Friday, June 19, 2009

ΙΑΤΡΙΚΗ ΙV

Εγκεφάλου, παθήσεις. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα υψηλού βαθμού πολύπλοκο δίκτυο από νευρικά κύτταρα και από τους άξονές τους (νευρικές ίνες). Οι παθήσεις του οφείλονται σε: όγκους, ατροφίες που οφείλονται σε εκφύλιση, απώλεια αιματικής τροφοδοσίας, που συνήθως οφείλεται σε απόφραξη μιας αρτηρίας, ή άλλες αιτίες.
1. Όγκοι. Όλοι οι όγκοι προκαλούν ένα συνδυασμό κεφαλαλγίας και εμετού –συμπτώματα λόγω αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης που δεν μπορεί να διασταλεί λόγω της οστέινης δομής του κρανίου. Επίσης οι όγκοι προκαλούν γενικευμένους ή τοπικούς επιληπτικούς σπασμούς, αδυναμία των άκρων ή διαταραγμένη ομιλία και ποικίλες διανοητικές διαταραχές. Οι όγκοι μπορεί να είναι πρωτοπαθείς, εξορμώμενοι από τον εγκέφαλο, ή δευτεροπαθείς (μεταστατικοί), εξορμώμενοι από τους πνεύμονες, μαστούς ή από άλλα όργανα. Μερικοί εγκεφαλικοί όγκοι είναι καλοήθεις και ανταποκρίνονται στη χειρουργική θεραπεία. Παραδείγματα είναι τα μηνιγγιώματα και οι όγκοι της υπόφυσης. Τα συμπτώματα εξαρτώνται από το μέγεθος και τη θέση της μάζας. Αποστήματα ή αιματώματα στην επιφάνεια ή μέσα στον εγκέφαλο μπορεί να μοιάζουν με όγκους. Μερικοί μπορεί να αφαιρεθούν. Τα γλοιώματα είναι κακοήθεις όγκοι που παρ’ όλη τη χειρουργική θεραπεία και την ακτινοθεραπεία έχουν συνήθως κακή πρόγνωση.Η κλινική εξέταση και η τομογραφία του εγκεφάλου (είτε απλή τομογραφία είτε μαγνητική τομογραφία) αποτελούν ασφαλείς και ακριβείς μεθόδους διάγνωσης του όγκου, του μεγέθους του, της θέσης του και της δυνατότητάς του για θεραπεία.
2. Εγκεφαλικά επεισόδια. Όταν ένα αγγείο, συνήθως αρτηρία, αποφραχθεί από ένα πήγμα αίματος είτε από θρόμβο είτε από έμβολο, τότε η περιοχή που διατρέφεται από αυτή την αρτηρία υπόκειται σε βλάβη. Τα κύτταρα πεθαίνουν και το τμήμα του εγκεφάλου συρρικνώνεται. Η απόφραξη ενός αγγείου μπορεί να αφορά μια μικρή αρτηρία του εγκεφάλου ή μια μεγάλη αρτηρία του τραχήλου. Η ασπιρίνη, τα αντιπηκτικά και άλλα φάρμακα ελαττώνουν τα υποτροπιάζοντα επεισόδια και ένας αριθμός ασθενών επωφελείται εάν μία στενωμένη αρτηρία του τραχήλου καθαριστεί με μια χειρουργική επέμβαση, που λέγεται ενδαρτηριεκτομή. Παρόμοια συμπτώματα αναπτύσσονται τάχιστα εάν το αγγείο σπάσει προκαλώντας έτσι μια εγκεφαλική αιμορραγία. Τα συμπτώματα ενός εγκεφαλικού επεισοδίου είναι αιφνίδια αδυναμία ή παράλυση του άνω και του κάτω άκρου της αντίθετης πλευράς της καταστραμμένης περιοχής του εγκεφάλου (ημιπάρεση) και μερικές φορές απώλεια του μισού οπτικού πεδίου της όρασης από την ίδια πλευρά της περιοχής που έχει προσβληθεί (ημιανοψία). Η περιοχή της ομιλίας βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του εγκεφάλου στους δεξιόχειρες. Στο 60% των αριστερόχειρων η περιοχή της ομιλίας βρίσκεται πάλι στην αριστερή πλευρά, ενώ στο 40% στη δεξιά πλευρά. Εάν έχει βλαφτεί η περιοχή της ομιλίας, τότε αναπτύσσονται δυσκολίες και στην κατανόηση της γλώσσας αλλά και στην έκφραση της ομιλίας (βλ. λ. δυσφασία).
3. Εκφυλίσεις (ατροφία). Για αιτίες συχνά άγνωστες, διάφορες ομάδες νευρικών κυττάρων εκφυλίζονται πρώιμα. Η ασθένεια που προκύπτει εξαρτάται από ποια ομάδα νευρικών κυττάρων έχει προσβληθεί. Εάν έχουν προσβληθεί τα «εν τω βάσει» βασικά γάγγλια, συμβαίνει κινητική διαταραχή, όπως η πάθηση του Πάρκινσον, η κληρονομική χορεία του Huntington ή στα παιδιά με συγγενή ελαττώματα του εγκεφάλου, αθέτωση και δυστονίες.
4. Φάρμακα και κακώσεις. Υπερβολική λήψη αλκοόλ, ηρεμιστικών και διεγερτικών ουσιών (LSD, κοκαΐνη και ηρωίνη) μπορεί να βλάψουν τον εγκέφαλο. Τα αποτελέσματα μπορεί να είναι αναστρέψιμα σε πρώιμες καταστάσεις. Σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση είναι δυνατό να προκαλέσει εντοπισμένη ή διάχυτη εγκεφαλική βλάβη.
5. Εγκεφαλική παράλυση. Βλάβη του εγκεφάλου στα παιδιά δεν αποκλείεται να συμβεί στη μήτρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή ενδέχεται να συμβεί από σπάνιες κληρονομικές ή γενετικές παθήσεις. Είναι συχνά ελαττώματα, όπως σπαστικά άκαμπτα μέλη (συνήθως κάτω άκρα), διαταραχές των κινήσεων και διαταραχές ομιλίας. Μερικά από αυτά τα παιδιά είναι διανοητικά καθυστερημένα.
6. Άνοιες. Στους ηλικιωμένους, μια διάχυτη απώλεια κυττάρων, ειδικά στο πρόσθιο τμήμα του εγκεφάλου, προκαλεί τη νόσο του Αλτσχάιμερ, το κύριο στοιχείο της οποίας είναι απώλεια μνήμης, προσοχής και κρίσης. Προσβάλλει περίπου το 5% των ατόμων πάνω από την ηλικία των 80 ετών, αλλά δεν οφείλεται μόνο στο αποτέλεσμα της γήρανσης. Πολλοί ασθενείς χρειάζεται να υποβληθούν σε ορισμένες δοκιμασίες και τομογραφίες του εγκεφάλου για να αποδειχθούν άλλες θεραπεύσιμες αιτίες άνοιας. Είναι ασυνήθιστο αυτές οι ασθένειες να έχουν οικογενή χαρακτήρα. Σπανίως, πολλαπλά εγκεφαλικά επεισόδια μπορεί να προκαλέσουν άνοια.
7. Φλεγμονές. Στον εγκέφαλο είναι ασυνήθεις. Ιοί, όπως της ιλαράς, παρωτίτιδας, έρπητα, του AIDS και σπάνια εμβολιασμός μπορεί να προκαλέσουν εγκεφαλίτιδα, δηλαδή μια διάχυτη φλεγμονή. Μικρόβια είναι δυνατό να μολύνουν τις μήνιγγες και να προκαλέσουν μηνιγγίτιδα.
Εγκυμοσύνη. Η περίοδος κατά την οποία εγκαθίσταται το γονιμοποιημένο ωάριο μέσα στα γεννητικά όργανα (μήτρα) της γυναίκας (εμφύτευση), και αρχίζει να αναπτύσσεται και να διαμορφώνεται το έμβρυο.Η εγκυμοσύνη ή κύηση διακρίνεται σε εξωμήτρια και ενδομήτρια. Η εξωμήτρια είναι πάντοτε παθολογικό φαινόμενο. Το ωάριο μετά τη γονιμοποίησή του δεν εγκαθίσταται στη μήτρα, αλλά παραμένει στη σάλπιγγα, στην κοιλιά ή στον τράχηλο. Εκεί αρχίζει να αναπτύσσεται, αλλά έπειτα από περίπου 5 εβδομάδες, λόγω της αύξησής του, διασπά το τοίχωμα και πέφτει στα σπλάχνα, με αποτέλεσμα η γυναίκα να διατρέχει σοβαρό κίνδυνο. Σε περίπτωση εξωμήτριας εγκυμοσύνης, η κύηση πρέπει να διακοπεί αμέσως μετά τη διάγνωση, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος.Η ενδομήτρια διακρίνεται σε απλή και σε πολλαπλή. Η πολλαπλή γίνεται όταν περισσότερα από ένα σπερματοζωάρια γονιμοποιήσουν ή το ίδιο ωάριο ή περισσότερα, οπότε αναπτύσσονται δίδυμα, τρίδυμα κτλ. έμβρυα. Στην απλή το γονιμοποιημένο ωάριο εγκαθίσταται στη μήτρα, προσκολλάται στα τοιχώματά της και αρχίζει να αναπτύσσεται. Ως αποτέλεσμα αυτού, η μήτρα αρχίζει να μεγαλώνει και να προβάλλεται προς τα έξω η κοιλιά. Ανάλογα με το μήνα εγκυμοσύνης μεγαλώνει και η μήτρα. Η διάγνωση της εγκυμοσύνης τις πρώτες μέρες βασίζεται σε ορισμένες ενδείξεις (διακοπή της εμμηνορρυσίας, τη γενική αδιαθεσία της εγκύου, τη διόγκωση των μαστών, ενώ στις θηλές εμφανίζεται και ένα λεπτό υγρό) και σε εργαστηριακές εξετάσεις (η μέτρηση της β-χοριακής γοναδοτροπίνης και το υπερηχογράφημα). Στα προχωρημένα στάδια της εγκυμοσύνης είναι δυνατό να ακουστούν οι καρδιακοί παλμοί και τα σκιρτήματα του εμβρύου. Η στάση του εμβρύου μέσα στη μήτρα είναι ανάλογη με το στάδιο της εγκυμοσύνης. Έτσι στα αρχικά στάδια παίρνει το σχήμα του αβγού, έχοντας τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και τα πόδια διπλωμένα στην κοιλιά του.
