Thursday, June 18, 2009

ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Με μια απλή ματιά στον νυκτερινό ουρανό μπορούμε εύκολα να παρατηρήσουμε ότι δεν έχουν όλοι οι αστέρες την ίδια λαμπρότητα. Αυτό οφείλεται στα χαρακτηριστηκά του κάθε αστέρα, αλλά και στην απόστασή του απο την γή. Οι αυθαίρετες ομαδοποιήσεις των αστέρων ονομάζονται αστερισμοί και χρησιμοποιούνται για την χαρτογράφηση, έργο πού οι αρχαίοι Έλληνες αστρονόμοι είχαν τήν γνώση νά φέρουν είς πέρας. Οι αστερισμοί περιλαμβάνουν 23 στον βόρειο ουρανό και 29 στο νότιο ουρανό. Τα ονόματά των προέρχονται απο την Ελληνική μυθολογία κυρίως και απο διάφορα ζώα ή σχήματα με τα οποία ομοιάζουν οι αστερισμοί.

Cypheus Κηφεύς
Auriga Ηνίοχος
Bootes Βοώτης
Cygnus Κύκνος
Aguila Αετός
Aries Κριός
Cancer Καρκίνος
Virgo Παρθένος
Libra Ζυγός
Sagittarius Τοξότης
Capricornus Αιγόκερος
Aguarius Υδροχόος
Pisces Ιχθύες
Cetus Κήτος
Canis Κύων

Η επιστήμη η οποία με θεωρίες, παρατηρήσεις και ενδείξεις προσπαθεί να σχηματίσει μια εικόνα για το σύμπαν, λέγεται κοσμολογία. Από άποψη τοποθέτησης και μέσων έρευνας βρίσκεται πιο κοντά στην αστρονομία, ενώ παρουσιάζει και φιλοσοφικές προεκτάσεις στις αιτιακές σχέσεις δημιουργίας και εξέλιξης του κόσμου.Τα ερωτήματα στα οποία προσπαθεί να απαντήσει η κοσμολογία είναι: Ποια η φύση του σύμπαντος, πώς πήρε τη μορφή του και πώς θα τελειώσει τη χρονική του πορεία μέσα στο χώρο.Οι σύγχρονες απόψεις έχουν τη βάση τους στις μεγάλες δυνατότητες των τηλεσκοπίων και στην αναθεώρηση των θεωρητικών αντιλήψεων της γενικής θεωρίας της σχετικότητας. Στις πρώτες θεωρητικές του προσπάθειες ο Αϊνστάιν δέχτηκε ως περισσότερο φυσική και λογική την υπόθεση της κατά μέσο όρο ομοιομορφίας του σύμπαντος. Αυτό σημαίνει ότι το σύμπαν παρατηρούμενο από οποιαδήποτε θέση του διαστήματος θα παρουσίαζε μια βασικά ομοιόμορφη εικόνα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι τοπικές ανωμαλίες, που οφείλονται σε τοπική συγκέντρωση ύλης σε γαλαξίες και αστέρια.
Στο κοσμολογικό αυτό μοντέλο ο χώρος είναι κλειστός και καμπύλος, χωρίς άκρο ή όριο, με δισδιάστατο ανάλογο την επιφάνεια ενός μπαλονιού. Το μοντέλο του Αϊνστάιν είναι στατικό και στο ανάλογό του το μέγεθος είναι σταθερό. Όπως η υπόθεση για την ομοιογένεια του διαστήματος, έτσι και η ιδιότητα αυτή του μοντέλου ήταν αποτέλεσμα της φιλοσοφικής αντίληψης, σύμφωνα με την οποία το σύμπαν έπρεπε να είναι αιώνιο και αμετάβλητο. Για να γεφυρώσει αυτή την αντίληψη με τη δική του θεωρία, ο Αϊνστάιν χρησιμοποίησε την έννοια του κοσμογονικού όρου για να αντισταθμίσει την ελκτική δύναμη της βαρύτητας.
Σύμφωνα με απόψεις άλλων επιστημόνων, χωρίς την εισαγωγή του κοσμολογικού όρου, θα μπορούσαν να θεωρηθούν μοντέλα του σύμπαντος, όπου η καμπυλότητα του χώρου θα ήταν μεταβλητή σε συνάρτηση με το χρόνο. Με τη χρησιμοποίηση του αϊνσταϊνικού μοντέλου και με την παραδοχή της αρχικής διαστολής θα έπρεπε να ακολουθήσει ενδεχομένως μια φάση χρονικής επιβράδυνσης της διαστολής, με αποτέλεσμα το μηδενισμό του όγκου του σύμπαντος και την πλήρη κατάρρευσή του. Εκτός από το κλειστό μοντέλο του σύμπαντος, με παράλειψη του κοσμολογικού όρου, παρουσιάζεται το ανοιχτό μοντέλο, του οποίου η αρχική φάση της διαστολής θα συνεχιζόταν αδιάκοπα μέσα στο χρόνο.
Τα θεωρητικά αυτά μοντέλα ελάχιστα στηρίχτηκαν στην παρατήρηση, αλλά το μεγάλο τους ενδιαφέρον είναι συνέπεια των συμπτώσεων με άλλες πολλές αστρονομικές ενδείξεις της εποχής. Οι ενδείξεις αυτές ήταν αποτέλεσμα μελέτης των εξωγαλαξιακών νεφελωμάτων ή γαλαξιών και της ανακάλυψης της γενικής κίνησης των γαλαξιών με τη βοήθεια του φαινομένου Ντόπλερ. Οι παρατηρήσεις αυτές για την ομοιόμορφη κατανομή και την ομοιόμορφη απομάκρυνση των γαλαξιών έδωσαν σημαντική υποστήριξη σε μια μορφή γεωκεντρικής κοσμολογίας και σε ένα ομοιόμορφα διαστελλόμενο κοσμολογικό μοντέλο. Αποτέλεσμα αυτών των παρατηρήσεων ήταν η κατάργηση του κοσμολογικού όρου από τον Αϊνστάιν και η χρησιμοποίηση της θεωρίας της γενικής σχετικότητας για την περιγραφή του διαστελλόμενου σύμπαντος. Με τη χρησιμοποίηση του κοσμολογικού αυτού μοντέλου παρακολουθείται η διαστολή του σύμπαντος στο παρελθόν. Αυτή η όψη της θεωρίας διατυπώνεται με την έννοια της Μεγάλης Έκρηξης.
