Friday, June 19, 2009

ΙΑΤΡΙΚΗ ΙΙΙ

Αρθριτισμός. Πάθηση που προδιαθέτει σε μια σειρά νόσων του μεταβολισμού και των αρθρώσεων, όπως είναι η παχυσαρκία, ο διαβήτης, η ποδάγρα, η ηπατική και νεφρική λιθίαση, η αρτηριακή υπέρταση, το βρογχικό άσθμα, η ουρική διάθεση, ο χρόνιος ρευματισμός και το έκζεμα. Οι παθολογικές αυτές καταστάσεις έχουν μικρή διάρκεια και δεν απειλούν άμεσα τη ζωή. Οι ασθένειες αυτές, που καλύπτονται στον όρο αρθριτισμός, συνδέονται μεταξύ τους και εμφανίζονται συχνά σε πολλά μέλη της ίδιας οικογένειας. Παρουσιάζεται δηλαδή κατά κάποιο τρόπο ο αρθριτισμός ως κληρονομική ασθένεια. Γι’ αυτό επιβάλλεται σ’ αυτόν που έχει το κληρονομικό βεβαρημένο από αρθριτισμό αυστηρή τήρηση των κανόνων της διαιτητικής και γενικά της υγιεινής.
Άρθρωση. Η σύνδεση μεταξύ των οστών ή μεταξύ οστών και χόνδρινων τμημάτων του σκελετού.
Ανάλογα με την κινητικότητα των συνδεόμενων οστών, διακρίνουμε τις αρθρώσεις σε συναρθρώσεις, όταν δεν επιτρέπουν ή επιτρέπουν πολύ μικρή κίνηση των συνδεόμενων οστών, και σε διαρθρώσεις, που επιτρέπουν εκτεταμένες κινήσεις των οστών.
Συνάρθρωση. Ο μαλακότερος ιστός βρίσκεται ανάμεσα στα οστά και τα συνδέει με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην επιτρέπει σχεδόν καμιά κίνηση. Ανάλογα με το είδος του ιστού που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις αρθρούμενες επιφάνειες, διακρίνουμε τις συναρθρώσεις σε τρεις τύπους:
α) συνδέσμωση, όταν μεταξύ των οστών παρεμβάλλεται ινώδης συνδετικός ιστός, π.χ. η άρθρωση μεταξύ των σπονδύλων, οι ραφές μεταξύ των οστών του κρανίου, η γόμφωση του δοντιού μέσα στο φατνίο.
β) συγχόνδρωση, όταν ο ιστός που παρεμβάλλεται είναι χόνδρος, όπως π.χ. στην ηβική σύμφυση, στην ένωση των πλευρών με το στέρνο κτλ.
γ) συνοστέωση, όταν παρεμβάλλεται οστίτης ιστός, όπως στο ανώνυμο οστό της λεκάνης που προέκυψε από τη συνοστέωση τριών επιμέρους οστών: του ηβικού του λαγόνιου και του ισχιακού. Ακόμη, τα οστά του κρανίου συνοστεώνονται σε μεγάλες ηλικίες.
Διάρθρωση. Ο μαλακότερος ιστός περιβάλλει τις αρθρικές επιφάνειες αφήνοντας κενό ανάμεσα, έτσι ώστε να επιτρέπεται μικρή ως μεγάλη κινητικότητα των οστών. Τέτοιες αρθρώσεις είναι αυτές του γόνατος, του αγκώνα, του ισχίου κ.ά.
Η λειτουργικότητα μιας διάρθρωσης οφείλεται στη συγκεκριμένη κατασκευή της. Οι αρθρικές επιφάνειες έχουν συνήθως σχήμα συμπληρωματικό και καλύπτονται από ένα στρώμα χόνδρου, που τις κάνει λείες και βοηθάει στο να γλιστρούν χωρίς να τρίβονται κατά τις κινήσεις. Τα άκρα των αρθρούμενων οστών περιβάλλονται από ένα στερεό ινώδη σάκο, τον αρθρικό θύλακο, ο οποίος και τα συνδέει.
Μέσα στον αρθρικό θύλακο και ανάμεσα στις αρθρικές επιφάνειες παραμένει ένας κενός χώρος, η αρθρική κοιλότητα, η οποία περιέχει ένα ειδικό υγρό, το αρθρικό υγρό. Το αρθρικό υγρό παράγεται από την εσωτερική στιβάδα του αρθρικού θυλάκου και λειτουργεί ως λιπαντικό για τις αρθρικές επιφάνειες.
Σε πολλές διαρθρώσεις παρατηρούνται και επικουρικοί (βοηθητικοί) σχηματισμοί από συνδετικό ή χονδρικό ιστό, που άλλοτε ενισχύουν τη σύνδεση των οστών και καθορίζουν την τροχιά των κινήσεων (σύνδεσμοι), άλλοτε αυξάνουν τις αρθρικές επιφάνειες (επιχείλιοι χόνδροι) και άλλοτε βοηθούν να εναρμονίζονται περισσότερο η μια με την άλλη (διάρθριοι χόνδροι ή μηνίσκοι), όπως ο μηνίσκος στην άρθρωση του γόνατος.
Τα οστά που συνδέονται με διάρθρωση, με τη βοήθεια των μυών που προσφύονται σ’ αυτά, μπορούν να κάνουν κινήσεις κάμψης, έκτασης, προσαγωγής, απαγωγής, στροφής και περιαγωγής.
Άτυπη πνευμονία (SARS) (σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο). Ασθένεια που προσβάλλει το αναπνευστικό σύστημα και οφείλεται σε ιό της οικογένειας των κορονοϊών, ο οποίος μεταλλάχθηκε εξαιτίας της στενής συμβίωσης ανθρώπων και ζώων. Η ασθένεια εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε επαρχίες της Κίνας και αργότερα επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες. Συνήθως προσβάλλει ενήλικες, ηλικίας 25-70 ετών, ενώ σπάνια εκδηλώνεται σε παιδιά. Ο χρόνος επώασης του ιού είναι συνήθως 2-7 ημέρες.
Στο πρώτο στάδιο η νόσος εκδηλώνεται με υψηλό πυρετό (πάνω από 38 βαθμούς), ρίγη, κεφαλαλγίες και μυαλγίες. Έπειτα από 3-7 ημέρες η ασθένεια προσβάλλει το κατώτερο αναπνευστικό με συμπτώματα όπως ο ξηρός βήχας, η δύσπνοια και η ταχύπνοια.
Η θνησιμότητα από τη νόσο προσεγγίζει το 10% των προσβληθέντων ασθενών, ενώ στους ηλικιωμένους μπορεί να φτάσει και το 50%. Ο ιός μπορεί να επιζήσει στο περιβάλλον από ορισμένες ώρες έως και 4 ημέρες (σε αλκαλικό περιβάλλον με υψηλή υγρασία).
Αριστεροχειρία. Η χρησιμοποίηση του αριστερού χεριού στη γραφή και στις διάφορες εργασίες. Στους αριστερόχειρες το αριστερό χέρι είναι πιο δυνατό, πιο ευκίνητο και εκτελεί περισσότερο λεπτές κινήσεις από το δεξί χέρι. Ο αριθμός των αριστερόχειρων είναι αρκετά περιορισμένος, σε σχέση με τους δεξιόχειρες. Στα ημισφαίρια του εγκεφάλου υπάρχουν διάφορα κέντρα, τα οποία καθοδηγούν τις διάφορες λειτουργίες του σώματος. Τα κέντρα του ενός ημισφαιρίου είναι τα ίδια με του άλλου και τα νεύρα που ξεκινούν π.χ. από το κέντρο του αριστερού ημισφαιρίου πηγαίνουν στο δεξιό ημιμόριο του σώματος και αντίστροφα. Υπάρχουν όμως επιπλέον κέντρα, όπως π.χ. το κέντρο του λόγου, που βρίσκονται μόνο στο ένα ημισφαίριο του εγκεφάλου και κατά προτίμηση στο αριστερό. Για το λόγο αυτό λέμε ότι το αριστερό ημισφαίριο κυριαρχεί στο δεξιό, δηλαδή υπάρχει η λεγόμενη «αριστερή ηγεμόνευση» που αφορά τους δεξιόχειρες. Με αυτήν εξηγείται η ευελιξία, η μεγαλύτερη δύναμη και η ικανότητα για λεπτές δουλειές του δεξιού χεριού. Αντίθετα, στους αριστερόχειρες αποδείχθηκε ότι η «ηγεμόνευση» είναι δεξιά. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο το αριστερό τους χέρι χρησιμοποιείται καλύτερα και πιο εύκολα από το δεξί.
Η αριστεροχειρία είναι κληρονομική ιδιότητα. Για πολλά χρόνια στο παρελθόν, όταν δεν ήταν γνωστή η προέλευσή της, θεωρούνταν ελάττωμα και πολλοί γονείς ή και δάσκαλοι εξανάγκαζαν τα αριστερόχειρα παιδιά να γράφουν με το δεξί χέρι. Ο εξαναγκασμός αυτός διαπιστώθηκε ότι μπορούσε να έχει δυσμενείς συνέπειες για τα αριστερόχειρα παιδιά, όπως π.χ. μπορούσε να προκαλέσει τραυλισμό. Σήμερα η αριστεροχειρία θεωρείται φυσιολογική ιδιότητα.
Υπάρχουν και άτομα αμφιδέξια, τα οποία χρησιμοποιούν εξίσου επιδέξια και τα δύο χέρια.
Αρτηρία. Ελαστικός σωλήνας, με τον οποίο διώχνεται το αίμα από την καρδιά προς την περιφέρεια, στα όργανα και τους ιστούς του σώματος. Οι αρτηρίες έχουν κυλινδρικό σχήμα, διάφορα μεγέθη και ο αυλός τους έχει ποικίλο άνοιγμα. Όλες ξεκινούν από την καρδιά, η αορτή ξεκινά από την αριστερή κοιλία της καρδιάς και η πνευμονική αρτηρία από τη δεξιά. Αυτές κατόπιν διακλαδίζονται σε μικρότερες και πάλι μικρότερες, ώσπου καταλήγουν σε εξαιρετικά μικροσκοπικά σωληνάκια, τα τριχοειδή αγγεία. Σχηματίζεται, λοιπόν, ένα αρτηριακό δέντρο, που διακλαδίζεται σε ολόκληρο το σώμα. Διακρίνουμε, ανάλογα με το άνοιγμα του αυλού, μεγάλες, μέσου μεγέθους και μικρές αρτηρίες.
Το τοίχωμα των αρτηριών αποτελείται από λείες μυϊκές ίνες, ελαστικές ίνες και ενδοθηλιακά κύτταρα. Έτσι αποκτούν την ικανότητα της αντοχής, της ελαστικότητας και της σύσπασης, με αποτέλεσμα να εξωθείται το αίμα συνεχώς προς την περιφέρεια. Οι αρτηρίες πορεύονται στο βάθος είτε μέσα στα σπλαχνικά κοιλώματα, είτε ανάμεσα στους μυς και τις περιτονίες. Ελάχιστες κυκλοφορούν στην επιφάνεια, δηλαδή κάτω από το δέρμα, και πάντα ακολουθούν το συντομότερο δρόμο. Χαρακτηριστικό είναι το ότι κάθε αρτηρία συνοδεύεται από δύο φλέβες και προχωρεί ανάμεσά τους (εκτός από τις πολύ μεγάλες). Πολύ συχνά οι αρτηρίες επικοινωνούν μεταξύ τους κατά την πορεία τους, με μικρούς κλάδους, τις αναστομώσεις. Με τις αναστομώσεις αυτές το αίμα διαφορετικών περιοχών επικοινωνεί και αναμειγνύεται, ενώ συγχρόνως γίνεται πιο καλή η κατανομή του αίματος στις διάφορες περιοχές. Αλλά και μεταξύ αρτηρίας και φλεβών υπάρχει επικοινωνία, σε διάφορα όργανα του σώματος, με τις αρτηριοφλεβικές αναστομώσεις. Το τοίχωμα των μεγάλων και μεσαίων αρτηριών έχει μικροσκοπικά αγγεία και νεύρα. Οι μικρές αρτηρίες καταλήγουν σε ακόμη μικρότερες, τις προτριχοειδείς, οι οποίες τελικά καταλήγουν στα τριχοειδή αγγεία. Τα τριχοειδή παρεμβάλλονται μεταξύ των προτριχοειδών αρτηριδίων και φλεβιδίων και έχουν πολύ μεγάλη σημασία, γιατί σ’ αυτά γίνεται η ανταλλαγή των αερίων (πνεύμονες) και της ύλης (όργανα και ιστοί του σώματος). Τέλος, το αίμα που φέρνουν οι αρτηρίες στην επιφάνεια (τριχοειδή), παραλαμβάνεται από τις φλέβες και επιστρέφει στην καρδιά. Στην επιστροφή είναι ακάθαρτο, γιατί περιέχει τα άχρηστα προϊόντα της ανταλλαγής της ύλης (Βλ. και λ. κυκλοφορικό σύστημα).
Το αρτηριακό δέντρο αποτελείται από τις εξής αρτηρίες: α) Αρτηρίες της μικρής κυκλοφορίας, δηλαδή την πνευμονική αρτηρία, η οποία παίρνει το αίμα από τη δεξιά κοιλία της καρδιάς και με συνεχείς διακλαδώσεις, το πηγαίνει στους πνεύμονες. β) Αρτηρίες της μεγάλης κυκλοφορίας, δηλαδή την αορτή, η οποία παίρνει το αίμα από την αριστερή κοιλία της καρδιάς, ανεβαίνει (ανιούσα αορτή) μπροστά από την καρδιά, τροφοδοτώντας τις δύο στεφανιαίες αρτηρίες (αιμάτωση καρδιάς) και ύστερα κάνει ένα τόξο (αορτικό τόξο) και φέρεται πίσω από την καρδιά. Σ’ αυτή την πορεία της δίνει την ανώνυμη αρτηρία, η οποία ξανά αποσχίζεται σε δεξιά κοινή καρωτίδα (αιμάτωση κεφαλής) και δεξιά υποκλείδια (αιμάτωση τραχήλου και δεξιού χεριού). Δίνει ακόμη το αορτικό τόξο, την αριστερή κοινή καρωτίδα (αιμάτωση κεφαλής αριστερά) και την αριστερή υποκλείδια (αιμάτωση τραχήλου και αριστερού χεριού). Η υποκλείδια αρτηρία μεταπηδά στη μασχαλιαία, αυτή στη βραχιόνια αρτηρία, η οποία τελικά στον αγκώνα αποσχίζεται σε δύο κλάδους, την κερκιδική και την ωλένια αρτηρία. Κατόπιν, το αορτικό τόξο μεταπηδά στην κατιούσα αορτή, η οποία στην πορεία της δίνει κλάδους για το θώρακα, την κοιλιά και τα σπλάχνα και στο ύψος του τέταρτου οσφυϊκού σπονδύλου αποσχίζεται στις δύο κοινές λαγόνιες αρτηρίες. Η κοινή λαγόνια, στη συνέχεια, αποσχίζεται σε μέσα λαγόνια (αιμάτωση του πυθμένα της λεκάνης και των σπλάχνων της) και έξω λαγόνια, που μεταπηδά στη μηριαία αρτηρία. Η μηριαία προχωρεί κατά μήκος του μηρού και πίσω από το γόνατο μεταπηδά στην ιγνυακή αρτηρία, που τελικά αποσχίζεται σε δύο κλάδους, την πρόσθια και την οπίσθια κνημιαία.
Οι κύριες αρτηρίες, μετά την αορτή και τους κλάδους της, είναι:
1. Η κοινή καρωτίδα. Διατρέχει και τα δύο πλάγια του τραχήλου (δύο αρτηρίες) και χωρίζεται στην έσω καρωτίδα, που οδεύει στον εγκέφαλο, και στην έξω καρωτίδα, που οδεύει στον τράχηλο και το πρόσωπο.
2. Η υποκλείδια αρτηρία. Σε κάθε πλευρά οδεύει προς τα άνω άκρα και συνεχίζεται με τη μασχαλιαία αρτηρία, στο ύψος της μασχάλης, και τη βραχιόνιο αρτηρία, κατά μήκος της εσωτερικής επιφάνειας του βραχίονα, η οποία διαιρείται στο ύψος του αγκώνα στην κερκιδική και την ωλένιο αρτηρία, οι οποίες ενώνονται σε τόξα στις παλάμες και δίνουν κλάδους στα δάχτυλα.
3. Οι δύο κοινές λαγόνιες. Είναι η τελική διακλάδωση της αορτής. Χωρίζονται στις έσω λαγόνιες για τα όργανα της πυέλου και στις έξω λαγόνιες για τα κάτω άκρα, που συνεχίζονται στις μηριαίες (μια για κάθε κάτω άκρο) στο ύψος του μηρού. Η μηριαία συνεχίζεται ως ιγνυακή στο ύψος του γόνατος, που διαιρείται στην πρόσθια και την οπίσθια κνημιαία αρτηρία, μπροστά και πίσω από την κνήμη αντίστοιχα. Η οπίσθια κνημιαία διέρχεται πίσω από το έσω σφυρό στο πέλμα του ποδιού, όπου σχηματίζει τόξα παρόμοια με αυτά του χεριού και τροφοδοτεί το πόδι και τα δάχτυλα με τους πελματιαίους κλάδους.
Δομή. Οι αρτηρίες είναι πολύ ελαστικές, διαστέλλονται σε κάθε καρδιακό παλμό, καθώς το αίμα διέρχεται μέσω αυτών, ωθώντας το λόγω της ελαστικότητάς τους (βλ. λ. σφυγμός). Κάθε αρτηρία έχει τρία καλύμματα:
1. Το εξωτερικό. Αποτελείται από ισχυρό ινώδη ιστό.
2. Το μεσαίο. Αποτελείται από μυϊκές ίνες υποστηριζόμενες από ελαστικές ίνες, οι οποίες στις μεγάλες αρτηρίες σχηματίζουν ευδιάκριτες μεμβράνες.
3. Το εσωτερικό. Αποτελείται από ένα στρώμα κίτρινου ελαστικού ιστού, στην εσωτερική επιφάνεια του οποίου βρίσκεται ένα στρώμα από λεία ενθοθηλιακά κύτταρα, πάνω στα οποία ρέει το αίμα.
Στις μεγάλες αρτηρίες οι μυϊκές ίνες διατηρούν την αρτηρία πιο ελαστική και με μεγαλύτερη δυνατότητα διαστολής της. Όταν μια αρτηρία κοπεί εγκάρσια, το μυϊκό της στρώμα συσπάται και έτσι ελαττώνεται το χαίνον άκρο της, και το εξωτερικό της κάλυμμα από ινώδη ιστό καλύπτει και κλείνει τελείως το ανοιχτό (χαίνον) άκρο της αρτηρίας (βλ. λ. αιμορραγία).
Αρτηρίδιο. Μικρό αιμοφόρο αγγείο, που καλύπτεται από λείες μυϊκές ίνες και το οποίο παραλαμβάνει το αίμα από τις αρτηρίες και το μεταφέρει στα τριχοειδή.
Αρτηριοσκλήρωση ή αρτηριοσκλήρυνση. Η εκφύλιση και βλάβη του τοιχώματος των αρτηριών, με αποτέλεσμα να σκληρυνθούν, να χάσουν την ελαστικότητά τους και να παρουσιάζονται διαταραχές στην κυκλοφορία του αίματος σ’ αυτές.
