Friday, June 19, 2009

ΙΑΤΡΙΚΗ VΙ

Τύφος (ή τυφοειδής πυρετός). Λοιμώδης νόσος με ενδημικό ή επιδημικό χαρακτήρα, οι εκδηλώσεις της οποίας ποικίλλουν αξιοσημείωτα σε διαφορετικές περιοχές. Οι μικροοργανισμοί που προκαλούν όλες τις μορφές τύφου ανήκουν στο γένος των ρικετσιών, που είναι μικροοργανισμοί με ιδιότητες βακτηρίων και ιών και έχουν διάμετρο περίπου 0,3-0,5 μικρόμετρα. Ο τύφος μεταδίδεται κυρίως με τις ψείρες.
Υπάρχουν τα παρακάτω είδη τύφου:
Επιδημικός τύφος. Οξεία φλεγμονή οξείας έναρξης, που χωρίς θεραπεία διαρκεί για 14 ημέρες. Έχει παγκόσμια κατανομή, αλλά σήμερα έχει εντοπιστεί ευρέως σε ορισμένες περιοχές της Αφρικής. Ο αιτιολογικός παράγοντας είναι η Rickettsia prowazeki, ονομαζόμενη έτσι από δύο λαμπρούς ερευνητές που πέθαναν από την πάθηση, από τον Rickets και τον Prowazek. Μεταδίδεται από την ανθρώπινη ψείρα Rediculus humanus. Η ρικέτσια μπορεί να επιβιώσει στα αποξηραμένα κόπρανα της ψείρας για 60 ημέρες· από αυτά τα μολυσμένα κόπρανα πιθανόν να μολύνεται ο άνθρωπος.
Η επωαστική περίοδος είναι συνήθως 10-14 ημέρες. Προηγείται της έναρξης κεφαλαλγία, ραχιαλγία, πόνοι στα κάτω άκρα και ρίγη. Την 3η ημέρα από την εκδήλωση της νόσου αυξάνεται απότομα η θερμοκρασία του σώματος. Η κεφαλαλγία επιτείνεται και ο ασθενής παρουσιάζει υπνηλία ή παραληρήματα. Κατόπιν εμφανίζεται ένα χαρακτηριστικό εξάνθημα στην κοιλιά και στην έσω επιφάνεια των βραχιόνων, για να διαδοθεί στο θώρακα, στην πλάτη και στον κορμό. Σε περιπτώσεις όπου η κατάσταση δε βαίνει προς ίαση, επέρχεται ο θάνατος λόγω καρδιακής ανεπάρκειας περίπου τη 14η ημέρα. Σε όσους ανανήφουν ο πυρετός πέφτει σε μία κρίση.
Μυϊκός εξανθηματικός τύφος. Μεταδίδεται από τους ψύλλους, έχει παγκόσμια κατανομή και απαντά όπου υπάρχουν πολλοί άνθρωποι συγκεντρωμένοι σε μικρούς χώρους. Ο αιτιολογικός μικροοργανισμός είναι η Rickettsia prowazeki και μεταδίδεται στον άνθρωπο από τον ψύλλο των αρουραίων, Xenopsyalla cheopis. Ο αρουραίος είναι η κύρια δεξαμενή της λοίμωξης. Μόλις μολυνθεί ο άνθρωπος η ανθρώπινη ψείρα μπορεί να δράσει ως φορέας της ρικέτσιας από άνθρωπο σε άνθρωπο. Κατά κανόνα, όμως, η πάθηση αποκτάται, όταν έρθει ο άνθρωπος σε στενή επαφή με μολυσμένους αρουραίους.
Τα συμπτώματα είναι παρόμοια με τον τύφο από ψείρες, αλλά συνήθως είναι ηπιότερα και η θνησιμότητα πολύ χαμηλή (περίπου 1,5%).
Τύφος από κρότωνες: Η ρικέτσια μεταδίδεται από τους κρότωνες (τσιμπούρια) και εμφανίζεται σε διάφορα μέρη του κόσμου. Οι πιο γνωστές περιπτώσεις είναι ο κηλιδώδης πυρετός των Βραχωδών ορέων, ο πυρετός Boutonneuse και ο πυρετός του Κρότωνος του ακάρεως.
Τύφος από ακάρεα. Η ρικέτσια μεταδίδεται από τα ακάρεα και περιλαμβάνεται η πάθηση τσουτσουγκαμούσι και η ρικετσιο-ευλογιά.
Ρεκετσιο-ευλογιά. Ήπια πάθηση που οφείλεται στην Rickettsia akari, που μεταδίδεται στον άνθρωπο από μολυσμένα ακάρεα, από το κοινό άκαρι του ποντικού, Allodermanyssus sanguineus. Εμφανίζεται στις ΗΠΑ, στη Δυτική και Νότια Αφρική και στη Ρωσία.
Ύπνος. Κατάσταση που εναλλάσσεται με την κατάσταση εγρήγορσης, κατά την οποία η αντίδραση σε ερεθίσματα του περιβάλλοντος είναι ελαττωμένη. Δεν είναι όμως ομοιόμορφος και διαιρείται σε δύο κύριες φάσεις, που διαχωρίζονται σύμφωνα με τις ηλεκτρικές εγγραφές της εγκεφαλικής δραστηριότητας (ΗΕΓ), των μυών (ΗΜΓ) και των κινήσεων των οφθαλμών (ΗΟΓ).
1. Ύπνος μη ταχέων κινήσεων των οφθαλμών (ΜΤΚΟ ή NREM). Αυτός ο ύπνος υποδιαιρείται σε τέσσερα στάδια, από τα οποία το πρώτο είναι το ελαφρότερο και το τέταρτο στάδιο είναι το βαθύτερο. Η δραστηριότητα του εγκεφαλικού φλοιού ελαττώνεται και οι λειτουργίες του σώματος ρυθμίζονται κυρίως από τη δραστηριότητα του εγκεφαλικού στελέχους. Ο μεταβολισμός ελαττώνεται και η θερμοκρασία πέφτει, η αναπνοή, ο καρδιακός όγκος παλμού, ο καρδιακός ρυθμός και η αρτηριακή πίεση μειώνονται, όπως επίσης αδυνατίζει και η δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Αυτός ο ύπνος συμβαίνει φυσιολογικά στην έναρξη του ύπνου όλων των ανθρώπων, όχι όμως και των νεογνών. Κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής η διάρκεια, ιδιαίτερα του σταδίου 3 και 4, αυτού του ύπνου ελαττώνεται και πολύ περισσότερο μετά το 60ό έτος της ζωής.
Αυτός ο ύπνος έχει ορισμένες λειτουργίες, όπως εξοικονόμηση ενέργειας και ανάπτυξη. Η αυξητική ορμόνη παράγεται κατά κύματα στο στάδιο 3 και 4 αυτού του ύπνου και συμβαίνουν οι περισσότερες κυτταρικές διαιρέσεις. Έχει διαπιστωθεί ότι η ολοκλήρωση των πληροφοριών που αποκτώνται κατά τη διάρκεια της ημέρας συμβαίνει κατά τη διάρκεια του ύπνου.