Η διάρκεια της εγκυμοσύνης υπολογίζεται σε 275 μέρες περίπου από τη στιγμή της γονιμοποίησης. Στη διάρκεια της εγκυμοσύνης παρατηρούνται πολλές αλλαγές στο δέρμα και τους μαστούς της εγκύου, ενώ παρατηρούνται μεταβολές του σωματικού βάρους και του μεταβολισμού της, καθώς και μεταβολές του αιμοποιητικού, του πεπτικού, του κυκλοφορικού, του αναπνευστικού και του ουροποιητικού συστήματός της.Η έγκυος καθώς και το έμβρυο εκθέτονται κάθε στιγμή σε κινδύνους από διάφορες παθήσεις κοινές ή προερχόμενες από την όλη κατάσταση της εγκυμοσύνης. Τα διάφορα λοιμώδη νοσήματα (ιδίως η ερυθρά) προξενούν βλάβες στο έμβρυο. Η πιο σοβαρή ασθένεια είναι η τοξιναιμία της κύησης, που εκδηλώνεται με κεφαλόπονο, νευρόπονο, δυσπεψία, ταχυκαρδία, αναιμία κ.ά. Άλλες επιπλοκές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι η αποβολή, η πρόωρη αποκόλληση του πλακούντα, η προεκλαμψία, η εκλαμψία, η ρήξη της μήτρας κ.ά. Στη σύγχρονη εποχή, προκειμένου να ελεγχθεί η υγεία του εμβρύου και να διαγνωσθούν έγκαιρα παθήσεις που μπορεί να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο ίδιο το έμβρυο ή στην εξέλιξη της εγκυμοσύνης, έχει αναπτυχθεί ο προγεννητικός έλεγχος, που εφαρμόζεται είτε στο έμβρυο είτε στη μητέρα.Προκειμένου να εξασφαλιστεί όσο το δυνατό ομαλότερη και χωρίς προβλήματα εγκυμοσύνη και να εξασφαλιστεί η υγεία του εμβρύου και της μητέρας του, είναι απαραίτητη η τήρηση των κανόνων υγιεινής και η προσεγμένη διατροφή της εγκύου. Πρέπει να φορά ειδική ελαφριά ενδυμασία, να μην κουράζεται, να τηρεί τέλεια καθαριότητα, να μην παίρνει φάρμακα χωρίς συνταγή από το γιατρό και η διατροφή της πρέπει να είναι πλούσια σε λευκώματα, ασβέστιο και βιταμίνες.
ΕΪΤΖ (AIDS) (Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας). Μολυσματική ασθένεια που οφείλεται σε λοίμωξη από ένα ρετροϊό που λέγεται ιός ΗΙV (Human Immunodeficiency Virus). Ο ιός προσβάλλει κυρίως τα βοηθητικά Τ-λεμφοκύτταρα καθώς και τα κυτταροτοξικά Τ-λεμφοκύτταρα και τα νευρικά κύτταρα.Η μετάδοση του ιού γίνεται με ανταλλαγή υγρών του σώματος που περιέχουν τον ιό, ειδικά με το αίμα και το σπέρμα. Αυτό μπορεί να συμβεί με τη σεξουαλική επαφή ή με άμεσο ενοφθαλμισμό του ιού, όπως με τη χρήση μολυσμένων βελόνων για ενέσεις ή μολυσμένων παραγώγων του αίματος και μεταμοσχευμένων οργάνων. Οι έγκυες γυναίκες, φορείς του ιού, μπορεί να τον μεταδώσουν στο έμβρυο. Ο ιός δε μεταδίδεται με τις συνήθεις καθημερινές επαφές ή μέσω των εντόμων.Στον οργανισμό που έχει προσβληθεί από τον ιό παρατηρείται μια βαθμιαία αλλά προοδευτική πτώση του αριθμού των Τ-λεμφοκυττάρων-CD4 από το φυσιολογικό τους αριθμό (ο οποίος είναι πάνω από 500/μL) προς το μηδέν. Επίσης παρατηρείται ανωμαλία στην άνοση λειτουργία και άλλων κυττάρων. Καθώς ο αριθμός των CD4+ κυττάρων μειώνεται, το άτομο γίνεται ιδιαίτερα επιρρεπές σε τυχαίες λοιμώξεις και σε ορισμένους όγκους και αυτό γίνεται περισσότερο φανερό όταν ο αριθμός των CD4+ κυττάρων μειωθεί κάτω από 200/ μL.
Τα κλινικά σημεία και συμπτώματα των λοιμώξεων από τον ιό είναι ποικίλα. Περίπου 1-6 εβδομάδες μετά την αρχική λοίμωξη, οι μισοί ασθενείς ή τα 2/3 των προσβληθέντων ατόμων παρουσιάζουν μια εμπύρετη αδενοπάθεια. Αυτό έχει ονομαστεί πάθηση της στροφής της αλλεργίας ή οξύ ιογενές σύνδρομο. Η εξέταση για ανεύρεση αντισωμάτων του ιού είναι συχνά αρνητική σε αυτό το στάδιο και μπορεί να παραμείνει αρνητική μέχρι και έξι μήνες. Έτσι ο έλεγχος για αντισώματα έναντι του ιού του AIDS σε αυτό το στάδιο μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένα αποτελέσματα. Έπειτα από αυτή την αρχική πάθηση, που δεν αναγνωρίζεται σε ένα σημαντικό αριθμό ατόμων, η λοίμωξη από τον ιό είναι συχνά ασυμπτωματική για μεγάλο διάστημα. Κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος ο ιός πολλαπλασιάζεται σε όλο το σώμα και φαίνεται μια προοδευτική ανοσοκαταστολή. Μπορεί να περάσουν 10 ή περισσότερα χρόνια πριν συμβεί μια οριστική εκδήλωση του ενεργού AIDS. Ωστόσο το προσβλημένο άτομο (φορέας του ιού) μπορεί στο διάστημα αυτό να μεταδίδει τη νόσο.Κατά την εκδήλωση της νόσου, περίπου το 1/3 των προσβλημένων ατόμων αναπτύσσει επίμονη γενικευμένη διόγκωση των λεμφαδένων. Επίσης μπορεί να συμβούν και αναιμία, αιμορραγία και εύκολοι μωλωπισμοί του δέρματος. Μια μειοψηφία ασθενών παρουσιάζει συμπτώματα, όπως κόπωση, ανορεξία, απώλεια βάρους, γαστρεντερικά ενοχλήματα, νυκτερινούς ιδρώτες και ήπιο πυρετό. Καθώς προοδεύει η λοίμωξη, συμβαίνουν τυχαίες λοιμώξεις ή κακοήθεις όγκοι. Συχνά συμβαίνουν παθήσεις του πνευμονικού και γαστρεντερικού συστήματος, όπως και δερματικά εξανθήματα. Περιφερική νευροπάθεια υπάρχει στο 20-40% των ατόμων και η λοίμωξη του AIDS στο κεντρικό νευρικό σύστημα μπορεί να προκαλέσει προοδευτική απώλεια μνήμης, διαταραγμένη συγκέντρωση και διανοητική επιβράδυνση. Αυτό αποκαλείται άνοια του AIDS ή εγκεφαλοπάθεια του ιού του AIDS. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 το AIDS ήταν γεωγραφικά εντοπισμένο στις ΗΠΑ, τη Δυτική Ευρώπη και την Αφρική κάτω από τη Σαχάρα.
Σημαντικές ενδεικτικές καταστάσεις
λόγω λοίμωξης από τον ιό του ΕΪΤΖ (AIDS)
Οισοφαγική, τραχειακή, βρογχική ή πνευμονική καντινίαση
Διηθητικός καρκίνος του τραχήλου της μήτρας
Εξωπνευμονική κρυπτοκοκκίαση
Διάσπαρτη ή εξωπνευμονική κοκκιδιομύκωση
Χρόνια κρυπτοσποριδίαση
Πάθηση από μεγαλοκυτταρικό ιό (εκτός από το ήπαρ, σπλήνα ή λεμφαδένες)
Εγκεφαλοπάθεια σχετιζόμενη με τον ιό του απλού έρπητα
Διάσπαρτη ή εξωπνευμονική ιστοπλάσμωση
Σάρκωμα Kaposi
Λέμφωμα Burkitt (ή ισοδύναμό του)
Ανοσοβλαστικό λέμφωμα (ή ισοδύναμό του)
Εγκεφαλικό λέμφωμα
Εξωπνευμονικό σύμπλεγμα με Mycobacterium avium intracellulare
Μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης
Κάθε άλλη διάσπαρτη φυματιώδης λοίμωξη
Πνευμονία από Pneumocystis Carinii
Υποτροπιάζουσα πνευμονία
Προοδευτική πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια
Υποτροπιάζουσα σηψαιμία από σαλμονέλα
Εγκεφαλική τοξοπλάσμωση
Σύνδρομο ατροφίας λόγω AIDS


Έλκος. Πληγή στην επιφάνεια του δέρματος ή των βλεννογόνων. Ένα έλκος αποτελείται από ένα έδαφος, που ως συνέπεια έχει συνήθως κάποιο βάθος σε σχέση με τον περιβάλλοντα υγιή ιστό και έναν περίγυρο όπου καταλήγει ο υγιής ιστός. Το έδαφος ενός έλκους που επουλώνεται αποτελείται από κοκκιώματα, τα οποία είναι μικρές μάζες κυττάρων που έχουν επιστρατευτεί για να σχηματίσουν συνδετικό ιστό και σχηματίζουν πλούσια τριχοειδή αιμάτωση, η οποία δίνει στο έλκος μια έντονη ερυθρή εμφάνιση. Ο περίγυρος είναι μπλε χρώματος και παρουσιάζει μια ανάπτυξη επιθηλιακών κυττάρων, που σταθερά εισέρχονται προς τα μέσα. Κατά τη διαδικασία της επούλωσης, ο ινώδης ιστός που σχηματίζεται από τα κοκκιώματα συσπάται και έτσι μικραίνει ο περίγυρος του έλκους και καταλήγει τελικά σε μια ουλή. Εάν υπάρχει κάποια παρεμβολή σε αυτές τις φυσιολογικές διαδικασίες, τότε το έλκος καθυστερεί να επουλωθεί.
Είδη: 1. Κιρσοειδή έλκη: Γενικά προκαλούνται από εκδορά του δέρματος του κάτω άκρου που έχει την τάση να εκζεματοποιηθεί λόγω κακής κυκλοφορίας. Είναι δύσκολο να επουλωθεί όσο ο ασθενής περπατάει και το έλκος έχει την τάση να δημιουργηθεί ή να εξελιχθεί σε ένα τυλώδες έλκος.
2. Εσωτερικά έλκη: Αναπτύσσονται στο στόμα, στο στόμαχο, στο δωδεκαδάκτυλο, στα έντερα και σε άλλα σημεία.
3. Συφιλιδικό έλκος: Έχει το χαρακτηριστικό να έχει έναν απότομο περίγυρο (άκρα) και εάν αφεθεί αθεράπευτο, να σχηματίζει μια καφεοειδή δυσχρωματική ουλή.