Η κοσμολογία στηρίζεται σε δύο αποτελέσματα των παρατηρήσεων: στην ομοιόμορφη κατανομή και στη γενική απομάκρυνση των γαλαξιών. Η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης είναι προέκτασή τους.
Με την παραδοχή αυτής της θεωρίας παρουσιάζεται το ενδιαφέρον πρόβλημα αν το σύμπαν είναι ανοιχτό ή κλειστό, δηλαδή αν το σύμπαν διαστέλλεται αδιάκοπα ή διαστέλλεται μέχρι ένα ορισμένο όριο και κατόπιν αρχίζει η φάση της συστολής.
Το πρόβλημα αυτό παρουσιάζει επίσης και σημαντικό φιλοσοφικό ενδιαφέρον, γιατί προδιαγράφει και τον τρόπο «θανάτου» του σύμπαντος. Αν δηλαδή το ανοιχτό σύμπαν διαστέλλεται αδιάκοπα, τότε τα αστέρια σε αυτή την πορεία καίγονται, ενώ κάθε μορφή ζωής και δραστηριότητας εξαφανίζεται. Στην αντίθετη άποψη, το κλειστό σύμπαν σταματά τη φάση της διαστολής και παρουσιάζει κατάρρευση, η οποία συνοδεύεται από ανάπτυξη εξαιρετικά υψηλών θερμοκρασιών.
Η αστρονομία είναι η αρχαιότερη επιστήμη, γιατί από τη στιγμή που εμφανίστηκε ο άνθρωπος στη Γη οι επαναλήψεις των φάσεων της Σελήνης μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα και άλλα ανάλογα φαινόμενα τράβηξαν την προσοχή του. Αν και είναι θεωρητική επιστήμη, η αστρονομία, πρόσφερε πολλές υπηρεσίες στις άλλες επιστήμες και βοήθησε στην ανάπτυξή τους. Οι παρατηρήσεις της κίνησης των πλανητών οδήγησαν το Νεύτωνα στην ανακάλυψη του νόμου της βαρύτητας. Τα οπτικά όργανα (διόπτρες, φίλτρα, τηλεσκόπια κ.ά.) αναπτύχθηκαν πολύ με την έρευνα των ουράνιων σωμάτων. Η φασματοσκοπία και η φωτομετρία προήλθαν ως επιστήμες από την αστρονομία. Η χρονομετρία, η ναυτιλία, η γεωδαισία, η φυσική, η χημεία, η γεωγραφία, η γεωλογία κ.ά. σχετίζονται στενά με την αστρονομία.


Από τα τεκμήρια που διασώθηκαν προκύπτει ότι οι λαοί που μας άφησαν ασφαλείς αστρονομικές πληροφορίες είναι μόνο οι Έλληνες.
Οι γνώσεις των Ελλήνων επανευρίσκονται τον 16ον αιώνα απο σφαιτεριστές και αντιγραφείς, όπως ο Κοπέρνικος και ο Κέπλερ. Χάρην στον Στράβωνα που ήταν παρά μόνον συλλέκτης (ερανιστής) έργων, μπορούμε να αντλήσουμε όλες τις βασικές σύγχρονες γνώσεις, όπως : « ή γεωγραφία.. γεωμετρίας τέ καί αστρονομία δείν τή τοιαύτη υπόθεσει (έχει ανάγκη γνώσεως)». Όντως η ναυσιπλοία και η γεωγραφία χρειάζονται τήν γεωμετρία καί αστρονομία. «Σφαιροειδή δέ τήν επιφανείαν τής γής .. επί τό μέσον τών σωμάτων φοράν» δεν λέγει «σφαίρα» αλλά «σφαιροειδήν», ήτοι ολίγον πεπελατυσμένη στους «πόλους» και συνεχίζει «ο δέ ουρανός περιφέρεται (φαινόμενος).. απ’ανατολής είς δύσιν», «καθέτως τώ ισημερινώ». Το εκπληκτικό είναι ότι πραγματικά αληθεύει «η γή ομόκεντρος τώ ουρανώ» αφού οι άξονες και οι πόλοι ουρανού Π,Π και γής π,π ταυτίζονται, η δέ «επί τό μέσον φορά» είναι η ευθεία η ένουσα το ουράνιο σώμα με το κέντρο της γής. «Πεντάξωνον τήν γήν.. διωρίζοντο (διαχωρίζονταν) αί ζώναι κύκλοις παραλλήλοις τώ ισημερινώ.. ήτοι διακεκαυμένη, τάς δέ ευκράτους και κατεψυγμένας δύο» και «οί πρός τας ορθάς (γωνίας) τέμνοντες (μεσημβρινοί) τούτους μέγιστοι κύκλοι». Διαιρούσαν τους παραλλήλους και μεσημβρινούς σε 360 μοίρες και κάθε 1 μοίρα σε 60 λεπτά (1΄ = 60 στάδια = 1852 μέτρα = 1 ναυτικό μίλι).
Σέ όλη τήν διάρκεια τής Ελληνικής ιστορίας, παρουσιάζεται ένα γνωστό καί επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Οί Ελληνικές βιβλιοθήκες καταστρέφονται συνεχώς. Οί ιδιωτικές βιβλιοθήκες ήσαν όσοι καί οί Αθηναίοι. Κρατικές βιβλιοθήκες υπήρχαν είς Αθήνας, Κόρινθον, Ρόδο, Κώ, Αντιόχειαν, Σμύρνη, Δελφούς, Αλικαρνασσόν κλπ. Τά Ασκληπιεία επίσης διέθεταν ονομαστές βιβλιοθήκες. Τά πρώτα από τά συγγράμματα βιβλιοθηκονομίας, περί βιβλιών χρήσεως, περί συναγωγής βιβλίων, εγράφησαν υπό τού Αρτέμωνος τού Κασσανδρέως κατά τόν Β΄αί.π.χ. Ή τύχη όλων αυτών τών πνευματικών θησαυρών υπήρξε κοινή. Τά οπουδήποτε ευρισκόμενα Ελληνικά βιβλία «Πυρί παραδίδονται» απάγονται, καταστρέφονται, διαστρεβλώνονται, σφετερίζονται ή αποκρύπτονται.Τελικά όμως ή Ιστορία τού κλέφτες δέν τούς καλύπτει.