Η τυπική βλάβη, συνήθως, είναι οι αθηρωματώδεις πλάκες. Αυτές σχηματίζονται στο τοίχωμα των αρτηριών από μικρές σταγόνες λίπους και ιδιαίτερα χοληστερίνης, όπου συσσωρεύεται συνδετικός ιστός και τις δημιουργεί. Ο χιτώνας των αρτηριών παθαίνει επίσης βλάβες, δηλαδή υπερτρέφεται και σκληραίνει από το ασβέστιο που μεταφέρεται εκεί. Άλλοτε υπάρχουν και τα δύο αυτά είδη βλαβών (αθηροσκλήρωση), άλλοτε μόνο το δεύτερο (γεροντική αρτηριοσκλήρυνση ή αρτηριοσκλήρυνση τύπου Μόκεμπεργκ). Πάντως, το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις είναι το ίδιο, όπως και τα συμπτώματα που παρουσιάζονται από τη διαταραχή της κυκλοφορίας του αίματος. Αιτίες της αρτηριοσκλήρυνσης είναι η φθορά που παθαίνουν οι αρτηρίες λόγω της ηλικίας (σε μεγάλη συχνότητα παρατηρείται στους ηλικιωμένους), η διατροφή και ειδικά η κατάχρηση λίπους, η παχυσαρκία, η καθιστική ζωή, ο ζαχαρώδης διαβήτης, το κάπνισμα, η κατάχρηση καφέ, η υπέρταση κ.ά. Ουσιώδες είναι ότι η αρτηριοσκλήρυνση δεν προσβάλλει όλες τις αρτηρίες ταυτόχρονα, αλλά διάφορες και με προτίμηση αυτές των ποδιών. Επίσης είναι συχνότερη στις γυναίκες, ειδικά μετά την κλιμακτήριο.
Τα συμπτώματα είναι κούραση, πόνοι και μούδιασμα των ποδιών. Πολύ συχνές είναι οι θρομβώσεις του αίματος στα μέρη που βρίσκονται οι αθηρωματώδεις πλάκες ή εκεί που έχει πάθει μεγάλη στένωση μια αρτηρία. Συχνές επίσης είναι και οι αιμορραγίες που κατά κανόνα συμβαίνουν στον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα παραλύσεις, ημιπληγίες, κώμα και ορισμένες φορές το θάνατο. Επίσης, στην καρδιά το έμφραγμα πολλές φορές είναι θανατηφόρο. Επιπλέον προκαλεί στους νεφρούς, τα πόδια κ.α. πόνους πολύ δυνατούς, νεκρώσεις διάφορων οργάνων, γάγγραινα κτλ.
Ασηψία. Η πλήρης απουσία παθογόνων μικροβίων και σαπροφύτων. Η ασηψία αποτελεί μια πολύ σημαντική κατάκτηση της χειρουργικής, καθώς εμποδίζει τις λοιμώδεις επιπλοκές των τραυμάτων. Πετυχαίνεται με την αποστείρωση κάθε μέσου που χρησιμοποιείται στη χειρουργική (γαζών, ενδυμάτων, χεριών, οργάνων), ώστε να είναι αδύνατη η εισαγωγή μικροβίων στο τραύμα. Χημικές συνθέσεις που οδηγούν στην ασηψία είναι το χλωριούχο ασβέστιο, η φαινόλη, το φαινικό οξύ, το αλκοόλ και το ιώδιο. Ασηψία επιτυγχάνεται και με αποστείρωση του περιβάλλοντος με υπεριώδεις ακτίνες. Το εγχειρητικό πεδίο, αφού καθαριστεί προσεχτικά με αλκοόλ, ιώδιο κτλ., ψεκάζεται στη διάρκεια της επέμβασης με αντιβιοτικά σκευάσματα. Η μέθοδος της ασηψίας έχει καταργήσει κάθε διαπύηση και επιτρέπει έτσι την ταχύτερη επούλωση των τραυμάτων. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται μόνο όταν ο οργανισμός ή το τραύμα δεν είναι μολυσμένα. Στην αντίθετη περίπτωση είναι απαραίτητη η αγωγή με αντισηπτικά ή αντιβιοτικά. Χάρη στην ασηψία έχουν επιτευχθεί χειρουργικές μέθοδοι που επιτρέπουν τις χειρουργικές επεμβάσεις σε όργανα και συστήματα, όπως ο θώρακας και ο εγκέφαλος, που παρουσιάζουν μικρότερη ικανότητα άμυνας έναντι των μολύνσεων. Έγινε προσπάθεια να εφαρμοστεί η ασηψία και στα τρόφιμα και ιδιαίτερα στα ποτά, για να αποφεύγεται η μετάδοση λοιμώξεων διαμέσου του πεπτικού συστήματος. Η προσπάθεια όμως αυτή καταστρέφει τις βιταμίνες των τροφίμων.
Άσθμα. Διαταραχή της αναπνοής που χαρακτηρίζεται από στένωση των αεραγωγών μέσα στους πνεύμονες.
Το άσθμα συνήθως αρχίζει στην παιδική ηλικία, περίπου στην ηλικία των 7 χρόνων. Προσβάλλει σχεδόν το 10% των παιδιών, συνήθως με μια ήπια μορφή. Τα αγόρια αυτής της ηλικίας προσβάλλονται σε διπλάσιο ποσοστό από ό,τι τα κορίτσια. Τα ήπια προσβεβλημένα παιδιά μπορούν να θεραπευτούν από το άσθμα μόλις ενηλικιωθούν και μόνο ένα 5% των προσβεβλημένων παιδιών έχει άσθμα και μετά την ενηλικίωση. Στους ενήλικες προσβάλλονται το ίδιο οι άνδρες και οι γυναίκες. Το άσθμα μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία και όταν εκδηλωθεί για πρώτη φορά σε ενήλικες είναι επίμονο, με μικρότερη πιθανότητα να απομονωθούν αιτιολογικοί παράγοντες.
Αίτια. Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ουσιών στις οποίες το ασθματικό άτομο είναι υπερευαίσθητο και η επαφή με αυτές τις ουσίες μπορεί να είναι υπεύθυνη για ένα επεισόδιο. Στις ουσίες αυτές περιλαμβάνονται η γύρη, το τρίχωμα του δέρματος ορισμένων ζώων, όπως γάτες, σκύλοι και άλογα, η οικιακή σκόνη και ορισμένοι βιομηχανικοί παράγοντες, όπως τα άλατα πλατίνας. Σε μερικούς ασθματικούς ασθενείς κάποιες ουσίες στις τροφές μπορεί να είναι ερεθιστικές (χρωστικές ή κάποια πρόσθετα τροφών).
Το άσθμα οξύνεται τις πρώτες πρωινές ώρες, προκαλώντας διαταραχή του ύπνου. Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να σχετίζεται με ειδικά αλλεργιογόνα, όπως φτερά μέσα στα μαξιλάρια κτλ. Μη ειδικοί παράγοντες, όπως σκόνη, ψυχρός αέρας, συγκινησιακές διαταραχές και στρες, μπορεί να προκαλέσουν άσθμα και να αυξήσουν την ευαισθησία σε άλλες ουσίες που προκαλούν άσθμα.
Τα ασθματικά άτομα έχουν μια γενετική προδιάθεση να σχηματίζουν αντισώματα IgE εναντίον αλλεργιογόνων, τα οποία συναντώνται ιδιαίτερα όταν τα τελευταία εισπνέονται. Δερματικές δοκιμασίες μπορούν να δείξουν αυτή την παραγωγή των αντισωμάτων, αλλά υπάρχουν συχνά θετικές απαντήσεις σε πολλά αλλεργιογόνα και είναι απαραίτητη περαιτέρω έρευνα για την απομόνωση του ιδιαίτερου αλλεργιογόνου, που είναι το πλέον σημαντικό για το άσθμα του ασθενούς.
Συμπτώματα. Κύρια συμπτώματα του άσθματος είναι η μειωμένη εισπνοή αέρα (δύσπνοια) και ο βήχας. Περιστασιακά ο βήχας μπορεί να είναι το μόνο σύμπτωμα. Αυτό συμβαίνει συχνότερα στα παιδιά κατά τη νύχτα και μπορεί να εκληφθεί ως βρογχίτιδα και να δοθεί λαθεμένη θεραπευτική αγωγή.
Το ποσοστό της στένωσης των αεραγωγών μπορεί να μετρηθεί με τη μέγιστη εκπνεόμενη ποσότητα αέρα με ένα απλό σπειρόμετρο.
Η «σφραγίδα» του άσθματος είναι η ποικιλία της στένωσης των αεραγωγών. Μπορεί να υπάρχει διαλείπουσα ήπια δυσκολία λήψης αναπνοής, συχνά προκαλούμενη από μια φανερή αιτία, όπως η άσκηση, ή να εκδηλωθεί ως ένα επεισόδιο που απειλεί τη ζωή. Μερικά ασθματικά επεισόδια έχουν ξαφνική έναρξη, αλλά συχνά η παρακολούθηση της μέγιστης εκπνευστικής ποσότητας αέρα δείχνει ότι υπάρχει μια περίοδος προοδευτικής πτώσης για μερικές μέρες πριν την εκδήλωση ενός οξέος επεισοδίου. Αλλαγή στη θεραπεία κατά τη διάρκεια αυτής της πτώσης προλαμβάνει συχνά το σοβαρό επεισόδιο και την εισαγωγή στο νοσοκομείο.
Η δύσπνοια στη διάρκεια ενός οξέος επεισοδίου άσθματος προκαλεί δυσκολία στην εκπνοή διαμέσου των στενωμένων αεραγωγών, αλλά η συνοδός υπερπλήρωση των πνευμόνων προκαλεί επίσης δυσκολία και στην εισπνοή. Ο στροβιλώδης αέρας στους στενωμένους αεραγωγούς προκαλεί συρίττοντες ήχους ειδικά στην εκπνοή. Σε ένα σοβαρό επεισόδιο ο ρυθμός αναπνοής και ο σφυγμός αυξάνονται και ο ασθενής βρίσκει ευκολότερο να αναπνέει σε καθιστική θέση με ανυψωμένους τους ώμους. Σε πολύ σοβαρά επεισόδια ο ασθενής μπορεί να έχει τέτοια δύσπνοια, ώστε να αδυνατεί να μιλήσει και το ελαττωμένο οξυγόνο του αίματος μπορεί να προκαλέσει κυάνωση.
Τα στοιχεία αυτά, μαζί με την έλλειψη αντίδρασης ανταπόκρισης στα συνήθη εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά, δείχνουν ότι το επεισόδιο είναι πολύ σοβαρό και ότι είναι απαραίτητη η επείγουσα εισαγωγή στο νοσοκομείο για θεραπεία.
Όταν το άσθμα ελέγχεται πλημμελώς για μεγάλο χρονικό διάστημα στα παιδιά, ο θώρακας μπορεί να παραμείνει πολύ διατεταμένος. Το χρόνιο σοβαρό άσθμα μπορεί ενδεχόμενα να καταλήξει σε στένωση των αεραγωγών, κατάσταση μη αναστρέψιμη.
Ασιτία. Κατάσταση του οργανισμού που οφείλεται στη στέρηση της τροφής, απαραίτητης για τη συντήρηση του ατόμου. Η στέρηση της τροφής μπορεί να επιβάλλεται ως μέθοδος θεραπείας (μερική ασιτία) ορισμένων παθήσεων που συνοδεύονται από προηγούμενη υπερβολική λήψη τροφής (παχυσαρκία) ή να οφείλεται σε βαριές διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος.
Χωρίς τροφή και υγρά το σώμα αδυνατίζει γρήγορα, καθώς καταναλώνει ενέργεια, αρχικά από το υπάρχον λίπος και μετά χρησιμοποιώντας υδατάνθρακες και τελικά πρωτεΐνες. Η θερμοκρασία του σώματος προοδευτικά πέφτει, οι μυς χάνουν μυϊκή μάζα και ο οργανισμός προσπαθεί να μειώσει άλλες λειτουργίες για να διατηρήσει τις ζωτικές. Έτσι παρατηρούνται απώλεια δυνάμεων, νευρικές διαταραχές, ίλιγγοι, ψευδαισθήσεις και εξασθένηση των πνευματικών ικανοτήτων. Το άτομο γίνεται πιο επιρρεπές στην ανάπτυξη παθήσεων, καθώς παραβλάπτονται οι χημικές διαδικασίες του σώματος και ο οργανισμός εξασθενεί.
Το τελικό αποτέλεσμα σε περιπτώσεις παρατεταμένης ασιτίας είναι ο θάνατος. Από πειράματα που έγιναν σε ζώα αποδείχτηκε ότι τα ζώα πεθαίνουν, αφού χάσουν τα δύο πέμπτα του αρχικού τους βάρους, ενώ ο ανθρώπινος οργανισμός που υποβάλλεται σε ασιτία αντέχει περίπου 45 μέρες, αν φυσικά επιτρέπεται η λήψη νερού.
Ασκίτης. Η συγκέντρωση υγρού μέσα στην κοιλιά. Τα διάφορα σπλάχνα της κοιλιάς και το εσωτερικό της τοίχωμα σκεπάζονται από μια μεμβράνη, το περιτόναιο. Η κοιλότητα που δημιουργείται από το περιτόναιο λέγεται περιτοναϊκή κοιλότητα και μέσα σ’ αυτή σχηματίζεται ο ασκίτης. Η ποσότητα του υγρού αυτού ποικίλλει ανάλογα με την αιτία που το προκάλεσε, καθώς και το χρονικό διάστημα που έχει περάσει. Μπορεί η ποσότητα αυτή να φτάσει και τα 20 λίτρα.
Αιτίες πρόκλησης του ασκίτη είναι η δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια (και φλεβική στάση του αίματος), η θρόμβωση των φλεβών του ήπατος, η κίρρωση του ήπατος και γενικά η πυλαία υπέρταση, η χρόνια λιποειδική νέφρωση, ο υποσιτισμός με γενικά οιδήματα στο σώμα κ.ά. Για να γίνει αντιληπτός ο ασκίτης από το φούσκωμα της κοιλιάς, πρέπει το υγρό να είναι τουλάχιστον 2-3 λίτρα. Σε μέτρια ποσότητα υγρού η κοιλιά παίρνει το σχήμα της κοιλιάς του βατράχου, ενώ σε μεγάλη ποσότητα η κοιλιά εξέχει πολύ και το βάρος της γίνεται αισθητό από τον άρρωστο. Αν μάλιστα ο άρρωστος χτυπήσει το πλάγιο τοίχωμα της κοιλιάς και στο άλλο πλάγιο έχει ακουμπισμένη την παλάμη του, θα νιώσει το χτύπημα του υγρού (αντικτυπία) πάνω στο εσωτερικό τοίχωμά της.
Η σύσταση του υγρού ποικίλλει ανάλογα με την αιτία. Οι καρκίνοι των οργάνων της κοιλιάς ή η φυματιώδης περιτονίτιδα σχηματίζουν συνήθως αιμορραγικό υγρό. Αντίθετα, υγρό ανάμεικτο με χολή (χολοπεριτόναιο) σχηματίζεται από σπάσιμο της χοληδόχου κύστης ή και του ήπατος. Το σπάσιμο των μεσεντέριων λεμφαγγείων (από καρκίνο συνήθως) σχηματίζει χυλώδες υγρό, δηλαδή υγρό ανάμεικτο με λέμφο. Οροϊνώδες υγρό (στο χρώμα του νερού, περίπου) κάνει συνήθως ο καρκίνος ή η εχινοκοκκίαση του περιτόναιου. Η θεραπεία του ασκίτη αποσκοπεί αποκλειστικά στη θεραπεία της αιτίας που τον προκάλεσε. Αν όμως το υγρό είναι πολύ και προκαλεί μεγάλη δύσπνοια (επειδή σπρώχνει το διάφραγμα προς τα πάνω), τότε θα χρειαστεί να γίνει παρακέντηση στην κοιλιά για να αφαιρεθεί αργά αργά ο ασκίτης.
Ασπεργίλωση (ή ασπεργιλίαση). Ασθένεια των πνευμόνων που προκαλείται από το μύκητα Aspergillus fumigatus. Μπορεί να προκαλέσει αλλεργική αντίδραση στα βρογχιόλια και να δημιουργήσει άσθμα ή μπορεί να μολύνει τις γηρασμένες κοιλότητες και να σχηματίσει μια σφαιρική έκφυση, το ασπεργίλωμα. Σε ασθενείς με σοβαρές ανοσολογικές ασθένειες μπορεί να εξαπλωθεί και πέρα από τους πνεύμονες.
Αστιγματισμός. Ανωμαλία της όρασης που δεν επιτρέπει να διακρίνονται καθαρά τα αντικείμενα. Πρόκειται για ένα σφάλμα της φωτοθλασίας του οφθαλμού που οφείλεται στον κερατοειδή, ο οποίος είναι ανισότιμα καμπυλωμένος σε διάφορες κατευθύνσεις, έτσι που οι ακτίνες φωτός από τους διάφορους μεσημβρινούς να μην μπορούν να εστιαστούν μαζί στον αμφιβληστροειδή. Η καμπύλη, αντί να είναι σφαιρική, έχει σχήμα ωοειδές, με μακρύτερο τον έναv άξονα από τον άλλο. Η κατάσταση αυτή κάνει τα αντικείμενα να φαίνονται στρεβλά και έξω από τη θέση τους· για παράδειγμα, μια μπάλα να φαίνεται ωοειδής ή ένας κύκλος σαν μια έλλειψη.
Αστράγαλος. Οστάριο, το οποίο ανήκει στα οστά του άκρου ποδιού. Βρίσκεται ανάμεσα στη φτέρνα, τα κάτω άκρα της γάμπας και της περόνης και τα σφυρά. Ο αστράγαλος συνδέεται από τη μια με τα οστά της γάμπας –δηλαδή κνήμη και περόνη– και τα οστά του άκρου ποδιού, και από την άλλη συντάσσεται με τη φτέρνα. Στην πρώτη περίπτωση σχηματίζεται η αστραγαλοκνημική διάρθρωση, δηλαδή η σύνδεση της πάνω και των δύο πλάγιων επιφανειών του αστραγάλου με τα κάτω άκρα κνήμης και περόνης και τα δύο σφυρά αντίστοιχα. Στη δεύτερη περίπτωση σχηματίζονται οι αστραγαλοφτερνικές διαρθρώσεις, που συνδέουν την κάτω επιφάνεια του αστραγάλου με τη φτέρνα και το σκαφοειδές κόκαλο.
Ασφυξία. Έντονη μορφή δύσπνοιας, η οποία συμβαίνει σε καταστάσεις κατά τις οποίες ο αερισμός των πνευμονικών κυψελίδων είναι πολύ περιορισμένος και εξελίσσεται πολύ γρήγορα σε θάνατο του αρρώστου από έλλειψη οξυγόνου. Αιτίες ασφυξίας είναι: α) Η απόφραξη της τραχείας αρτηρίας ή των μεγάλων βρόγχων από ξένα σώματα που καταπίνει ο άνθρωπος και, αντί να μπουν στον οισοφάγο, περνούν από το λάρυγγα, β) η απόφραξη του λάρυγγα από την ίδια αιτία, γ) το βρογχικό άσθμα, όταν προχωρήσει πολύ, δ) το πνευμονικό εμφύσημα, ε) ο πνευμοθώρακας και των δύο πνευμόνων, στ) η παράλυση των αναπνευστικών μυών κτλ.
Οι μηχανισμοί που ενεργούν για την εκδήλωση αυτής της οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας είναι οι εξής δύο: είτε αυξάνεται η μερική πίεση του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα, οπότε ερεθίζεται το αναπνευστικό κέντρο στον εγκέφαλο (προμήκης μυελός), είτε ελαττώνεται η μερική πίεση του οξυγόνου στο αίμα, οπότε πάλι ερεθίζεται το αναπνευστικό κέντρο, αντανακλαστικά όμως.