4. Φυματιώδη έλκη: Εξορμώνται από ένα φυματιώδες απόστημα κάτω από το δέρμα, ενώ η δερματική πάθηση, γνωστή ως κοινός λύκος, είναι μια ποικιλία της φυματίωσης.
5. Κακοήθη έλκη: Αναπτύσσονται όταν ένας καρκίνος μεταδίδεται στο δέρμα. Ένα τέτοιο έλκος αναδίδει μια πολύ δύσοσμη μυρωδιά.
6. Τροφικά έλκη: Εμφανίζονται ως αποτέλεσμα αδύναμης νευρικής επιρροής, π.χ. το «εν τω βάθει διατιτραίνον» έλκος του πέλματος του ποδός στην κινητική αταξία ή οι κατακλίσεις σε αρρώστους που πρέπει να μένουν ξαπλωμένοι για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αιτίες. Ένα έλκος μπορεί να δημιουργηθεί από κάθε αιτία που βλάπτει την επιφάνεια του σώματος και αποτρέπει την άμεση επούλωση. Γενικά, κάθε κατάσταση που ελαττώνει τη ζωτικότητα ή τη δύναμη επούλωσης του σώματος δρα με αυτόν τον τρόπο. Μεταξύ αυτών των αιτιών μπορεί να είναι η μεγάλη ηλικία, η βαριά ασθένεια, το σκορβούτο, ο σακχαρώδης διαβήτης, η ουρική αρθρίτιδα, η σύφιλη, η φυματίωση· πληγές που προκαλούνται από αυτές τις αιτίες μπορεί να εξελιχθούν σε έλκη. Ελαττωματική αιματική κυκλοφορία είναι επίσης ένας σημαντικός παράγοντας, ειδικά για τα κιρσοειδή έλκη των κάτω άκρων. Συνεχής κινητικότητα κάθε μέρους στο οποίο βρίσκεται μια πληγή είναι αρκετή για να επιβραδύνει την επούλωσή της και να εξελιχθεί σε έλκος.
Εμετός. Η ξαφνική και βίαιη αποβολή του περιεχομένου του στομαχιού από το στόμα. Ο εμετός προκαλείται κατά δύο τρόπους: είτε δηλαδή κατόπιν αντανακλαστικού ερεθισμού του κέντρου του εμετού στον εγκέφαλο είτε κατόπιν απευθείας ερεθισμού αυτού από διάφορες ουσίες που κυκλοφορούν στο αίμα. Αιτίες εμετού είναι: 1. Διάφορες παθήσεις του πεπτικού συστήματος και των κοιλιακών σπλάχνων, όπως το γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος, η οξεία σκωληκοειδίτιδα κ.ά. 2. Παθήσεις του εγκεφάλου, όπως οι όγκοι, οι μηνιγγίτιδες κ.ά. 3. Η εγκυμοσύνη, συνήθως κατά τους τρεις πρώτους μήνες. 4. Διάφορες άλλες παθήσεις, όπως η εγκαυματική καταπληξία, το έμφραγμα του μυοκαρδίου, η κακοήθης υπέρταση, οι πνευμονίες, οι λαβυρινθικές διαταραχές, η κοιλιάγχη κ.ά. 5. Δηλητηριάσεις από φαγητά, διάφορες χημικές ουσίες, φάρμακα κ.ά. Επίσης, η μεγάλη κατανάλωση οινοπνεύματος, η λήψη ορισμένων φαρμάκων ερεθιστικών για το στομάχι κ.ά. 6. Ψυχικές αιτίες.
Ιδιαίτερη προσοχή επιβάλλεται στην περίπτωση που οι εμετοί συνεχίζονται, για τον κίνδυνο αφυδάτωσης. Επίσης, στην περίπτωση αιματέμεσης, δηλαδή αποβολής και αίματος στο εμέτημα, πράγμα το οποίο σημαίνει αιμορραγία στο πεπτικό σύστημα ή αλλού (βλ. λ. αιματέμεση).
Τέλος, συχνά προκαλείται εμετός για θεραπευτικούς σκοπούς, όπως λ.χ. σε περίπτωση δηλητηρίασης. Τότε ο εμετός προκαλείται με την εισαγωγή των δαχτύλων στο βάθος της στοματικής κοιλότητας του αρρώστου, δηλαδή γίνεται ερεθισμός του φάρυγγα και της ρίζας της γλώσσας. Αν η μέθοδος αυτή αποτύχει, τότε χορηγούνται διάφορα εμετικά φάρμακα.
Έμφραγμα. Με τον όρο αυτόν εννοούμε τις αλλοιώσεις που γίνονται στην καρδιά του ανθρώπου λόγω ισχαιμικής νέκρωσης από κυκλοφοριακή ανεπάρκεια.Η αιμάτωση της καρδιάς γίνεται με τα στεφανιαία αγγεία. Η απόφραξη λοιπόν ενός ή περισσότερων στεφανιαίων αγγείων έχει ως αποτέλεσμα η περιοχή της καρδιάς η οποία έπαιρνε αίμα από αυτά, να νεκρωθεί. Όσο μεγαλύτερο είναι το αγγείο που αποφράχτηκε, τόσο μεγαλύτερη είναι και η περιοχή η οποία νεκρώνεται και στη συνέχεια και η ανεπάρκεια, το αποτέλεσμα της οποίας μπορεί να είναι και ο θάνατος του αρρώστου. Αιτίες εμφράγματος είναι η αρτηριοσκλήρωση των στεφανιαίων, η συφιλιδική αορτίτιδα, η ρευματική καρδίτιδα, συγκινησιακοί παράγοντες, το κάπνισμα, η απότομη εναλλαγή ψυχρού και θερμού περιβάλλοντος κτλ. Κύρια όμως και συχνότερη αιτία είναι η αρτηριοσκλήρωση. Κι αυτός είναι ο λόγος που τα εμφράγματα κυρίως εμφανίζονται σε ηλικία 40 ετών και πάνω.
Τα συμπτώματα ποικίλλουν ανάλογα με το βαθμό της βλάβης. Κύριο σύμπτωμα είναι ο πόνος, ο οποίος εντοπίζεται συνήθως στην περιοχή του στέρνου. Είναι αφόρητος, διαρκεί για πολύ και προκαλεί ψυχρούς ιδρώτες, αγωνία, ναυτία ή και εμετούς. Άλλα συμπτώματα είναι η συχνοσφυγμία, η πτώση της αρτηριακής πίεσης και συχνά η περιφερειακή κυκλοφοριακή ανεπάρκεια (σοκ). Τα συμπτώματα δεν είναι πάντοτε τυπικά. Άλλοτε λείπει εντελώς σχεδόν ο πόνος και υπάρχει το σοκ, άλλοτε δεν παρατηρείται σοκ και ο πόνος είναι ελαφρός. Πολύ συχνές και βαριές είναι οι επιπλοκές του εμφράγματος, με αποτέλεσμα το θάνατο. Επίσης συχνοί είναι οι σχηματισμοί θρόμβων, οι οποίοι αποσπώνται και προκαλούν περιφερειακές εμβολές στον εγκέφαλο, τους πνεύμονες, τα νεφρά κ.ά. Ακόμη προκαλούνται αρρυθμίες της καρδιάς, οξύ πνευμονικό οίδημα κ.ά.
Όσο πιο γρήγορα γίνει η διάγνωση και η θεραπεία ενός εμφράγματος, τόσο περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν για την επιβίωση του αρρώστου και την πρόληψη των επιπλοκών.
Επαγγελματικές παθήσεις. Παθήσεις που προκαλούνται από την επαγγελματική δραστηριότητα του ανθρώπου. Η εργασία αποτελεί αιτία ασθενειών και ατυχημάτων στον άνθρωπο από αιώνες. Παλαιότερες μελέτες επικεντρώνονταν στους κινδύνους των ανθρακωρυχείων, όπου η υγεία των εργαζομένων σ’ αυτά κινδύνευε σοβαρά, καθιστώντας τα σχετικά «επαγγέλματα» συνώνυμα της δουλείας και της εγκληματικότητας. Όμως η συνεχής βιομηχανοποίηση διεύρυνε το φάσμα των κινδύνων στους οποίους μπορεί οι εργαζόμενοι να εκθέσουν την υγεία τους. Ο έλεγχος του χώρου εργασίας, όσο αφορά την έκθεση σε κάποιο κίνδυνο στη σύγχρονη βιομηχανική εποχή, έχει περιορίσει το συνολικό αριθμό των ασθενειών, χωρίς όμως να καταφέρει να τον εξαλείψει ολοκληρωτικά.
Οι σημαντικότερες επαγγελματικές παθήσεις, καθώς και οι αιτίες που τις προκαλούν εξετάζονται παρακάτω:
Α) Υλικά που εισπνέονται:
1. Η πνευμονοκονίαση καλύπτει μια ομάδα ασθενειών που προκαλούν ινώδη πάθηση του πνεύμονα, η οποία ακολουθεί την εισπνοή σκόνης. Περίπου 500 νέες περιπτώσεις αντιμετωπίζονται κάθε χρόνο, οι οποίες οφείλονται κυρίως σε καρβουνόσκονη που περιέχει ή όχι πυρίτιο. Η πιτυρίαση είναι η σοβαρότερη πάθηση. Η ανάπτυξη της βιομηχανίας του άνθρακα καθώς και η βελτίωση της σκόνης των ορυχείων ως προς τη συμπύκνωση, έχουν ελαχιστοποιήσει τη σημασία της πάθησης, ενώ οι σχετικές με τον αμίαντο ασθένειες σήμερα φθάνουν σε 1.000 περιστατικά το χρόνο. Οι ίνες του αμίαντου προκαλούν μια συγκεκριμένη πνευμονική πάθηση, αλλά επίσης ευθύνονται και για σοβαρές καταστάσεις, όπως το υπεζωτοκικό και περιτοναϊκό μεσοθηλίωμα, καθώς και ο καρκίνος του πνεύμονα.
2. Το επαγγελματικό άσθμα παρουσιάζει αυξανόμενη σημασία όχι μόνο λόγω της αναγνώρισης νέων αλλεργικών παραγόντων, αλλά και του αριθμού των αναφερόμενων περιπτώσεων. Είκοσι δύο ειδικοί παράγοντες έχουν καταγραφεί, από τους οποίους αυτοί που προσβάλλουν πιο συχνά τους πνεύμονες είναι: ισοκυανιούχα, διάφορα άλευρα, ρητίνες και σκόνη από ξύλο. Άλλοι παράγοντες που προκαλούν αλλεργία είναι τα πρωτεολυτικά ένζυμα, τα άλατα, τα αρθρόποδα και τα οστρακοειδή, τα αντιβιοτικά και οι δραστικές χρωστικές ουσίες. Η ασθένεια εκδηλώνεται ύστερα από μια σύντομη, χωρίς συμπτώματα, περίοδο έκθεσης, τα συμπτώματα παρουσιάζονται παροδικά με την έκθεση και ανακουφίζονται με την απουσία από την εργασία.