2. Ύπνος ταχείας κίνησης των οφθαλμών (ύπνος REM ή ΤΚΟ). Αυτός ο ύπνος χαρακτηρίζεται από την ταχεία κίνηση των οφθαλμών και ελάττωση του μυϊκού τόνου. Η δραστηριότητα του εγκεφαλικού φλοιού είναι έντονη και η ροή αίματος στον εγκέφαλο αυξημένη. Αυτή η δραστηριότητα όμως διαφέρει από την αφύπνιση και συνοδεύεται από ανώμαλες κινήσεις του σώματος, όπως και των οφθαλμών. Τα περισσότερα όνειρα συμβαίνουν στον ύπνο REM (ΤΚΟ). Τα όνειρα αντιπροσωπεύουν μία διαδικασία αναδιοργάνωσης των διανοητικών συσχετισμών μετά την περίοδο της αφύπνισης (κατά τη διάρκεια της προηγούμενης ημέρας δηλαδή). Η ανάλυση του περιεχομένου των ονείρων έχει γίνει αντικείμενο πολλών υποθέσεων και εξηγήσεων, αλλά δεν υπάρχει κάποια κοινώς αποδεκτή ερμηνεία των ονείρων.
Οι φυσιολογικές αλλαγές, όπως η πτώση της πίεσης και της θερμοκρασίας, γίνονται μόλις πριν από τον ύπνο και συνεχίζονται κατά τη διάρκεια των πρώιμων σταδίων του ΜΤΚΟ ύπνου. Υπάρχει ένας εσωτερικός ρυθμός του ύπνου που στα περισσότερα άτομα έχει μια περιοδικότητα γύρω στις 25 ώρες. Αυτός ο ρυθμός μπορεί να αλλάξει από εξωτερικούς παράγοντες για να αναπροσαρμοστεί σε μια 24ωρη βάση. Έχουν απομονωθεί δύο κύριες τάσεις για ύπνο κατά τη διάρκεια του 24ώρου. Αυτές είναι μεταξύ 2 π.μ.-6 π.μ. και 2 μ.μ.-6 μ.μ. Υπάρχουν όμως διαφορές ανάλογα με την ηλικία, όπως για παράδειγμα τα νεογνά έχουν την τάση να κοιμούνται τις περισσότερες ώρες του 24ώρου, καθώς επίσης στη εφηβεία υπάρχει μια αυξημένη τάση για ύπνο. Οι απαιτήσεις για ύπνο μειώνονται με την πάροδο της ηλικίας, αλλά υπάρχουν μεγάλες γενετικές διαφορές στο ποσό ύπνου που χρειάζονται οι άνθρωποι, όπως επίσης και στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα άτομα κοιμούνται και στην ευκολία με την οποία έρχεται ο ύπνος.
Το εσωτερικό ρολόι του οργανισμού μπορεί να διαταραχθεί από μια ποικιλία εξωτερικών παραγόντων που περιλαμβάνουν ανώμαλες συνήθειες ύπνου, οι οποίες οφείλονται π.χ. στο ωράριο εργασίας. Ο ύπνος είναι ευκολότερο να έρθει ύστερα από σωματική άσκηση, διάβασμα και κοινωνική δραστηριότητα. Η διάρκεια και η ένταση της έκθεσης στο φως μπορεί επίσης να τροποποιήσει βαθιά τον ύπνο. Το φως προκαλεί αφύπνιση και είναι ο κύριος παράγοντας που ρυθμίζει τον 25ωρο εσωτερικό ρυθμό στον 24ωρο ημερήσιο κύκλο. Νευρικές συνδέσεις από τον αμφιβληστροειδή ενεργούν σε μια περιοχή του εγκεφάλου που λέγεται υπερχιασματικός πυρήνας, ο οποίος διεγείρει την επίφυση, που παράγει μελατονίνη. Η μελατονίνη πιστεύεται ότι διεγείρει το εύρος των νευρολογικών και μεταβολικών διαδικασιών που χαρακτηρίζουν τον ύπνο.
Υπόφυση. Ενδοκρινής αδένας που βρίσκεται στο τουρκικό εφίππιο (οστέινη κοιλότητα στη βάση του κρανίου) και έρχεται σε επικοινωνία με τον υποθάλαμο μέσω ενός μίσχου. Έχει βάρος περίπου 0,5 γραμμάρια και μέγεθος μπιζελιού. Αποτελεί το σπουδαιότερο ενδοκρινή αδένα του σώματος, γιατί με τις ορμόνες που παράγει ρυθμίζει τη λειτουργία των υπόλοιπων ενδοκρινών αδένων του σώματος. Εξωτερικά περιβάλλεται από ινώδη χιτώνα και παρουσιάζει δύο περιοχές, την αδενοϋπόφυση και τη νευροϋπόφυση, που αντιστοιχούν στον πρόσθιο και οπίσθιο λοβό.
Ο πρόσθιος λοβός της υπόφυσης (αδενοϋπόφυση) παράγει τις εξής ορμόνες:
1. Σωματοτρόπο ή σωμοτρόπο (STH) ή αυξητική (GH).
2. Θυρεοειδοτρόπο (TSH).
3. Κορτικοτρόπο ή φλοιοτρόπο (ACTH).
4. Ωχρινοτρόπο (LH).
5. Θυλακιοτρόπο ή ωοθυλακιοτρόπο (FSH).
6. Προλακτίνη (LTH) (βλ. λ. ορμόνες).
Η έκκριση των ορμονών αυτών από τα κύτταρα της αδενοϋπόφυσης γίνεται με την επίδραση των «εκλυτικών» ή «ανασταλτικών» παραγόντων του υποθαλάμου, που μεταφέρονται στην αδενοϋπόφυση με το πυλαίο σύστημα. Επίσης στην έκκριση επιδρά το κεντρικό νευρικό σύστημα, καθώς και τα όργανα που δέχονται την επίδραση των ορμονών της υπόφυσης (παλίνδρομη ρύθμιση).
Ο οπίσθιος λοβός (νευροϋπόφυση) εκκρίνει δύο ορμόνες, την αντιδιουρητική ή βασεοπρεσίνη και την ωκυτοκίνη. Ανάμεσα στους δύο λοβούς υπάρχει μια περιοχή, ο διάμεσος λοβός. Η περιοχή αυτή είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη σε ορισμένα ζώα (αμφίβια, ψάρια) και παράγει την ορμόνη μελανοτροπίνη.
Σε διάφορες παθολογικές καταστάσεις, όπως είναι η εγγενής ή επίκτητη υπολειτουργία, το αδένωμα της υπόφυσης, το κρανιοφαρυγγίωμα, η σαρκοείδωση, το ηωσινόφιλο κοκκίωμα, η σύφιλη, η μηνιγγίτιδα, η φυματίωση κ.ά., καθώς και σε διάφορες μετατραυματικές βλάβες, παρατηρείται ανεπάρκεια της υπόφυσης ή υπερπαραγωγή μίας ή πολλών ή όλων των ορμονών, πράγμα που έχει δυσάρεστη επίπτωση στην ανάπτυξη και τη λειτουργία του οργανισμού.
Φλέβα. Αγγείο του κυκλοφορικού συστήματος που επαναφέρουν το αίμα στην καρδιά, μετά την κυκλοφορία του στους ιστούς του σώματος. Γενικά οι φλέβες βρίσκονται δίπλα και κατά μήκος των αντίστοιχων αρτηριών που μεταφέρουν αίμα από την καρδιά προς τους ιστούς. Οι φλέβες, όμως, είναι πιο πολυάριθμες και με μεγαλύτερη χωρητικότητα από τις αρτηρίες και κατά κανόνα υπάρχουν δύο συνοδές φλέβες για κάθε αρτηρία μέτριου μεγέθους. Εκτός από τις βαθιές φλέβες υπάρχουν και οι επιφανειακές φλέβες των κάτω άκρων και των άνω άκρων, που μπορούν εύκολα να φανούν, όταν διαστέλλονται αμέσως, κάτω από το δέρμα.