Αταξία. Διαταραχή των κινήσεων του σώματος, η οποία οφείλεται σε βλάβη του εγκεφάλου ή των περιφερειακών νεύρων ή του νωτιαίου μυελού. Κατ’ αυτήν, οι διάφορες μυϊκές ομάδες δε συμπράττουν αρμονικά, με αποτέλεσμα το άτομο να χάνει την ισορροπία του και να μην μπορεί να εκτελεί σωστά διάφορες κινήσεις των άκρων. Ανάλογα με το είδος της εγκεφαλικής βλάβης από την οποία προέρχεται η ασθένεια αυτή, διακρίνονται τέσσερα είδη αταξίας: εγκεφαλική, νωτιαία, παρεγκεφαλική, κληρονομική.
Ατελεκτασία. Είναι η συγκόλληση των τοιχωμάτων των κυψελίδων των πνευμόνων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μπει αέρας μέσα σε αυτές. Με αυτόν τον τρόπο ένα τμήμα μικρό ή μεγάλο του πνεύμονα δε λειτουργεί και έτσι η χωρητικότητα του πνεύμονα ελαττώνεται. Όμοια ελαττώνεται η αναπνευστική επιφάνεια του πνεύμονα, με αποτέλεσμα τη δυσκολία αναπνοής σε περίπτωση που το ατελεκτασικό μέρος είναι μεγάλο.
Αιτίες της ατελεκτασίας είναι η στένωση ή η απόφραξη ενός ή περισσότερων βρόγχων από διάφορες αιτίες (ξένα σώματα, όγκοι, πίεση από όγκους ή λεμφαδένες διογκωμένους κ.ά.), ή η συμπίεση μιας πνευμονικής περιοχής από όγκους, εχινόκοκκο, κύστη, ανεύρυσμα της αορτής, πλευρίτιδα, φυματίωση κτλ. Η ατελεκτασία είναι δυνατό να καταλαμβάνει ολόκληρο τον πνεύμονα ή να επεκτείνεται και στους δύο πνεύμονες ταυτόχρονα. Ως αποτέλεσμα έχουμε τη σμίκρυνση της περιοχής που έπαθε ατελεκτασία και αντιδραστική υπερλειτουργία και υπεραερισμό του υγιούς πνεύμονα, ο οποίος απωθεί το μεσοπνευμόνιο χώρο προς την πλευρά της βλάβης. Όταν η ατελεκτασία είναι εκτεταμένη, παρατηρείται μεγάλη δύσπνοια, μελάνιασμα του δέρματος (κυρίως στο πρόσωπο και τον τράχηλο), ταχυκαρδία και αναπνευστική ανεπάρκεια. Οι μικρές ατελεκτασίες συχνά δε δίνουν συμπτώματα, με αποτέλεσμα να μην τις αντιλαμβανόμαστε, παρά μόνο όταν η αιτία που τις προκάλεσε προχωρήσει πολύ (π.χ. καρκίνος, εχινόκοκκος κ.ά.). Η θεραπεία είναι ανάλογη με την περίπτωση. Πολλές φορές μάλιστα επιτυγχάνεται ξανά η έκπτυξη (ξεδίπλωμα) των τοιχωμάτων των ατελεκτασικών κυψελίδων, με αποτέλεσμα να λειτουργήσουν πάλι.


Άτλας. Ο πρώτος αυχενικός σπόνδυλος. Είναι ένα δακτυλιοειδές οστό, το οποίο συνδέει το κρανίο με τη σπονδυλική στήλη στα χερσαία σπονδυλωτά. Στα ανώτερα σπονδυλωτά η άρθρωση ανάμεσα στο κρανίο και τον άτλαντα επιτρέπει συγκεκριμένες κινήσεις της κεφαλής.
Ατονία. Γενική ή μερική ελάττωση και μαλθακότητα οργανικών συστημάτων. Συνήθως η ατονία αφορά το νευρομυϊκό σύστημα. Ο συνδυασμός της μυϊκής ατονίας και της παράλυσης είναι η χαλαρή παράλυση.
Ατροπίνη. Η ενεργός ουσία του φυτού Άτροπος η μπελαντόνα. Λόγω της ικανότητάς της να διαστέλλει την κόρη του οφθαλμού (μυδρίαση) κάποτε τη χρησιμοποιούσαν ως καλλυντικό που έδινε στα μάτια εντυπωσιακή εμφάνιση. Δρα ανταγωνιστικά προς το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα. Προσωρινά βλάπτει την όραση, παραλύοντας τη δύναμη προσαρμογής. Αναστέλλει τη δράση κάποιων νεύρων του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Το φάρμακο χαλαρώνει τους λείους μύες. Ελέγχει τη δραστηριότητα σχεδόν όλων των αδένων του σώματος, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι ιδρωτοποιοί αδένες του δέρματος και οι σιελογόνοι του στόματος. Ανακουφίζει σπασμούς του εντέρου, των χοληφόρων οδών, της ουροδόχου κύστης, του στομάχου και άλλων οργάνων, παραλύοντας τα νεύρα των μυών. Έχει τη δύναμη, σε μέτριες δόσεις, να αυξήσει αξιοσημείωτα τον αριθμό των καρδιακών παλμών, αν και σε πολύ μεγάλες δόσεις η καρδιά και άλλοι μύες παραλύουν και σταματούν.
Χρήσεις. Σε προβλήματα των οφθαλμών οι σταγόνες ατροπίνης χρησιμοποιούνται για να διαστείλουν την κόρη, για καλύτερη εξέταση του εσωτερικού του οφθαλμού ή για να έλξουν μακριά την ίριδα από τραύματα και έλκη στο κέντρο του οφθαλμού. Επίσης οι σταγόνες ατροπίνης καταπραΰνουν τους πόνους που οφείλονται στο φως που πέφτει στο φλεγμαίνοντα οφθαλμό και περαιτέρω χρησιμοποιούνται για να παραλύσουν τον ακτινωτό μυ και να προλάβουν έτσι τις αλλαγές προσαρμογής του οφθαλμού, ενώ ο οφθαλμός εξετάζεται με το οφθαλμοσκόπιο. Η ατροπίνη χρησιμοποιείται επίσης πριν από γενική αναισθησία, για να ελαττώσει τις εκκρίσεις του βρογχικού δέντρου. Χορηγείται ως ενέσιμο. Το φάρμακο επίσης δίνεται για να επιταχύνει τον καρδιακό ρυθμό σε βραδυκαρδία που προήλθε από στεφανιαία θρόμβωση.
Ατροφία. Η ατελής θρέψη είτε ολόκληρου του σώματος είτε διάφορων οργάνων του. Υπάρχουν ατροφίες της γλώσσας, του ενός ή και των δύο χεριών, του ενός ή και των δύο ποδιών κτλ. ή ολόκληρου του σώματος. Αιτίες ατροφίας είναι: διάφορες βλάβες των περιφερειακών κινητικών νεύρων από τραύματα, νευρίτιδες, πολιομυελίτιδα κ.ά., οι εμβολές και θρομβώσεις των αγγείων του σώματος, οι αναιμίες κτλ.
Αϋπνία. Η δυσκολία στην έναρξη ή στη διατήρηση του ύπνου. Οφείλεται συχνά σε έναν τρόπο ζωής που δεν κουράζει το άτομο ή σε υπερβολική κατανάλωση καφεΐνης ή σε περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως ένα άβολο κρεβάτι ή ένα θορυβώδες ή ψυχρό δωμάτιο. Άλλοι λόγοι της αϋπνίας είναι το άγχος, η κατάθλιψη, ένας σωματικός πόνος ή κάποια ιατρική διαταραχή, όπως η αποφρακτική άπνοια του ύπνου ή οι περιοδικές κινήσεις των κάτω άκρων.
Αυτόκαυστο. Ο ασφαλέστερος τρόπος με τον οποίον υλικά, όπως χειρουργικές γάζες κτλ., αποστειρώνονται πλήρως, οπότε καταστρέφονται και θανατώνονται και τα πιο ανθεκτικά μικρόβια και τα σπόρια τους. Είναι συσκευή που η λειτουργία της βασίζεται στο βρασμό ύδατος και όπου η πίεση του ατμού που εξατμίζεται είναι ίδια με τη γειτνιάζουσα ατμόσφαιρα. Αυτό σημαίνει ότι εάν η πίεση μέσα σε ένα κλειστό δοχείο αυξηθεί, τότε η θερμοκρασία στην οποία το νερό βράζει μέσα στο δοχείο θα αυξηθεί πάνω από τους 100°C. Προσαρμόζοντας την πίεση, σχεδόν κάθε θερμοκρασία που απαιτείται μπορεί να επιτευχθεί. Είναι ο συχνότερος τρόπος αποστείρωσης μεταλλικών εργαλείων και ρουχισμού στα νοσοκομεία και στα εργαστήρια.
Αυτόνομο νευρικό σύστημα. Το μέρος του νευρικού συστήματος που ρυθμίζει τις λειτουργίες του σώματος οι οποίες δεν υπόκεινται σε συνειδητό έλεγχο (στη βούλησή μας). Τέτοιες είναι η λειτουργία της καρδιάς, οι εντερικές κινήσεις, η παραγωγή σιέλου, η εφίδρωση κτλ. Αποτελείται από δύο τμήματα, το συμπαθητικό και το παρασυμπαθητικό σύστημα, τα οποία δρουν ανταγωνιστικά πάνω στα ίδια όργανα. Οι λείοι μύες, η καρδιά και οι περισσότεροι αδένες συνδέονται με νευρικές ίνες και των δύο συστημάτων και η κατάλληλη λειτουργία τους εξαρτάται από την ισορροπία μεταξύ αυτών των δύο συστημάτων. Η λειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος ελέγχεται κυρίως από τον προμήκη μυελό και τον υποθάλαμο του εγκεφάλου (βλ. λ. νευρικό σύστημα).
Αυτοπλαστική. Χειρουργική επέμβαση κατά την οποία ένα τμήμα ιστών, που καταστράφηκε, αντικαθίσταται με μόσχευμα που λαμβάνεται από άλλο μέρος του σώματος του ίδιου ατόμου. Η αυτοπλαστική χρησιμοποιείται κυρίως στη θεραπεία απωλειών δέρματος (εγκαύματα), οπότε χρησιμοποιούνται άλλα κομμάτια δέρματος από κοντινά ή μακρινά μέρη του σώματος. Το μόσχευμα, το κομμάτι δηλαδή που αφαιρείται για να αντικαταστήσει το δέρμα που καταστράφηκε, μπορεί να χρησιμοποιηθεί με την αρχική του μορφή ή επεξεργασμένο. Το μέρος απ’ όπου λαμβάνεται μπορεί να ραφτεί ή να συμπληρωθεί με άλλο μόσχευμα. Η αυτοπλαστική εφαρμόζεται πολύ στις αισθητικές χειρουργικές επεμβάσεις, στη θεραπεία ουλών και όγκων του δέρματος κ.ά.
αυχενικοί σπόνδυλοι. Οι πρώτοι σπόνδυλοι της σπονδυλικής στήλης. Ο αριθμός των αυχενικών σπονδύλων ποικίλλει στα διάφορα είδη ζώων. Για παράδειγμα, οι λαγοί έχουν 2, ενώ οι άνθρωποι 7 κ.ά. Βλ. λ. σπονδυλική στήλη.
Αφαίμαξη. Η αφαίρεση αίματος για θεραπευτικούς σκοπούς. Υπάρχουν δύο είδη αφαίμαξης: η αιματηρή και η αναίμακτη. Η αιματηρή αφαίμαξη συνίσταται σε παρακέντηση μιας φλέβας και αφαίρεση αίματος σε ποσότητα ανάλογη με την περίπτωση. Η αναίμακτη αφαίμαξη γίνεται με ισχυρό δέσιμο των άκρων. Δηλαδή δένουμε σφιχτά τρεις ιμάντες, π.χ. στο ένα πόδι και το ένα χέρι, με σκοπό να εμποδίσουμε την επάνοδο μιας μεγάλης ποσότητας στην καρδιά και έτσι να ελαττωθεί η υπέρταση μέσα στους πνεύμονες. Κάθε 15 ή 30 λεπτά της ώρας βγάζουμε τους ιμάντες και τους δένουμε διαδοχικά (μετά από λίγη ώρα) στο άλλο χέρι και στο σύστοιχο πόδι κ.ο.κ. Η περίδεση γίνεται εναλλάξ, σύμφωνα με την κίνηση των δεικτών του ρολογιού, αφήνοντας πάντα ένα χέρι ή ένα πόδι άδετο. Παλαιότερα η αφαίμαξη γινόταν με βδέλλες, τις οποίες τοποθετούσαν είτε στον αυχένα είτε στα χέρια και στα πόδια. Άλλοι πάλι γιατροί έκαναν μικρές τομές σε διάφορα μέρη του σώματος, μέχρι να βγει αρκετό αίμα.
Γενικά, η αφαίμαξη εφαρμόζεται στην περίπτωση της πνευμονικής υπέρτασης, που οφείλεται σε οξεία καρδιακή ανεπάρκεια (καρδιακό άσθμα, οξύ πνευμονικό οίδημα), καθώς και σε περιπτώσεις ανεπάρκειας και κάμψης της δεξιάς καρδίας κτλ.
Αφασία. Η έλλειψη της ικανότητας για ομιλία, που οφείλεται σε κάκωση των κέντρων του εγκεφάλου που ελέγχουν αυτή τη λειτουργία. Τα ανώτερα κέντρα, που είναι υπεύθυνα για το σχηματισμό των νοημάτων-ιδεών της ομιλίας, για την τοποθέτηση των λέξεων σε μια σειρά ώστε να σχηματίσουν προτάσεις, και ελέγχουν τις κινήσεις του στόματος, της γλώσσας και του λάρυγγα, βρίσκονται στην επιφάνεια (στο φλοιό) των εγκεφαλικών ημισφαιρίων (αριστερό ημισφαίριο), ενώ τα κατώτερα κέντρα που άμεσα δίνουν οδηγίες στους μύες των φωνητικών οργάνων, κάτω πάντοτε από την επίβλεψη των ανώτερων κέντρων, βρίσκονται στον προμήκη μυελό και στους κροταφικούς λοβούς.
Αιτίες. Αιτίες της αφασίας είναι η καταστροφή ενός μέρους του εγκεφάλου, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται αυτά τα ανώτερα κέντρα, η ρήξη ενός αγγείου και η αιμορραγία μέσα στον εγκέφαλο ή η απόφραξη των αντίστοιχων αγγείων που τροφοδοτούν με αίμα αυτές τις περιοχές ως αποτέλεσμα θρόμβωσης ή εμβολής. Οι αιτίες που προκαλούν αφασία είναι ίδιες με αυτές των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων (αιμορραγία αγγείου ή απόφραξη αγγείου). Επίσης άλλες παθήσεις, όπως όγκοι, μπορεί επίσης να προκαλέσουν αφασία.
Είδη. Πρώτος ο Γάλλος χειρούργος Πολ Μπροκά (1824-1880) σημείωσε ότι η κάτω μετωπιαία έλικα της αριστερής πλευράς του εγκεφάλου, στους δεξιόχειρες, και αντίστροφα στους αριστερόχειρες, βρέθηκε, μετά θάνατο, ότι είχε βλάβη σε άτομα που στη ζωή τους είχαν προβλήματα ομιλίας (αδυναμία να μιλήσουν), αν και η νοημοσύνη τους, η ικανότητα ανάγνωσης και γραφής ήταν ανεπηρέαστες. Αυτή η κατάσταση είναι γνωστή ως κινητική αφασία. Αλλά η κατάσταση είναι γενικά πιο πολύπλοκη. Επιπρόσθετα, στην περιοχή ομιλίας του Μπροκά, που ελέγχει τις κινήσεις της γλώσσας, του στόματος και του λάρυγγα, που σχηματίζουν τις λέξεις για να εκφράσουν ιδέες, υπάρχει ένα άλλο κέντρο, στη μέση μετωπιαία έλικα της αριστερής πλευράς (για τους δεξιόχειρες), που ρυθμίζει την ικανότητα για σαφήνεια στη γραφή. Βλάβη αυτής της περιοχής προκαλεί απώλεια της ικανότητας να γράψει κάποιος λογικά, μολονότι το χέρι είναι απόλυτα φυσιολογικό. Αυτή η κατάσταση είναι γνωστή ως αγραφία. Αυτές οι δύο μορφές περιλαμβάνουν την απώλεια ικανότητας παραγωγής ομιλίας και γραφής, αλλά υπάρχουν και αντίστοιχες απώλειες της ικανότητας αντίληψης, γνωστές ως λεκτική τύφλωση και λεκτική κώφωση· και αυτές οι δύο καταστάσεις ταξινομούνται μαζί κάτω από τον όρο αισθητηριακή αφασία. Στην πρώτη περίπτωση το άτομο είναι ανίκανο να διαβάσει σωστά, αν και η όραση είναι σωστή, και μπορεί να είναι ικανό να συλλαβίσει ή ακόμη να γράψει, παρόλο που είναι πιθανό να μην μπορεί να διαβάσει ό,τι γράφει. Αυτή η κατάσταση οφείλεται σε βλάβη της αγκιστροειδούς έλικας. Στη λεκτική κώφωση η ανικανότητα συνίσταται στην αποτυχία να καταλάβει τι λέει και, μολονότι ο ασθενής ακούει τέλεια, οι ήχοι τού φαίνονται να βγαίνουν από μια άλλη γλώσσα, την οποία δεν καταλαβαίνει.
Σ’ αυτήν την περίπτωση η πάθηση βρίσκεται στην άνω κροταφική έλικα. Υπάρχουν ακόμη και άλλες πιο πολύπλοκες μορφές, στις οποίες η πάθηση προσβάλλει τις νευρικές ίνες που συνδέουν τα διάφορα κέντρα και που ελαττώνουν τελικά τη λειτουργία ολόκληρου του συστήματος.
Συμπτώματα. Η διαταραχή γενικά ακολουθεί ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και υπάρχει με άλλες παραλύσεις στη δεξιά πλευρά του σώματος. Η αφασία μπορεί να είναι ξαφνική και να διαρκέσει λίγες μόνο ώρες ή ημέρες, οφειλόμενη σε ένα παροδικό κυκλοφορικό πρόβλημα του εγκεφάλου. Γενικά, όμως, είναι μια μόνιμη κατάσταση και ένα άτομο με αφασία έχει πάντοτε και κάποιου βαθμού διανοητική βλάβη. Μερικές φορές έχει απολέσει τελείως την ικανότητα ομιλίας. Όταν πρόκειται για αισθητηριακή αφασία, υπάρχει πλήρης αδυναμία να γνωρίζει ο άρρωστος ονόματα φίλων, τοποθεσιών, ακόμη και των πλέον γνωστών του.
Αφή. Η αίσθηση με την οποία ερχόμαστε σε επαφή και γινόμαστε γνώστες του περιβάλλοντός μας πέραν από τις τέσσερις ειδικές αισθήσεις που είναι οι όραση, ακοή, γεύση και όσφρηση. Η κυρίως αφή, που αισθητοποιεί την αντίληψη μηχανικών ερεθισμάτων, καθώς και οι άλλες γενικές αισθήσεις, δηλαδή η αίσθηση της πίεσης, του πόνου, του θερμού, του ψυχρού, της ηδονής κτλ., είναι αυτές που χαρακτηρίζονται ως επιφανειακές καθώς γίνονται αντιληπτές από όλη την επιφάνεια του σώματός μας και εδράζονται στο δέρμα. Οι περισσότερες από τις αισθήσεις αυτές παίζουν καθαρά προστατευτικό ρόλο, δηλαδή προειδοποιούν τον οργανισμό για τις τυχόν δυσμενείς αλλαγές του περιβάλλοντος.