3. Η βυσσίνωση θεωρείται από πολλούς ως παραλλαγή του επαγγελματικού άσθματος. Η κατάσταση ωστόσο είναι βαρύτερη και πολυπλοκότερη. Σε ευαίσθητα άτομα η έκθεση σε σκόνη που προέρχεται από κάποιες ίνες, όπως βαμβάκι, κάνναβη, λινάρι, είναι δυνατό να προκαλέσει έντονη δύσπνοια με βήχα και παρεμπόδιση των αεραγωγών. Πρωτοεμφανίζεται την πρώτη εργάσιμη μέρα και έπειτα υποτονεί. Αργότερα, με τη συνεχή έκθεση, τα συμπτώματα επανεμφανίζονται σε αντίστοιχο αριθμό ημερών, μέχρις ότου ακόμη και τις ημέρες της αργίας δεν παύουν να υπάρχουν συμπτώματα.
Άλλες οργανικές σκόνες μπορεί να προκαλέσουν εξωγενή αλλεργική κυψελίτιδα, με αποτέλεσμα μειωμένη μεταφορά αναπνευστικών αερίων στις κυψελίδες. Οι περισσότεροι από τους παράγοντες που την προκαλούν είναι μυκητιασικοί σπόροι. Συχνά αυτή η πάθηση εκδηλώνεται ως μια γριπώδης συνδρομή, και αν η έκθεση συνεχιστεί, οδηγεί σε υποξεία και χρόνια πνευμονική ινώδη ασθένεια.
Β) Δερματίτιδα. Ο κίνδυνος πρόκλησης δερματίτιδας από μια αντίδραση αλλεργίας ή ερεθισμού από ουσίες που χρησιμοποιούνται στην εργασία είναι συχνός σε πολλά επαγγέλματα. Αποτελεί τη συχνότερη επαγγελματική ασθένεια. Παρόλο που οι αλλαγές στα κριτήρια αντιμετώπισης τα τελευταία χρόνια έχουν μειώσει σημαντικά τα κρούσματα, έρευνες που βασίζονται στη γενική παθολογία παρουσιάζουν τη διάγνωση περισσότερων από 50.000 νέων περιπτώσεων το χρόνο. Τα 3/4 των παραπάνω περιπτώσεων αφορούν ερεθιστικές εξ επαφής δερματίτιδες που οφείλονται σε παράγοντες όπως οξέα, αλκάλια, ακόμη και σαπούνι και νερό. Η αλλεργική εξ επαφής δερματίτιδα είναι μια ειδικότερη αντίδραση των ευαίσθητων ατόμων σε ένα φάσμα αλλεργιογόνων.
Τα κύρια αλλεργιογόνα με τα οποία έρχεται κανείς σε επαφή κατά την εργασία περιλαμβάνουν τις χρωστικές ουσίες, το νικέλιο, τις ρητίνες, τις γομώσεις, τα μικροβιοκτόνα, τις βαφές, τα τοπικά αναισθητικά και τα αντιβιοτικά, καθώς και ορισμένα φυτά και ξύλα.
Γ) Μυοσκελετικές διαταραχές. Εκτός από τα συνηθέστερα προβλήματα στην πλάτη που προέρχονται από χειρωνακτικές εργασίες, υπάρχουν δύο ομάδες διαταραχών που προκαλούνται από επαναλαμβανόμενα τραύματα: α) οι περιπτώσεις «χτυπήματος», όπως χτυπημένο γόνατο ή αγκώνας που προκαλούνται από βλάβη στην άρθρωση εξαιτίας συχνού γονατίσματος ή συρσίματος, προβλήματα που έχουν σχέση π.χ. με το επάγγελμα του ανθρακωρύχου και του ταπητουργού, β) οι διαταραχές των άνω άκρων, που προκαλούνται στην εργασία από επαναλαμβανόμενες κινήσεις, όπως η τενοντίτιδα, η τενοντοθυλακίτιδα, το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα και η επικονδυλίτιδα και οι διαταραχές με παρατεταμένες ή επαναλαμβανόμενες ενοχλήσεις που αφορούν τη στάση του σώματος, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν δυσφορία στον ώμο ή την αυχενική μοίρα. Αυτές είναι συνήθεις στο σύνολο του πληθυσμού και η επαγγελματική ανταπόδοσή τους είναι συχνά αντιφατική. Τα επαγγέλματα που διατρέχουν ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο περιλαμβάνουν τους συσκευαστές, τους εργάτες ηλεκτρονικών μέσων, τους επεξεργαστές πληροφοριών, τους ταμίες των πολυκαταστημάτων και τους τηλεφωνητές. Αυτές οι εργασίες συχνά εμπεριέχουν έναν αριθμό σχετικών εκθέσεων σε δυναμικό ή στατικό φορτίο, υπερβολικό φάσμα κινήσεων και αλλόκοτες στάσεις.
Δ) Φυσικοί παράγοντες. Ένας αριθμός φυσικών παραγόντων προκαλεί επαγγελματικές ασθένειες, από τις οποίες η πιο σημαντική είναι η επαγγελματική κώφωση. Έκθεση σε θόρυβο μέσα στο χώρο εργασίας, που ξεπερνά τα 85 ντεσιμπέλ σε μία εργάσιμη μέρα, είναι πιθανό να προκαλέσει βλάβη της ακοής, η οποία και περιορίζεται στις βασικές συχνότητες που έχουν σχέση με την ομιλία (περίπου 3 με 4 ΚHz). Η προστασία από τέτοιους ήχους κρίνεται επιτακτική, καθώς τα ακουστικά δεν είναι δυνατό να βελτιώσουν τη νευρική βλάβη από τη στιγμή που αυτή έχει συμβεί.
Το σύνδρομο της δόνησης του άνω άκρου. Είναι διαταραχή των αγγειακών και/ή των νευρικών απολήξεων των χεριών που οδηγεί σε επεισόδια χλομιάσματος και μουδιάσματος τα οποία επιδεινώνονται με τη χαμηλή θερμοκρασία. Η κατάσταση η οποία προκαλείται από τα δονούμενα εργαλεία, όπως αλυσοπρίονα, κομπρεσέρ, συγγενεύει με την πάθηση του Raynaud και μπορεί να προκαλέσει αναπηρία.
Το σύνδρομο της αποσυμπίεσης. Προκαλείται από απότομη αλλαγή στην ατμοσφαιρική πίεση και αφορά τους δύτες, τους εργάτες ορυχείων και τους αεροπόρους.
Εκτός από τις άμεσες επιδράσεις εξαιτίας της αλλαγής της ατμοσφαιρικής πίεσης, όπως η διάτρηση της τυμπανικής μεμβράνης ή ο πόνος του ακουστικού πόρου, οι σημαντικότερες βλάβες είναι έμμεσα οφειλόμενες στις φυσαλίδες αζώτου που εμφανίζονται στο αίμα μπλοκάροντας τα μικρά αιμοφόρα αγγεία. Βλάβη στο κεντρικό και το περιφερικό νευρικό σύστημα, καθώς και νέκρωση των οστών, είναι τα πιο επικίνδυνα επακόλουθα.
Ε) Ακτινοβολία. Μη ιονίζουσα ακτινοβολία προερχόμενη από λέιζερ ή μικροκύματα είναι δυνατό να προκαλέσει σοβαρή τοπική θερμότητα οδηγώντας σε βλάβη του ιστού, όπως ο καταρράκτης.
Η ιονίσουσα ακτινοβολία προερχόμενη από ραδιενεργές πηγές μπορεί να προκαλέσει παρόμοιες οξείες βλάβες σε ιστούς, στο μάτι, καθώς και στα κύτταρα που πολλαπλασιάζονται ταχέως, τα κύτταρα στα έντερα και στο μυελό των οστών. Μακροπρόθεσμες επιδράσεις περιλαμβάνουν γενετικές βλάβες και διάφορες κακοήθεις διαταραχές, από τις οποίες η λευχαιμία και η απλαστική αναιμία είναι αξιοσημείωτες. Ιδιαίτερα, ραδιενεργά ισότοπα μπορούν να καταστρέψουν ή να προκαλέσουν κακοήθη μεταλλαγή σε σημαντικά όργανα.
Στ’) Άλλες περιπτώσεις επαγγελματικού καρκίνου. Η εργασία ευθύνεται άμεσα για το 5% ακόμα των περιπτώσεων. Εκτός από τον καρκίνο που προκαλείται από αμίαντο ή ιονίζουσα ακτινοβολία, ένας αριθμός έκθεσης κατά την εργασία μπορεί να προκαλέσει καρκίνο στον άνθρωπο. Το Διεθνές Πρακτορείο Έρευνας για τον καρκίνο έχει καταγράψει σε κατάλογο τους παράγοντες ή τις διαδικασίες που προκαλούν καρκίνο σε 50, από τους οποίους οι 31 είναι επαγγελματικοί. Οι σημαντικότεροι από αυτούς τους παράγοντες είναι οι πολυπυρηνικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες, όπως τα μεταλλικά έλαια, η αιθάλη, οι πίσσες (δερματικός και πνευμονικός καρκίνος), οι αρωματικές αμίνες στις βαφές (καρκίνος της ουροδόχου κύστης), ορισμένες χρωστικές ουσίες, η επεξεργασία του νικελίου και του αρσενικού (καρκίνος του ρινικού πόρου), τα βενζόλια (λευχαιμία) και το μονομερές χλωρίδιο του βινυλίου (αγγειοσάρκωμα του ήπατος).
Ζ) Λοιμώξεις. Δύο ευρείες κατηγορίες επαγγελμάτων ενέχουν κίνδυνο για λοιμώξεις. Αυτές αφορούν τους εργαζόμενους που έρχονται σε επαφή με ζώα (κτηνοτρόφους, κτηνιάτρους, σφαγείς) και όσους έρχονται σε επαφή με ανθρώπινες πηγές λοίμωξης (υγειονομικό προσωπικό και εργάτες συλλογής απορριμμάτων).
Λοιμώξεις που εμφανίζονται και αφορούν την εργασία είναι η λεπτοσπείρωση, η φυματίωση, η ηπατίτιδα Β, η χλαμυδίαση, ο πυρετός Q, η βρουκέλωση. Άλλες λοιμώξεις, που είναι δυνατό να αντιμετωπιστούν, είναι ο άνθρακας, η όζαινα, ο στρεπτόκοκκος των χοίρων και η εχινοκοκκίαση.
Η) Δηλητηριάσεις. Σε παλαιότερες δεκαετίες οι δηλητηριάσεις από χημικές ουσίες, όπως μόλυβδος, φωσφόρος, αρσενικό, υδράργυρος, κάδμιο και έναν αριθμό οργανικών διαλυτών, ήταν πολύ πιο διαδεδομένες.