Ό Καρτέσιος (1596-1650) στά έργα του «Κανόνες γιά τήν καθοδήγηση τού Πνεύματος», «Στοχασμοί», «Λόγος περί Μεθόδου» καταγράφει τούς λογικούς του κανόνες. Κανόνες πού υπάρχουν 2000 χρόνια πρίν στά έργα τού Αριστοτέλη :
«Τοπικά Α,100α.1»

«Τοπικά Γ,1»
«Αναλυτικά Ύστερα Β100b.3-15»
«Ηθικά Νικομάχεια Ζ,3,31».
Αυτή λοιπόν είναι ή δήθεν Καρτεσιανή λογική.

Στήν συνέχεια τό 1937 τό βιβλίο Einstein-Leopold Infeld «Ή εξέλιξη τών ιδεών στήν φυσική» (Εκδ.Δωδώνης 1978 σελ 20) καί τό βιβλίο Halliday-Resnick «φυσική» 1966 (Εκδ.Πνευματικός 1976) μάς λέγουν ότι ό Ισαακ Νεύτων τό πρώτον νόμον του τόν έκλεψε από τό Αριστοτέλη :



Newton : «Κάθε σώμα διατηρεί τήν κατάσταση ηρεμίας του ή ομαλής κινήσεώς του σέ ευθεία γραμμή, εκτός άν εξαναγκαστή νά μεταβάλη τήν κατάστασή του αυτήν από δυνάμεις πού ασκούνται πάνω του».
Αριστοτέλης (Άπαντα, 42 Φυσικής Ακρόασις γράφτηκε μεταξύ 384-322πχ) «Κανείς άλλωστε από τούς έν λόγω ερευνητές δέν θά είναι σέ θέσι νά πή γιατί αυτό πού τέθηκε σέ μία δεδομένη στιγμή σέ κίνηση, θά πρέπει νά μείνη ακίνητο, διότι τί τό υποχρεώνει νά σταματά σέ αυτόν εδώ τόν τόπο πάρα σέ εκείνον εκέι τόν άλλον ; Ώστε ή θά ηρεμήση ή θά πρέπει αναγκαία νά μετατοπίζεται επάπειρον, άν δέν συμβή νά τό εμποδίση κάτι τί τό ισχυρότερο»- «Έτι ουδείς άν έχοι ειπείν διά τί κινηθέν στήσεται πού, τί γάρ μάλλον ενταύθα ή ενταύθα ; Ώστε ή ηρεμήσει ή είς άπειρον ανάγκη φέρεσθαι, εάν μή τί εμποδίση κρείττον».

Τά κείμενα μιλάνε από μόνα τους καί φωνάζουν τά ονόματα τών κλεφτών
τού Ελληνικού πνεύματος τής Ελληνικής Ιστορίας.

Οί Έλληνες γνώριζαν ότι η Αφροδίτη επανέρχεται κάθε 8 έτη στο ίδιο σημείο του ουρανού. Καθόρισαν τις περιόδους των πλανητών Ερμή (46 έτη), Κρόνου (59 έτη), Άρη (79 έτη) και Δία (83 έτη). Δηλαδή, ήταν σε θέση να καθορίσουν από πριν τις θέσεις των πλανητών σε σχέση με τους απλανείς αστέρες. Επίσης γνώριζαν την ανώμαλη ημερήσια κίνηση του Ήλιου με σφάλμα 10° και δημοσίευαν τις ημερομηνίες για τις εκλείψεις του Ήλιου και της Σελήνης. Τέλος το αστρικό τους έτος είχε διαφορά 4,5 λεπτά από το πραγματικό.Γνώριζαν ότι ο Ερμής και η Αφροδίτη βρίσκονται πιο κοντά στον Ήλιο από ό,τι η Γη, ο Άρης, ο Δίας και ο Κρόνος. Στους Αιγύπτιους οφείλεται η διαίρεση του μήνα σε εβδομάδες και της εβδομάδας σε ημέρες.
Παρά τα επιτεύγματα των διάφορων λαών, οι Έλληνες ήταν εκείνοι που οικοδόμησαν την αστρονομία ως επιστήμη. Στις αρχές του 6ου αι. π.Χ., ο Θαλής ο Μιλήσιος φοιτά στη σχολή του πρώτου Βαβυλώνιου αστρονόμου στην Ελλάδα, του Βερόσου. Στη συνέχεια ο Θαλής πηγαίνει και στην Αίγυπτο. Ο Θαλής πρόβλεψε την ηλιακή έκλειψη της 28ης Μαΐου του έτους 585 π.Χ., οπότε σταμάτησε ο λυδομηδικός πόλεμος. Μέτρησε επίσης τη φαινομένη διάμετρο του Ήλιου. Παρά τις προόδους αυτές, ο Θαλής πίστευε ότι η Γη ήταν ένας κυκλικός δίσκος που έπλεε πάνω σ’ έναν απέραντο ωκεανό. Ο πρώτος που θεώρησε τη Γη σφαιρική είναι ο Αναξίμανδρος. Αυτός προσδιόρισε τις ισημερίες, τα ηλιοστάσια με το γνώμονα και εισήγαγε τη χρήση του ηλιακού ρολογιού. Ο Αναξιμένης γνώριζε ότι η Σελήνη είναι σώμα ετερόφωτο που δέχεται φως από τον Ήλιο. Γνώριζε επίσης ποια είναι τα αίτια των εκλείψεων. Αλλά και ο Αναξαγόρας δίδασκε ότι ο Ήλιος είναι διάπυρος και ότι η Σελήνη έχει όρη και κοιλάδες. Από τον κύκλο των Πυθαγόρειων καί Ελεατών, ο Παρμενίδης ο Ελεάτης υποστήριξε με θέρμη τη σφαιρικότητα της Γης, άλλα πίστευε ότι το Σύμπαν είναι πεπερασμένο και ακίνητο. Άλλος φιλόσοφος του ίδιου κύκλου ήταν και ο Φιλόλαος, που έκανε ένα βήμα μπροστά όταν διακήρυξε ότι η Γη, η Σελήνη και οι πλανήτες περιστρέφονται γύρω από μια πύρινη σφαίρα. Ο Πλάτωνας κι ο Αριστοτέλης επινόησαν διάφορα κοσμολογικά συστήματα και αριθμό ομόκεντρων σφαιρών, πάνω στις οποίες φαντάζονταν προσηλωμένους τους αστέρες, και τη Γη να βρίσκεται στο κέντρο των σφαιρών και να είναι ακίνητη. Επειδή ο Πλάτωνας κι ο Αριστοτέλης δεν ήταν αστρονόμοι, οι ιδέες τους δεν είχαν μεγάλη επίδραση στην εποχή τους. Πρώτος ο Ηρακλείδης ο Ποντικός και μετά ο Αρίσταρχος ο Σάμιος δίδαξαν ότι ο Ερμής, η Αφροδίτη και η Γη περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο και συγχρόνως γύρω από τον εαυτό τους. Ο Αρίσταρχος μέτρησε επίσης και την απόσταση Γης - Ήλιου με τη γεωμετρική μέθοδο. Οι ιδέες του Αρίσταρχου ήταν πολύ επαναστατικές και επειδή ο κόσμος ήταν προσηλωμένος στις θεωρίες του Αριστοτέλη, ο Αρίσταρχος δικαιώθηκε μετά 2.000 έτη από τον Κοπέρνικο. Ο μεγαλύτερος Έλληνας αστρονόμος είναι ο Ίππαρχος (2ος αι. π.