Μία φλέβα έχει παρόμοια δομή με μία αρτηρία και αποτελείται από τρία περιβλήματα (χιτώνες), τα οποία σχηματίζουν το τοίχωμά της, 1) ένα εξωτερικό ινώδες περίβλημα, 2) ένα μεσαίο μυϊκών και ελαστικών ινών και 3) ένα εσωτερικό αποτελούμενο από μία ελαστική μεμβράνη και επιθηλιακά κύτταρα. Οι φλέβες, όμως, έχουν ένα τοίχωμα πιο λεπτό από των αρτηριών, ιδιαίτερα στο μεσαίο περίβλημά τους. Οι περισσότερες φλέβες έχουν βαλβίδες παρόμοιες με τις καρδιακές βαλβίδες και αποτελούνται από δύο γλωχίνες, που δεν επιτρέπουν την παλινδρόμηση του αίματος προς τα πίσω. Οι βαλβίδες αυτές είναι περισσότερες στις φλέβες των κάτω άκρων, λιγότερες στα άνω άκρα, ενώ υπάρχουν λίγες στις φλέβες των εσωτερικών οργάνων. Η κυκλοφορία του αίματος στις φλέβες οφείλεται κυρίως στην αναρροφητική δύναμη της καρδιάς και στις βαλβίδες που εμποδίζουν την παλινδρόμησή του.
Οι κύριες φλέβες είναι οι τέσσερις πνευμονικές φλέβες που καταλήγουν στον αριστερό κόλπο της καρδιάς, δύο από κάθε πνεύμονα. Στο δεξιό κόλπο ανοίγουν μερικές μικρές φλέβες από τα τοιχώματα της καρδιάς και δύο μεγάλες φλέβες, η άνω και η κάτω κοίλη φλέβα, που φέρνουν αίμα από ολόκληρο το σώμα. Η άνω κοίλη φλέβα, που φέρνει αίμα από την κεφαλή, τον τράχηλο και τα άνω άκρα, σχηματίζεται από την ένωση των δύο ανώνυμων φλεβών, καθεμιά από τις οποίες σχηματίζεται από την ένωση, στη ρίζα του τραχήλου, της έσω σφαγίτιδας από τον τράχηλο και της υποκλείδιας φλέβας από το άνω άκρο. Η έσω σφαγίτιδα λαμβάνει αίμα μέσα από το κρανίο και συλλέγει κλάδους από το πρόσωπο και τον τράχηλο καθώς διατρέχει προς τα κάτω, κατά μήκος της καρωτίδας αρτηρίας, κάτω από το στερνοκλειδομαστοειδή μυ. Ένας από τους πλέον σημαντικούς κλάδους είναι η έξω σφαγίτιδα που διατρέχει κάτω από το δέρμα, από τη γωνία της κάτω μέχρι το μέσο της κλείδας. Αυτή η φλέβα μπορεί εύκολα να φανεί όταν διατείνονται οι φλέβες του τραχήλου και αιμορραγεί πάρα πολύ σε τραύματα του τραχήλου. Η υποκλείδια φλέβα είναι το τελευταίο τμήμα του συστήματος των φλεβών που συνοδεύουν τις αρτηρίες του άνω άκρου, όπου κάθε φλέβα παίρνει το όνομα της αντίστοιχης αρτηρίας που συνοδεύει. Οι επιφανειακές φλέβες του άνω άκρου είναι ειδικού ενδιαφέροντος, διότι από τη βασιλική φλέβα, που βρίσκεται στην εσωτερική επιφάνεια του άνω άκρου, γίνονται οι αιμοληψίες (φλεβοκεντήσεις). Η κάτω κοίλη φλέβα βρίσκεται στη δεξιά πλευρά και πρόσθια της σπονδυλικής στήλης, αρχίζει από την ένωση των δύο κοινών λαγόνιων φλεβών στο ύψος του ομφαλού και συλλέγει αίμα από τα κάτω άκρα και από την κοιλία. Στα κάτω άκρα και στην πύελο οι βαθιές φλέβες, που βρίσκονται εκεί, έχουν το όνομα της αντίστοιχης αρτηρίας που συνοδεύουν, ενώ οι επιφανειακές φλέβες των κάτω άκρων αδειάζουν το περιεχόμενό τους στην ελάσσονα σαφηνή φλέβα, που βρίσκεται στην εξωτερική επιφάνεια της κνήμης, και στη μείζονα σαφηνή φλέβα, που ξεκινάει από την έσω επιφάνεια του άκρου ποδός και διατρέχοντας ολόκληρο το κάτω άκρο, στην εσωτερική του επιφάνεια, συλλέγει αίμα από τον άκρο πόδα, από την κνήμη, το γόνατο και το μηρό. Η μεγαλύτερη σαφηνής φλέβα είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, διότι έχει την τάση να διατείνεται και να δημιουργεί κιρσούς. Μέσα στην κοιλιά η κάτω κοίλη φλέβα λαμβάνει κλάδους από μερικούς αντιστοιχούντες κλάδους της αορτής, όπως είναι οι ηπατικές φλέβες, που περιέχουν αίμα της πυλαίας φλέβας, η οποία, αφού έχει αρχίσει από ένα τριχοειδικό δίκτυο στην κοιλιά, τελειώνει μέσα στο ήπαρ πάλι σε ένα τριχοειδές δίκτυο και παρέχει έτσι αίμα στις ηπατικές φλέβες.
Υπάρχουν μερικές αναστομώσεις μεταξύ της άνω και κάτω κοίλης φλέβας. Οι σημαντικότερες είναι οι τρεις άζυγες φλέβες, που βρίσκονται στα πλάγια της σπονδυλικής στήλης, και οι φλέβες που ξεκινούν από την κοιλιά στο ύψος του ομφαλού και συνδέουν το πυλαίο σύστημα με την άνω και κάτω φλέβα. Με αυτές τις αναστομώσεις διατηρείται η κυκλοφορία, ακόμη και όταν ένα από αυτά τα μεγάλα αγγεία αποφραχθεί λόγω κάποιας πάθησης μέσα στο θώρακα ή στην κοιλία.
Οι φλέβες, κυρίως οι περιφερειακές, αποτελούν και μία αποθήκη αίματος.
Φλέβας, παθήσεις. Οι συνηθέστερες παθήσεις των φλεβών είναι δύο, η θρόμβωση και οι κιρσοί.
1) Θρόμβωση ή φλεβίτιδα. Θρόμβωση μιας φλέβας συμβαίνει όταν το αίμα, που φυσιολογικά είναι υγρό, πήζει μέσα στη φλέβα και σχηματίζει ένα ημι-στερεό θρόμβο. Αυτό συμβαίνει από ένα συνδυασμό ελαττωμένης ροής του αίματος και μιας υπερπηκτικότητας του αίματος.
Η συνηθέστερη θέση, στην οποία παρατηρείται θρόμβωση, είναι στις βαθιές φλέβες των κάτω άκρων και είναι γνωστή ως «εν τω βάθει θρόμβωση».
Προδιαθεσικοί παράγοντες είναι η ακινησία, όπως κατά τη διάρκεια πολύωρων ταξιδιών σε αεροπλάνο ή λεωφορείο, όπου ο ταξιδιώτης δεν μπορεί να τεντώσει τα πόδια του, η χειρουργική επέμβαση, που οδηγεί σε ακινητοποίηση και υπερπηκτικότητα του αίματος, η χορήγηση οιστρογόνων και πολλές ιατρικές παθήσεις, όπως καρδιακή ανεπάρκεια, εγκεφαλικό επεισόδιο και κακοήθεια (καρκίνος).