Οι συνηθέστεροι τώρα παράγοντες πρόκλησης δηλητηρίασης είναι διαλύτες, αέρια, οξέα, αλκάλια και ερεθιστικοί υδρατμοί. Οι κανονισμοί που αφορούν το μόλυβδο τονίζουν ότι τα άτομα στα οποία τα επίπεδα του αίματος σε μόλυβδο ξεπερνούν τα 69 mg/100 ml (39 για τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία) πρέπει να τεθούν σε διαθεσιμότητα από εργασίες που έχουν σχέση με μόλυβδο. Η επιτυχία στην ελαχιστοποίηση των παθολογικών περιπτώσεων συνίσταται κυρίως στην πρόληψη.
Πρόληψη. Υπάρχουν συγκεκριμένες αρχές πρόληψης που, αν εφαρμοστούν, μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο από τις παθήσεις που προκαλούνται στην εργασία. Ακριβώς επειδή αυτές οι παθήσεις δεν είναι δυνατό να εξαλειφθούν παγκοσμίως, η πρόληψη είναι υψίστης σημασίας. Αυτή αφορά μια ιεραρχία ελεγχόμενων μέτρων. Η ιδανική λύση είναι η εξάλειψη της ουσίας ή διαδικασίας που προσβάλλει τον ασθενή. Καθώς αποτυγχάνουμε σε αυτό, η υποκατάσταση με λιγότερο επικίνδυνα υλικά ή διαδικασίες, καθώς και πιο αποτελεσματική περίφραξη ή καλύτερος εξαερισμός, θα μπορούσε να επιχειρηθεί μειώνοντας την έκθεση του εργαζόμενου στους παράγοντες πρόκλησης των ασθενειών. Η λιγότερο ικανοποιητική μέθοδος είναι η ατομική προστασία του εργαζόμενου.
Επιληψία. Διαταραχή υποτροπιάζουσα και παροξυσμική που αρχίζει ξαφνικά και σταματά αυτόματα, οφειλόμενη σε μια αιφνίδια εκφόρτιση ηλεκτρικού ρεύματος από τα νευρικά κύτταρα του φλοιού του εγκεφάλου (φαιά ουσία). Η επιληψία πάντοτε ξεκινάει ως μια διαταραχή του εγκεφάλου, συνήθως από μια μικροσκοπική εστία, αλλά δεν αποτελεί πάθηση από μόνη της. Οι αιτίες της καθορίζονται με εργαστηριακές δοκιμασίες και με αξονική τομογραφία του εγκεφάλου. Οι σπασμοί μπορεί να είναι το πρώτο σημείο ενός όγκου ή να ακολουθούν ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, μια κάκωση του εγκεφάλου ή μια λοίμωξη.
Μια απλή επιληπτική κρίση δεν είναι επιληψία. Ένα σημαντικό ποσοστό ατόμων που είχαν μία επιληπτική κρίση (20%), δεν ξαναπαρουσιάζουν περαιτέρω επεισόδια και εξ ορισμού δε θεωρούνται επιληπτικά.
Μείζονες, γενικευμένοι, σπασμοί. Τα κυρίαρχα στοιχεία είναι η αιφνίδια, χωρίς προειδοποίηση, έναρξη. Ο ασθενής βγάζει μια κραυγή, πέφτει στο έδαφος, είναι άκαμπτος, κυανωτικός και τότε αρχίζει τους τονικοκλωνικούς σπασμούς που διαρκούν 1-2 λεπτά. Μετά πέφτει σε υπνηλία και σύγχυση που μπορεί να διαρκέσει για μερικές ώρες. Μπορεί σε μερικούς να υπάρχει ένα προειδοποιητικό σήμα, η λεγόμενη αύρα. Αυτή συνίσταται στην αίσθηση μιας οσμής, ή στην αίσθηση όρασης της κεφαλής ή της κοιλίας (το λεγόμενο déjà vu).
Εστιακοί σπασμοί (του Jackson). Αρχίζουν με γωνίωση (στράβωμα) της γωνίας του στόματος, του αντίχειρα ή του μεγάλου δακτύλου του ποδιού. Εάν ο σπασμός διαδοθεί, τότε υπάρχουν σπασμοί των άνω και κάτω μελών. Η συνείδηση διατηρείται εκτός και εάν ο σπασμός γενικευτεί. Σε μερικά επεισόδια τα μάτια και η κεφαλή γυρίζουν ανάποδα, το χέρι ανασηκώνεται και το σώμα στρίβει, ενώ μερικοί ασθενείς παρουσιάζουν (ή αισθάνονται) μυρμήγκιασμα στα άκρα τους.
Σπασμοί του κροταφικού λοβού. Ο ασθενής συνήθως εμφανίζεται απλανής και ανέκφραστος και μπορεί να είναι ανίκανος να μιλήσει ή μπορεί να μουρμουρίζει ή να φλυαρεί, αν και αργότερα, συχνά δε θυμάται αυτό το χρονικό διάστημα. Μπορεί να είναι ικανός να καταφέρει πολύπλοκες εργασίες, π.χ. να βγάλει τα γάντια του ή τα ρούχα του, και μπορεί να δαγκώνει τα χείλη του ή να ξύνει συνεχώς το ένα πόδι του (αυτοματισμοί). Υπάρχει μια αίσθηση ασυνήθιστων συμβάντων: μη πραγματικότητα ή ένα αίσθημα ότι όσα συμβαίνουν γύρω του τα έχει ξαναβιώσει (déjà vu). Μπορεί να υπάρχει ένα αίσθημα πανικού. Παράξενες δυσάρεστες οσμές και γεύσεις είναι οσφρητικές και γευστικές ψευδαισθήσεις. Οι οπτικές ψευδαισθήσεις είναι πλέον πολύπλοκες. Συχνά ψυχοκινητικά συμπτώματα είναι αίσθημα θερμότητας, δυσφορίας του στομάχου ή επιτάχυνση των σκέψεων. Όλα αυτά τα παράξενα συμπτώματα είναι σύντομα και εξαφανίζονται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ή σε 3-4 λεπτά.
Ελάσσονες σπασμοί. Αρχίζουν από την παιδική ηλικία και διαρκούν μερικά δευτερόλεπτα. Το παιδί δεν έχει αίσθηση τι του συμβαίνει, είναι λίγο ωχρό και μπορεί να «παίζουν» τα βλέφαρά του. Το κεφάλι μπορεί να πέσει μπροστά. Τα επεισόδια συχνά προκαλούνται από υπεραερισμό. Το παιδί και οι γονείς μπορεί να μην είναι ενήμεροι των επεισοδίων –το παιδί να το βιώνει σαν ένα όνειρο κατά τη διάρκεια της ημέρας. Μείζονες σπασμοί συμβαίνουν στο 1/3 των περιπτώσεων. Αντιθέτως με τις άλλες μορφές επιληψίας, το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα είναι διαγνωστικό.
Ήπαρ. Συμπαγές όργανο, σκούρου καφέ χρώματος, ο μεγαλύτερος αδένας του σώματος. Βρίσκεται στο επάνω δεξιό τμήμα της κοιλιακής κοιλότητας και επιτελεί πολλές και σημαντικές λειτουργίες, γι’ αυτό χαρακτηρίζεται και ως το «χημικό εργοστάσιο» του οργανισμού.Το σχήμα του ήπατος γενικά περιγράφεται ως ένα τρίγωνο πρίσμα, με τη δεξιά του γωνία στρογγυλοποιημένη. Έχει πέντε επιφάνειες: άνω, πρόσθια, δεξιά, οπίσθια, κάτω. Η πρόσθια και οπίσθια είναι τρίγωνες με τη βάση τους στη δεξιά πλευρά και την κορυφή του στα αριστερά. Οι επιφάνειες χωρίζονται μεταξύ τους από στρογγυλοποιημένα άκρα εκτός από την κάτω επιφάνεια που χωρίζεται με τη δεξιά πρόσθια και άνω επιφάνεια με οξέα άκρα. Το ήπαρ χωρίζεται σε τέσσερις λοβούς. Το μεγαλύτερο μέρος αποτελείται από το δεξιό λοβό. Ο αριστερός λοβός είναι μικρότερος, επεκτείνεται λίγο στο αριστερό ήμισυ της κοιλιάς και καταλήγει σε ένα οξύ άκρο, ενώ ο τρίτος λοβός (τετράγωνος λοβός) και ο τέταρτος (κερκοφόρος λοβός) είναι δύο μικροί λοβοί που βρίσκονται στην οπίσθια και άνω επιφάνεια. Περίπου στο μέσο της άνω επιφάνειας, προς τα πίσω, βρίσκεται η ηπατική σχισμή, που λέγεται πύλη του ήπατος. Από αυτήν εισέρχονται η ηπατική αρτηρία και η πυλαία φλέβα, οι οποίες μεταφέρουν αίμα στο ήπαρ και εδώ ενώνονται ο δεξιός και ο αριστερός ηπατικός πόρος που μεταφέρουν τη χολή η οποία παράγεται από το ήπαρ στη χοληδόχο κύστη. Η χοληδόχος κύστη είναι προσκολλημένη στην κάτω επιφάνεια του δεξιού λοβού.Το ήπαρ στηρίζεται στα τοιχώματα της κοιλιάς με πέντε συνδέσμους, οι τέσσερις από τους οποίους είναι πυκνώσεις του περιτοναίου που επενδύει όλη την περιτοναϊκή κοιλότητα και στηρίζει το άνω τμήμα του ήπατος στα κοιλιακά τοιχώματα. Αυτοί οι σύνδεσμοι είναι ο στεφανιαίος, ο δεξιός και ο αριστερός τριγωνικός, ο δρεπανοειδής και μια πυκνή ινώδης χορδή, ο στρογγυλός σύνδεσμος.
