα ρομπότ χρησιμοποιούνται ήδη σε πυρηνικούς σταθμούς, αλλά και σε υποθαλάσσιες έρευνες, στην εξόρυξη πετρελαίου κ.α. Στη σύγχρονη εποχή ρομπότ χρησιμοποιούνται και σε φυσικά ή χημικά εργαστήρια. Πολλές μελέτες πραγματοποιούνται επίσης σε εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης, όπως στο Εργαστήριο Τεχνητής Νοημοσύνης του ΜΙΤ, για τη δημιουργία ενός είδους «νοήμονος» ρομπότ.
Τα ρομπότ στη διαστημική έρευνα. Η χρήση ρομπότ στην εξερεύνηση του διαστήματος θεωρείται πολύ σημαντική, αφού τα μη επανδρωμένα διαστημόπλοια, που αναλαμβάνουν μακροχρόνιες αποστολές και απομακρύνονται στα πιο απρόσιτα μέρη του γαλαξία μας, είναι ουσιαστικά ρομπότ, υπό την ευρεία έννοια του όρου. Επίσης, ρομπότ θεωρούνται και όλα τα αυτόνομα ή τηλεχειριζόμενα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται στις διαστημικές αποστολές.
Για παράδειγμα, η εξερεύνηση του πλανήτη Άρη έχει βασιστεί σε μεγάλο βαθμό στην αποστολή ρομπότ και στην προσγείωσή τους στην επιφάνεια του πλανήτη, αφού ο άνθρωπος δεν μπορεί να επιβιώσει στις συνθήκες του Άρη. Τον Ιούνιο του 2003 η ΝΑΣΑ με την αποστολή Mars Exploration Rover χρησιμοποίησε δύο τροχοφόρα ρομπότ, το Spirit και το Opportunity, τα οποία προσγειώθηκαν στον πλανήτη και άρχισαν να πραγματοποιούν γεωλογικές έρευνες. Πρόγονος αυτής της αποστολής υπήρξε το διάσημο ρομπότ Pathfinder (Ιχνηλάτης) που το 1996 πραγματοποίησε σημαντικές ανακαλύψεις στον πλανήτη. Το στοίχημα πάντως στη διαστημική έρευνα, όπως προαναφέρθηκε, είναι η κατασκευή ρομπότ ικανών όχι μόνο να συλλέγουν πληροφορίες αλλά και να εξάγουν συμπεράσματα.
Τα ρομπότ στην ιατρική. Πολλά ρομπότ ήδη «εργάζονται» στα νοσοκομεία δίπλα στους γιατρούς, για να εξυπηρετούν και να θεραπεύουν τους ασθενείς (το πρώτο ρομπότ-χειρούργος κατασκευάστηκε το 1992, ενώ ο πρώτος χειρουργός-ρομπότ σε επεμβάσεις μπάι-πας καρδιάς ήταν ο Ντα Βίντσι που χρησιμοποιήθηκε στη Γερμανία). Ο στόχος είναι μέχρι το 2020 οι περισσότερες εγχειρήσεις να γίνονται από τα ρομπότ. Ειδικότερα σε εγχειρήσεις που απαιτούν υψηλή ακρίβεια, όπως είναι οι εγχειρήσεις καρδιάς, η αντικατάσταση οστών, οι επεμβάσεις στον εγκέφαλο και στη σπονδυλική στήλη, γενικότερα οι μεταμοσχεύσεις, τα ρομπότ έχουν αποδειχθεί πολύ ικανοποιητικές λύσεις. Δεν λείπουν πάντως οι περιπτώσεις που η έλλειψη νοημοσύνης έχει οδηγήσει τα ρομπότ στη διάπραξη ακόμα και θανατηφόρων λαθών. Οι χειρούργοι-ρομπότ τείνουν να αντικατασταθούν με νέες χειρουργικές τεχνικές, με μικρές τομές και ελάχιστη ροή αίματος, παράλληλα με τεχνολογίες ηλεκτρονικής χαρτογράφησης και αναπαράστασης του εσωτερικού του ασθενούς. Αυτές οι εξελίξεις ίσως ανοίξουν καινούργιες προοπτικές στους γιατρούς-ρομπότ, αφού είναι πιθανόν τα εικονικά μοντέλα των ασθενών να καθοδηγούν με μεγαλύτερη ασφάλεια τα ρομπότ αυτά ανάμεσα στα