Τα υποδεικτικά όργανα των γενικών αισθήσεων βρίσκονται στο δέρμα και είναι είτε ελεύθερες νευρικές απολήξεις είτε ειδικές νευρικές συσκευές, από τις οποίες ξεκινούν αντίστοιχα αισθητικά νεύρα που, μέσω του νωτιαίου μυελού, καταλήγουν στο βρεγματικό λοβό του εγκεφάλου, όπου και γίνονται αντιληπτές.
Συγκεκριμένα, για την αίσθηση της αφής και την ταχύτητα αλλαγής του ερεθίσματος υποδεικτικά όργανα είναι τα σωμάτια του Meissner, για την ένταση της πίεσης τα σωμάτια του Merkel, για την ταλάντωση, δηλαδή την επιτάχυνση των κινήσεων του δέρματος, τα σωμάτια του Ruffini, του ψυχρού οι κορύνες του Krause, για την αίσθηση του πόνου οι ελεύθερες νευρικές απολήξεις.
Η ευαισθησία του δέρματος σε απτικά ερεθίσματα εξαρτάται από την ποσότητα των απτικών σωματίων και των ελεύθερων νευρικών απολήξεων που υπάρχουν σε μια περιοχή του. Έτσι, το πλέον ευαίσθητο όργανο αφής είναι η άκρη της γλώσσας, που μπορεί να διαχωρίσει αντικείμενα που απέχουν μεταξύ τους μόλις 1 χλστ. Στα δάκτυλα η απόσταση ανάμεσα στα σωμάτια του Meissner είναι 2 χλστ., ενώ στα άνω και κάτω άκρα η απόσταση αυτή είναι 25 χλστ. και στην πλάτη η απόσταση είναι 50 χλστ. (5 εκατοστά). Ενώ η γλώσσα και η άκρη των δακτύλων είναι τα πλέον ευαίσθητα όργανα της αφής, είναι σχετικά λιγότερο αποτελεσματικά για τη θερμοκρασία και έτσι μπορεί να αντέξουν σε θερμοκρασίες που οι παρειές (τα μάγουλα) ή ο αγκώνας δεν μπορούν να ανεχθούν.
Η μυϊκή αίσθηση εξαρτάται από τα αισθητήρια όργανα, γνωστά ως μυϊκές άτρακτοι, που είναι διασκορπισμένα σε όλον το μυ, ενώ η αίσθηση της θέσης εξαρτάται από τα πέρατα των τενόντων, των συνδέσμων και των αρθρώσεων και μερικώς από αυτές τις μυϊκές ατράκτους και μερικώς από τα πέρατα των τενόντων, συνδέσμων και αρθρώσεων.
Διαταραχές της αίσθησης της αφής συμβαίνουν σε ποικίλες παθήσεις:
1. Υπεραισθησία. Είναι μια κατάσταση στην οποία υπάρχει υπερβολική ευαισθησία σε κάθε ερέθισμα αφής. Όταν αναπτυχθεί τόσο ώστε μια απλή επαφή ή ευγενικό χάδι να προκαλεί οξύ πόνο, τότε αυτό ονομάζεται υπεραλγησία. Έχει εντοπιστεί σε ποικίλες παθήσεις του νωτιαίου μυελού, αμέσως πάνω από το ύψος της πάθησης (ή βλάβης) του νωτιαίου μυελού, συνδυαζόμενο συχνά με μια αίσθηση κάτω από το προσβεβλημένο τμήμα. Είναι επίσης παρούσα στη νευραλγία, με το δέρμα της νευραλγικής περιοχής να γίνεται εξαιρετικά ευαίσθητο στην αφή, στο ψύχος και στη θερμότητα.
Αυξημένη ευαισθησία στον πόνο παρουσιάζεται μερικές φορές στους αλκοολικούς, που αισθάνονται μια απλή αφή ως πολύ βαριά, όταν αυτοί δεν είναι μεθυσμένοι. Η αυξημένη ευαισθησία στη θερμοκρασία είναι ένα κοινό σύμπτωμα στη νευρίτιδα.
2. Αναισθησία ή μείωση της αίσθησης της αφής. Προκαλεί συχνά ένα αίσθημα αιμωδίας (=μούδιασμα). Είναι παρούσα σε πολλές παθήσεις των νεύρων της αίσθησης ή των συνεχειών τους στα οπίσθια κέρατα του νωτιαίου μυελού. Η κατάσταση της διαχωριστικής αναλγησίας, στην οποία μια επαφή γίνεται αισθητή αρκετά καλά, αν και υπάρχει πλήρης αναισθησία στον πόνο, είναι παρούσα στην πάθηση του νωτιαίου μυελού, γνωστή ως συριγγομυελία και αποδεικνύει ότι οι νευρικές ίνες του πόνου και αυτές της αφής είναι αρκετά διαχωρισμένες. Στη νωτιαία φθίση υπάρχει μερικές φορές απώλεια της αίσθησης της αφής στα πόδια και στα χέρια, ενώ σε άλλες περιπτώσεις αυτής της νόσου δεν υπάρχει απώλεια της αφής, αν και υπάρχει πλήρης έλλειψη της αίσθησης της θέσης του σώματος (αίσθηση του χώρου), αποδεικνύοντας έτσι ότι αυτές οι δύο αισθήσεις είναι αρκετά διαφορετικές.
3. Παραισθησία. Είναι ιδιαίτερες (παράξενες) μορφές αίσθησης, όπως το σύρσιμο, το γαργαλητό, οι καυσαλγίες κτλ.
Άφθες. Υποστρόγγυλες, λευκόφαιες ή λευκοκίτρινες κηλίδες πάνω στο βλεννογόνο του στόματος. Συνήθως είναι πολλές στον αριθμό, αλλά συναντιούνται και μεμονωμένες. Η θέση τους ποικίλλει μέσα στο στόμα. Συναντιούνται στη γλώσσα, στο χαλινό της γλώσσας, στη σκληρή και μαλακή υπερώα και αρκετές φορές και πάνω στα χείλη και στις παρειές. Συνήθως υποχωρούν μέσα σε δύο ή τρεις μέρες. Θεραπεύονται με πλύσεις του στόματος με αντισηπτικά και στυπτικά διαλύματα. Πιθανότατα η αιτία που τις προκαλεί είναι βιταμινική ανεπάρκεια ή αλλεργικό φαινόμενο. Η χειρότερη μορφή των αφθών είναι εκείνες που υποτροπιάζουν. Αυτές παρουσιάζονται με ανεξήγητο τρόπο σε μερικά άτομα που χαρακτηρίζονται από μια προδιάθεση προς την ασθένεια αυτή.
Αφροδίσια νοσήματα. Γενικός όρος που καλύπτει νοσήματα τα οποία μεταδίδονται συνήθως με τη σεξουαλική επαφή. Κυριότερα είναι η σύφιλη, η βλεννόρροια, το μαλακό έλκος και το λεμφοκοκκίωμα. Με την ευρεία έννοια, στα αφροδίσια νοσήματα μπορεί να ενταχθεί και το AIDS (βλ. λ. ΕΪΤΖ).
Αφτί. Είναι το αισθητήριο όργανο της ακοής, της ισορροπίας και της αίσθησης της θέσης του σώματος στο χώρο. Αποτελείται από τρία μέρη, το εξωτερικό, το μεσαίο και το εσωτερικό αφτί. Από αυτά το μεσαίο και το εσωτερικό βρίσκονται μέσα στην κροταφική κοιλότητα.
Το εξωτερικό αφτί. Αποτελείται από δύο μέρη, το πτερύγιο και τον έξω ακουστικό πόρο. Το πτερύγιο μοιάζει με χωνί, κατάλληλα κατασκευασμένο για να συγκεντρώνει τα ηχητικά ερεθίσματα και να τα μεταβιβάζει στον έξω ακουστικό πόρο. Ο τελευταίος είναι ένας σωλήνας κυματοειδής, που προχωρεί μέσα στο κεφάλι και φτάνει μέχρι το τύμπανο. Έχει μήκος περίπου 2,5 εκατοστά και παρουσιάζει δύο μέρη, το χόνδρινο (από δέρμα και χόνδρο) που είναι τριχωτό και έχει σμηγματογόνους και κυψελιδοποιούς αδένες, και το οστέινο (από δέρμα και κόκαλο) χωρίς τρίχες ή αδένες, που οδηγεί στο τύμπανο. Στη χόνδρινη μοίρα του έξω ακουστικού πόρου, το έκκριμα των κυψελιδοποιών αδένων σχηματίζει τη γνωστή κίτρινη λιπαρή ουσία, την κυψελίδα, που έχει καθαρά προστατευτικό χαρακτήρα.
Το μεσαίο αφτί. Αποτελείται από τρία μέρη, την ευσταχιανή σάλπιγγα, την κοιλότητα του τυμπάνου και τις μαστοειδείς κυψέλες. Η ευσταχιανή σάλπιγγα είναι ένα πολύ λεπτό σωληνάκι μήκους 3,5 εκ. που η μια του άκρη βγάζει στην κοιλότητα του τυμπάνου και η άλλη στο φάρυγγα. Έτσι ο αέρας μπαίνει από το στόμα και τη μύτη, μέσα στην ευσταχιανή σάλπιγγα και από εκεί στην κοιλότητα του τυμπάνου. Με αυτόν τον τρόπο, ισορροπείται η πίεση του αέρα και στις δύο πλευρές του τυμπανικού υμένα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη σπάζει το τύμπανο, που είναι ένας πολύ λεπτός υμένας, σχεδόν στρόγγυλος, και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αξία της ευσταχιανής σάλπιγγας. Όταν αυτή αποφραχτεί από φλεγμονή (οξεία μέση ωτίτιδα), το τύμπανο σπάζει, γιατί δεν μπορεί να περάσει αέρας από τη σάλπιγγα.
Η κοιλότητα του τυμπάνου είναι ένας πολύ μικρός θάλαμος, που περιέχει τα τρία οστάρια, δηλαδή τη σφύρα, τον άκμονα και τον αναβολέα, ενωμένα μεταξύ τους με αρθρώσεις. Προς τα έξω φράζεται από το «τύμπανο», στο κέντρο του οποίου ακουμπά η σφύρα. Προς τα μέσα φράζεται από το οστέινο τοίχωμα του λαβύρινθου, όπου λήγει ο αναβολέας. Προς τα πάνω βρίσκεται το μαστοειδές άντρο με τις μαστοειδείς κυψέλες. Τα ηχητικά ερεθίσματα που περνούν από το πτερύγιο του αφτιού και χτυπούν πάνω στο τύμπανο, μεταδίδουν τις δονήσεις στα τρία οστάρια κατά σειρά και το τελευταίο, ο αναβολέας, στο οστικό τμήμα του λαβύρινθου (ωοειδής θυρίδα). Τα τρία οστάρια βοηθούν ακόμη στην ενίσχυση των χαμηλών ήχων, ενώ οι μύες που τα συγκρατούν συντελούν στη μείωση της έντασης των ισχυρών ήχων. Οι μαστοειδείς κυψέλες εκκρίνουν λεπτή βλέννα, η οποία τις επαλείφει, εκτείνοντάς τες προς όλες τις διευθύνσεις και οι περισσότερες από αυτές είναι γεμάτες αέρα. Όταν συμβεί φλεγμονή στο μεσαίο αφτί (μέση ωτίτιδα), πολύ εύκολα μεταδίδεται στις μαστοειδείς κυψέλες και κάνει τη μαστοειδίτιδα (γεμίζουν οι κυψέλες με πύο), αρρώστια αρκετά βαριά.
Το εσωτερικό αφτί. Βρίσκεται επίσης μέσα στην κοιλότητα του κροταφικού οστού και αποτελείται από τον οστέινο λαβύρινθο εξωτερικά και τον υμενώδη λαβύρινθο εσωτερικά. Ανάμεσα στον υμενώδη και τον οστέινο λαβύρινθο υπάρχει ένα υγρό, η έξω λέμφος που γεμίζει τον ενδιάμεσο χώρο, ενώ μέσα στον υμενώδη λαβύρινθο υπάρχει επίσης υγρό, η έσω λέμφος.
Το εσωτερικό αφτί αποτελείται από τρία μέρη: την αίθουσα, τους τρεις ημικύκλιους σωλήνες και τον κοχλία.
Οι τρεις ημικύκλιοι σωλήνες επικοινωνούν με την αίθουσα και είναι διατεταγμένοι στα τρία επίπεδα του χώρου. Στα εσωτερικά τοιχώματά τους υπάρχουν τα υποδεκτικά όργανα της ισορροπίας, οι ακουστικές ακρολοφίες. Αυτές έχουν τριχοφόρα κύτταρα, τα οποία ερεθίζονται από τις κινήσεις της έσω λέμφου κατά την περιστροφική κίνηση του κεφαλιού.
Υποδεκτικά όργανα της ισορροπίας υπάρχουν και στα εσωτερικά τοιχώματα της αίθουσας, οι ακουστικές κηλίδες. Αυτές, εκτός από τα τριχοφόρα κύτταρά τους καλύπτονται από μία πηκτώδη ουσία, πάνω στην οποία επικάθονται οι ωτόλιθοι, που είναι κρύσταλλοι ανθρακικού ασβεστίου. Τα τριχοφόρα κύτταρα της αίθουσας ερεθίζονται κατά την ακινησία ή τη γραμμική επιτάχυνση.
Από τα τριχοφόρα κύτταρα της αίθουσας και των ημικύκλινων σωλήνων ξεκινούν οι νευρικές ίνες του αιθουσαίου νεύρου, το οποίο μεταδίδει τα ερεθίσματα στην παρεγκεφαλίδα όπου γίνεται αντανακλαστικά η ρύθμιση της ισορροπίας του σώματος.
Ο κοχλίας είναι ένας ελικοειδής σωλήνας που σχηματίζει δυόμισι σπείρες. Εσωτερικά διαχωρίζεται κατά μήκος σε τρεις επιμέρους σωλήνες, την αιθουσαία κλίμακα επάνω, τον υμενώδη κοχλία στη μέση και την τυμπανική κλίμακα κάτω. Η αιθουσαία και η τυμπανική κλίμακα επικοινωνούν στην άκρη του κοχλία και περιέχουν έξω λέμφο. Ο υμενώδης κοχλίας περιέχει έσω λέμφο. Στο κάτω μέρος της μεμβράνης που καλύπτει τον υμενώδη κοχλία και λέγεται βασική μεμβράνη υπάρχει το όργανο του Corti που είναι το υποδεκτικό όργανο της ακοής και αποτελείται από τριχοφόρα κύτταρα.
Πώς ακούμε. Τα ηχητικά κύματα περνούν τον έξω ακουστικό πόρο και θέτουν σε παλμική κίνηση τον τυμπανικό υμένα. Η παλμική αυτή κίνηση μεταδίδεται μέσα από τα τρία οστάρια (σφύρα, άκμονα, αναβολέα) στην ωοειδή θυρίδα. Αυτή έρχεται σε επαφή από τη μία μεριά με τον αναβολέα και από την άλλη με το εσωτερικό αφτί. Οι παλμικές κινήσεις της ωοειδούς θυρίδας μεταδίδονται στην έξω λέμφο της αιθουσαίας κλίμακας, στη συνέχεια της τυμπανικής και αποσβένονται στη στρογγυλή θυρίδα που βρίσκεται κάτω από την ωοειδή. Οι κινήσεις της έξω λέμφου της τυμπανικής κλίμακας μεταδίδονται και στη βασική μεμβράνη και ερεθίζουν τα τριχοφόρα κύτταρα του οργάνου Corti. Από αυτά ξεκινούν οι νευρικές ίνες που σχηματίζουν το κοχλιακό (ακουστικό) νεύρο, το οποίο και μεταδίδει τις νευρικές ώσεις στο κέντρο της ακοής, στον κροταφικό λοβό του εγκεφάλου, όπου και γίνεται αντιληπτός ο ήχος.
Οι ήχοι που μπορεί να ακούσει το ανθρώπινο αφτί βρίσκονται ανάμεσα στις συχνότητες 20-20.000 Herz (κύκλοι ανά δευτερόλεπτο), με μεγαλύτερη ευαισθησία σε συχνότητες μεταξύ 1.000-3.000 Herz.
Αφυδάτωση. Είναι η μεγάλη απώλεια νερού και ηλεκτρολυτών από το σώμα. Φυσιολογικά αποβάλλονται από το σώμα μας καθημερινά ορισμένες ποσότητες νερού και ηλεκτρολυτών, από το δέρμα (εξάτμιση ιδρώτα), το αναπνευστικό σύστημα (εκπνοή) και με τα ούρα και τα κόπρανα. Υπάρχουν όμως καταστάσεις, κατά τις οποίες η απώλεια είναι πολύ μεγάλη, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ζωή του πάσχοντος. Τέτοιες καταστάσεις είναι: σοβαρά εγκαύματα και τραύματα που συνοδεύονται από μεγάλη αιμορραγία, έντονες εφιδρώσεις, εμετοί, διάρροιες που συνεχίζονται, άποιος διαβήτης, σακχαρώδης διαβήτης κ.ά.
Συνέπεια της αφυδάτωσης είναι η αντιδραστική ολιγουρία που δημιουργούν τα νεφρά. Κατακρατείται νερό για εξοικονόμηση, τα ούρα λιγοστεύουν και αυξάνεται η ουρία του αίματος, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί περισσότερο η κατάσταση του αρρώστου. Τα συμπτώματα είναι ανάλογα του βαθμού της αφυδάτωσης. Παρατηρείται έντονη δίψα, το σώμα είναι στεγνό, καθώς και το δέρμα, και οι άρρωστοι νιώθουν μεγάλη αδυναμία. Σε μεγαλύτερη αφυδάτωση, ο σφυγμός είναι συχνός και αδύνατος, η αρτηριακή πίεση πέφτει και συχνά φτάνει μέχρι το σοκ. Αν δε γίνει έγκαιρη θεραπεία, τότε ο άρρωστος παρουσιάζει παραισθήσεις, ανησυχία και στη συνέχεια πέφτει σε λήθαργο και κώμα.
Αφωνία. Η πλήρης απώλεια της φωνής. Αίτια που μπορούν να προκαλέσουν αφωνία είναι διάφορες τοπικές παθήσεις των φωνητικών χορδών, που οφείλονται σε φυματίωση, σύφιλη, διφθερίτιδα, όγκο που πιέζει λαρυγγικά νεύρα ή παράλυση των κινητικών νεύρων του λάρυγγα. Η πάθηση μπορεί να οφείλεται και στην υστερική ιδιοσυγκρασία ορισμένων ατόμων, γι’ αυτό και η αφωνία στην περίπτωση αυτή λέγεται υστερική. Επίσης αφωνία υπάρχει πάντοτε ύστερα από τραχειοτομία, καθώς και έπειτα από ολική λαρυγγεκτομή. Η θεραπεία είναι ανάλογη με την αιτία της πάθησης.
Αχίλλειος τένοντας. Ισχυρός τένοντας που ενώνει τους μύες της γάμπας με τη φτέρνα. Ονομάζεται έτσι από τον Έλληνα μυθικό ήρωα Αχιλλέα, που ήταν ευάλωτος μόνο στη φτέρνα.
Ρήξη του τένοντα συμβαίνει συνήθως σε μεσήλικες που ασχολούνται με επίπονα αθλήματα, όπως το σκουός ή το τένις.