Το μήκος του ήπατος στη δεξιά πλευρά είναι περίπου 12 εκ., ενώ από δεξιά προς τα αριστερά είναι ακόμη μεγαλύτερο. Ζυγίζει περίπου 1,5 κιλό αυξομειούμενο ανάλογα με το μέγεθος του ατόμου, αλλά γενικά αποτελεί το 1/40 του συνολικού βάρους του σώματος. Στα παιδιά το ήπαρ είναι σχετικά μεγαλύτερο, αποτελώντας περίπου το 1/18 ολόκληρου του σωματικού βάρους.Το ήπαρ είναι οργανωμένο σε μικροσκοπικές μονάδες που λέγονται ηπατικά λοβία. Κάθε ηπατικό λοβίο αποτελείται από πλέγματα ηπατικών κυττάρων και από δίκτυα αιμοφόρων και χοληφόρων τριχοειδών αγγείων. Τα χοληφόρα τριχοειδή παραλαμβάνουν τη χολή που παράγεται από ηπατικά κύτταρα για να την αποβάλουν τελικά στο δωδεκαδάκτυλο, με ενδιάμεσο σταθμό τη χοληδόχο κύστη. Τα χοληφόρα τριχοειδή συνενώνονται μέσα στο ήπαρ και σχηματίζουν μεγαλύτερα χοληφόρα αγγεία, τα οποία σχηματίζουν τελικά το δεξιό και αριστερό ηπατικό πόρο αντίστοιχα από το δεξιό και αριστερό λοβό του ήπατος. Αυτοί διέρχονται από την πύλη του ήπατος, συνενώνονται και σχηματίζουν τον κοινό ηπατικό πόρο. Ο κοινός ηπατικός πόρος ενώνεται με τον κυστικό πόρο που προέρχεται από τη χοληδόχο κύστη και σχηματίζουν το χοληδόχο πόρο ο οποίος εκβάλλει τελικά στο δωδεκαδάκτυλο. Τα ηπατικά κύτταρα παράγουν συνεχώς τη χολή, η οποία αποθηκεύεται στη χοληδόχο κύστη και μόνο κατά τη διάρκεια της πέψης εκκρίνεται στο δωδεκαδάκτυλο.
Από την πύλη του ήπατος διέρχονται η ηπατική αρτηρία και η πυλαία φλέβα που διακλαδίζονται και καταλήγουν στα ηπατικά λοβία, όπου προμηθεύουν τα ηπατικά κύτταρα με οξυγόνο και θρεπτικά συστατικά αντίστοιχα. Στη συνέχεια το αίμα παραλαμβάνεται από την κεντρική φλέβα του κάθε ηπατικού λοβίου. Οι κεντρικές φλέβες συνενώνονται σε μεγαλύτερες ηπατικές φλέβες οι οποίες καταλήγουν στην κάτω κοίλη φλέβα που απομακρύνει το αίμα από το ήπαρ μαζί με τα άχρηστα προϊόντα του μεταβολισμού.
Η χολή είναι ένα αλκαλικό υγρό που περιέχει χολικά άλατα, χολικά οξέα, χρωστικές όπως η χολερυθρίνη, χοληστερόλη, ανόργανα άλατα και νερό (97,5%). Η χολερυθρίνη παράγεται από τη διάσπαση της αιμοσφαιρίνης από γηρασμένα ερυθρά αιμοσφαίρια και αποβάλλεται μέσω της χολής. Αύξηση της ποσότητας της χολερυθρίνης στο αίμα πάνω από τα φυσιολογικά όρια δημιουργεί τον ίκτερο. Η χολή συμβάλλει στη διάσπαση των λιπών μέσα στο λεπτό έντερο. Τα χολικά άλατα βοηθούν στην πέψη των λιπών, γαλακτοποιώντας τα λίπη, ενεργοποιώντας την παγκρεατική λιπάση και προκαλώντας την απορρόφηση των λιπών. Η χολή είναι απαραίτητη για την απορρόφηση των βιταμινών D και Ε.
Πέρα από την παραγωγή χολής, το ήπαρ έχει και άλλες λειτουργίες: α) Στο έμβρυο σχηματίζει τα ερυθροκύτταρα και στους ενήλικες αποθηκεύει τη βιταμίνη Β12, που είναι απαραίτητη στην παραγωγή ερυθροκυττάρων καθώς και τις βιταμίνες A, D, B2, B3, B4 και Κ. β) Κατασκευάζει ινωδογόνο, λευκωματίνες και σφαιρίνες. γ) Εναποθηκεύει σίδηρο και χαλκό, απαραίτητα για την παραγωγή ερυθροκυττάρων. δ) Παράγει ηπαρίνη και, με τη βοήθεια της βιταμίνης Κ, προθρομβίνη. ε) Τα κύτταρα του Kupffer μέσα στο ήπαρ αποτελούν ένα σημαντικό τμήμα του δικτυοενδοθηλικού συστήματος, όπου αποδομούνται τα ερυθροκύτταρα και πιθανώς συντίθενται αντισώματα. στ) Αποτοξινώνει τον οργανισμό αδρανοποιώντας φάρμακα και άλλες τοξικές ουσίες που απορροφούνται από το στομάχι και το έντερο. ζ) Εναποθηκεύει γλυκογόνο, μια πηγή υδατανθράκων, και ελέγχει το μεταβολισμό των υδατανθράκων. Όταν ο οργανισμός χρειάζεται γλυκόζη διασπά το γλυκογόνο σε γλυκόζη και προμηθεύει τον οργανισμό. η) Σχηματίζει βιταμίνη Α από το καροτένιο. θ) Διασπά αμινοξέα και παράγονται ουρία και ουρικό οξύ, που μεταφέρονται με το αίμα στους νεφρούς. ι) Παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην αποθήκευση και μεταβολισμό των λιπών. ια) Παράγει γλυκόζη από μη υδατανθρακικές ενώσεις, όπως από αμινοξέα.
Γενικά παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του μεταβολισμού, της θερμοκρασίας του σώματος και στη διατήρηση της ομοιόστασης του οργανισμού. Το ήπαρ έχει την ικανότητα της αναγέννησης καταστραμμένων τμημάτων του με πολλαπλασιασμό των ηπατικών κυττάρων. Σε περίπτωση όμως χρόνιας βλάβης του από λοιμώξεις ή τοξικές ουσίες τα ηπατικά κύτταρα καταστρέφονται (κίρρωση του ήπατος)
Ηπατίτιδα. Οξεία ή χρόνια ασθένεια τα συμπτώματα της οποίας είναι παρόντα ή μη ειδικά. Η οξεία ηπατίτιδα προκαλεί ίκτερο, κνησμό, κοιλιακό πόνο, ευαισθησία του ήπατος, αδιαθεσία, ανορεξία, πυρετό και ναυτία. Η θεραπεία περιλαμβάνει κλινοστατισμό και ανακούφιση των συμπτωμάτων. Όλα τα μη απαραίτητα φάρμακα πρέπει να διακοπούν και να απαγορευτεί το αλκοόλ. Η χρόνια ηπατίτιδα μπορεί να προκαλέσει όλα τα προηγούμενα συμπτώματα αλλά αυτά τείνουν να είναι πιο ύπουλα στην έναρξή τους.
Η διαγνωστική διερεύνηση περιλαμβάνει εξετάσεις αίματος, για να εκτιμηθεί η ηπατική λειτουργία, βιοψία του ήπατος για να ταξινομηθεί ο τύπος και η αιτία της ηπατίτιδας και υπερηχογράφημα.
Υπάρχουν πολλές αιτίες. Μερικοί παράγοντες μπορεί να προκαλέσουν οξεία ή χρόνια ηπατίτιδα.
Ιογενής ηπατίτιδα. Κλασικά αναφέρεται στη λοίμωξη με έναν από τους λεγόμενους ιούς της ηπατίτιδας, που είναι 5: A, B, C, D, E. Πολλοί άλλοι ιοί προκαλούν ηπατική λοίμωξη και αυτοί περιλαμβάνουν τον ιό του αδενικού πυρετού και του ΑΙDS. Η θεραπεία με πολλά φάρμακα προκαλεί ηπατίτιδα ως ανεπιθύμητη ενέργεια. Παραδείγματα είναι η υπερδοσολογία με παρακεταμόλη, η γενική αναισθησία με αλοθάνιο και το μεθυλ-ντοπα. Αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, μπορεί να συνοδευτούν με χρόνια ηπατίτιδα.
Κεραυνοβόλος ηπατίτιδα. Είναι η σοβαρότερη μορφή φλεγμονής του ήπατος. Υπάρχει μια μαζική καταστροφή των ηπατικών κυττάρων που καταλήγει σε ηπατική ανεπάρκεια με σοβαρό ίκτερο, διαταραγμένη συνείδηση, κατακράτηση υγρών και μια αιμορραγική διάθεση. Ακολουθεί νεφρική ανεπάρκεια. Οι αιτίες περιλαμβάνουν κατάχρηση αλκοόλ, οξεία ιογενή ηπατίτιδα, υπερδοσολογία παρακεταμόλης. Η μεταμόσχευση ήπατος έχει βελτιώσει ουσιαστικά την εξέλιξη αυτής της κατάστασης.
Λοιμώδης ηπατίτιδα. Οφείλεται στον ιό της ηπατίτιδας Α και μεταδίδεται με την κατανάλωση τροφών που είναι μολυσμένες με κοπρανώδες υλικό από ένα προσβεβλημένο άτομο, ειδικά ψάρια, και είναι συχνή σε περιοχές όπου υπάρχει φτωχή υγιεινή. Στα ζεστά κλίματα έχει την τάση να συμβαίνει αργά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Στις τροπικές περιοχές έχει μια εποχιακή διακύμανση. Η επωαστική περίοδος είναι 15-45 ημέρες. Οι ασθενείς δεν πρέπει να επιστρέφουν στις δουλειές τους τουλάχιστον εφτά ημέρες μετά την πλήρη ίασή τους, όταν η πρόγνωση είναι καλή και δεν υπάρχει κίνδυνος λοίμωξης. Η ηπατίτιδα Ε είναι παρόμοια της ηπατίτιδας Α, εκτός του γεγονότος ότι στην εγκυμοσύνη η θνησιμότητα της ηπατίτιδας Ε μπορεί να είναι υψηλότερη του 20%.
Ηπατίτιδα εξ ορού. Οφείλεται στους ιούς Β, C, D. Έχουν τις ίδιες οδούς μετάδοσης –διαμέσου μολυσμένου αίματος στη μετάγγιση, διαμέσου μολυσμένων βελονών σε ναρκομανείς, κατά τη σεξουαλική επαφή– και έχουν μια επωαστική περίοδο περισσότερο από 180 ημέρες, στην περίπτωση της ηπατίτιδας Β. Αυτές οι ιογενείς λοιμώξεις έχουν μεγαλύτερη θνησιμότητα (1-3% για την ηπατίτιδα Β και C και πάνω από 20% για τον ιό του D) και οι ιοί μπορεί να παραμείνουν στο αίμα για πολλά χρόνια, προκαλώντας κατάσταση χρόνιων φορέων και χρόνιας ηπατίτιδας. Η διάγνωση αυτών των διάφορων μορφών λοιμώξεων γίνεται με την ανεύρεση ειδικών αντισωμάτων και αντιγόνων στο αίμα. Ακολουθώντας την ανακάλυψη του υπεύθυνου ιού, η ηπατίτιδα μη –Α, μη –Β σήμερα είναι γνωστή ως ηπατίτιδα C.