Η «εν τω βάθει θρόμβωση» εμφανίζεται ως μια ευαίσθητη, θερμή, ερυθρή διόγκωση της γάμπας. Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με μια φλεβογραφία ή με τους υπερήχους. Η διάγνωση και η θεραπεία είναι σημαντικές, διότι υπάρχει ο κίνδυνος κάποιο πήγμα (θρόμβος) αίματος να αποκολληθεί και ταξιδεύοντας μέσα στο φλεβικό σύστημα να ενσφηνωθεί στην πνευμονική αρτηρία ή σε κάποιο κλάδο της, οπότε προκαλείται η πολύ σοβαρή κατάσταση της πνευμονικής εμβολής.
Η απόφραξη των επιφανειακών φλεβών οφείλεται σε φλεγμονή και ονομάζεται επιφανειακή θρομβοφλεβίτιδα.
2) Κιρσοί των φλεβών. Είναι η οφιοειδής διάταση των φλεβών. Συχνότερα συμβαίνουν στα κάτω άκρα, αλλά συμβαίνουν επίσης και στο οισοφαγικό πλέγμα (κιρσοί του οισοφάγου, που οφείλονται σχεδόν πάντα σε ηπατοπάθεια).
Φυσιολογικά το αίμα ρέει από τους υποδόριους ιστούς στις επιφανειακές φλέβες, οι οποίες μέσω των διατιτραινουσών φλεβών παροχετεύουν το αίμα στις «εν τω βάθει φλέβες» των κάτω άκρων. Αυτή η ροή προς την καρδιά διευκολύνεται από τις βαλβίδες των φλεβών. Όταν αυτές οι βαλβίδες ανεπαρκούν, τότε εξασκείται αυξημένη πίεση στις φλέβες, οδηγώντας στη διάτασή τους, που είναι γνωστή ως κιρσοί των φλεβών.
Φυματίωση. Γενικό όνομα για μια ομάδα παθήσεων που οφείλονται στο μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης, από τις οποίες η πνευμονική φυματίωση είναι η σημαντικότερη.
Η φυματίωση δεν προσβάλλει μόνον τους πνεύμονες, αλλά μπορεί να εισβάλλει σε κάθε όργανο, βρίσκεται σπάνια όμως στους μύες ή στους ιστούς με μικρή αιμάτωση, όπως οι χόνδροι και οι τένοντες. Η πάθηση μεταδίδεται συνήθως με τα λεμφαγγεία. Η σοβαρότητα της πάθησης ποικίλλει ανάλογα με το προσβαλλόμενο όργανο και οι εκδηλώσεις της κυμαίνονται από αποστήματα μέχρι μηνιγγίτιδα. Η διόγκωση των τραχηλικών λεμφαδένων, στην οποία δίδεται το όνομα χοιράδωση, φαίνεται ότι συνέβαινε συχνότερα τα παλαιότερα χρόνια. Η δύσμορφη δερματοπάθεια, γνωστή ως κοινός λύκος, είναι μια ακόμη εκδήλωση της πάθησης.
Η ουσιαστική αλλαγή της πάθησης, από την οποία και λαμβάνει το όνομά της, είναι ο σχηματισμός, μέσα στα όργανα, φυματίνης, που είναι λεπτεπίλεπτα κοκκιώματα μεγέθους μόλις ορατού με γυμνό οφθαλμό, όπου πολλαπλασιάζονται τα φυμάτια και αλλάζουν δομή και σχήμα κατά τέτοιο τρόπο που οδηγούν τελικά στην καταστροφή του οργάνου, στο οποίο βρίσκονται.
Η φυματίωση ήταν αναγνωρισμένη ως πάθηση από την εποχή του Ιπποκράτη (460-375 π.Χ.), που την ονόμασε φθίση, καθώς προσέβαλλε τους πνεύμονες και προκαλούσε μεγάλη ατροφία του σώματος, αλλά μέχρι το 1882 δεν ήταν γνωστή η αιτία της πάθησης, όταν ο Κοχ ανακοίνωσε την ανακάλυψη του μυκοβακτηριδίου της φυματίωσης (ή βακίλου του Koch) και όρισε ότι αυτό το μικρόβιο είναι η αιτία της φυματίωσης.
Ο τρόπος με τον οποίο αυτοί οι βάκιλοι εισέρχονται στο σώμα, είναι σημαντικός. Υπάρχουν τρεις πιθανοί τρόποι: 1. Με ενοφθαλισμό μέσω ενός μαχαιριού που είναι μολυσμένο με ένα φυματιώδες πτύελο. 2. Με εισπνοή των εκπνεομένων υλικών από κάποιον πάσχοντα. 3. Με την κατάποση μολυσμένων προϊόντων, π.χ. μολυσμένο γάλα.
Η άμεση αιτία της νόσου είναι το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης. Αλλά λόγω του γεγονότος ότι πολλοί άνθρωποι υποφέρουν από ήπιες μορφές της πάθησης και μετά ανανήπτουν και ότι πολλές περιορισμένες περιπτώσεις φυματίωσης των οστών, του δέρματος και των λεμφαδένων θεραπεύονται επιτυχώς, εμφανίζεται ότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, όπως η ηλικία και η κληρονομικότητα, που καθορίζουν την πορεία της λοίμωξης.
Μορφές της φυματίωσης, πέρα από την πνευμονική, είναι οι φυματιώδεις παθήσεις των αρθρώσεων, των οστών, της σπονδυλικής στήλης, του εντέρου, των μηνίγγων. Η πνευμονική φυματίωση μπορεί να εμφανιστεί με διάφορους τρόπους.
Η φυματίωση έχει παγκόσμια εμφάνιση, αλλά ιδιαίτερα συχνή είναι στις ασιατικές χώρες.
Χημειοθεραπεία. Η συστηματική χορήγηση, από το στόμα ή με ενέσεις, χημικών ουσιών για τη θεραπεία λοιμώξεων που προκαλούν παθογόνοι οργανισμοί. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες προόδους της θεραπευτικής στην ιατρική. Ο όρος, ωστόσο, έχει χάσει το στενό περιεχόμενό του και σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιείται με την πλατιά έννοια της αντιμετώπισης των ασθενειών που δεν οφείλονται σε μικροοργανισμούς ή παράσιτα, ακόμα και για τη θεραπεία δηλητηριάσεων με χημικές ουσίες. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης και για τη θεραπεία με αντιβιοτικά, καθώς και για την αντιμετώπιση νεοπλασιών που χαρακτηρίζονται κακοήθεις με κυτταροστατικά φάρμακα.
Η πρώτη εμπειρική εφαρμογή χημειοθεραπευτικού φαρμάκου έγινε την εποχή ακόμα της αναγέννησης, συγκεκριμένα το 1495, όταν χρησιμοποιήθηκε ο υδράργυρος για τη θεραπεία της σύφιλης. Αργότερα, το 1630, χρησιμοποιήθηκε η κινίνη για τη θεραπεία της ελονοσίας.
Εισηγητής, ωστόσο, της χημειοθεραπείας, θεωρείται ο Γερμανός Πάουλ Έρλιχ που το 1910 ανακάλυψε και εφάρμοσε στη θεραπεία της σύφιλης, που προκαλείται από το τρεπόνημα το ωχρό, τη σαλβαρσάνη, χημική ένωση που περιέχει αρσενικό. Ο Έρλιχ καθόρισε επίσης και τη βασική αρχή της χημειοθεραπείας, την αρχή της «εκλεκτικής τοξικότητας», σύμφωνα με την οποία για να είναι χρήσιμη ως χημειοθεραπευτική μία ουσία, θα πρέπει με τη συστηματική της χορήγηση να έχει βλαπτική επίδραση μόνο στο μικροοργανισμό και να είναι σχετικά αβλαβής για τα κύτταρα του αρρώστου.