Βάλανος. Το διογκωμένο άκρο του πέους, που χωρίζεται από το σώμα του πέους με τον αυχένα. Στην κορυφή της βαλάνου βρίσκεται το έξω στόμιο της ουρήθρας, με τη μορφή σχισμής. Στη βάση της βαλάνου υπάρχει το κυκλοτερές και προεξέχον χείλος της που λέγεται «στεφάνη της βαλάνου». Πίσω από τη στεφάνη βρίσκεται και η στεφανιαία αύλακα, της οποίας ο πυθμένας λέγεται «αυχένας του πέους». Η στεφανιαία αύλακα, στην κάτω επιφάνεια του πέους και στη μέση, διακόπτεται από λεπτή δερματική πτυχή, που λέγεται «χαλινός της ακροποσθίας».


Βαλβίδα. Μία από τις διάφορες δομές για τον περιορισμό της ροής ενός ρευστού, μέσα από μια οπή ή κατά μήκος ενός σωλήνα, προς μια κατεύθυνση. Οι βαλβίδες στις καρδιακές φλέβες και τα λεμφαγγεία αποτελούνται από δύο ή τρία φύλλα ιστού (γλωχίνια) στερεωμένα στα τοιχώματα. Τα γλωχίνια είναι πεπλατυσμένα στα τοιχώματα έτσι, ώστε να επιτρέπουν την ομαλή διέλευση του αίματος ή της λέμφου, ενώ μια αντίστροφη ροή έχει ως αποτέλεσμα να μπλοκαριστεί το αγγείο ή η οπή, για να αποφευχθεί η αντίστροφη ροή.
Βαρβιτουρικά. Υπνωτικά φάρμακα, τα οποία προκαλούν καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος και ύπνο. Σε μικρές δόσεις έχουν αναλγητικές ιδιότητες, ενώ σε μεγάλες προκαλούν γενική αναισθησία. Η δράση τους εντοπίζεται κυρίως στο στέλεχος του εγκέφαλου, όπου παραλύουν τον ανιόντα δικτυωτό σχηματισμό. Τα βαρβιτουρικά προκαλούν εθισμό και σύνδρομο στέρησης. Έχουν περιγραφεί πολλοί θάνατοι από βαρβιτουρικά, συνήθως από υπέρβαση της δόσης, αλλά και με την πρόθεση της αυτοκτονίας. Θεραπευτικά χρησιμοποιούνται σε αϋπνίες, υστερίες, επιληψίες, διάφορες διεγερτικές καταστάσεις και για γενική αναισθησία. Γνωστά παλιά βαρβιτουρικά είναι η λουμινάλη, η βερονάλη κ.ά., που έχουν διάρκεια ενέργειας γύρω στις 10 ώρες. Υπάρχουν ωστόσο βαρβιτουρικά με περιορισμένο χρόνο δράσης, μέχρι δύο ώρες, τα οποία χρησιμοποιούνται στην ενδοφλέβια αναισθησία. Τέτοια είναι η θειοβαρβιτάλη, η θειοπεντάλη κ.ά. Τέλος, υπάρχουν βαρβιτουρικά με μέσο χρόνο δράσης 2-8 ωρών περίπου, όπως η κυκλοβαρβιτάλη, η σεκοβαρβιτάλη, η εξαιθάλη κ.ά.
Βαρηκοΐα. Η εξασθένηση της ακοής σε βαθμό που να δυσκολεύει τη συνεννόηση με τους άλλους ανθρώπους.
Σύμφωνα με στατιστικές το 1-3 % των ανθρώπων πάσχει από βαρηκοΐα. Η ασθένεια παρουσιάζεται ύστερα από βλάβη του τμήματος του αφτιού που διοχετεύει τον ήχο (εξωτερικό και μεσαίο αφτί) ή του μέρους που συλλαμβάνει τον ήχο (νευρικές απολήξεις του κοχλία, στέλεχος του ακουστικού νεύρου). Συχνότερα η βαρηκοΐα είναι συνέπεια φλεγμονής στο μεσαίο αφτί (μέσης ωτίτιδας), ρινικής πάθησης, χρόνιας κυνάγχης, αδενοειδών εκβλαστήσεων, λοιμωδών νοσημάτων (σύφιλης, διφθερίτιδας, γρίπης), τραυματισμών, μακρόχρονης εργασίας μέσα σε θόρυβο κτλ.
Ο βαθμός της βαρηκοΐας προσδιορίζεται με την εξέταση της ακοής στην ομιλία, με το διαπασών και το ακουόμετρο. Σε περιπτώσεις ανίατης βαρηκοΐας πρέπει να χρησιμοποιούνται τα ακουστικά μηχανήματα. Στην επαγγελματική βαρηκοΐα συνιστάται μετριασμός του θορύβου ή αλλαγή επαγγέλματος, προτού αυτή εξελιχτεί σε κώφωση.
Βελονισμός. Παραδοσιακή κινέζικη μέθοδος θεραπείας με την εισαγωγή λεπτών βελονών σε ορισμένα σημεία κάτω από το δέρμα. Η μέθοδος στηρίζεται στην άποψη ότι κάθε πάθηση είναι μια εκδήλωση διαταραχής της Yin και Yang ενέργειας του σώματος και ότι ο βελονισμός επαναφέρει πίσω την ενέργεια σε ισορροπία με αυτό που λέγεται «δίκαιη διέγερση ή καταστολή της ροής της ενέργειας στους διάφορους μεσημβρινούς». Αυτό που δεν είναι ξεκάθαρο ακόμη στους δυτικούς γιατρούς είναι το πώς οι βελόνες, που είναι η ουσία του βελονισμού, μπορούν να έχουν το αποτέλεσμα που αναφέρεται, να επαναφέρουν δηλαδή τη χαμένη ενέργεια σε ισορροπία. Μια θεωρία είναι ότι η τεχνική αυτή διεγείρει σε βάθος αισθητηριακά νεύρα, προκαλώντας την παραγωγή παυσίπονης δράσης ενδορφινών. Αυτό επιτυγχάνεται αναμφίβολα στα χέρια έμπειρων Κινέζων γιατρών και αυτή η τεχνική στην Κίνα είναι μια εναλλακτική μέθοδος αναισθησίας σε μερικές επεμβάσεις. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο στη Δύση από ειδικά εκπαιδευμένο ιατρικό προσωπικό, όπως επίσης και από παραϊατρικό προσωπικό.
Βήχας. Συχνό αναπνευστικό σύμπτωμα που έχει σκοπό την απομάκρυνση ερεθιστικού υλικού από τις αεροφόρες οδούς.
Ο μηχανισμός της παραγωγής του βήχα είναι ο εξής: Τα διάφορα ερεθίσματα του αναπνευστικού βλεννογόνου διεγείρουν το κέντρο του βήχα στον προμήκη μυελό του εγκεφάλου. Επίσης ερεθισμοί του λαρυγγικού νεύρου, του υπεζωκότα και των κλάδων του πνευμονογαστρικού νεύρου διεγείρουν όμοια το κέντρο του βήχα. Αποτέλεσμα είναι η παραγωγή του βήχα, με σκοπό να διωχτεί το αίτιο που τον προκάλεσε.
Αιτίες βήχα υπάρχουν πολλές: Από το αναπνευστικό σύστημα τα ξένα σώματα, οι φλεγμονές, τα νεοπλάσματα, η σύφιλη, το βρογχικό άσθμα, η εισπνοή ερεθιστικών ουσιών κ.ά.· από το θώρακα, εκτός του αναπνευστικού, η πλευρίτιδα, οι όγκοι, τα ανευρύσματα της αορτής, διάφορες φλεγμονές, λεμφαδενοπάθειες κτλ.· επίσης το πνευμονικό οίδημα, η υπερτροφία της καρδιάς κτλ. Αιτίες έξω από το θώρακα είναι διάφορες παθήσεις του πεπτικού σωλήνα, του συκωτιού, της μήτρας, φλεγμονές του αφτιού, ψυχικά αίτια κ.ά.
Ανάλογα με το αν συνοδεύεται ή όχι από απόχρεμψη (πτύελα), ο βήχας διακρίνεται σε: α) Ξηρό βήχα, ο οποίος είναι πολύ ενοχλητικός, δε συνοδεύεται από απόχρεμψη και προκαλεί ένα κάψιμο πίσω από το στέρνο. β) Υγρό ή παραγωγικό βήχα που ανακουφίζει τον άρρωστο, γιατί βγάζει τα διάφορα εκκρίματα του αναπνευστικού βλεννογόνου και ησυχάζει.
Ο βήχας μπορεί να είναι ακόμη: α) πρωινός, όπως συμβαίνει στους καπνιστές και σε αυτούς που πάσχουν από φλεγμονή της μύτης, του φάρυγγα, των αμυγδαλών κτλ., β) νυχτερινός, κυρίως στην περίπτωση βρογχικού άσθματος ή καρδιακής ανεπάρκειας, ο οποίος ξυπνά τον άρρωστο και συνοδεύεται από δύσπνοια.
Υπάρχουν επίσης διάφορες παθήσεις του βήχα, με τις οποίες τον διακρίνουμε σε: α) υλακώδη, που μοιάζει με την υλακή σκυλιού και παρατηρείται σε οξεία λαρυγγίτιδα, οξεία απόφραξη του λάρυγγα κτλ., β) βρογχώδη, στην περίπτωση χρόνιας στένωσης του λάρυγγα από καρκίνο, φυματίωση κ.ά., γ) βήχα με μεταλλική απήχηση, στην περίπτωση όγκου του μεσοθωρακίου, πνευμονοθώρακα, φυματιωδών σπηλαίων κτλ., δ) βόειο βήχα, όπως δηλαδή του βοδιού, στην περίπτωση πίεσης του λαρυγγικού νεύρου κτλ. Υπάρχουν, τέλος, και άλλα χαρακτηριστικά του βήχα, όπως η συχνότητά του, ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζεται, ο επηρεασμός του από την αλλαγή της θέσης του σώματος κτλ., τα οποία υποβοηθούν στη διάγνωση της αιτίας που τον προκάλεσε.
Βλεννόρροια ή γονόρροια. Φλεγμονώδης πάθηση που προσβάλλει ειδικά τους βλεννογόνους της ουρήθρας του άνδρα και τον κόλπο της γυναίκας, αλλά που επίσης μεταδίδεται και σε άλλα μέρη. Είναι μια από τις πλέον συνήθεις αφροδίσιες παθήσεις.
Αιτίες. Ο λοιμογόνος παράγοντας είναι η γονοκοκκική Naisseria. Η πάθηση μεταδίδεται με τη σεξουαλική πράξη, αλλά μπορεί να μεταδοθεί και με μολυσμένες πετσέτες, σφουγγάρια ή ρούχα. Το μικρόβιο βρίσκεται στο έκκριμα της ουρήθρας, το οποίο συλλέγεται και μικροσκοπείται για την ανεύρεση του μικροβίου. Γίνεται επίσης καλλιέργεια του εκκρίματος, έτσι ώστε να απομονωθεί ο υπεύθυνος μικροοργανισμός, κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη θεραπεία.
Συμπτώματα. Διαφέρουν σημαντικά, σύμφωνα με την οξύτητα ή χρονιότητα της πάθησης. Στους άνδρες, μετά από μια περίοδο επώασης 2-10 ημερών, εμφανίζεται ερεθισμός της ουρήθρας, πόνος κατά την ούρηση και έκκριση ενός κολλώδους ασπροκίτρινου υγρού.
Οι αδένες της βουβωνικής περιοχής συχνά διογκώνονται και μπορεί να διαπυηθούν. Τα ούρα περιέχουν ποσότητες πύου κιτρινωπού, ορατού με γυμνό μάτι. Μετά από μερικές εβδομάδες, εάν η κατάσταση γίνει χρόνια, το έκκριμα γίνεται καθαρό και ιξώδες, μπορεί να υπάρχει ερεθισμός στην ούρηση και να εμφανιστούν διάφορες μορφές φλεγμονής στα γειτονικά όργανα, τον προστάτη, τους όρχεις, την ουροδόχο κύστη. Σε ένα ακόμη οψιμότερο στάδιο φλεγμονής της ουρήθρας είναι εύκολο να σχηματιστεί προοδευτικός σχηματισμός ινώδους ιστού γύρω από την ουρήθρα. Η ουρήθρα συσπάται και στενεύει, έτσι που η ούρηση να γίνει δύσκολη ή να σταματήσει τελείως για ένα διάστημα. Η φλεγμονή των αρθρώσεων είναι μια συχνή επιπλοκή στο πρώιμο στάδιο, συχνότερα μάλιστα προσβάλλονται οι αρθρώσεις του γόνατος, της ποδοκνημικής, του αγκώνα, του καρπού και αυτή η μορφή ρευματισμών είναι πολύ επιρρεπής να οδηγήσει σε μόνιμη δυσκαμψία. Ο σχηματιζόμενος ινώδης ιστός μπορεί να αναπτυχθεί και σε άλλα μέρη και οι φλεγμονώδεις αλλαγές να προκαλούν πόνο στα πόδια, οσφυαλγία κτλ. Περιστασιακά κατά τη διάρκεια του οξέος σταδίου, συμβαίνει μια γενικευμένη δηλητηρίαση του αίματος που καταλήγει σε φλεγμονή των καρδιακών βαλβίδων (ενδοκαρδίτιδα) και σε αποστήματα σε διάφορα μέρη του σώματος. Το λοιμογόνο υλικό μπορεί να ενοφθαλμιστεί τυχαία στον οφθαλμό και να προκαλέσει τη γονοκοκκική οφθαλμία. Γονοκοκκική οφθαλμία επίσης, μπορεί να παρατηρηθεί στα παιδιά που γεννιούνται από μητέρες που έχουν ενεργό λοίμωξη στον κόλπο τους κατά τη διάρκεια του τοκετού, οπότε η κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε τύφλωση.
Στις γυναίκες η πορεία και οι επιπλοκές της πάθησης είναι αρκετά διαφορετικές. Αρχίζει με μια κιτρινωπή κολπική έκκριση, πόνο στην ούρηση και συχνά φλεγμονή ή απόστημα των βαρθολινείων αδένων που βρίσκονται κοντά στο αιδοίο ή στο στόμιο του κόλπου.
Η κύρια επιπλοκή όμως είναι η διάδοση της νόσου στα γειτονικά όργανα, στη μήτρα, στις ωοθήκες, στις σάλπιγγες, που προκαλούνται μόνιμες καταστροφές σ’ αυτά τα όργανα που οδηγούν σε περιτονίτιδα διαμέσου των σαλπίγγων με θανατηφόρο αποτέλεσμα. Πολλές περιπτώσεις παρατεταμένης ασθένειας, στειρότητας ή επαναλαμβανόμενων αποβολών οφείλονται σ’ αυτή τη λοίμωξη.
Βουβωνοκήλη. Πάθηση της περιοχής του βουβωνικού πόρου.Είναι η συχνότερη μορφή κήλης και συναντάται συνήθως στους άντρες. Σχηματίζεται όταν ένα τμήμα του κοιλιακού σπλάχνου (συνήθως εντέρου) περάσει από το στόμιο του βουβωνικού πόρου. Ο βουβωνικός πόρος είναι μια λοξή σχισμή του κοιλιακού τοιχώματος στη βουβωνική χώρα απ’ όπου περνάει ο σπερματικός τόνος του άνδρα, δηλαδή ο εκφορητικός πόρος του όρχεος, ο στρογγυλός σύνδεσμος της μήτρας στη γυναίκα, αγγεία και νεύρα. Είναι δυνατό, αν αυξηθεί η ενδοκοιλιακή πίεση από έντονο βήχα, άρση βαρών, δυσκοιλιότητα κ.ά., ένα τμήμα του κοιλιακού σπλάχνου να περάσει μέσα από το στόμιο του βουβωνικού πόρου και, αφού περιβληθεί από τμήμα του περιτόναιου, να βγει έξω από την κοιλότητα της κοιλιάς. Άλλοτε πάλι η ανατομική μορφή του πόρου είναι από τη γέννηση ελαττωματική, οπότε διευκολύνεται ο σχηματισμός βουβωνοκήλης.
Ανάλογα με τη θέση του σπλάχνου, αν δηλαδή αυτό περνά απλώς από τα στόμια του βουβωνικού πόρου ή τον διασχίζει, διακρίνονται οι εξής μορφές βουβωνοκήλης:
α) Λοξή. Διακρίνεται σε μέσα λοξή και σε έξω λοξή βουβωνοκήλη, η οποία είναι δυνατό να κατέβει ως το όσχεο (οσχεοβουβωνοκήλη).
β) Ευθεία. Η ευθεία βουβωνοκήλη ποτέ δεν κατεβαίνει ως το όσχεο.
Η βουβωνοκήλη παρουσιάζεται ως διόγκωση στη βουβωνική χώρα, σφαιρική ή κυλινδρική, και προκαλεί ένα ελαφρό βάρος ή πόνο στην περιοχή αυτή. Συνήθως είναι μαλακή. Όταν ο ασθενής ξαπλώσει σε ύπτια θέση, συχνά η κήλη μπαίνει πάλι μέσα στην κοιλιά μόνη της (ανάταξη αυτόματη)· άλλοτε τη σπρώχνει ο ίδιος ο ασθενής με τα δάχτυλά του (προκλητή ανάταξη).
Η βουβωνοκήλη, εκτός από την αντιαισθητική εμφάνιση, δεν προκαλεί σοβαρά ενοχλήματα και έτσι πολλοί ασθενείς την έχουν για χρόνια και αρκούνται στο να φορούν έναν ειδικό κοιλεπίδεσμο, όταν όμως παρουσιαστούν επιπλοκές της, όπως το να μην ανατάσσεται ή να περισφιχτεί, απαιτείται άμεση θεραπεία με εγχείρηση. Ειδικά η περίσφιξη της κήλης είναι σοβαρότατη επιπλοκή· εκδηλώνεται με εικόνα αποφρακτικού ειλεού και απαιτεί επείγουσα εγχείρηση.
Βουλιμία, νευρογενής. Σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από υπερβολική λήψη τροφής, αυτοπροκαλούμενο εμετό, κατάχρηση υπακτικών και φόβο παχυσαρκίας. Υπάρχει κάποια υπερκάλυψη μεταξύ νευρογενούς ανορεξίας και νευρογενούς βουλιμίας. Η βουλιμία μπορεί να αρχίσει από την ηλικία των 16-40 ετών. Οι βουλιμικοί ασθενείς ισχυρίζονται ότι, αν και αισθάνονται καταπιεσμένοι και ένοχοι μετά την υπερφαγία, η ανακούφιση του εμετού και της διάρροιας είναι κάτι από το οποίο είναι εξαρτημένοι. Συνήθως ανταποκρίνονται στη θεραπεία της συμπεριφοράς.
Στη νευρογενή βουλιμία δεν είναι απαραίτητο να παίρνει βάρος ο ασθενής μετά από τα πλούσια γεύματα, διότι οι περισσότερες θρεπτικές ουσίες αποβάλλονται είτε με εμετό είτε με την αυτοπροκαλούμενη διάρροια. Το πλήρες σύνδρομο βρέθηκε περίπου στο 1% μιας μελέτης που έγινε σε μαθήτριες που είχαν εισαχθεί σε νοσοκομείο με συμπτώματα βουλιμίας.
Η νευρογενής βουλιμία σπάνια οδηγεί σε σοβαρές σωματικές ασθένειες ή θάνατο. Οι επαναλαμβανόμενοι εμετοί όμως μπορεί να δημιουργήσουν οισοφαγίτιδα, σιελογονίτιδα, μικρά έλκη στο στομάχι και περιστασιακά αφυδάτωση και χημικές διαταραχές στο αίμα.