Η παραμονή του ιού της ηπατίτιδας Β στο αίμα με ηπατική φλεγμονή που διαρκεί περισσότερο από 6 μήνες, μετά από τη λοίμωξη με ηπατίτιδα Β, ορίζεται ως χρόνια ηπατίτιδα Β. Το ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα είναι συχνό σε περιοχές του κόσμου όπου η συχνότητα φορέων ηπατίτιδας Β είναι συχνή και η χρόνια ηπατίτιδα μπορεί να καταλήξει σε κίρρωση. Έτσι μεγαλύτερη προσπάθεια πρέπει να γίνει για να βρεθεί θεραπεία για την ηπατίτιδα Β (τη χρόνια μορφή της) και η πλέον αποτελεσματική είναι η χρήση του φαρμάκου ιντερφερόνης, ενός αντιικού χημειοθεραπευτικού. Η ανταπόκριση σ’ αυτή τη θεραπεία μπορεί να είναι απογοητευτική με μεγάλο ποσοστό υποτροπής.
Ηπατίτιδα εξ αλοθανίου. Είναι μια πολύ σπάνια μορφή ηπατίτιδας που συμβαίνει μετά από έκθεση σε αλοθάνιο κατά τη διάρκεια αναισθησίας (1/35.000). Αναπτύσσεται ίκτερος 3-4 ημέρες μετά την έκθεση και περιστασιακά μπορεί να αναπτυχθεί σε μια θανατηφόρα μαζική ηπατική νέκρωση, είναι άγνωστης αιτιολογίας αλλά πιθανόν έχει μια ανοσολογική βάση. Είναι συχνότερη μετά από πολλαπλές εκθέσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα (λιγότερο από 28 ημέρες), στην παχυσαρκία, στη μεσαία ηλικία και στις γυναίκες. Είναι σπάνια στα παιδιά.
Θώρακας. Η πάνω κοιλότητα του κορμού, μέσα στην οποία περικλείονται οι πνεύμονες, η καρδιά, ο οισοφάγος, αγγεία, νεύρα κτλ.
Ο θώρακας σχηματίζεται από τα 12 ζεύγη πλευρών, το στέρνο και τους θωρακικούς σπονδύλους και είναι προορισμένος να προστατεύει τα παραπάνω ευαίσθητα όργανα. Το σχήμα του διαφέρει ανάλογα με τη σωματική διάπλαση και το φύλο. Στους άντρες έχει συνήθως σχήμα κώνου, ενώ στις γυναίκες παρουσιάζεται πιο κυλινδρικός. Τα πάνω του όρια σχηματίζονται από τις δύο κλείδες, το πάνω χείλος της λαβής του στέρνου και τον 7ο αυχενικό σπόνδυλο, και συνεχίζεται ως τη βάση του λαιμού. Τα κάτω όριά του σχηματίζονται από τα δύο πλευρικά τόξα, την ξιφοειδή απόφυση του στέρνου στο μέσο τους και το 12ο θωρακικό σπόνδυλο. Το περίβλημα του θώρακα προς τα εμπρός αποτελείται από το στέρνο και τα δώδεκα ζεύγη των πλευρών.
Προς τα πίσω ο θώρακας αποτελείται από τους 12 θωρακικούς σπονδύλους και τα αντίστοιχα ζεύγη των πλευρών. Ο σκελετός του θώρακα σκεπάζεται από μύες, συνδέσμους, υποδόριο συνδετικό ιστό και το δέρμα. Εμπρός, δεξιά και αριστερά του στέρνου, υπάρχουν οι θηλές των μαστών. Στις γυναίκες οι μαστοί έχουν μεγάλη ανάπτυξη και χρησιμεύουν για το θηλασμό των βρεφών. Προς τα κάτω, τα δύο πλευρικά τόξα σχηματίζουν την υπόστερνη γωνία, προς τα πάνω και κατά τη μέση γραμμή υπάρχει ένα βαθούλωμα στο σημείο της ένωσης λαβής και σώματος του στέρνου, η στερνική γωνία. Μεταξύ των δύο μαστών υπάρχει ένα βαθούλωμα, ο μεσομάστιος κόλπος, ο οποίος είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένος στις γυναίκες. Ο σκελετός και η επένδυση του θώρακα σχηματίζουν ένα ισχυρό προστατευτικό περίβλημα με τους μύες και τα άλλα στοιχεία. Για το λόγο αυτόν πήρε και την ονομασία θώρακας.
Η κοιλότητα του θώρακα παρουσιάζει δύο στόμια: 1. Το πάνω, το οποίο αποτελεί συνέχεια της βάσης του λαιμού και περιέχει τις κορυφές των πνευμόνων, την αρχή του οισοφάγου, την τραχεία, αγγεία και νεύρα. 2. Το κάτω, το οποίο αποτελεί συνέχεια της κοιλότητας της κοιλιάς και αποφράσσεται από το διάφραγμα.
Το εσωτερικό τοίχωμα της θωρακικής κοιλότητας σκεπάζεται από ένα λεπτό υμένα, τον υπεζωκότα. Μεταξύ των πετάλων του υπεζωκότα υπάρχει ο μεσοπνευμόνιος χώρος, ο οποίος αρχίζει από το στέρνο και κατά μήκος αυτού και καταλήγει στη σπονδυλική στήλη, καταλαμβάνοντας όλο το θωρακικό της τμήμα κατά μήκος. Προς τα εμπρός και κάτω περιέχει την καρδιά, η οποία περιβάλλεται από το περικάρδιο, ενώ πάνω περιέχει το αορτικό τόξο, την πνευμονική αρτηρία και την πάνω κοίλη φλέβα, με το θύμο αδένα εμπρός από αυτά. Προς τα πίσω ο μεσοπνευμόνιος χώρος περιέχει την τραχεία αρτηρία, τη θωρακική μοίρα της αορτής, τις άζυγες φλέβες, το μείζονα θωρακικό πόρο, λεμφογάγγλια και νεύρα.
Γενικά η διαμόρφωση του θώρακα είναι τέτοια, ώστε να επιτρέπει και να διευκολύνει την αναπνοή. Έχει μεγάλη ελαστικότητα χάρη στους μεσοπλεύριους μύες που, όταν συστέλλονται κατά την εισπνοή, κινούν τις πλευρές προς τα έξω και επάνω και έτσι διευρύνεται η θωρακική κοιλότητα και οι πνεύμονες γεμίζουν αέρα. Αντίθετα κατά την εκπνοή χαλαρώνουν, οι πλευρές επανέρχονται στη θέση τους και οι πνεύμονες εκβάλλουν τον αέρα. Αντίστοιχος είναι και ο ρόλος του διαφράγματος που κατά την εισπνοή κατεβαίνει παίρνοντας οριζόντια θέση.
Ίκτερος. Η κίτρινη δυσχρωμία του δέρματος που οφείλεται στην εναπόθεση χολοχρωστικής στα βαθύτερα στρώματά του.
Ο ίκτερος οφείλεται σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες παθήσεων: 1. Στον προηπατικό (μη συνδεδεμένη υπερχολερυθριναιμία). 2. Στην ηπατίτιδα (που οφείλεται σε διάφορους ιούς). 3. Στον ενδο- ή εξωηπατικό αποφρακτικό ίκτερο. 4. Σε χρόνιες ηπατικές παθήσεις. Δηλητήρια και ορισμένα φάρμακα μπορεί, επίσης, να προκαλέσουν ίκτερο. Οι προηπατικές αιτίες ίκτερου είναι οι αιμολυτικές αναιμίες, που συμβαίνουν λόγω παθολογικής αποδόμησης των ερυθροκυττάρων και σε ελαττώματα στο σχηματισμό χολερυθρίνης (χολοχρωστικά).
Όταν η χολή δεν μπορεί να εισέλθει μέσα στο έντερο με το συνήθη τρόπο, απορροφάται από τα αγγεία και τα λεμφαγγεία και μερικά από τα συστατικά της εναποτίθενται σε διάφορους ιστούς σε ολόκληρο το σώμα. Κάποια απόφραξη στη ροή της χολής είναι έτσι απαραίτητη προϋπόθεση και αυτή η απόφραξη μπορεί να βρίσκεται είτε μέσα στους χοληφόρους πόρους, που μεταφέρουν τη χολή από το ήπαρ στο έντερο, ή να οφείλεται σε κάποια αποδιοργάνωση του ήπατος (π.χ. ηπατίτιδα), που εμποδίζει τη χολή η οποία σχηματίζεται στα ηπατικά κύτταρα να οδηγηθεί στα μικρά χοληφόρα αγγεία.
Ο βαθμός του ίκτερου δεν αντανακλά οπωσδήποτε και τη σοβαρότητα της αιτίας. Η απόφραξη μπορεί να οφείλεται σε κάποια αιτία έξω από το ήπαρ και τους χοληφόρους πόρους, όπως π.χ. διογκωμένοι αδένες κοντά στο ήπαρ και τα χοληφόρα αγγεία ή καρκίνος της κεφαλής του παγκρέατος. Η σοβαρότητα του ίκτερου εξαρτάται από τη σοβαρότητα της πάθησης που προκαλεί την πίεση. Η κίρρωση του ήπατος μπορεί να είναι η αιτία ενός χρόνιου ίκτερου λόγω της προοδευτικής πίεσης των μικρών χοληφόρων πόρων μέσα στο ήπαρ, από τον ινώδη ιστό που αναπτύσσεται στην κίρρωση.
Η ιογενής ηπατίτιδα (από τους ιούς Α, Β, C, D) προκαλεί ίκτερο. Άλλοι ιοί που προκαλούν ηπατίτιδα είναι ο ιός Epstein-Barr, ο κυτταρομεγαλοϊός και μερικοί «τροπικοί ιοί».
Νεογνικός ίκτερος. Είναι συχνός στα νεογέννητα. Οφείλεται στην προσωρινή ανικανότητα στο μεταβολισμό της χολερυθρίνης και συνήθως περνάει ύστερα από μερικές ημέρες.
Συμπτώματα. Το κιτρίνισμα, που εμφανίζεται πρώτα στο σκληρό χιτώνα των οφθαλμών και μετά στο δέρμα, είναι ένα σημάδι εμφανές. Ο βαθμός του κιτρινίσματος ποικίλλει από το ανοιχτό κίτρινο μέχρι το βαθύ κίτρινο, ανάλογα με το βαθμό της απόφραξης και τη χρονική διάρκεια. Τα ούρα έχουν χρώμα πράσινο-καφέ, ενώ τα κόπρανα είναι άχρωμα, λόγω έλλειψης χολοχρωστικών. Η γλώσσα είναι επίχριστος (άσπρη), υπάρχει ανορεξία και αίσθημα επερχόμενου εμετού που επιδεινώνεται με την κατανάλωση λιπαρών τροφών.