Χολέρα. Μικροβιακή λοίμωξη που οφείλεται στο δονάκιο της χολέρας, το οποίο προκαλεί συστηματική πάθηση λόγω παραγωγής μιας τοξίνης που προκαλεί καθαρή ροή ύδατος και ηλεκτροδιαλυτών μέσα στον αυλό του λεπτού εντέρου. Αυτό προκαλεί μία βαριά υδαρή διάρροια, με αποτέλεσμα αφυδάτωση και διαταραχή των ηλεκτρολυτών. Το λεπτό έντερο δε βλάπτεται δομικά. Η πάθηση κάποτε, γνωστή ως ασιατική χολέρα, είχε προκαλέσει επιδημίες και πανδημίες για πολλούς αιώνες. Το 1823 έφυγε από την Ασία και επεκτάθηκε στη Μ. Ασία και στη Ρωσία. Μεταφέρθηκε στην Ευρώπη, φτάνοντας στο Σάντερλαντ της Αγγλίας, τον Οκτώβριο του 1831. Οι κάτοικοι του Λονδίνου προσβλήθηκαν τον Ιανουάριο του 1832. Μετά μεταδόθηκε στη Βόρεια και Κεντρική Αμερική. Η δεύτερη πανδημία ξεκίνησε το 1841 σε Ινδία και Κίνα και επεκτάθηκε στην ίδια κατεύθυνση με αυτήν της πρώτης πανδημίας. Η τρίτη άρχισε επίσης από την Ασία το 1850, μεταδόθηκε στην Ευρώπη το 1853 και σύντομα δημιουργήθηκε μεγάλο πρόβλημα στη Βόρεια και την Κεντρική Αμερική. Κατά τα τέλη του 19ου αι. διάφορες μικρότερες επιδημίες προσέβαλαν την Ευρώπη, αλλά καμιά από αυτές δεν έφτασε στη Μ. Βρετανία και στις ΗΠΑ. Το 1971, ο βιότυπος El Tor του δονακίου της χολέρας, διαδόθηκε και αντικατέστησε την κλασική λοίμωξη που προέρχεται πάντα από την Ασία, ενώ η Ευρώπη προσβλήθηκε λιγότερο από τις αφρικανικές χώρες οι οποίες προσβλήθηκαν σοβαρά. Στα τέλη του ’20 αι. αναπτύχθηκε ένα non-01 στέλεχος που προκαλεί πολλά κρούσματα στην Ασία, στην Αφρική και στη Νότια Αμερική. Είναι μια λοίμωξη που απαιτεί απομόνωση του αρρώστου.
Η επωαστική περίοδος ποικίλλει από μερικές ώρες μέχρι 5 ημέρες. Η υδαρής διάρροια και η κατά συνέπεια αφυδάτωση και η διαταραχή των ηλεκτρολυτών οδηγούν συνήθως σε θάνατο. Η ελαστικότητα του δέρματος του θύματος χάνεται, οι οφθαλμοί του προβάλλουν και ο κερκιδικός σφυγμός μόλις ψηλαφείται. Η παραγωγή ούρων μπορεί να κατασταλεί πλήρως. Η διάγνωση γίνεται με την ανεύρεση του δονακίου της χολέρας σε δείγμα κοπράνων. Η πρόληψη συνίσταται στη βελτίωση της υποδομής της δημόσιας υγείας, ειδικά του πόσιμου νερού. Όταν υπάρχουν αρκετές ποσότητες καθαρού πόσιμου νερού, η λοίμωξη δεν αναπτύσσεται.
Ψυχιατρική. Κλάδος της ιατρικής που διερευνά τα αίτια, τη συμπτωματολογία, την εξέλιξη και τη θεραπεία των διαφόρων διαταραχών των ψυχικών λειτουργιών. Επιμέρους κλάδοι της είναι η ψυχοπροφυλακτική και η ψυχοϋγιεινή, που ασχολούνται με την πρόληψη ή την προφύλαξη από αυτές τις διαταραχές.
Η ανάπτυξη της ψυχιατρικής ως αυτόνομου επιστημονικού κλάδου τοποθετείται χρονικά στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αι. Ως τα τέλη περίπου του 19ου αι. ο ρόλος της περιοριζόταν στην περιγραφή και την (από πολλές απόψεις αυθαίρετη) ταξινόμηση των ψυχικών διαταραχών. Αργότερα έγινε κοινή συνείδηση ότι η ίδια η φύση των ψυχιατρικών προβλημάτων, που στις περισσότερες περιπτώσεις παραμένουν άγνωστα, επέβαλε την ανάγκη της προσφυγής στη φιλοσοφία. Το πρώτο μεγάλο βήμα σ’ αυτή την κατεύθυνση έγινε με τη συνεισφορά του Σ. Φρόιντ, που οριοθετεί και την απαρχή της ανάπτυξης των σύγχρονων ψυχιατρικών αντιλήψεων.
Α. ΟΙ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ. Η ψυχιατρική κυριαρχείται από μια σειρά θεωρητικών ρευμάτων ή σχολών που θεμελιώνονται σε διαφορετικές φιλοσοφικές προβληματικές. Δεσπόζουσα θέση κατέχει η ψυχαναλυτική, η ψυχοσωματική, η οργανοδυναμική, η υπαρξιακή-φαινομενολογική και η παυλοφιανή σχολή.
α) Η ψυχαναλυτική σχολή διαμορφώθηκε με βάση τη θεωρητική προσφορά του Φρόιντ και τη σωρεία των μικρών ή μεγάλων διαφοροποιήσεων που υπέστη από τους επιγόνους του. Σύμφωνα με την εκτίμηση διαφόρων μελετητών, η ψυχαναλυτική σχολή προσδιόρισε τον άνθρωπο «με τη συγκρουσιακή του υπόσταση, τα προβλήματα, τις αντιθέσεις, τις επιθυμίες, τις παρορμήσεις και τις συγκινήσεις του, ως το πραγματικό αντικείμενο της ψυχιατρικής». Έδειξε τον αποφασιστικό ρόλο της συγκινησιακής ζωής πάνω στην ανθρώπινη φύση. Μελέτησε τα ψυχικά φαινόμενα δυναμικά στην ιστορική τους ανάπτυξη, από τις πρώτες εκδηλώσεις τους στη νηπιακή ηλικία ως τη φάση της ωρίμανσης της προσωπικότητας. Διερεύνησε την ουσιαστική επίδραση της σεξουαλικής ζωής στη διαμόρφωση της χαρακτηριοδομής και της προσωπικότητας του ατόμου. Κατέδειξε τη σπουδαιότητα του υποσυνείδητου κόσμου και το βαθμό της παθολογικής δράσης του πάνω στη συνειδητή προσωπικότητα και τέλος μελέτησε την επίδραση του περιβάλλοντος (οικογενειακού αρχικά και κοινωνικού αργότερα) πάνω στην ψυχοσυναισθηματική και διανοητική κατάσταση του ανθρώπου, τονίζοντας την τεράστια σημασία των βιωμάτων της πρώτης παιδικής ηλικίας στην κατοπινή πορεία της ζωής του ατόμου.