Χ.). Αν και απέρριψε την ιδέα του ηλιοκεντρικού συστήματος του Αρίσταρχου, υπολόγισε πάντως με ακρίβεια το μέγεθος του Ήλιου και της Σελήνης και εξέδωσε κατάλογο 850 αστέρων, που για πολλούς αιώνες χρησιμοποιήθηκε, ως βασικό βοήθημα. Θεωρείται ο θεμελιωτής της φωτομετρίας. Τέλος, ο Πτολεμαίος εργάστηκε στην Αλεξάνδρεια (127-141) και μας άφησε τη «Μεγίστη Σύνταξη», που είναι μια πραγματεία μαθηματικών και αστρονομίας. Η πραγματεία του και οι πίνακές του θεωρήθηκαν ως η υπέρτατη αυθεντία για 12 αιώνες.
Από τους Άραβες που ασχολήθηκαν με την αστρονομία ξεχωρίζουν ο Αλ Μπατανί, που υπολόγισε τη μετάπτωση της ηλιακής τροχιάς και ο Ιμπν Ζούνι (1000) που σημείωσε εκλείψεις του Ήλιου και της Σελήνης.
Μετά την εποχή αυτή στην Ευρώπη δεν έχουμε αξιόλογη κίνηση στην αστρονομία. Οι εργασίες των περισσοτέρων είναι σχόλια παρά επιστημονικές εργασίες (Ρομπέρτους Άγκλικους, 1271), μέχρι τη στιγμή της εμφάνισης ενός μεγάλου Πολωνού αστρονόμου, του Κοπέρνικου (1473-1543). Με το βιβλίο του «Για τις περιστροφές των ουράνιων τροχιών» (1543) επαναφέρει και ζωντανεύει την ηλιοκεντρική θεωρία του Αρίσταρχου, δηλαδή ότι ο Ήλιος βρίσκεται στο κέντρο και η Γη με τους πλανήτες περιστρέφονται γύρω απ’ αυτόν, σε κυκλικές τροχιές. Μέτρησε επίσης τις ακριβείς αποστάσεις των πλανητών από τον Ήλιο. Αντίθετα, ο διάδοχός του Μπραχέ έμεινε προσηλωμένος στην παλιά θεωρία του Πτολεμαίου. Κατόρθωσε να μετρήσει με πολύ μεγάλη ακρίβεια τις θέσεις των πλανητών και των αστέρων. Οι πολύ ακριβείς μετρήσεις του Μπραχέ χρησιμοποιήθηκαν από το μαθητή του Κέπλερ. Ύστερα από πολλές μετρήσεις και παρατηρήσεις, ο Κέπλερ κατέληξε στους τρεις μεγάλους νόμους:
1. Οι πλανήτες περιφέρονται γύρω από τον Ήλιο όχι σε κυκλικές τροχιές αλλά σε ελλείψεις.
2. Μια από τις εστίες της έλλειψης κατέχει ο Ήλιος. Κάθε ακτίνα που φέρεται από το κέντρο του Ήλιου στο κέντρο του πλανήτη (επιβατική ακτίνα) σε ίσους χρόνους διαγράφει ίσα εμβαδά.
3. Η περίοδος Τ της τροχιάς ενός πλανήτη είναι ανάλογη της απόστασης α του πλανήτη από τον Ήλιο. Το επόμενο βήμα έγινε από το Γαλιλαίο (1564-1642), που αυτός πρώτος χρησιμοποίησε τηλεσκόπιο (διόπτρα) για να παρατηρεί τον ουρανό. Ανακάλυψε τις ηλιακές κηλίδες και μέτρησε την ταχύτητα περιστροφής του Ήλιου. Υπολόγισε το ύψος των οροσειρών της Σελήνης και το βάθος των κρατήρων. Ανακάλυψε τους τέσσερις δορυφόρους του Δία. Δυστυχώς, προκάλεσε την οργή της Ιερής Εξέτασης, που τον ανάγκασε να αποκηρύξει τις πεποιθήσεις του. Πέθανε τυφλός από τη χρήση του τηλεσκοπίου με το οποίο παρατηρούσε τον Ήλιο. Παρά τις προσπάθειες της Ιεράς Εξέτασης, οι ιδέες του επέζησαν. Ο Νεύτωνας (1643-1727) σύνδεσε τις παρατηρήσεις με τον περίφημο νόμο για την παγκόσμια έλξη. Επί δύο αιώνες μετά γινόταν η επεξεργασία του παγκόσμιου συστήματος σύμφωνα με τις αρχές της θεωρίας του Νεύτωνα. Σημαντική είναι και η προσπάθεια του Λαπλάς, που υπολόγισε με ακρίβεια τις μελλοντικές τροχιές των πλανητών. Λόγω των παρεκκλίσεών τους οδηγήθηκε ο Λε Βεριέ στην ανακάλυψη του Ποσειδώνα το 1846. Η γενικευμένη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, το 1915, δεν επέφερε μεγάλη διόρθωση στο νόμο του Νεύτωνα. Αστρονόμοι που ασχολήθηκαν με άλλους αστέρες εκτός του ηλιακού συστήματος ήταν ο Χάλεϊ, που διαπίστωσε ότι οι αστέρες δεν ήταν ακίνητοι, επίσης ο Έρσελ διαπίστωσε ότι ο Ήλιος μας κινείται προς τον αστερισμό του Ηρακλή με ταχύτητα 18 χλμ./δευτ. Ανακάλυψε επίσης (1803) την ύπαρξη διπλών αστέρων και προσδιόρισε το γαλαξία μας.