Βρογχοκήλη. Η διόγκωση του θυρεοειδούς αδένα πρόσθια του τραχήλου. Ο θυρεοειδής βρίσκεται μεταξύ του δέρματος και της πρόσθιας επιφάνειας της τραχείας και σε υγιή άτομα δεν είναι τόσο μεγάλος, ώστε να φανεί. Οι τέσσερις κύριες κατηγορίες βρογχοκήλης είναι η απλή βρογχοκήλη, η οζώδης, η λεμφαδενική βρογχοκήλη και η τοξική βρογχοκήλη.
1. Απλή βρογχοκήλη. Καλοήθης διόγκωση του θυρεοειδούς αδένα με φυσιολογική παραγωγή ορμονών. Είναι η φυσιολογική απάντηση για τη διατήρηση της σύνθεσης των θυρεοειδών ορμονών. Μπορεί να συμβεί σποραδικά, αλλά σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές του κόσμου απαντάται συχνότερα και αναφέρεται ως «επιδημική». Είναι το αποτέλεσμα έλλειψης ιωδίου, που είναι απαραίτητο για την παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών. Εάν η λήψη ιωδίου είναι ελλιπής και απειλείται η παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών, η υπόφυση (ο πρόσθιος λοβός της) παράγει αυξημένες ποσότητες της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (T.S.H.) με συνέπεια την υπερπλασία του θυρεοειδούς αδένα. Η συχνότητα της επιδημικής βρογχοκήλης έχει ελαττωθεί με την ιωδίωση του οικιακού άλατος σε πολλές χώρες. Απλές βρογχοκήλες συχνά συμβαίνουν στην εφηβεία, εγκυμοσύνη και στην εμμηνόπαυση, διότι σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει ανάγκη για αυξημένες ποσότητες θυρεοειδικών ορμονών. Μπορεί επίσης να είναι το αποτέλεσμα ελαττωματικής χρήσης του ιωδίου στη σύνθεση θυροξίνης. Η άμεση αιτία απλής βρογχοκήλης είναι η αυξημένη παραγωγή θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (T.S.H.) από την υπόφυση. Η μόνη αποτελεσματική θεραπεία είναι η χορήγηση θυρεοειδικών ορμονών (Τ3, Τ4) που καταστέλλουν την αυξημένη παραγωγή T.S.H.
2. Οζώδης βρογχοκήλη. Δεν αντιδρά τόσο καλά όσο οι διάχυτες βρογχοκήλες στη θεραπεία με θυροξίνη. Συνήθως είναι το αποτέλεσμα συνεχών επεισοδίων υπερπλασίας και ύφεσης που οδηγούν τελικά σε μόνιμη διόγκωση του θυρεοειδούς. Η μόνη αποτελεσματική θεραπεία είναι η εκτομή και αφαίρεση του όζου ή η θυρεοειδεκτομή εάν η οζώδης βρογχοκήλη προκαλεί πιεστικά φαινόμενα ή εάν υπάρχει υποψία κακοήθειας.
3. Λεμφαδενική βρογχοκήλη. Οφείλεται στην παραγωγή αντισωμάτων εναντίον αντιγόνων του θυρεοειδούς αδένα. Είναι ένα παράδειγμα αυτοάνοσης πάθησης. Συμβαίνει σε άτομα ηλικίας 30-40 ετών και ο αδένας είναι πιο στέρεος από ό,τι ο μαλθακότερος αδένας της απλής βρογχοκήλης. Αυτή η μορφή βρογχοκήλης απαντάει καλά στη θεραπεία με θυροξίνη (Τ4).
4. Τοξική βρογχοκήλη. Το αποτέλεσμα της νόσου του Graves (διάχυτη βρογχοκήλη), αν και λιγότερο συχνά υπάρχουν αυτόνομα οζίδια που είναι υπεύθυνα για την αυξημένη παραγωγή θυροξίνης και καθιστούν τον ασθενή υπερθυρεοειδικό (τοξικό). Η νόσος του Graves είναι επίσης μια αυτοάνοση πάθηση, στην οποία παράγεται ένα αντίσωμα που διεγείρει το θυρεοειδή να παράγει αυξημένη ποσότητα θυροξίνης, καθιστώντας τον άρρωστο θυροτοξικό.
Γλώσσα. Μυώδες όργανο στη βάση της στοματικής κοιλότητας. Αποτελείται από ένα ελεύθερο τμήμα, γνωστό ως άκρη, ένα σώμα και ένα καθηλωμένο τμήμα, τη ρίζα. Η κάτω επιφάνειά της βρίσκεται στο έδαφος του στόματος, ενώ η άνω επιφάνειά της είναι κυρτή και ακόμη περισσότερο προς τα πίσω, έτσι που να εφαρμόζει στην οροφή του στόματος. Στη ρίζα της η γλώσσα βρίσκεται σε επαφή και είναι στερεά συνδεδεμένη με το άνω άκρο του λάρυγγα, έτσι που σε μερικά άτομα που μπορούν να πιέσουν τη γλώσσα τους προς τα κάτω να φανεί η άκρη της επιγλωττίδας που προβάλλει προς τα πάνω. Η γλώσσα τροφοδοτείται με πολλά αιμοφόρα αγγεία και νεύρα και καλύπτεται από μια υψηλής εξειδίκευσης βλεννώδη μεμβράνη.
Το «σώμα» της γλώσσας αποτελείται από 17 μύες που τη διατρέχουν σε διάφορες κατευθύνσεις και εξυπηρετούν την αλλαγή σχήματος και κίνησης της γλώσσας μέσα στο στόμα.
Ο βλεννογόνος της κάτω επιφάνειας της γλώσσας είναι πολύ λεπτός, έτσι που τα αγγεία μπορούν να είναι ορατά. Στη μέση γραμμή υπάρχει μια πτυχή, ο χαλινός, ο οποίος ξεκινάει από το έδαφος του στόματος και προσκολλάται στην επιφάνεια της γλώσσας. Όταν ο χαλινός είναι κοντός, περιορίζεται πάρα πολύ η κίνηση της γλώσσας προς τα έξω. Στην άνω επιφάνεια ο βλεννογόνος είναι πυκνότερος και στο πρόσθιο τμήμα έχει προεκβολές που ονομάζονται θηλές. Οι θηλές της γλώσσας διακρίνονται ανάλογα με το σχήμα τους σε περιχαρακωμένες, φυλλοειδείς, μυκητοειδείς και τριχοειδείς. Μέσα στις θηλές της γλώσσας υπάρχουν οι γευστικοί κάλυκες που είναι τα υποδεκτικά όργανα για την αίσθηση της γεύσης (βλ. λ. γεύση). Τα γευστικά αισθήματα στον άνθρωπο διακρίνονται σε: γλυκό, αλμυρό, ξινό και πικρό που γίνονται αισθητά σε διαφορετικές περιοχές της γλώσσας. Όταν η γλώσσα γίνεται επίχριστη (λευκή), αυτό οφείλεται σε μη υγιεινή συλλογή επιθηλίου πάνω στις θηλές. Η σκληρότητα της γλώσσας στις γάτες και σε άλλα σαρκοβόρα ζώα οφείλεται στη μεγάλη προς τα πίσω κατεύθυνση των θηλών που βοηθάει στο καθάρισμα του κρέατος από τα οστά. Στην άκρη και στην περιφέρεια της γλώσσας υπάρχουν μυκητοειδείς θηλές, ενώ στο πίσω μέρος, σε σχήμα V, υπάρχει μια σειρά από 7-12 μεγάλες περιχαρακωμένες θηλές. Αυτές είναι μόλις ορατές στα περισσότερα στόματα, όταν η γλώσσα πιέζεται προς τα κάτω με ένα γλωσσοπίεστρο.
Η γλώσσα νευρώνεται από κινητικά νεύρα (υπογλώσσιο, γλωσσοφαρυγγικό) και από αισθητικά για την αίσθηση της γεύσης (γλωσσοφαρυγγικό, πνευμονογαστρικό και προσωπικό) και της αφής.
Οι κύριες λειτουργίες της γλώσσας είναι τρεις: α) βοηθάει στο ανακάτεμα και στην κατάποση της τροφής, β) είναι το αισθητήριο όργανο της γεύσης και γ) παίζει βασικό ρόλο στην παραγωγή της ομιλίας.
Γρίπη. Οξεία λοιμώδης πάθηση, που χαρακτηρίζεται από ξαφνική έναρξη με πυρετό και γενικευμένους πόνους.
Αίτια. Η νόσος οφείλεται στον ιό της ομάδας της ινφλουέντζας. Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις μορφές αυτού του ιού, γνωστοί ως Α, Β, C.
Ένα από τα χαρακτηριστικά της λοίμωξης είναι ότι η προστασία από τον έναν τύπο δεν παρέχει προστασία από τον άλλο τύπο του ιού. Ίσης σημασίας είναι το γεγονός ότι κάθε τύπος ιού μπορεί να αλλάξει μορφή και ιδιότητες. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά εξηγούν το γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένα αποτελεσματικό εμβόλιο εναντίον της γρίπης.
Συμπτώματα. Η περίοδος επώασης των ιών Α και Β είναι 2-3 ημέρες και η πάθηση χαρακτηρίζεται από ξαφνική έναρξη. Στις περισσότερες περιπτώσεις ακολουθείται από ένα βραχυχρόνιο πυρετό, διάρκειας 2-4 ημερών, συνοδευόμενο από κεφαλαλγία, κακουχία, γενικευμένες αρθραλγίες και μυαλγίες και από αναπνευστικά συμπτώματα. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα αναπνευστικά προβλήματα περιορίζονται στο ανώτερο αναπνευστικό σύστημα και αποτελούνται από σημεία ερεθισμού της μύτης, του φάρυγγα και του λάρυγγα. Μπορεί να υπάρχει και μικρή αιμορραγία από τη μύτη και ένας ξηρός βήχας που είναι ενοχλητικός. Ο πυρετός είναι συνήθως υφέσιμος, σπάνια ξεπερνάει τους 39,4°C και τείνει να κυμαίνεται μεταξύ 38,3°C και 39,4°C.
Η σοβαρότερη επιπλοκή είναι η λοίμωξη των πνευμόνων. Η λοίμωξη οφείλεται πάντα σε άλλα μικρόβια και είναι μια κατάσταση που παρατηρείται συχνότερα στους ηλικιωμένους.
Η πολύ σοβαρή μορφή που συμβαίνει στις πανδημίες –όπως ήταν στην πανδημία του 1918-1919– είναι η ταχεία έναρξή της, με βρογχοπνευμονία και σοβαρή εξάντληση. Λόγω του τοξικού της αποτελέσματος στην καρδιά, παρουσιάζεται μια αξιοσημείωτη κυάνωση.
Η ανάρρωση από τη γρίπη τείνει να είναι παρατεταμένη. Ακόμη και μετά την πάροδο μιας μέτριας γρίπης υπάρχει μια περίοδος αδυναμίας και καταβολής.
Διαβήτης, σακχαρώδης. Παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αύξηση της γλυκόζης στο αίμα λόγω έλλειψης παραγωγής ή και δράσης της ινσουλίνης, μιας παγκρεατικής ορμόνης που παράγεται από ειδικά κύτταρα, τα κύτταρα των νησιδίων του Langerhans.
Το 1889 ο Mering και ο Minkowski ανακάλυψαν ότι αναπτύσσεται διαβήτης μετά από αφαίρεση του παγκρέατος στα ζώα. Το 1909 αποδείχτηκε ότι το ελάττωμα ήταν η αποτυχία παραγωγής από το πάγκρεας μιας ορμόνης που ονομάστηκε ινσουλίνη. Μόλις, όμως, το 1921 δύο επιστήμονες, ο Banting και ο Bert, απομόνωσαν την ινσουλίνη.
Συμπτώματα. Τα κύρια συμπτώματα είναι δίψα, πολυουρία, απώλεια βάρους παρ’ όλη τη λήψη τροφής και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, π.χ. βαλανοποσθίτιδες και αιδοιίτιδες.
Όμως, άτομα με μη ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη μπορεί να έχουν την πάθηση για πολλά χρόνια χωρίς συμπτώματα και η διάγνωση γίνεται πολλές φορές τυχαία ή όταν παρουσιάζεται επιπλοκή της πάθησης.
Ταξινόμηση. 1. Ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης (τύπος Ι διαβήτη). Είναι η κατάσταση κατά την οποία παράγεται ελλιπής ή καθόλου ινσουλίνη. Η θεραπεία με ινσουλίνη είναι ουσιαστική για να προληφθεί η οξέωση ή η κέτωση –μια διαταραχή στην οξεοβασική ισορροπία του σώματος και μια άθροιση κετονών στους ιστούς. Η έναρξη είναι συνηθέστερη στην παιδική ηλικία, αλλά μπορεί να συμβεί σε κάθε ηλικία. Τα συμπτώματα είναι οξέα και συχνή η απώλεια βάρους.
2. Μη ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης (τύπος ΙΙ διαβήτη): Αυτός ο τύπος μπορεί να διαιρεθεί σε δύο υποομάδες: στην ομάδα των παχύσαρκων και στην ομάδα των μη παχύσαρκων. Συμβαίνει μετά την ηλικία των 40 ετών με ύπουλη έναρξη. Τα άτομα γενικά είναι παχύσαρκα. Κέτωση σπάνια αναπτύσσεται. Η παραγωγή ινσουλίνης είναι ελαττωμένη αλλά όχι απούσα.
3. Διαβήτης που συνοδεύεται από άλλες καταστάσεις: α) οφειλόμενος σε παγκρεατική πάθηση, π.χ. χρόνια παγκρεατίτιδα, β) δευτεροπαθής σε φάρμακα, π.χ. γλυκοστεροειδή, γ) υπερβολική παραγωγή ορμονών, π.χ. αυξητικής ορμόνης (ακρομεγαλία), δ) ανωμαλίες των υποδοχέων ινσουλίνης, ε) γεννητικά σύνδρομα.
4. Διαβήτης της κύησης: Ο διαβήτης που αναπτύσσεται κατά την εγκυμοσύνη και εξαφανίζεται μετά τον τοκετό.
Αιτιολογία. Ο ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης συμβαίνει ως αποτέλεσμα αυτοάνοσης καταστροφής των β-κυττάρων στο πάγκρεας.
Γενετικές επιρροές είναι σημαντικές και άτομα με ορισμένους τύπους HLA (HLADR3 και ΗLΑDR4) βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Όμως οι κίνδυνοι που συνδέονται με τα γονίδια HLA είναι μικροί. Αν ένας γονέας έχει ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη, ο κίνδυνος να αναπτύξει το παιδί του την ίδια πάθηση μέχρι την ηλικία των 25 ετών είναι 1,5-2,5%.
Ο μη ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης δεν έχει σχέση με το σύστημα HLA, αλλά οι γενετικές επιρροές είναι πολύ ισχυρότερες. Οι κίνδυνοι να αναπτυχθεί διαβήτης ποικίλλει, ανάλογα με τη φυλή.
Η παχυσαρκία, η ελαττωμένη άσκηση και η γήρανση αυξάνουν τον κίνδυνο να αναπτυχθεί διαβήτης. Ο κίνδυνος ενός αμφιθαλούς ατόμου (γιος ή κόρη) ενός γονιού που πάσχει είναι της τάξης του 30-40%.
Δίαιτα. Ένας περιβαλλοντολογικός παράγοντας στην αιτιολογία ορισμένων παθήσεων. Η ποικιλία στη νοσηρότητα και θνησιμότητα μεταξύ διαφόρων πληθυσμών πιστεύεται ότι οφείλεται κατά ένα μέρος στη διαφορετική δίαιτα. Μια ισορροπημένη δίαιτα (διατροφή) είναι αυτή που εξασφαλίζει την ελάχιστη απαιτούμενη ενέργεια από πρωτεΐνες, βιταμίνες, μέταλλα, που χρειάζεται ο οργανισμός. Ωστόσο, σήμερα, που στις αναπτυγμένες κοινωνίες είναι σπάνιο να συναντηθεί μια δίαιτα με διατροφικές ελλείψεις, ισορροπημένη διατροφή αποκαλείται αυτή που έχει τα απαραίτητα συστατικά για τον οργανισμό χωρίς να τα περιέχει σε μεγάλη περίσσεια.
Μείζονα προβλήματα υγείας που έχουν σχέση με πλούσια διατροφή παρουσιάζονται στις αναπτυγμένες κοινωνίες. Υπερβολική λήψη ενέργειας, κεκορεσμένα λίπη, ζάχαρη, αλάτι, αλκοόλ, μαζί με ακατάλληλη (μη επαρκή) λήψη φυτικών ινών προκαλούν παχυσαρκία, καρδιαγγειακές παθήσεις, τερηδόνα, υπέρταση, λίθους στη χοληδόχο κύστη, μη ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη και ορισμένους καρκίνους (π.χ. μαστού, ενδομητρίου, εντέρου, στομάχου) που παρατηρούνται στις αναπτυγμένες κοινωνίες. Η στρατηγική των υπηρεσιών υγείας σ’ αυτές τις χώρες προτρέπει τη μικρότερη λήψη λιπών, ειδικά των κεκορεσμένων, άλατος, ζάχαρης, αλκοόλης και συνιστά τη χρήση αμύλου και φυτικών ινών για την αποφυγή της παχυσαρκίας. Υπάρχει ένας σταθερός αριθμός για την παρουσία χοληστερίνης στο αίμα (όχι πάνω από 220 mg/100 ml αίματος).
Αντίθετα, στις υποανάπτυκτες κοινωνίες το πρόβλημα είναι η ελλιπής διατροφή, ειδικά σε πρωτεΐνες, βιταμίνες και μεταλλικά στοιχεία. Οι προτεραιότητες των υπηρεσιών υγείας είναι να εξασφαλίσουν μια διατροφή με ικανές ποσότητες από τις ουσίες που προαναφέρθηκαν.
Στους υγιείς ανθρώπους οι διαφορετικές απαιτήσεις εξαρτώνται από την ηλικία, το φύλο και τη σωματική δραστηριότητα. Η εγκυμοσύνη και η γαλουχία αυξάνουν τις απαιτήσεις. Η παρουσία λοιμώξεων, πυρετού, εγκαυμάτων, καταγμάτων και χειρουργείων αυξάνει τις απαιτήσεις της διατροφικής ενέργειας σε πρωτεΐνες και μπορεί να προκαλέσει υποθρεψία, αν δε δοθεί συμπληρωματική διατροφή υψηλής θερμικής αξίας.
Επιπρόσθετα, στην πρόληψη παθήσεων η διατροφή παίζει ρόλο στη θεραπεία ορισμένων κλινικών διαταραχών, π.χ. στην παχυσαρκία, στο σακχαρώδη διαβήτη, στις υπερλιπιδαιμίες, στις συγγενείς διαμαρτίες του μεταβολισμού στη μη ανοχή τροφών και σε ηπατικές και νεφρικές παθήσεις. Οι θεραπευτικές δίαιτες αυξάνουν ή ελαττώνουν το ποσό ή αλλάζουν τον τύπο των λιπών, υδατανθράκων, πρωτεϊνών, ινών, βιταμινών, μετάλλων, ύδατος, ανάλογα με την κλινική ένδειξη. Συνήθως αυτές οι ειδικές δίαιτες δίνονται από το στόμα, όταν όμως αυτό είναι αδύνατο, χορηγούνται σε μορφή κατάλληλων διαλυμάτων ενδοφλεβίως.