Στην εξέλιξη της ψυχαναλυτικής θεωρίας εκδηλώθηκαν αποσχιστικές τάσεις μέσα στα πλαίσια της ίδιας της φροϊδικής σχολής. Αρχικά ο Γιουγκ, ο Άντλερ και ο Φερέντσι τοποθετήθηκαν κριτικά ή αναθεωρητικά απέναντι σε βασικές θέσεις της φροϊδικής θεωρίας. Ακολούθησε ο Βίλχελμ Ράιχ που ανέπτυξε το σεξουαλικό υπόβαθρο του φροϊδικού οικοδομήματος, ως την έσχατη λογική του συνέπεια, ενώ ο έλεγχος της επίσημης ψυχαναλυτικής σχολής πέρασε στα χέρια μιας «ορθόδοξης» ομάδας συσπειρωμένης γύρω από τον Ερνστ Τζόουνς, στους κόλπους της οποίας σημαντική ήταν η επιστημονική προσφορά ορισμένων ανεξάρτητων επιστημόνων, όπως οι Ράντο, Αλεξάντερ, Φρίντα, Φρομ-Ράιχμαν, Μπάλιντ, Έρικ Έρικσον κ.ά. Με την πάροδο του χρόνου και την αποκρυστάλλωση των θέσεων των διαφόρων ερευνητών, διαμορφώθηκε: 1. μια «ψυχαναλυτική αριστερά» στην οποία, με όλες τις σημαντικές μεταξύ τους διαφορές, ανήκουν οι Μπέρνφελτ και Ράιχ (που προσπάθησαν να επιτύχουν μια σύνθεση μεταξύ του φροϊδισμού και του μαρξισμού), οι Λεγκ και Κούπερ (που προσπάθησαν να αναλύσουν τα ψυχαναλυτικά προβλήματα από μια θέση επαναστατική και ανθρωπιστική), ο Έριχ Φρομ κ.ά. και 2. μια «ψυχαναλυτική δεξιά» που εκπροσωπείται κυρίως από την «πολιτιστική σχολή», τη «σχολή της εγωψυχολογίας», την «ορθόδοξη σχολή» κ.ά. Η «πολιτιστική σχολή» (που διαμορφώθηκε κυρίως με το έργο του Χ. Σ. Σάλιβαν και της Κ. Χόρνεϊ) υποστηρίζει την άποψη πως η ψυχανάλυση αποτελεί μια θεωρία «διαπροσωπικών σχέσεων» και απορρίπτει τη θεωρία της λίμπιντο. Η «σχολή της εγωψυχολογίας» (Χάρτμαν, Λοβενστάιν, Κρις, Ράπαπορτ, Κλάιν, Γκιλ, Κολτ, Χουάιτ κ.ά.) αποδέχεται το γενικό πλαίσιο της κλασικής θεωρίας, τοποθετεί στο επίκεντρο του προβληματισμού της το Εγώ και τονίζει πως βάση για την παραπέρα ανάπτυξή της είναι η θέση ότι «κάθε προσαρμογή στο περιβάλλον και κάθε διαδικασία μάθησης και ωρίμανσης δεν αποτελεί σύγκρουση». Στην ανάπτυξη της ψυχαναλυτικής θεωρίας σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι θέσεις που επεξεργάστηκαν διάφοροι σύγχρονοι ριζοσπάστες φιλόσοφοι, όπως οι Σαρτρ, Μπράουν, Μαρκούζε, Χόρκχαϊμερ, Αντόρνο κ.ά.
β) Η ψυχοσωματική σχολή άρχισε να αναπτύσσεται τις τελευταίες δεκαετίες. Αντικείμενό της είναι η μελέτη και η θεραπεία των λειτουργικών διαταραχών των οργάνων (οργανονευρώσεις). Η ψυχοσωματική δέχεται ότι σε κάθε διαταραχή «συμμετέχει και ο συγκινησιακός-ψυχολογικός παράγοντας» και ότι υπάρχει μια σωρεία από αρρώστιες, στις οποίες «αυτός ο παράγοντας παίζει αποφασιστικό ρόλο». Κυριότεροι εκπρόσωποι αυτής της σχολής στις ΗΠΑ είναι οι Ντάντακ, Φρ. Αλεξάντερ, Φρεντς, Βάις κ.ά.
γ) Η οργανο-δυναμική σχολή αναπτύχθηκε με βάση τις απόψεις του Η. Εν και βασίζεται στην παραδοχή ότι η ψυχοδιανοητική αρρώστια δεν είναι ούτε μόνο ψυχογενής ούτε μόνο σωματογενής, αλλά «προσδιορίζεται και καθορίζεται οργανικά, έχει ψυχολογική μορφή και μια ψυχολογική εσωτερική δομή».
δ) Η υπαρξιακή-φαινομενολογική σχολή αναπτύχθηκε με βάση τις θέσεις που επεξεργάστηκαν οι Μπρεντάνο, Χάρτμαν, Χούσερλ, Γιάσπερς, Χάιντεγκερ, Μπρος (Γερμανία), Μπερξόν, Μαρλό-Ποντί, Μαρσέλ, Σαρτρ, Μινκόφσκι, Εψ (Γαλλία) κ.ά. Στα μεταπολεμικά χρόνια, το θεωρητικό πλαίσιο της σχολής είχε πλατιά διάδοση και απήχηση σε ένα ευρύτατο κοινό, χάρη (κυρίως) στη δουλειά των Λεγκ, Κούπερ, Έστερσον κ.ά. Η υπαρξιακή φαινομενολογία δέχεται ότι ο διαταραγμένος ψυχικός κόσμος του «ασθενή» έχει μια πραγματική «υπόσταση και αντικειμενικότητα» και προσπαθεί να κατανοήσει τη διαταραχή με τρόπο που δε διαχωρίζει τη «δομή και το περιεχόμενό» της.
5) Η παυλοφιανή σχολή θεμελιώθηκε στο θεωρητικό σύστημα του Παυλόφ που διαμορφώθηκε με βάση τη δουλειά του πάνω στη φυσιολογία του εγκεφάλου και τα εξαρτημένα αντανακλαστικά.
Β. ΟΙ ΨΥΧΙΚΕΣ ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ. Βλ. λ. ψυχικές διαταραχές.
Γ. Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ. Οι ψυχίατροι χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους θεραπείας, ανάλογα με το είδος της ψυχικής διαταραχής, την προσωπικότητα του ασθενή κ.ά. Ορισμένες από τις πιο γνωστές ψυχιατρικές θεραπευτικές μεθόδους είναι η ψυχοθεραπεία, η θεραπεία με φυσικά μέσα (π.χ. ηλεκτροσόκ) και η θεραπεία με φάρμακα (νευροληπτικά, αντιψυχωτικά, ισχυρά ηρεμιστικά, αντιαγχώδη ή ελαφρά ηρεμιστικά και αντικαταθλιπτικά).
Ψυχοθεραπεία. Κάθε μορφή θεραπείας που αναφέρεται σε διανοητικές παθήσεις. Σχεδόν κάθε μορφή πάθησης ή κάκωσης έχει μια διανοητική πτυχή, ακόμη και εάν σχετίζεται μόνο με πόνο ή δυσφορία που προκαλεί ο πόνος. Σε μερικές όμως παθήσεις ο διανοητικός παράγοντας είναι πολύ πιο έντονα τονισμένος από τους άλλους παράγοντες. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η ψυχοθεραπεία είναι σημαντική.