Η νεότερη αστρονομία γνώρισε μεγάλη ώθηση κατά τα μέσα του 19ου αι. χάρη στη φωτογραφία και φασματοσκοπία. Σπουδαιότερες πρόοδοι στην περίοδο αυτή είναι: 1. Η εφαρμογή της μεθόδου Ντόπλερ-Φιζό οδήγησε στην ανακάλυψη των φασματοσκοπικών διπλών αστέρων και τη διαπίστωση ότι οι αστέρες περιστρέφονται γύρω από έναν άξονα. 2. Η ανάπτυξη της αστροφυσικής οδήγησε στην ανακάλυψη των νάνων και γιγάντων αστέρων (Χέρτσπρουγκ-Ράσελ, 1910). 3. Η εφαρμογή του φαινομένου Ζίμαν, που επέτρεψε τη μέτρηση του μαγνητικού πεδίου των κηλίδων του Ήλιου. 4. Η ανάπτυξη της αστρικής φωτογραφίας. 5. Οι πρόοδοι με την εφαρμογή του φασματοηλιογράφου και στεμματογράφου οδήγησαν στη γέννηση της ραδιοαστρονομίας. 6. Η ανακάλυψη της περιστροφής του γαλαξία μας γύρω από άξονα, η ύπαρξη άλλων γαλαξιών και η διαπίστωση της διαστολής του σύμπαντος.
Η αστρονομία αποτελείται από τους εξής κλάδους: 1. Ουράνια μηχανική, που περιγράφει τις κινήσεις και υπολογίζει τις τροχιές, τη θέση και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ουράνιων σωμάτων. 2. Αστροφυσική, που ασχολείται με τα φυσικά γνωρίσματα των αστέρων, όπως η λαμπρότητα, η χημική σύσταση, η θερμοκρασία κτλ. 3. Πρακτική αστρονομία, που ασχολείται με τα όργανα παρατηρήσεων και με τις μεθόδους παρατηρήσεων. 4. Αστρομετρία, που μετρά τις θέσεις και αποστάσεις των αστέρων· υποδιαίρεσή της η «σφαιρική» αστρονομία, που εξετάζει τα ουράνια σώματα ως απλά μαθηματικά σημεία ανεξάρτητα από το μέγεθός τους. 5. Ραδιοαστρονομία, που μελετά τα ουράνια σώματα με ακτινοβολίες. 6. Αστροναυτική, που χρησιμοποιεί συσκευές για παρατηρήσεις που γίνονται έξω από την ατμόσφαιρα ή σε άλλα ουράνια σώματα. 7. Κοσμογονία, που προσπαθεί να εξηγήσει την προέλευση της ζωής, την εξήγηση του παρελθόντος και την πορεία της ζωής στο μέλλον. 8. Περιγραφική αστρονομία ή κοσμογραφία.
1. Ουράνια μηχανική. Αυτή αποτελεί τον καθαρά μαθηματικό κλάδο της αστρονομίας, που στηρίζεται πάνω στο νόμο της παγκόσμιας έλξης και της αμοιβαίας επίδρασης μεταξύ των αστέρων. Έχει σκοπό να μελετά την κίνηση, το σχήμα και τη μάζα των ουράνιων σωμάτων και ιδιαίτερα του δικού μας πλανητικού συστήματος. Οι τρεις νόμοι του Κέπλερ επί μισό αιώνα έμειναν ανεξήγητοι. Ο Νεύτωνας απέδειξε ότι όλοι οι νόμοι ήταν συνέπεια μιας μόνον αρχής, της αρχής της βαρύτητας ή της παγκόσμιας έλξης. Φαινόμενα που εξηγούνται με το νόμο του Νεύτωνα είναι η πλάτυνση της Γης στους πόλους, οι παλίρροιες της θάλασσας, η μετάπτωση και η κλόνιση του άξονα της Γης, οι ελλειπτικές τροχιές των πλανητών και η κίνηση των κομητών. Η δυσκολία των απλών μαθηματικών να εξηγήσουν αυτά, οδήγησε στην επινόηση του διαφορικού και ολοκληρωτικού λογισμού. Η ανάπτυξη του κλάδου αυτού της αστρονομίας κορυφώθηκε από τους διαδόχους του Νεύτωνα, Λαπλάς και Λαγκράνζ (Laplace, Lagrange). Εκτός από αυτούς, ο Καρτέσιος βρήκε τρόπο να εφαρμόσει την άλγεβρα στη θεωρία των καμπυλών και συναρτήσεων. Ο Φερμά θεμελίωσε την απειροστική γεωμετρία με τη μέθοδο των μεγίστων και ελαχίστων. Η ουράνια μηχανική αφορά κυρίως στις κινήσεις των πλανητών γύρω από τον Ήλιο με όλες τις ποικιλίες και περιπλοκές των παρέλξεων που οφείλονται στις αμοιβαίες επιδράσεις των πλανητών, με τη μέθοδο των μεταβολών των σταθερών. Η μέθοδος αυτή οδήγησε το Λε Βεριέ να υπολογίσει από πριν για μια ορισμένη στιγμή τη θέση ενός πλανήτη που ασκούσε επίδραση και προκαλούσε ανωμαλίες στην κίνηση του ουρανού. Έτσι ανακαλύφτηκε ο πλανήτης Ποσειδώνας. Επίσης η πολύ περίπλοκη κίνηση της Σελήνης και η πλήρης γνώση της μας επέτρεψε να μετρήσουμε με πολύ μεγάλη ακρίβεια τον παγκόσμιο χρόνο, όπως αυτός εισέρχεται στις εξισώσεις της μηχανικής. Η ουράνια μηχανική εφαρμόστηκε σε μια ομάδα αστέρων του Γαλαξία μας, των οποίων ήταν γνωστές οι αποστάσεις και η «ιδία» κίνησή τους. Έτσι διαπιστώθηκε η περιστροφή του Γαλαξία γύρω από τον κεντρικό πυρήνα.