εσωτερικά ευαίσθητα όργανα. Πολύ σημαντική επίσης είναι η βοήθεια που προσφέρουν τα ρομπότ σε τετραπληγικούς και σε άτομα με ειδικές ανάγκες γενικότερα. Άνθρωποι που αδυνατούν να κινήσουν τα χέρια τους μπορούν να επιτελέσουν αρκετές εργασίες με τη βοήθεια ρομπότ, τα οποία χειρίζονται με ειδικό εξοπλισμό. Τέλος μια εξίσου σημαντική εξέλιξη προδιαγράφεται με τα «ρομπότ-εργαστήρια», τα οποία έχουν αμελητέες διαστάσεις, εισέρχονται στο ανθρώπινο σώμα με τη μορφή ηλεκτρονικού χαπιού και εκεί ερευνούν με τη βοήθεια αισθητήρων και τις πληροφορίες που συλλέγουν τις αποστέλλουν σε ένα σταθμό επεξεργασίας των πληροφοριών. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να γίνει η διάγνωση ασθενειών αλλά και η χορήγηση των ανάλογων φαρμάκων. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι ο συγκεκριμένος τομέας εφαρμογών ανοίγει μεγάλες προοπτικές.
Τα ρομπότ στην καθημερινή ζωή. Έχουν κατασκευαστεί ρομπότ που αναλαμβάνουν να κάνουν όλες τις καθημερινές οικιακές εργασίες, π.χ. σκούπισμα κ.ά. Επίσης έχουν παρουσιαστεί και διάφορα είδη ρομπότ με διάφορες ικανότητες, ακόμη και την ικανότητα συνομιλίας, που χρησιμοποιούνται για ψυχαγωγία ή συντροφιά, όπως τα ludobot, ρομπότ που χρησιμοποιούνται για διασκέδαση, ή ρομπότ με μορφή κατοικίδιου ζώου. Τέτοιου είδους ρομπότ είναι ο Χάιμπροτ ο οποίος μπορεί να μεταβάλλει τη συμπεριφορά του ανάλογα με τις συνθήκες που συναντά και αφομοιώνει τις πληροφορίες από το περιβάλλον. Θεωρείται ένα πρότυπο για ρομπότ τέτοιου είδους και ο «πρόγονος» για ακόμα εξυπνότερα ρομπότ, που κάποια στιγμή θα αποτελούν τους συντρόφους των μοναχικών ανθρώπων.
Άλλες εφαρμογές. Στο στρατιωτικό τομέα τα ρομπότ χρησιμοποιούνται για τον καθαρισμό περιοχών που έχουν διασπαρθεί με νάρκες. Στην απενεργοποίηση εκρηκτικών μηχανισμών τα ρομπότ αντικαθιστούν τους πυροτεχνουργούς όλο και περισσότερο. Τα μη επανδρωμένα κατασκοπικά και φωτογραφικά αεροπλάνα χρησιμοποιούνται σε ευρεία κλίμακα από τους Αμερικανούς, ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο απώλειας ανθρώπινων ζωών. Τελευταίο πεδίο πειραματισμών αποτελούν οι περιπολίες γύρω από στρατιωτικά ευαίσθητους χώρους και η άμεση επισήμανση των επίδοξων εισβολέων. Γενικότερα είναι βέβαιο πως τα ρομπότ θα χρησιμοποιηθούν ακόμα περισσότερο στο στρατό.
Ρομπότ χρησιμοποιούνται επίσης για την ταφή των απορριμμάτων και την παρακολούθηση των δεικτών του περιβάλλοντος και τον έλεγχό τους, βοηθούν τους πυροσβέστες στην κατάσβεση των πυρκαγιών και στην παροχή πρώτων βοηθειών, επεμβαίνουν σε χώρους ζημιογόνους για την υγεία του ανθρώπου, σε περίπτωση πυρηνικών καταστροφών, ηφαιστειακών εκρήξεων, για την ανίχνευση ναρκών κ.ά. Τα πρώτα βήματα χρησιμοποίησής τους στη γεωργία γίνονται ήδη, αν και ακόμα το κόστος είναι απαγορευτικό.

No comments:

Post a Comment