Η δίαιτα διαχωρίζεται σε γενική και ειδική, που επίσης διαχωρίζεται σε απόλυτη και συγκεκριμένη. Η γενική δίαιτα εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ασθένεια και θέλουμε να διατηρήσουμε τον ισολογισμό των θερμίδων που παίρνουμε με τις τροφές και αυτών που σπαταλά ο οργανισμός για τις διάφορες εργασίες του. Το είδος αυτό της δίαιτας άρχισε να εφαρμόζεται στα σύγχρονα χρόνια, μετά από τη διαπίστωση ότι πολλές ασθένειες προέρχονται από την αλόγιστη διατροφή (π.χ. παχυσαρκία, σαχαρώδης διαβήτης, καρδιακές παθήσεις, τερηδόνα των δοντιών κ.ά.).
Η ειδική δίαιτα εφαρμόζεται σε περιπτώσεις ασθενειών. Η απόλυτη προϋποθέτει την ολική στέρηση από νερό και κάθε τρόφιμο και εφαρμόζεται σε ειδικές καρδιοπάθειες και αιμορραγίες του γαστρεντερικού συστήματος, ενώ η συγκεκριμένη εφαρμόζεται σε κάθε άλλη περίσταση και βασίζεται: α) στον περιορισμό της ποσότητας της μερίδας διατροφής και β) στην απαγόρευση ορισμένων τροφίμων (π.χ. του αλατιού, της ζάχαρης, του γάλατος κ.ά.).
Υποδείγματα ειδικής δίαιτας για ορισμένες αρρώστιες. Σακχαρώδης διαβήτης: περιορισμός στο ελάχιστο των σακχάρων (π.χ. ψωμί, γλυκά, φρούτα πολύ γλυκά) και των λιπών, λήψη πολλών λαχανικών. Νεφροπάθειες: περιορισμός κρέατος, ψαριών και αβγών, ελάττωση των υγρών και του αλατιού. Έλκη στομάχου και δωδεκαδακτύλου: αποκλείονται οι σάλτσες, τα πικάντικα και ξινά φαγητά, τα μπαχαρικά, τα τηγανητά, τα ωμά λαχανικά, τα φρούτα που έχουν χνούδι στη φλούδα τους (π.χ. ροδάκινα, σύκα, βερίκοκα, σταφύλια κ.ά.), οι ξεροί καρποί. Επιτρέπονται οι χυμοί φρούτων, οι κομπόστες κ.ά.

Εγκεφαλικό αγγειακό επεισόδιο. Ξαφνική βλάβη του εγκεφαλικού ιστού που οφείλεται είτε σε έλλειψη παροχής αίματος είτε σε ρήξη ενός αιμοφόρου αγγείου. Τα προσβαλλόμενα εγκεφαλικά κύτταρα πεθαίνουν και ως επακόλουθο τα μέρη του σώματος που ελέγχονται ή λαμβάνουν αισθητηριακά ερεθίσματα από αυτά χάνουν τη λειτουργία τους.Η παροχή αίματος στον εγκέφαλο μπορεί να διακοπεί από αρτηρίες που έχουν στενέψει λόγω αρτηριοσκλήρωσης (που οφείλεται σε υπέρταση και σακχαρώδη διαβήτη και άλλες αιτίες που συνοδεύονται από υψηλή επίπτωση εγκεφαλικών επεισοδίων) ή από αρτηρίες που έχουν αποφραχθεί από πήγματα (θρόμβους) αίματος που εξορμώνται από απομακρυσμένα όργανα, όπως φλεγμαίνουσες καρδιακές βαλβίδες, ή από μεγάλα πήγματα στην καρδιά. Η αρρυθμία της καρδιάς προδιαθέτει στη δημιουργία θρόμβων. Ασθενείς με παχύ ή ιξώδες αίμα, με διαταραχές πήξης ή με φλεγμαίνουσες αρτηρίες, όπως π.χ. στο συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, βρίσκονται ιδιαιτέρα σε κίνδυνο να υποστούν εγκεφαλικό αγγειακό επεισόδιο.
Η αιμορραγία μέσα στον εγκέφαλο ξεκινάει από περιοχές ανευρυσμάτων αιμοφόρων αγγείων, πολλά από τα οποία μπορεί να είναι συγγενή.
Μικρά επεισόδια που οφείλονται σε παροδική έλλειψη τροφοδοσίας αίματος και οξυγόνου (αποκαλούμενα παροδικά ισχαιμικά επεισόδια) εκδηλώνονται με βραχυχρόνια αδυναμία ή μούδιασμα στο άνω και κάτω άκρο και πολλές φορές αυτά προηγούνται ενός μείζονος επεισοδίου. Τα εγκεφαλικά επεισόδια προκαλούν ξαφνική αδυναμία ή πλήρη παράλυση των μυών που ελέγχονται από την προσβαλλόμενη περιοχή του εγκεφάλου, όπως επίσης και αισθητηριακές αλλαγές, π.χ. μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα.
Στις χειρότερες περιπτώσεις αυτά τα σημεία μπορεί να συνοδεύονται με απώλεια της συνείδησης. Εάν το επεισόδιο προσβάλει περιοχή του εγκεφάλου που ελέγχει το λάρυγγα και το λαιμό, ο ασθενής μπορεί να υποστεί διαταραχές στην προφορά ή απώλεια της ομιλίας με δυσχέρεια στην έναρξη της κατάποσης. Όταν προσβάλλεται το πρόσωπο, μπορεί να πέσει η γωνία του στόματος και ο ασθενής να χάνει σίελο.
Σε εγκεφαλικά επεισόδια που οφείλονται σε αιμορραγία, μπορεί να προηγούνται κεφαλαλγίες. Σπάνια τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια μπορεί να επιπλακούν με επιληπτικούς σπασμούς. Εάν, από την άλλη πλευρά, αναπτυχθούν πολυάριθμα μικρά πήγματα αντί από ένα μείζον επεισόδιο, αυτό μπορεί να εκδηλωθεί ως μία προοδευτική επιδείνωση στη διανοητική λειτουργία του εγκεφάλου οδηγώντας σε άνοια.
Δοκιμασίες της καρδιάς ή αξονική τομογραφία ή υπερηχογράφημα των αρτηριών του τραχήλου μπορεί να δείξουν τις αρχικές θέσεις των μακρόθεν αναπτυσσόμενων πηγμάτων. Εξετάσεις του αίματος μπορεί να δείξουν αυξημένη γλοιότητα ή τάση για πήξη και η διάγνωση γενικών ιατρικών καταστάσεων μπορεί να εξηγήσει την παρουσία φλεγμαινουσών αρτηριών που είναι επιρρεπείς στο να αποφραχθούν. Ειδικές ακτινογραφίες στον εγκέφαλο, π.χ. αξονική τομογραφία, δείχνουν τη θέση και το μέγεθος του προσβαλλόμενου εγκεφαλικού ιστού, και μπορούν συχνά να ξεχωρίσουν το πήγμα ή το έμφρακτο από τη ρήξη ενός αγγείου και την αιμορραγία από το αιμοφόρο αγγείο του εγκεφάλου.
Έντερο. Το τμήμα του πεπτικού σωλήνα μετά από το στομάχι ως τον πρωκτό. Το μήκος του είναι περίπου 8,5-9 μ. και έχει τη μορφή ελίκων ενός συνεχιζόμενου σωλήνα μέσα στην κοιλιακή κοιλότητα. Διακρίνεται στο λεπτό και στο παχύ έντερο.
Το λεπτό εκτείνεται από το στομάχι μέχρι τη βαλβίδα του παχέος εντέρου και έχει μήκος 6,5 μ. Το παχύ έντερο έχει μήκος 1,5 μ., είναι ευρύτερο από ό,τι το λεπτό έντερο, με πλάτος 6,5 εκ.
Το λεπτό έντερο αποτελείται από α) το δωδεκαδάκτυλο, στον οποίο εκβάλλουν ο χοληδόχος και ο παγκρεατικός πόρος μαζί στο φύμα του Vater και β) το ελικώδες έντερο που υποδιαιρείται στη νήστιδα και τον ειλεό.
Το παχύ έντερο ξεκινάει από τη χαμηλότερη πλευρά της κοιλιάς στη δεξιά πλευρά του. Το πρώτο τμήμα του, γνωστό ως τυφλό, περιέχει τη σκωληκοειδή απόφυση, που είναι ένας μικρός σωλήνας μήκους 2-10 εκ. και έχει την ίδια δομή με αυτή του εντέρου. Από τη μία πλευρά επικοινωνεί με το τυφλό, ενώ στο άλλο άκρο της είναι κλειστή. Συχνά παθαίνει φλεγμονή και τότε είναι απαραίτητη η χειρουργική της αφαίρεση. Το τυφλό συνεχίζεται με το κόλον, που διαιρείται στο ανιόν κόλον, το εγκάρσιο κόλον, το κατιόν κόλον, το σιγμοειδές κόλον και το ορθό, για να καταλήξει στο στόμιο του πρωκτού.
Το τοίχωμα του εντέρου αποτελείται από τέσσερις χιτώνες, που είναι περίπου της ίδιας φύσης κατά μήκος ολόκληρου του εντέρου. Αυτοί είναι:
1. Βλεννογόνος. Είναι το εσωτερικότερο στρώμα και καλύπτει πλήρως όλο το μήκος του εντέρου με ένα μονόστιβο στρώμα τριχοειδών κυττάρων, που είναι τοποθετημένα δίπλα δίπλα. Αυτά κείνται πάνω σε μια λεία, λεπτή μεμβράνη, κάτω από την οποία υπάρχει ένα χαλαρό δίκτυο από συνδετικό ιστό και μυϊκές ίνες, με πλούσια αιμάτωση και λεμφαγγεία. Υπάρχουν δύο διατάξεις με τις οποίες η επιφάνεια του λεπτού εντέρου αυξάνεται για το σκοπό της πέψης και της απορρόφησης. Αναρίθμητα ογκώματα, μεταξύ των οποίων υπάρχουν βαθιές αύλακες, σχηματίζουν το άνω τμήμα και ολόκληρη η επιφάνεια είναι τόσο πυκνή με βραχείες αποφύσεις, που μοιάζουν με τρίχες και αποκαλούνται λάχνες. Καθώς αιμοφόρα και λεμφοειδή αγγεία υπάρχουν κάτω από τις λάχνες, οι θρεπτικές ουσίες από τη διάσπαση των τροφών περνούν από τις λάχνες στην κυκλοφορία. Στις βάσεις των λαχνών υπάρχει ένα στόμιο, το οποίο οδηγεί σε έναν αδένα, ο οποίος εκκρίνει ένα πεπτικό ένζυμο, παρόμοιο με αυτό που εκκρίνεται από τους μεγάλους αδένες του εντέρου. Στο λεπτό έντερο παράγεται βλέννα, όπως επίσης και στο παχύ, για λόγους λίπανσης και ευκολότερης διόδου των υπολειμμάτων της τροφής. Επίσης υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός από μικροσκοπικές μάζες που είναι διασκορπισμένες σε όλο το έντερο και καλούνται λεμφικά θυλάκια ή πλάκες του Payer και είναι ίδιας δομής και λειτουργίας με τις αμυγδαλές του λαιμού.
2. Υποβλεννογόνιος. Αποτελείται από χαλαρό συνδετικό ιστό που επιτρέπει στο βλεννογόνο να κινείται ελεύθερα πάνω στο μυϊκό τοίχωμα. Τα αιμοφόρα και λεμφικά αγγεία, που λαμβάνουν τις τροφές από τις λάχνες, δίνουν το περιεχόμενό τους σε ένα δίκτυο από μεγάλα αγγεία που υπάρχουν σε αυτό το στρώμα.
3. Μυϊκός. Αποτελείται από τρεις στιβάδες λείων μυϊκών ινών.
4. Περιτοναϊκό περίβλημα ή ορογόνος χιτώνας. Σχηματίζει το εξωτερικό περίβλημα ολόκληρου σχεδόν του εντέρου εκτός από μερικά τμήματα του δωδεκαδάκτυλου και του παχέος εντέρου. Είναι μια λεπτή ινώδης μεμβράνη, που καλύπτεται στην εξωτερική της επιφάνεια από ένα λείο στρώμα κυττάρων.
Το δωδεκαδάκτυλο και το μεγαλύτερο τμήμα του παχέος εντέρου καλύπτονται μόνο από μπροστά από το περιτόναιο, που καλύπτει όλη την περιτοναϊκή κοιλότητα και αυτό το τμήμα του περιτόναιου βοηθά αυτά τα τμήματα να είναι στερεά κολλημένα στο οπίσθιο τοίχωμα της κοιλιάς. Η νήστιδα, ο ειλεός, το εγκάρσιο κόλον και η πρώτη μοίρα του ορθού, δεν καλύπτονται μόνο από περιτόναιο, αλλά ένα διπλό στρώμα του περιτόναιου αναρτά αυτά τα μέρη του εντέρου, μέσα στην περιτοναϊκή κοιλότητα, μακριά, μερικά εκατοστά, από το οπίσθιο τοίχωμα της κοιλιάς. Με αυτόν τον τρόπο υπάρχει ελευθερία κινήσεων αυτών των τμημάτων του εντέρου. Αυτές οι αιωρούμενες δομές του περιτόναιου λέγονται μεσεντέριο. Τα αγγεία και τα νεύρα του εντέρου διέρχονται ανάμεσα από το μεσεντέριο (βλ. λ. περιτόναιο).Η νεύρωση του λεπτού εντέρου γίνεται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα, αλλά υπάρχει και ιδιαίτερη (ενδογενής) νεύρωση. Με τη συνεργασία του νευρικού και του μυϊκού συστήματος γίνονται οι κινήσεις του λεπτού εντέρου που είναι δακτυλιοειδείς περισφίγξεις, περισταλτικές και εκκρεμοειδείς κινήσεις. Με αυτές τις κινήσεις επιτυγχάνεται η κατάτμηση, η ανάδευση, η προώθηση του εντερικού χυλού καθώς και η καλύτερη επαφή του με τις λάχνες.
Στο λεπτό έντερο επιτυγχάνεται η τελική διάσπαση των σακχάρων, των πρωτεϊνών και των λιπών από ένζυμα του στομαχιού, του παγκρέατος και της χολής καθώς και η απορρόφηση των προϊόντων της πέψης μέσω των λαχνών είτε από το αίμα είτε από τη λέμφο.
Τα άχρηστα προϊόντα της πέψης συνεχίζουν την πορεία τους προς το παχύ έντερο, στο οποίο με δακτυλιοειδείς περισφίγξεις προωθούνται προς το ορθό για να αποβληθούν με την αφόδευση.
Εντέρου, παθήσεις. Τα κύρια γενικά συμπτώματα των παθήσεων του εντέρου είναι πόνος, εμετός, ανώμαλες κινήσεις του εντέρου, είτε με διακοπή τους είτε με υπερβολική δραστηριότητα.
1. Φλεγμονή του εντέρου μπορεί να προσβάλει είτε την εξωτερική είτε την εσωτερική του επιφάνεια. Η εξωτερική του επιφάνεια καλύπτεται από το περιτόναιο και η περιτονίτιδα είναι μια σοβαρή πάθηση (βλ. περιτονίτιδα). Φλεγμονή της εσωτερικής του επιφάνειας είναι γνωστή ως εντερίτιδα, που παίρνει ονομασίες ανάλογα με το τμήμα του εντέρου που πάσχει, όπως δωδεκαδακτυλίτιδα, κολίτιδα, σκωληκοειδίτιδα κτλ. Η εντερίτιδα αποτελεί την κύρια εκδήλωση ορισμένων λοιμωδών παθήσεων που οφείλονται σε ειδικά μικρόβια, για παράδειγμα στον τυφοειδή πυρετό, στη χολέρα, στη δυσεντερία. Επίσης, μπορεί να είναι οξεία και παρ' ότι δε συνδέεται με έναν ορισμένο μικροοργανισμό, μπορεί να αποτελεί σοβαρή απειλή, ιδιαίτερα στα παιδιά. Μπορεί να είναι χρόνια, όπως στη δυσεντερία και τότε αποτελεί μια λιγότερο σοβαρή πάθηση, αν και με πολλά ενοχλητικά συμπτώματα.
2. Διάτρηση του εντέρου μπορεί να οφείλεται είτε σε τραυματισμό είτε σε πάθηση. Στους τραυματισμούς υπάρχει διάτρηση του κοιλιακού τοιχώματος, που είναι εξωτερικά εμφανής. Ελκοποίηση, όπως στον τυφοειδή πυρετό ή σπανιότερα στη φυματίωση, μπορεί επίσης να προκαλέσει διάτρηση. Όταν το έντερο είναι ευρέως διατεταμένο, μπορεί να αθροιστεί κοπρανώδες υλικό πάνω στην απόφραξη και να προκαλέσει έλκη, που προκαλούν ρήξη λόγω των έντονων περισταλτικών κινήσεων του εντέρου. Ανεξάρτητα πάντως από την αιτία, τα συμπτώματα είναι ίδια.
Συμπτώματα. Τα περιεχόμενα του εντέρου εισέρχονται μέσα στην ελεύθερη και στείρα μικροβίων περιτοναϊκή κοιλότητα και προκαλούν γενικευμένη περιτονίτιδα. Συνεπώς, η κοιλία είναι επώδυνη και μετά μερικές ώρες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στην αφή, ως αποτέλεσμα ερεθισμού του περιτοναίου. Η κοιλιά διογκώνεται, ειδικά στο άνω τμήμα της, εξαιτίας των αερίων που έχουν διέλθει μέσα στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Ο εμετός είναι επίσης σύμπτωμα της νόσου. Στη συνέχεια το άτομο περιέρχεται σε μια κατάσταση που λέγεται καταπληξία. Μια τέτοια κατάσταση είναι πάντα θανατηφόρα σε 2-3 ημέρες, εάν αφεθεί αθεράπευτη.

3. Απόφραξη είναι η διακοπή διόδου των τροφών κατά μήκος του εντέρου, λόγω ύπαρξης μιας αιτίας μέσα στην κοιλιά ή από τον εγκλωβισμό κάποιας αγκύλης του εντέρου μέσα σε μια κήλη του κοιλιακού τοιχώματος. Η απόφραξη μπορεί να είναι οξεία με έντονα συμπτώματα, ή χρόνια, όταν ο αποφρακτικός παράγοντας αυξάνεται προοδευτικά και ο αυλός του εντέρου αρχικά στενεύει μέχρι να αποφραχθεί πλήρως ή όταν μια ελαφρά απόφραξη έρχεται και φεύγει, μέχρι να καταλήξει σε μια οξεία απόφραξη. Στη χρόνια απόφραξη τα συμπτώματα είναι γενικά ηπιότερα και περισσότερο μακροχρόνια.
Η οξεία απόφραξη μπορεί να οφείλεται σε αιτίες έξω από το τοίχωμα του εντέρου, π.χ. πίεση από όγκους γειτονικών οργάνων, πίεση του εντέρου από συμφύσεις (ινώδεις ταινίες), που προκαλούνται από προηγούμενη οξεία περιτονίτιδα, ή από συστροφή μιας εντερικής αγκύλης (ή έλικα). Χρόνιες αιτίες απόφραξης μπορεί να υπάρχουν στο τοίχωμα του εντέρου· για παράδειγμα, ένας όγκος ή η συσπώμενη ουλή ενός παλαιού έλκους. Ο εγκολεασμός είναι μια άλλη αιτία οξείας απόφραξης. Τέλος, υπάρχουν ενδοαυλικές αιτίες απόφραξης, όπως χολόλιθοι, ένα φυτοπίλημα, ακόμη και στοκώδη κόπρανα, ως αποτέλεσμα χρόνιας δυσκοιλιότητας.
Υπάρχουν τέσσερα κύρια συμπτώματα σε κάθε είδους οξείας απόφραξης: α) πόνος, β) εμετός, γ) αναστολή αποβολής αερίων και κοπράνων, δ) μετεωρισμός της κοιλιάς.