2. Αστροφυσική. Ο κλάδος αυτός εξετάζει τη χημική σύσταση των αστέρων, τη θερμοκρασία κτλ. και εφαρμόζει για τη μελέτη τους τις διάφορες μεθόδους της φυσικής. Ο όρος αστροφυσική καθιερώθηκε το 19ο αι. μετά την ανάλυση του φωτός με το φασματοσκόπιο. Στα τελευταία χρόνια του 20ού αι. η αστροφυσική πήρε μεγάλη ώθηση, γιατί η θεωρία των κβάντα επέτρεψε στους επιστήμονες να κατανοήσουν το μηχανισμό της ακτινοβολίας των αστέρων. Επίσης, η θεωρητική μελέτη των θερμοπυρηνικών αντιδράσεων μας επέτρεψε να προσδιορίσουμε τις πηγές της ακτινοβολίας των αστέρων. Όταν παρατηρούμε έναν αστέρα που είναι ακίνητος, το μήκος κύματος καθεμιάς ράβδωσης μένει αμετάθετο. Αν ο αστέρας κινείται με μεγάλη ταχύτητα πλησιάζοντας τη Γη, τα φωτεινά κύματα του φάσματος γίνονται μικρότερα, δηλαδή μετατοπίζονται προς το γαλάζιο. Αν ο αστέρας απομακρύνεται, τότε τα κύματα του φωτός γίνονται μεγαλύτερα, δηλαδή έχουμε μετατόπιση των φασματικών γραμμών προς το κόκκινο. Αυτό αποτελεί το φαινόμενο Ντόπλερ-Φιζό (Doppler-Fizeau) λ´ = (+ ) ή V = , όπου λ είναι το μεταβληθέν μήκος κύματος, V η ταχύτητα του αστέρα και c η ταχύτητα του φωτός. Επίσης η εξαιρετικά μεγάλη αραιότητα της ύλης στα διαστήματα μεταξύ των αστέρων (περισσότερο και από το κενό που επιτυγχάνουμε στη Γη), επέτρεψε να εξακριβώσουμε τους όρους ακτινοβολίας της ύλης στην κατάσταση αυτής της αραιότητας. Σημαντική πρόοδος έγινε τα τελευταία χρόνια με τη χρήση των οργάνων και των μεθόδων της ραδιοαστρονομίας.
3. Πρακτική αστρονομία. Οι μεγάλες πρόοδοι της αστρονομίας χρονολογούνται από τότε που μελετήθηκαν και εφαρμόστηκαν οι ιδιότητες του φωτός και οι νόμοι που διέπουν τη διάδοση του φωτός. Έτσι κατασκευάστηκαν όργανα που συλλέγουν ή αναλύουν το φως. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε όργανα που διαθλούν το φως (διόπτρες) ή όργανα που ανακλούν το φως (κατοπτρικά τηλεσκόπια). Η διόπτρα είναι οπτικό όργανο που μας παρέχει σε μεγέθυνση τα είδωλα των μακρινών αστέρων. Οι διόπτρες μας δίνουν σταθερά είδωλα, αλλά λόγω της σφαιρικότητας των φακών δεν είναι επαρκής ο περιορισμός του σφάλματος εκτροπής παρά μόνο σε φακούς που το πηλίκο της διαμέτρου τους προς την εστιακή απόσταση είναι 1/15 ή 1/20. Επίσης για αντικειμενικό φακό διαμέτρου 1 μέτρου θα χρειαζόταν τηλεσκόπιο με μήκος 20 μέτρα και οι θόλοι του αστεροσκοπείου θα ήταν σαν ουρανοξύστες. Τα τηλεσκόπια που ανακλούν το φως χρησιμοποιούνται περισσότερο, γιατί δεν υπάρχει σε αυτά χρωματικό σφάλμα, επειδή η ανάκλαση είναι η ίδια σε όλες τις ακτίνες. Στα όργανα αυτά το αντικειμενικό σύστημα είναι κοίλο σφαιρικό (ή παραβολικό) κάτοπτρο. Τα τηλεσκόπια αυτά έχουν άνοιγμα 1/5. Άλλα όργανα που χρησιμοποιεί η πρακτική αστρονομία είναι: Ο θεοδόλιχος, που είναι εφοδιασμένος με γωνιομετρικό κύκλο και με τηλεσκοπική διόπτρα και χρησιμοποιείται για να μετρήσουμε με ακρίβεια τη γωνιακή απόσταση δύο αστέρων. Ο μεσημβρινός κύκλος: Το όργανο αυτό εκτελεί μία μόνο κίνηση γύρω από άξονα που διευθύνεται από ανατολικά προς δυτικά, δηλαδή ο οπτικός άξονας του οργάνου αυτού διαγράφει το μεσημβρινό επίπεδο του τόπου. Με το όργανο αυτό προσδιορίζονται η ορθή αναφορά και η απόκλιση των αστέρων. Το ισημερινό τηλεσκόπιο: Αυτό το όργανο μπορεί να διευθυνθεί σε οποιοδήποτε σημείο του ουρανού. Είναι εφοδιασμένο με μηχανισμό που περιστρέφει το όργανο με ταχύτητα ίση με την ημερήσια κίνηση της Γης, κατ’ αντίθετη φορά, κι έτσι επιτυγχάνεται η συνεχής σκόπευση του αστέρα. Ο εξάντας είναι όργανο που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της θέσης ενός αστέρα. Έχει σχήμα κυκλικού τομέα και είναι διαιρεμένος σε 60°. Επίσης ο πρισματικός αστρολάβος χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της θέσης. Ο ουρανοστάτης ή αστροστάτης είναι όργανο που εξουδετερώνει τη φαινομένη κίνηση των αστέρων και του Ήλιου ως προς τον παρατηρητή. Με όργανα που αναλύουν το φως μπορούμε να μετρήσουμε την ένταση διάφορων ακτινοβολιών. Τέτοια όργανα είναι τα φασματόμετρα, που μετρούν χαρακτηριστικές μόνο ακτινοβολίες, τα βολόμετρα, ακτινόμετρα, πυρηλιόμετρα που μετρούν όλες τις προσπίπτουσες ακτινοβολίες. Επίσης υπάρχει το πολωσίμετρο, που μελετά την πόλωση του φωτός. Σήμερα οι περισσότερες μετρήσεις γίνονται πάνω στις φωτογραφικές πλάκες.