Οι κύριες μέθοδοι ψυχοθεραπείας είναι οι εξής:
α) Η υποβολή. Είναι μια συχνά χρησιμοποιούμενη μέθοδος, που επίσης χρησιμοποιείται σε κάθε άλλο κλάδο της ιατρικής. Αποτελείται, στην απλούστερη μορφή της, από την έμφαση στον ασθενή ότι η υγεία του είναι καλύτερη, έτσι που αυτή η ιδέα να μονιμοποιηθεί καλά στο μυαλό του ασθενή. Μια υποβολή για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να συνδέεται με τη λήψη κάποιου πλασέμπο φαρμάκου (ψεύτικου φαρμάκου) ή με την εμφάνιση κάποιας συσκευής που χρησιμοποιείται ως θεραπεία. Ακόμη, η υποβολή μπορεί να γίνει συγκινησιακή, όπως στις θρησκείες. Τέλος, υποβολή μπορεί να γίνει με τον ασθενή να βρίσκεται σε κατάσταση ύπνωσης.
β) Πειθώ. Είναι μια μέθοδος θεραπείας στην οποία η θεραπεία γίνεται με τη λογική εξήγηση των προβλημάτων του ασθενή.
γ) Ψυχανάλυση. Συνίσταται στην ενθύμηση ή καλύτερα στο ξεσήκωμα από το υποσυνείδητο απωθημένων αναμνήσεων ή ενστίκτων, που είναι υπεύθυνα για κάποιες διανοητικές διαταραχές ή για προσωπικές δυσκολίες.
δ) Ομαδοθεραπεία. Είναι μια μέθοδος κατά την οποία οι ασθενείς θεραπεύονται σε μικρές ομάδες και ενθαρρύνονται να συμμετάσχουν ενεργά στη συζήτηση μεταξύ τους ή/και με τους ψυχοθεραπευτές. Μια τροποποιημένη μορφή ομαδοθεραπείας είναι η θεραπεία δράματος. Υπάρχει επίσης και θεραπεία με μεγάλες ομάδες.
ε) Εκπαίδευση και εργασία. Μπορεί να είναι σημαντικοί παράγοντες στην ψυχοθεραπεία αποκατάστασης.
στ) Υποστηρικτική θεραπεία. Συνίσταται στη με προσοχή και συμπάθεια ανασκόπηση της κατάστασης του ασθενή, κατά την οποία ο ασθενής ενθαρρύνεται να απομονώσει και να λύσει τα προβλήματά του.
ζ) Βραχυχρόνια υποστηρικτική ψυχοθεραπεία. Γίνεται για τη σταθεροποίηση και ενδυνάμωση των ψυχολογικών αμυντικών μηχανισμών των ασθενών που έχουν μια κρίση που απειλεί την ικανότητά τους να τα βγάλουν πέρα ή που είναι απογοητευμένοι με τις συνέπειες και τα παρεπόμενα μείζονων συμβάντων της ζωής τους.
η) Μακροχρόνια υποστηρικτική θεραπεία. Χρειάζεται σε ασθενείς με διαταραχές της προσωπικότητας ή με υποτροπιάζοντα ψυχωτικά επεισόδια, όπου η βοήθεια συνίσταται στην πρόληψη και την ενίσχυση του ασθενή να πετύχει την καλύτερη δυνατή προσαρμογή στην κοινωνία.
θ) Θεραπεία συμπεριφοράς και θεραπεία αντίληψης. Συχνά γίνεται από τους ψυχολόγους προσπάθεια για να ξεκαθαρίσουν με τον ασθενή ειδικά στοιχεία της συμπεριφοράς του ή της διανοητικής του λειτουργίας αντίστοιχα και να ανιχνεύσουν βήμα βήμα μεθόδους τις οποίες θα χρησιμοποιήσει ο ασθενής για τον έλεγχο της διαταραχής του. Η θεραπεία συμπεριφοράς γίνεται συνηθέστερα για την αγοραφοβία και άλλες φοβίες, ενώ η θεραπεία αντίληψης έχει χρησιμοποιηθεί στην κατάθλιψη και στο άγχος.
Ψυχοσωματικές παθήσεις. Παθήσεις που οφείλονται στα υπερβολικά ή απωθημένα συναισθήματα που επηρεάζουν τη δομή και λειτουργία του σώματος. Προσβάλλουν ένα μεγάλο αριθμό ασθενών που δεν έχουν ψυχολογικά προβλήματα και δεν έχουν κάποια οργανική πάθηση. Στις ψυχοσωματικές παθήσεις η επιθυμία, η βούληση, μπορεί να είναι ισχυρές και ο νους φυσιολογικός, ενώ τα συναισθήματα χρειάζονται θεραπεία. Διαταραχές που εκλύονται από συγκινησιακούς παράγοντες μπορεί να είναι ψυχωτικές, ψυχονευρωτικές ή ψυχοσωματικές.
Στις δύο πρώτες περιπτώσεις τα συμπτώματα είναι κυρίως ψυχολογικά, ενώ στις ψυχοσωματικές παθήσεις τα συμπτώματα είναι ολοκληρωτικά σωματικά. Η ιδέα ότι συγκινησιακές διαταραχές δημιουργούν σωματική πάθηση δεν είναι καινούρια. Πριν από 2.400 χρόνια ο Σωκράτης είπε ότι «καθώς δεν μπορεί να θεραπεύσεις τους οφθαλμούς αν δε δεις την κεφαλή, ή την κεφαλή χωρίς να εξετάσεις το σώμα, έτσι δεν μπορείς να θεραπεύσεις το σώμα χωρίς να εξετάσεις το νου». Η ταχεία πρόοδος της επιστημονικής ιατρικής ενθάρρυνε την ενασχόληση με τη μέτρηση αυτών των καταστάσεων. Έχει εκτιμηθεί ότι το 1/3 των ασθενών στα εξωτερικά ιατρεία έχουν κάποια ψυχιατρική πάθηση. Ακόμη, 1/3 των ασθενών έχουν συμπτώματα που εξαρτώνται ευρέως από κάποιον συγκινησιακό παράγοντα, μολονότι δεν υπάρχει οργανική πάθηση. Στις γυναικολογικές κλινικές οι συγκινησιακές εντάσεις συναντούνται ακόμη συχνότερα και υπερτερούν της σωματικής πάθησης ως αιτία της αρρώστιας. Πάνω από το 1/4 των αδειών εργασίας που οφείλονται σε εμετό ή άλλα συμπτώματα έχουν μια συγκινησιακή βάση.
Τα τρία μείζονα προβλήματα που οδηγούν σε ψυχοσωματικές παθήσεις είναι τα προβλήματα γάμου και η εργασία από τη μια, που περιλαμβάνουν ματαιώσεις, απογοητεύσεις και αίσθημα μη ικανοποίησης, και οι κοινωνικές σχέσεις από την άλλη.
Τα περισσότερα σωματικά συμπτώματα οφείλονται στο άγχος που προκαλείται από την αυξημένη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Ο πόνος μπορεί να είναι μια εκδήλωση ψυχοσωματικής πάθησης. Ψυχογενείς παράγοντες μπορεί να προκαλέσουν μυϊκή τάση, που με τη σειρά τους μπορούν να προκαλέσουν οργανικό πόνο. Η κεφαλαλγία τάσης οφείλεται στον αυξημένο τόνο των μυών του τραχήλου και του κρανίου.