4. Όγκοι. Είναι σχετικά σπάνιοι στο λεπτό έντερο και όταν συμβαίνουν είναι συνήθως καλοήθεις. Αντίθετα είναι σχετικά συχνοί στο παχύ έντερο, όπου είναι συνήθως κακοήθεις. Το πλέον συχνό σημείο κακοήθων καρκίνων του παχέος εντέρου είναι το ορθό, ενώ ακολουθούν κατά σειρά συχνότητας το σιγμοειδές, το τυφλό και το ανιόν κόλον. Είναι μια πάθηση των ηλικιωμένων συνήθως ατόμων, με ίση συχνότητα σε άνδρες και γυναίκες.
Ένα ιστορικό ανώμαλης μορφής αφόδευσης είτε με τη μορφή διάρροιας είτε με δυσκοιλιότητα είτε με εναλλαγή αυτών, αιμορραγίας από τον πρωκτό (εντερορραγία), σε άτομα μέσης ηλικίας, είναι μια ένδειξη για ιατρική διερεύνηση.
Δόντια. Οι οστέινοι σχηματισμοί της στοματικής κοιλότητας των Σπονδυλόζωων, που χρησιμεύουν για τη μάσηση της τροφής και αναπτύσσονται σε μία ή περισσότερες χρονικές περιόδους (οδοντοφυΐες). Ο αριθμός και το είδος των δοντιών σε κάθε ζώο δίνουν τον οδοντικό τύπο που είναι χαρακτηριστικός του είδους και προσαρμοσμένος στο είδος της τροφής και τις διατροφικές συνήθειές του γενικότερα.
Στον άνθρωπο η πρώτη περίοδος (οδοντοφυΐα των νεογιλών δοντιών) αρχίζει τον 6ο μήνα της βρεφικής ηλικίας, τελειώνει τον 6ο χρόνο με την πτώση και αντικατάσταση των νεογιλών δοντιών (ή γαλαξιών), που είναι 20. Η δεύτερη περίοδος (οδοντοφυΐα των μόνιμων δοντιών) αρχίζει τον 6ο χρόνο, τελειώνει με το τέλος της ζωής και χαρακτηρίζεται από την ανατολή των μόνιμων δοντιών, που είναι 32, δηλαδή 16 σε κάθε γνάθο.
Σε κάθε δόντι διακρίνουμε τη μύλη, που είναι το μέρος του δοντιού που προεξέχει από τα ούλα, τη ρίζα, που είναι μέσα στα ούλα, και τον αυχένα μεταξύ της μύλης και της ρίζας. Το υλικό από το οποίο αποτελείται ένα δόντι είναι η οδοντίνη, η οποία εξωτερικά, στην περιοχή της μύλης, καλύπτεται από μια πιο σκληρή ουσία, την αδαμαντίνη. Η αδαμαντίνη είναι η σκληρότερη μετά το διαμάντι ουσία που υπάρχει στη φύση. Εσωτερικά της οδοντίνης, στην πολφική κοιλότητα, υπάρχει ο πολφός, μια μαλακή μάζα που περιέχει συνδετικό ιστό, νεύρα και αγγεία που τρέφουν το δόντι. Τα δόντια είναι εμφυτευμένα μέσα σε κοιλότητες των ούλων, τα φατνία. Η μύλη εμφανίζει πέντε επιφάνειες, την προστομιακή, τη γλωσσική, τις δύο όμορες (πλάγιες) και τη μασητική (πάνω). Τα δόντια βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο, εφάπτονται και σχηματίζουν το φραγμό των δοντιών που έχει περίπου το σχήμα του πετάλου των αλόγων, ενώ οι μασητικές επιφάνειές τους σχηματίζουν το μασητικό επίπεδο. Τα δόντια παίρνουν το όνομά τους ανάλογα με το σχήμα, τη λειτουργία και τη θέση που βρίσκονται. Έτσι έχουμε τους τομείς (έχουν σχήμα σαν φτυάρι και κόβουν τις τροφές), τους κυνόδοντες (τριγωνικοί και μυτεροί, για να σχίζουν τις τροφές), τους προγόμφιους και τους γομφίους (τετράπλευρους και πλατιούς για τη λειοτρίβηση των τροφών). Σε κάθε σιαγόνα υπάρχουν 2 μέσοι και 2 πλάγιοι τομείς, 2 κυνόδοντες, 4 προγόμφιοι και 6 γομφίοι.
Η εμφάνιση των δοντιών γίνεται ως εξής:
Α. Νεογιλά δόντια. 6ος-8ος μήνας οι μέσοι τομείς, 8ος-12ος μήνας οι πλάγιοι τομείς, 12ος-16ος μήνας οι πρόσθιοι γομφίοι, 16ος-20ός μήνας οι κυνόδοντες, 20ός-30ός μήνας οι πίσω γομφίοι.
Β. Μόνιμα δόντια. 6ος-7ος χρόνος οι πρώτοι γομφίοι, 6ος-8ος χρόνος οι μέσοι τομείς, 8ος-9ος χρόνος οι πλάγιοι τομείς, 10ος-11ος χρόνος οι πρώτοι προγόμφιοι, 10ος-12ος χρόνος οι κυνόδοντες, 11ος-12ος χρόνος οι δεύτεροι προγόμφιοι, 12ος-13ος χρόνος οι δεύτεροι γομφίοι, 17ος-20ός χρόνος οι τρίτοι γομφίοι ή σωφρονιστήρες (φρονιμίτες).
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τα δόντια είναι η τερηδόνα. Αυτή προκαλείται από τα οξέα που διαβρώνουν χημικά τις σκληρές ουσίες των δοντιών, την αδαμαντίνη και στη συνέχεια την οδοντίνη. Τα οξέα είναι τοξικά προϊόντα των βακτηρίων που αναπτύσσονται μέσα στη στοματική κοιλότητα και τρέφονται από τα υπολείμματα των τροφών που παραμένουν στα δόντια. Για την προστασία των δοντιών επιβάλλεται η πρόληψη, που συνίσταται: α) σε συχνό και επιμελημένο βούρτσισμα των δοντιών μετά τα γεύματα, β) συχνές επισκέψεις στον οδοντίατρο, γ) διατροφή με περισσότερα φρούτα και λαχανικά και λιγότερους γλυκούς υδατάνθρακες (μπισκότα, καραμέλες κ.ά.).
Έγκαυμα. Τα εγκαύματα είναι κακώσεις που προκαλούνται από τη θερμότητα και σοβαρά εγκαύματα προκαλούνται είτε από επαφή με τη φωτιά ή με ηλεκτροφόρα σύρματα είτε από τη δράση οξέων ή κάποιων χημικών. Το έγκαυμα που προκαλείται από τα χημικά διαφέρει από το έγκαυμα της φωτιάς στο γεγονός ότι έχει καλύτερη εξέλιξη, διότι τα χημικά καταστρέφουν τα μικρόβια και έτσι τα εγκαύματα δε μολύνονται.
Ο Γάλλος χειρούργος Daruytren διέκρινε τα εγκαύματα σε έξι βαθμούς σύμφωνα με το βάθος τους. Πρακτικά όμως υπάρχουν τα επιφανειακά εγκαύματα (ή μερικού πάχους) όπου υπάρχει αρκετός ιστός δέρματος που εξασφαλίζει την ανάπτυξη πάλι υγιούς δέρματος και τα «εν τω βάθει» εγκαύματα (ή ολικού πάχους), όπου το δέρμα έχει πλήρως καταστραφεί και μπορεί να είναι απαραίτητο ένα μόσχευμα.
Ενώ μερικά οικιακά εγκαύματα είναι ελάσσονα και άνευ σημασίας, τα πλέον σοβαρά εγκαύματα μπορεί να αποδειχθούν επικίνδυνα για τη ζωή. Ο κύριος κίνδυνος οφείλεται στην απώλεια υγρών από το αίμα που κυκλοφορεί, στη θέση του εγκαύματος. Αυτή η απώλεια υγρών οδηγεί σε πτώση του όγκου του κυκλοφορούντος αίματος. Καθώς η διατήρηση ενός κατάλληλου όγκου αίματος είναι απαραίτητη για τη ζωή, το σώμα προσπαθεί να αντιρροπήσει αυτή την απώλεια μετακινώντας υγρά, από τις περιοχές του σώματος που δεν προσβλήθηκαν, μέσα στην κυκλοφορία. Αυτό όμως αν γίνει σε μεγάλο βαθμό έχει αποτελέσματα σχετικά με τη βιωσιμότητα των κυττάρων του σώματος. Ως αποτέλεσμα, ουσιώδη κύτταρα του σώματος, όπως του ήπατος και των νεφρών, αρχίζουν να υποφέρουν και το ήπαρ και οι νεφροί αρχίζουν να μη λειτουργούν καλά. Αυτό προκαλεί ίκτερο και πρωτεϊνουρία.
Επιπρόσθετα στην κυκλοφορία αρχίζει να υπάρχει έλλειψη οξυγόνου (ανοξία) και το θύμα γίνεται κυανωτικό και μερικές φορές μπορεί να πεθάνει. Επιπλέον, υπάρχει ισχυρός κίνδυνος να συμβεί μόλυνση. Ιδιαίτερα αυτό είναι πολύ πιθανό να συμβεί σε σοβαρά εγκαύματα που αφήνουν μια μεγάλη εκτεθειμένη επιφάνεια, που είναι επιρρεπής στην ανάπτυξη μικροοργανισμών. Ο συνδυασμός καταπληξίας και λοίμωξης μπορεί να γίνει απειλητικός για τη ζωή, εκτός εάν άμεση βοήθεια είναι διαθέσιμη από ειδική ομάδα γιατρών.
Το άμεσο αποτέλεσμα ενός εγκαύματος καθορίζεται ευρέως από την έκτασή του. Η έκταση του εγκαύματος είναι πιο σημαντική από το βάθος του εγκαύματος. Για να εκτιμηθεί ο βαθμός του εγκαύματος σε σχέση με την επιφάνεια του σώματος, χρησιμοποιείται ο κανόνας του 9. Η κεφαλή έχει 9% της συνολικής επιφάνειας του σώματος, τα χέρια επίσης από 9%, η πρόσθια επιφάνεια του κορμού, η οπίσθια επιφάνεια του κορμού και κάθε ένα σκέλος από 18%. Το υπόλοιπο 1% αντιστοιχεί στα γεννητικά όργανα. Όσο μεγαλύτερης έκτασης είναι το έγκαυμα, τόσο πιο σοβαρή είναι η κατάσταση νοσηλείας. Το βάθος του εγκαύματος, εκτός και αν είναι πολύ μεγάλο, έχει σημασία στο ερώτημα που τίθεται για τη χειρουργική αποκατάσταση, εάν πιθανώς χρειαστεί ακόμη και τοποθέτηση μοσχεύματος.
Εγκέφαλος.Το μεγαλύτερο και πιο διογκωμένο τμήμα του κεντρικού νευρικού συστήματος των σπονδυλόζωων. Ως εγκέφαλος χαρακτηρίζονται και αθροίσματα νευρικών κυττάρων που παρατηρούνται σε ασπόνδυλα. Πιο εξελιγμένος είναι ο εγκέφαλος των θηλαστικών και ιδιαίτερα ο ανθρώπινος.
Ο εγκέφαλος του ανθρώπου βρίσκεται μέσα στο εγκεφαλικό κρανίο, ζυγίζει 1.300-1.400 γραμμ., εξασκεί τη γενική εποπτεία σε όλες τις λειτουργίες του οργανισμού και είναι η έδρα των πνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου. Περιβάλλεται από τρία περιβλήματα, τις μήνιγγες, οι οποίες από έξω προς τα μέσα διακρίνονται σε α) σκληρή, β) αραχνοειδή, γ) χοριοειδή. Από αυτές, η σκληρή μήνιγγα είναι η ισχυρότερη και εφάπτεται στο εσωτερικό τοίχωμα του κρανίου, με το οποίο είναι στερεά ενωμένη. Μεταξύ σκληρής και αραχνοειδούς μήνιγγας υπάρχει μια σχισμοειδής κοιλότητα, ο υποσκληρίδιος χώρος, ενώ μεταξύ αραχνοειδούς και χοριοειδούς μήνιγγας υπάρχει ο υπαραχνοειδής χώρος, ο οποίος περιέχει το εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Οι μήνιγγες του εγκεφάλου, καθώς και ο υπαραχνοειδής χώρος, συνεχίζονται με την ίδια διάταξη και στο νωτιαίο μυελό, τον οποίο περιβάλλουν κυκλικά. Οι μήνιγγες καθώς και το εγκεφαλονωτιαίο υγρό προστατεύουν τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό.
Ο εγκέφαλος διαιρείται σε τρία κύρια μέρη: τα δύο ημισφαίρια, το στέλεχος και την παρεγκεφαλίδα.
Τα δύο ημισφαίρια χωρίζονται μεταξύ τους με μια επιμήκη σχισμή. Συνδέονται σε ορισμένα σημεία μεταξύ τους με συνδέσμους από νευρικές ίνες, που ενώνουν και συντονίζουν όμοια μέρη των δύο ημισφαιρίων. Η εξωτερική επιφάνεια των ημισφαιρίων σχηματίζει εσοχές, τις αύλακες, και προεξοχές, τις έλικες ή λοβούς, με αποτέλεσμα να είναι αυξημένη σημαντικά η επιφάνεια του εγκεφάλου. Κάθε ημισφαίριο χωρίζεται από πιο βαθιές αύλακες σε πέντε μεγάλους λοβούς: το μετωπιαίο, το βρεγματικό, τον ινιακό, τον κροταφικό και τον κεντρικό λοβό. Κάθε λοβός σχετίζεται με συγκεκριμένες λειτουργίες. Στο μετωπιαίο λοβό υπάρχουν τα κέντρα για τις ανώτερες πνευματικές λειτουργίες και όλες τις εκούσιες κινήσεις. Στο βρεγματικό υπάρχουν τα κέντρα της γεύσης και των γενικών αισθήσεων, στον ινιακό το κέντρο της όρασης, στον κροταφικό της ακοής.
Ο φλοιός του εγκεφάλου, δηλαδή η εξωτερική περιοχή του, αποτελείται από τη φαιά ουσία που σχηματίζεται από τα σώματα των νευρικών κυττάρων. Εσωτερικά της φαιάς ουσίας βρίσκεται η λευκή ουσία που αποτελείται από τις νευρικές ίνες των κυττάρων του φλοιού. Μέσα στη λευκή ουσία υπάρχουν μάζες φαιάς ουσίας, που λέγονται πυρήνες των ημισφαιρίων. Οι πυρήνες αυτοί ρυθμίζουν και συντονίζουν χαρακτηριστικές κινήσεις για κάθε άτομο, όπως τον τρόπο βαδίσματος ή κινήσεις που στην αρχή τις μαθαίνουμε και στη συνέχεια γίνονται αυτόματα, όπως την οδήγηση.
Στο φλοιό των δύο ημισφαιρίων εδράζονται όλα τα κέντρα των αισθήσεων, των ανώτερων πνευματικών και ψυχικών λειτουργιών και των εκούσιων κινήσεων. Επίσης ασκείται έλεγχος σε άλλα μέρη του εγκεφάλου και του σώματος.
Το στέλεχος βρίσκεται ανάμεσα στα δύο ημισφαίρια στο κάτω μέρος του εγκεφάλου και συνεχίζεται με το νωτιαίο μυελό. Αποτελείται από επιμέρους τμήματα: το διάμεσο εγκέφαλο, το μέσο εγκέφαλο, τη γέφυρα και τον προμήκη μυελό. Ο διάμεσος εγκέφαλος ή διεγκέφαλος περιέχει το θάλαμο, που είναι ενδιάμεσος σταθμός για πολλές αισθητικές νευρικές οδούς, και τον υποθάλαμο. Ο υποθάλαμος ρυθμίζει σημαντικές λειτουργίες, όπως τις ορμονικές εκκρίσεις, το μεταβολισμό, τις λειτουργίες του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Περιέχει τα κέντρα του ύπνου, τη ρύθμιση της θερμοκρασίας, της δίψας, της πείνας, του ελέγχου της σεξουαλικής επιθυμίας κ.ά. Σε αυτόν ανήκει και ένα μέρος της υπόφυσης που ρυθμίζει τις λειτουργίες πολλών ενδοκρινών αδένων.
Ο προμήκης μυελός περιέχει σημαντικά κέντρα ζωτικών λειτουργιών, όπως της αναπνοής, της καρδιακής λειτουργίας, του βήχα, του εμετού κ.ά. Γι’ αυτό και οι βλάβες στον προμήκη μυελό μπορεί να είναι θανατηφόρες. Ο προμήκης μυελός είναι πιο εκτεθειμένος από τα άλλα μέρη του εγκεφάλου γιατί βρίσκεται στο όριο μεταξύ κρανίου και σπονδυλικής στήλης.
Η παρεγκεφαλίδα βρίσκεται στο πίσω και κάτω μέρος του εγκεφάλου. Σε κατακόρυφη διατομή από πίσω προς τα μπρος έχει σχήμα φύλλου γι’ αυτό και λέγεται δέντρο της ζωής. Αποτελείται από δύο ημισφαίρια. Η επιφάνειά της παρουσιάζει έλικες και αύλακες και αποτελείται εξωτερικά από φαιά και εσωτερικά από λευκή ουσία με ενδιάμεσους πυρήνες. Η παρεγκεφαλίδα ρυθμίζει τις ακούσιες κινήσεις, την ισορροπία του σώματος, τη διατήρηση του μυϊκού τόνου και συντονίζει τη συνεργασία των μυών στις κινήσεις.
Μέσα στον εγκέφαλο υπάρχουν τέσσερις κοιλότητες, οι κοιλίες του εγκεφάλου, μέσα στις οποίες παράγεται το εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Από την τέταρτη κοιλία το εγκεφαλονωτιαίο υγρό περνάει και κυκλοφορεί στον υπαραχνοειδή χώρο του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού και διοχετεύεται στο αίμα μέσω των φλεβών. Ο ρόλος του είναι σημαντικός· στηρίζει και προστατεύει από τους κραδασμούς τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό, μεταφέρει θρεπτικές ουσίες και απομακρύνει τις άχρηστες. Οποιαδήποτε αλλαγή της ποσότητας ή της σύστασής του δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα. Τέτοιες αλλοιώσεις μπορούν να συμβούν από κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, φλεγμονές των μηνίγγων (μηνιγγίτιδες) ή από όγκους του εγκεφάλου. Η αύξηση της ποσότητας του εγκεφαλονωτιαίου υγρού πιέζει εσωτερικά τον εγκέφαλο και προκαλεί σημαντικές βλάβες.
Σημαντικές και μόνιμες βλάβες μπορεί να υποστεί ο εγκέφαλος και από οποιεσδήποτε, έστω και μικρές, διαταραχές στην αιμάτωσή του. Μεγαλύτερες βλάβες προκαλεί το λεγόμενο εγκεφαλικό αγγειακό επεισόδιο που μπορεί να συμβεί από θρόμβωση ή ρήξη των αρτηριών του εγκεφάλου. Ένας ακόμη σημαντικός προστατευτικός μηχανισμός του εγκεφάλου είναι ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός. Αυτός επιτυγχάνεται χάρη στη στενή σύνδεση των κυττάρων του τοιχώματος των τριχοειδών αγγείων που αιματώνουν τον εγκέφαλο. Έτσι, η διαπερατότητά τους είναι περιορισμένη σε απαραίτητες ουσίες, όπως το νερό, το οξυγόνο κ.ά., ενώ δεν επιτρέπουν τη διέλευση τοξικών ουσιών για τον εγκέφαλο.

No comments:

Post a Comment