4. Αστρομετρία. Το τμήμα αυτό της αστρονομίας μελετά τις κινήσεις και τις θέσεις των αστέρων. Υποδιαίρεσή της είναι η σφαιρική αστρονομία. Οι αποστάσεις των αστέρων από τη Γη δεν ενδιαφέρουν την αστρομετρία, που μελετά τις προβολές των άστρων πάνω σ’ ένα νοητό θόλο. Για τη μελέτη των αστέρων χρησιμοποιεί διάφορα συστήματα συντεταγμένων, ανάλογα με το πρόβλημα που μελετά. Τα διάφορα συστήματα συντεταγμένων είναι οι οριζόντιες, ισημερινές, ελλειπτικές, ηλιοκεντρικές και γαλαξιακές συντεταγμένες. Οι οριζόντιες συντεταγμένες είναι το ύψος (υ) και το αζιμούθιο (Α), ισημερινές είναι η ορθή αναφορά (α) και η απόκλιση (δ), ελλειπτικές είναι το μήκος και το πλάτος. Για το δικό μας πλανητικό σύστημα έχουμε τις ηλιοκεντρικές. Γαλαξιακές είναι το γαλαξιακό μήκος και πλάτος. Με τη σφαιρική αστρονομία μετατρέπουμε τις συντεταγμένες του ενός συστήματος σε άλλες άλλου συστήματος. Κλάδος της αστρονομίας είναι και η αστρονομία θέσης. Έχει σκοπό να προσδιορίσει τις συντεταγμένες ενός αστέρα και να μας δώσει τις γήινες συντεταγμένες ενός σημείου. Η ακριβής γνώση της θέσης των αστέρων μάς οδήγησε στην αποκάλυψη μικρών «ιδίων» κινήσεων των αστέρων, ενώ πιο επισταμένες μελέτες μάς αποκάλυψαν την κίνηση του Ήλιου μαζί με όλο το πλανητικό σύστημα προς τον Άπηγα. Επίσης, η μέτρηση της μάζας και της τροχιάς έγινε με τη μελέτη της κίνησης των διπλών αστέρων.
5. Ραδιοαστρονομία. Τα ουράνια σώματα, εκτός των οπτικών κυμάτων, εκπέμπουν στο διάστημα σε μήκη κύματος από 8 χιλιοστά έως 30 μέτρα. Υπάρχουν και άλλα μήκη κύματος, αλλά δε μελετούνται στη Γη, γιατί ή απορροφούνται από τα μόρια αέρα ή δεν μπορούν να περάσουν την ιονόσφαιρα. Τα ραδιοκύματα δεν εμποδίζονται από την ατμόσφαιρα, το φως της ημέρας, τα νέφη ή τη μεσοαστρική ύλη. Τα κύματα αυτά ή έρχονται από το διάστημα και συλλέγονται με τα ραδιοτηλεσκόπια ή εκπέμπονται από τη Γη στη Σελήνη ή σε άλλο πλανήτη και επιστρέφουν στη Γη, όπου και γίνεται η μελέτη τους. Τα κύματα αυτά είναι συνεχή, εκτός από το ουδέτερο υδρογόνο σε μήκος κύματος 21 εκ.
6. Αστροναυτική. Είδαμε παραπάνω ότι η ατμόσφαιρα απορροφά πλήθος ακτινοβολιών, επίσης απορροφά και όλες τις ηλεκτρομαγνητικές κυμάνσεις, εκτός από μια, του φωτός. Διαστρέφει τα είδωλα των αστέρων και λόγω της διάθλασης προκαλεί μεταβολή των συντεταγμένων. Αν ήταν δυνατό να έχουμε αστεροσκοπείο έξω από την ατμόσφαιρα, θα είχαμε πιο καλές και ακριβείς μετρήσεις. Αυτό έγινε δυνατό με τους τεχνητούς δορυφόρους. Έτσι αποφεύγουμε τις τυχόν παραμορφώσεις που προκαλεί η ατμόσφαιρα και μας δίνεται η δυνατότητα να μελετήσουμε το σύμπαν και με άλλα μήκη κύματος. Επίσης, με τους δορυφόρους μπορούμε να μελετήσουμε τα ουράνια σώματα από πιο κοντά. Έχει ήδη μελετηθεί η Σελήνη μετά την προσεδάφιση σ’ αυτήν αστροναυτών. Επίσης διαστημόπλοια, όπως τα «Μάρινερ» και «Αφροδίτη», έχουν περάσει κοντά από τους πλανήτες Άρη και Αφροδίτη, και μάλιστα ένας βολιστήρας «Αφροδίτη» έχει προσεδαφιστεί ομαλά στον πλανήτη Αφροδίτη.
7. Κοσμογονία και κοσμολογία. Είναι ο κλάδος της αστρονομίας που ασχολείται με το πρόβλημα της προέλευσης και εξέλιξης του σύμπαντος. Ειδικότερα, η κοσμογονία ζητά να βρει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκαν τα συστήματα των γαλαξιών, οι αστέρες αλλά και το δικό μας πλανητικό σύστημα. Επίσης ερευνά την πιθανή εξέλιξη και το τέλος των ουράνιων σωμάτων. Η κοσμογονία διαιρείται σε δύο μέρη: Στη μικροκοσμογονία, που ασχολείται με την προέλευση και εξέλιξη του ηλιακού μας συστήματος, και στην μακροκοσμογονία, που πραγματεύεται το ζήτημα της προέλευσης, της εξέλιξης και του τέλους των αστέρων και των γαλαξιών, καθώς και ολόκληρου του σύμπαντος. Συγγενής κλάδος προς την κοσμογονία είναι η κοσμολογία που ασχολείται με την οργάνωση του σύμπαντος. Εξετάζονται τρεις δυνατότητες για το σύμπαν: το εξελισσόμενο σύμπαν, το ταλαντούμενο σύμπαν και το σταθερό σύμπαν. Κατά καιρούς για την προέλευση του ηλιακού συστήματος προτάθηκαν οι θεωρίες του Λαπλάς (18ος αι.), του Τζινς (ως το 1940) και των Βαϊτσέκερ-Κόιπερ (1944). Για την προέλευση των γαλαξιών ο Βέλγος Λεμέτρ (1927) εισήγαγε τη θεωρία του «αρχικού ατόμου» και το 1948 ο Χόιλ και οι συνεργάτες του διατύπωσαν τη θεωρία της συνεχούς δημιουργίας.