Οι σπλαχνικές αντιδράσεις σε συγκινησιακά ερεθίσματα είναι δύο ειδών:
α) Συμπαθητικά. Είναι το τμήμα του αυτόνομου νευρικού συστήματος που έχει σχέση με επείγουσες καταστάσεις του εξωτερικού περιβάλλοντος. Το συμπαθητικό νευρικό σύστημα που ρυθμίζει το σώμα σε τέτοια στρες αναστέλλει τις μεταβολικές διαδικασίες του σώματος και αυξάνει τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση και κινητοποιεί τα αποθέματα υδατανθράκων. Τα αποτελέσματά του μεταβιβάζονται μέσω της αδρεναλίνης και της νοραδρεναλίνης.
β) Παρασυμπαθητικά. Το παρασυμπαθητικό σύστημα έχει σχέση με τη συντήρηση και τις αναβολικές διαδικασίες του σώματος. Έτσι, υπάρχει διέγερση των γαστρεντερικών και βρογχικών εκκρίσεων, εναποθήκευση σακχάρου στο ήπαρ και προστατευτικά αντανακλαστικά, όπως σύσπαση της κόρης του οφθαλμού και σπασμό των μυών των βρογχιολιών ως μία προστασία εναντίον ερεθιστικών ουσιών. Τα παρασυμπαθητικά αποτελέσματα μεταβιβάζονται μέσω της έκκρισης ακετυλοχολίνης. Λόγω της υπερβολικής ακετυλοχολίνης υπάρχει ένα αίσθημα θερμότητας και κοκκινίσματος, που οφείλεται στην αγγειοδιαστολή και στην εφίδρωση, η οποία οφείλεται στη χολινεργική διέγερση των ιδρωτοποιών αδένων. Αυτές οι αλλαγές συνοδεύονται από ναυτία, εμετό και κοιλιακούς κωλικούς λόγω της αυξημένης περισταλτικότητας και της σύσπασης του εντέρου και του στομάχου. Έτσι, όταν συγκινησιακά ερεθίσματα απωθούνται, δύο δυνατότητες υπάρχουν: Ο ασθενής να βρίσκεται σε μια κατάσταση ετοιμότητας για δράση και, αν αυτό δε γίνει, τότε το συμπαθητικό σύστημα μέσω της υπερδραστηριότητάς του, επιμένει με μια χρόνια αύξηση του μυϊκού τόνου και τάσης, με ταχυκαρδία και αυξημένη αρτηριακή πίεση και αυτά δίνουν τα συμπτώματα. Μια εναλλακτική αντίδραση είναι η συγκινησιακή διακοπή από τη δράση σε μια εξαρτημένη κατάσταση υπερδραστηριότητας του παρασυμπαθητικού. Αυτό περιλαμβάνει διάρροια, υπερέκκριση γαστρικού οξέος, οισοφαγικό σπασμό και άλλα παρασυμπαθητικά αποτελέσματα στο γαστρεντερικό σωλήνα. Καθώς το αυτόνομο νευρικό σύστημα ελέγχει πρακτικά κάθε περιοχή του σώματος, μια σωματική εκδήλωση συγκινησιακής έντασης μπορεί να σχετίζεται με κάθε περιοχή.
Η υπερδραστηριότητα του αυτόνομου συστήματος μπορεί να εκδηλωθεί στα διάφορα συστήματα ως ακολούθως:
α) Κεντρικό νευρικό σύστημα: Κεφαλαλγία ή όπως περιγράφεται τάση της κεφαλής. Ίλιγγος, αίσθημα λιποθυμίας, νευρικότητα, τρόμος, αϋπνίες και σωματική εξάντληση.
β) Καρδιαγγειακό σύστημα: Ταχυκαρδία, αρρυθμίες, προκάρδιοι πόνοι.
γ) Αναπνευστικά συμπτώματα: Αναστεναγμοί, αίσθημα δύσπνοιας, αγγειοκινητική ρινίτιδα, χρόνια φαρυγγίτιδα και άσθμα.
δ) Γαστρεντερικό σύστημα: Ανορεξία, ναυτία, εμετός, δυσπεψία, καύσος, διάρροια, δυσκοιλιότητα και αίσθημα ενός «κόμπου» (όγκου) στο λαιμό.
ε) Δέρμα: Κνησμός, εφίδρωση, παραισθησίες και νευροδερματίτιδα.
Άμεση παρατήρηση του ανθρώπινου παχέος εντέρου, μέσω ενός συριγγίου και ενός στομίου κολοστομίας και μιας γαστροστομίας, έχει δείξει ότι ο φόβος, το άγχος και ο πόνος προκαλούν αύξηση της περισταλτικότητας με ερυθρότητα και διόγκωση του βλεννογόνου, ενώ η κατάθλιψη προκαλεί ελαττωμένη κινητικότητα και ωχρότητα του βλεννογόνου. Ψυχοσωματικά συμπτώματα μπορεί να είναι αποτέλεσμα των εκκριτικών λειτουργιών, όπως της σιελόρροιας, της ξηροστομίας, της υπερχλωρυδρίας, του λειτουργικού υπερινσουλινισμού και της βλεννώδους κολίτιδας ή, εναλλακτικά, μπορεί να οφείλονται σε διαταραχές των κινητικών λειτουργιών, όπως σε οισοφαγικό σπασμό, γαστρική υπερκινητικότητα, σπαστικό κόλον, δυσκοιλιότητα και διάρροια. Το δέρμα παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος με την εφίδρωση και οι λειτουργίες του ελέγχονται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα.
Η αγγειοσύσπαση, η αγγειοδιαστολή, η ανύψωση των τριχών και η εφίδρωση είναι τέσσερις φυσιολογικές διαδικασίες του δέρματος και όλες ελέγχονται ευρέως από το αυτόνομο νευρικό σύστημα. Η συγκινησιακή εφίδρωση είναι πλέον εμφανής στις παλάμες και στα πέλματα και στη μασχάλη. Η επιρροή του συγκινησιακού παράγοντα στην αναπνευστική λειτουργία είναι καλά αναγνωρισμένη από την καθημερινή έκφραση «μου έκοψε την αναπνοή».
Η αυτόνομη νεύρωση της αναπνευστικής οδού, που περιλαμβάνει και το ρινικό βλεννογόνο, συνίσταται σε συμπαθητικές και παρασυμπαθητικές νευρικές ίνες. Τα παρασυμπαθητικά νεύρα εξασκούν ένα συσπαστικό αποτέλεσμα στις λείες μυϊκές ίνες της αναπνευστικής οδού και τα συμπαθητικά νεύρα έχουν μια επιρροή χαλάρωσης. Εάν η παρασυμπαθητική διέγερση είναι υπερβολική, τα κύτταρα του βλεννογόνου υπερεκκρίνουν βλέννη και συμβαίνει αγγειοδιαστολή των αγγείων. Αυτό προκαλεί διόγκωση του βρογχικού βλεννογόνου και συμφόρηση των αεραγωγών.
Η λειτουργική πάθηση έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και δεν μπορεί να καθοριστεί η διάγνωση από τον απλό αποκλεισμό μιας οργανικής πάθησης. Η διάγνωση μιας ψυχοσωματικής πάθησης υποτίθεται από την παρουσία μιας συγκινησιακής διαταραχής ως εκλυτικού παράγοντα, από την παρουσία ορισμένων χαρακτηριστικών συμπτωμάτων από ένα οικογενειακό ιστορικό παρόμοιας διαταραχής και από μια διφασική πορεία της νόσου, με εξάρσεις και υφέσεις. Πρέπει να λαμβάνεται πάντα υπόψη ότι μια οργανική πάθηση μπορεί να προκαλέσει άγχος, που θα αποτελέσει το στρεσογόνο παράγοντα για την ανάπτυξη μιας ψυχοσωματικής πάθησης.

No comments:

Post a Comment