8. Περιγραφική αστρονομία ή κοσμογραφία. Ο κλάδος αυτός είναι το σύνολο των στοιχειωδών γνώσεων της αστρονομίας, δηλαδή περιλαμβάνει τις βασικές γνώσεις της αστρονομίας και τις εκθέτει χωρίς να μπαίνει στις λεπτομέρειες των μαθηματικών και φυσικών θεωριών. Ο κλάδος αυτός περιλαμβάνει τη μελέτη: α) Της Γης ως αστρονομικού σώματος και ως πλανήτη. Εξετάζει την κίνησή της, τη μάζα της, τη μέση πυκνότητα, την ανισότητα των ημερών, τις εποχές του έτους, τη μορφή της, τη μετάπτωση των ισημεριών, το γήινο μαγνητισμό κτλ. β) Της Σελήνης ως δορυφόρου της Γης, καθώς και τη μελέτη του ορατού ημισφαιρίου και τη μηνιαία περιφορά και τις φάσεις. γ) Του Ήλιου, ως προς το σχήμα, το μέγεθος και την περιστροφή, την προέλευση της ηλιακής ενέργειας και τα ηλιακά φαινόμενα, δηλαδή τους κόκκους, τους πυρσούς, τις κηλίδες, τις προεξοχές και τις εκλάμψεις. Επίσης εξετάζει τις επιδράσεις των ηλιακών φαινομένων πάνω στη Γη. δ) Των πλανητών, των κινήσεων και των νόμων που τις διέπουν, την ταξινόμηση των πλανητών και των δορυφόρων τους. ε) Των αστέρων και την κατανομή τους σε αστερισμούς και σε διάφορα σμήνη. στ) Των γαλαξιακών νεφελωμάτων, φωτεινών και σκοτεινών, του Γαλαξία μας με τα 10 δισεκατομμύρια ήλιους, καθώς επίσης και των άλλων γαλαξιών.
Αστρονομική τεχνολογία. Η αστρονομική τεχνολογία ως εφαρμοσμένος κλάδος αρχίζει από απλές κατασκευές εποπτικών οργάνων διδασκαλίας της κοσμογραφίας και φτάνει μέχρι τις τεράστιες, βιομηχανικής κλίμακας, κατασκευές ειδικών τεχνητών δορυφόρων και διαστημικών συσκευών ή ηλιακών υψικαμίνων με τη βοήθεια παραβολικών κατόπτρων και ηλιοστατών ή τεράστιων διαστάσεων πλανηταρίων και τηλεσκοπίων. Επίσης αναπτύχθηκαν στον τομέα της βιομηχανίας ειδικά τμήματα κατασκευής αστρονομικών οργάνων τόσο για μεγάλα αστεροσκοπεία όσο και για ερασιτέχνες αστρονόμους και εκπαιδευτήρια.
Διεθνής αστρονομική συνεργασία. Η αστρονομία στη σύγχρονη εποχή έλαβε τεράστιες διαστάσεις ανάπτυξης τόσο σε βάθος όσο και σε έκταση. Κάθε τόσο ανακοινώνεται κάποιο νέο επίτευγμα ή ανακάλυψη από παρατηρήσεις ή από θεωρητικές εργασίες. Οι αστρονόμοι σήμερα δεν είναι απομονωμένοι στο αστεροσκοπείο τους ή στο κέντρο ερευνών και υπολογισμών. Ανταλλάσσουν απόψεις με συναδέλφους τους άλλων χωρών, μετέχουν σε διεθνή συνέδρια και προγράμματα επιστημονικής έρευνας, δημοσιεύουν τις εργασίες τους σε διεθνούς προβολής έντυπα και επιστημονικά περιοδικά. Είναι οργανωμένοι τόσο εθνικά όσο και διεθνώς σε αστρονομικές ενώσεις συνεργασίας.
Η διεθνής συνεργασία στον τομέα της αστρονομίας επιτυγχάνεται κυρίως με τη Διεθνή Αστρονομική Ένωση (ΔΑΕ) (IAU = International Astronomical Union) που ιδρύθηκε το 1919. Η Ελλάδα είναι από το 1920 ισότιμο μέλος της ΔΑΕ μεταξύ των ιδρυτριών χωρών (Βέλγιο, Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς, Ιαπωνία, ΗΠΑ, Γαλλία, Ρωσία). Στη ΔΑΕ ανήκουν περίπου 8.300 μεμονωμένα μέλη και 66 χώρες. Περιλαμβάνει έντεκα επιστημονικές κατηγορίες και σαράντα ειδικές επιτροπές, που καλύπτουν όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων σχετικά με την αστρονομία.
Στον ευρωπαϊκό χώρο δραστηριοποιείται ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος (ΕΟΔ), στον οποίο το Μάρτιο του 2004 αποφασίστηκε και η ένταξη της Ελλάδας ως πλήρες μέλος, με ενίσχυση των υποδομών της ώστε να αξιοποιηθούν οι εφαρμογές και οι υπηρεσίες από δραστηριότητες και προγράμματα του Οργανισμού.
Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί επίσημοι οργανισμοί και ιδρύματα που ασχολούνται με θέματα αστρονομίας και διαστήματος, όπως π.χ. η Ελληνική Αστρονομική Εταιρεία, το Ευγενίδειο Ίδρυμα, το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών (Ινστιτούτο Αστρονομίας και Αστροφυσικής, Ινστιτούτο Διαστημικών Εφαρμογών και Τηλεπισκόπησης), το Αστεροσκοπείο Πεντέλης, το Εθνικό Αστεροσκοπείο της Εκπαίδευσης «Εύδοξος» στην Κεφαλονιά, το Αστεροσκοπείο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ.ά., καθώς και πολλοί ερασιτεχνικοί αστρονομικοί σύλλογοι σε διάφορες πόλεις.

No comments:

Post a Comment