Ινιακό. Όρος που αναφέρεται στην ινιακή περιοχή του κρανίου. Διακρίνουμε:
1. Ινιακό οστό. Ρομβοειδές οστό το οποίο καταλαμβάνει την πίσω και κάτω περιοχή του εγκεφαλικού κρανίου. Προς τα κάτω παρουσιάζει μια μεγάλη οπή, το ινιακό τρήμα, το οποίο συνδέεται με τον πρώτο ινιακό σπόνδυλο, τον άτλαντα. Το ινιακό τρήμα θέτει σε επικοινωνία το εσωτερικό του κρανίου με τη σπονδυλική στήλη. Μέσα από αυτό περνά ο προμήκης μυελός, ο οποίος στη συνέχεια μεταβάλλεται στο νωτιαίο μυελό.
2. Ινιακός λοβός. Η πίσω περιοχή του ημισφαιρίου του εγκεφάλου. Το κάθε ημισφαίριο (βλ. λ. εγκέφαλος) διακρίνεται από τέσσερις λοβούς, το μετωπιαίο, το βρεγματικό, τον κροταφικό και τον ινιακό. Ο ινιακός λοβός σε κάθε ημισφαίριο (δύο συνολικά), χωρίζεται από το βρεγματικό λοβό με τη βρεγματοϊνιακή σχισμή. Οι δύο ινιακοί λοβοί κατασκηνώνουν στο ινιακό οστό.
3. Ινιακή αρτηρία. Κλάδος της έξω καρωτίδας αρτηρίας που δίνει αίμα στην ινιακή χώρα του κεφαλιού. Η έξω καρωτίδα αποτελεί κλάδο της κοινής καρωτίδας, αρτηρία η οποία φυτρώνει από το αορτικό τόξο (αριστερή) ή από την ανώνυμη αρτηρία (δεξιά) (βλ. λ. αορτή).
4. Ινιακή φλέβα. Προέρχεται από το ινιακό μέρος του κεφαλιού και φτάνει στην έξω σφαγίτιδα φλέβα, η οποία στη συνέχεια φτάνει στην υποκλείδια ή την ανώνυμη φλέβα.
5. Ινιακό νεύρο. Διακρίνουμε: α) το «μείζον» ινιακό νεύρο, το οποίο αποτελεί τον πίσω κλάδο του δεύτερου αυχενικού νεύρου (νωτιαίο νεύρο) και β) το «έλασσον» ινιακό νεύρο, που αποτελεί δερματικό κλάδο του αυχενικού πλέγματος. Και τα δύο μαζί τα ινιακά νεύρα συνδέονται με τον ινιακό κλάδο του πίσω νωτιαίου νεύρου, το οποίο είναι κλάδος του προσωπικού νεύρου.
6. Ινιακός μυς. Λεπτός τετράπλευρος μυς, ο οποίος σκεπάζει την ομώνυμη χώρα του ινιακού οστού. Στην ουσία είναι δύο οι ινιακοί μύες συνενωμένοι μεταξύ τους, ο αριστερός και ο δεξιός. Συνδέονται με τους μετωπιαίους μύες με την επικράνια απονεύρωση και σχηματίζουν το μετωποϊνιακό μυ, ο οποίος σκεπάζει το θόλο του κρανίου.
7. Ινιακός κόνδυλος. Μονή ή ζευγαρωμένη οστέινη προεξοχή, η οποία προεξέχει από το ινιακό οστό του κρανίου και αρθρώνεται με τον πρώτο αυχενικό σπόνδυλο (άτλας). Στους ανθρώπους υπάρχει ένα ζευγάρι ινιακών κονδύλων, ένα από κάθε πλευρά του ινιακού τρήματος. Ινιακοί κόνδυλοι δεν υπάρχουν στα περισσότερα ψάρια, τα οποία δεν μπορούν να κινήσουν τα κεφάλια τους.
Καρδιά. Κοίλο μυώδες όργανο, που λειτουργεί ως αντλία του αίματος. Η καρδιά στον άνθρωπο έχει τέσσερις κοιλότητες. Κάθε κοιλότητα έχει στην έξοδό της μια βαλβίδα. Οι δύο άνω κοιλότητες λέγονται κόλποι και οι δύο κάτω κοιλίες.
Η καρδιά βρίσκεται στο θώρακα μεταξύ των δύο πνευμόνων, αλλά προβάλλει περισσότερο προς την αριστερή πλευρά. Το μήκος της καρδιάς από τη βάση της (δεξιά) μέχρι την κορυφή της (αριστερά) είναι περίπου 8-9 εκατοστά, η κορυφή αντιστοιχεί περίπου στην αριστερή θηλή του μαστού και βρίσκεται κάτω από την 5η πλευρά, ενώ στη δεξιά πλευρά εκτείνεται σε ένα διάστημα μόλις 2,4 εκατοστών πέρα από το χείλος του στέρνου. Η κατώτερη επιφάνειά της βρίσκεται πάνω στο διάφραγμα, με το οποίο διαχωρίζεται από το ήπαρ και το στομάχι και αυτή η στενή σχέση έχει μια σπουδαία επιρροή στην καρδιά σε διάφορες διαταραχές του στομάχου. Προς τα πάνω, η καρδιά εκτείνεται μέχρι τη 2η πλευρά, όπου βρίσκονται τα μεγάλα αγγεία, με την αορτή να βρίσκεται στη δεξιά πλευρά και την πνευμονική αρτηρία στην αριστερή πλευρά, πίσω από το στέρνο.
Η καρδιά σε κάθε άτομο έχει περιγραφτεί από τον Laennec σαν μια στρογγυλοποιημένη, σε σχήμα και μέγεθος κλειστή γροθιά. Το βάρος της στους άνδρες ποικίλλει από 200-340 γραμμάρια και στις γυναίκες από 230-288 γραμμάρια. Στο ένα άκρο της η καρδιά καταλήγει στην κορυφή της (αριστερά), ενώ στην άλλη πλευρά σε μια ευρεία βάση (δεξιά) με μια εξωτερική σχισμή που χωρίζει τους κόλπους μεταξύ τους. Μια άλλη σχισμή διατρέχει την καρδιά προς τα κάτω από μπροστά και πίσω και δείχνει το χωρισμό μεταξύ των δύο κοιλιών. Μια κυκλική βαθύτερη αύλακα ξεχωρίζει τους κόλπους από τις κοιλίες. Η χωρητικότητα κάθε κοιλότητας είναι μεταξύ 90 και 180 ml.
Η καρδιά βρίσκεται μέσα σε έναν ισχυρό ινώδη σάκο, το περικάρδιο. Το περικάρδιο αποτελείται από δύο πέταλα που ανακάμπτονται το ένα στο άλλο. Μεταξύ των δύο πετάλων σχηματίζεται η περικαρδιακή κοιλότητα, η οποία επιτρέπει την ολίσθηση της καρδιάς κατά τις κινήσεις της χωρίς τριβές με τα γειτονικά όργανα. Η συγκέντρωση υγρού στην περικαρδιακή κοιλότητα αποτελεί παθολογική κατάσταση (υγρή περικαρδίτιδα).
Ο κύριος όγκος της καρδιάς συνίσταται από ομάδες μυϊκών ινών (μυοκάρδιο), που διατρέχουν μερικές κυκλοτερώς δεξιά γύρω από την καρδιά και άλλες σαν αγκύλη πρώτα γύρω από μια κοιλότητα και μετά στην αντίστοιχη κοιλότητα της άλλης πλευράς. Μέσα σε όλες τις κοιλότητες υπάρχει μια λεία επενδυτική μεμβράνη που συνεχίζεται με το ενδοθήλιο των αγγείων που ξεκινούν από την καρδιά. Η καλυπτήρια μεμβράνη είναι το επικάρδιο, η μυϊκή μάζα το μυοκάρδιο και η λεία επενδυτική μεμβράνη είναι το ενδοκάρδιο.
Στο εσωτερικό της καρδιάς δεν υπάρχει άμεση επικοινωνία μεταξύ των δεξιών και αριστερών κοιλοτήτων. Μεταξύ των δύο κοιλιών παρεμβάλλεται το μεσοκοιλιακό διάφραγμα, ενώ μεταξύ των δύο κόλπων το μεσοκολπικό διάφραγμα. Ο δεξιός κόλπος ανοίγει στη δεξιά κοιλία μέσω ενός μεγάλου κυκλικού στομίου και ένα παρόμοιο υπάρχει από τον αριστερό κόλπο προς την αριστερά κοιλία. Μέσα στο δεξιό κόλπο καταλήγουν οι δύο μεγάλες φλέβες, η άνω και κάτω κοίλη φλέβα, μαζί με μερικές μικρές φλέβες από το τοίχωμα της ίδιας της καρδιάς. Στον αριστερό κόλπο καταλήγουν οι δύο πνευμονικές φλέβες για κάθε πνεύμονα (σύνολο 4). Υπάρχει ένα στόμιο σε κάθε κοιλία, το ένα οδηγώντας από την αριστερή κοιλία στην αορτή και το άλλο από τη δεξιά κοιλία στην πνευμονική αρτηρία.
Πριν από τη γέννηση υπάρχει ένα στόμιο (ωοειδές τρήμα) από το οποίο περνάει αίμα από το δεξιό στον αριστερό κόλπο. Μετά όμως τη γέννηση λόγω του αερισμού των πνευμόνων και της αύξησης της πίεσης στον αριστερό κόλπο, το στόμιο αυτό κλείνει και στον ενήλικα υπάρχει μόνο ένα εντύπωμα (ωοειδής βόθρος).
Στην καρδιά υπάρχουν τέσσερις βαλβίδες. Η μιτροειδής βαλβίδα αποτελείται από δύο τρίγωνες γλωχίνες, η τριγλώχινη βαλβίδα αποτελείται από τρεις γλωχίνες. Η αορτική και η πνευμονική βαλβίδα αποτελούνται από τρία ημισελινοειδή τμήματα. Η δομή κάθε βαλβίδας συνίσταται από το ενδοκάρδιο μέσα στο οποίο υπάρχει ένας ενισχυμένος ινώδης ιστός. Δύο βαλβίδες βρίσκονται μεταξύ κόλπων και κοιλιών, η μιτροειδής μεταξύ αριστερού κόλπου και αριστερής κοιλίας και η τριγλώχινη μεταξύ δεξιού κόλπου και δεξιάς κοιλίας, που απαγορεύουν την παλινδρόμηση αίματος προς τους κόλπους όταν συσπώνται οι κοιλίες. Δύο επίσης βαλβίδες, η πνευμονική και η αορτική, οδηγούν το αίμα στην πνευμονική αρτηρία και την αορτή από τη δεξιά και την αριστερή κοιλία αντίστοιχα, ώστε να απαγορεύεται πλήρως η παλινδρόμηση αίματος μέσα στις κοιλίες από τις αρτηρίες. Οι ήχοι που παράγονται από το κλείσιμο αυτών των τεσσάρων βαλβίδων είναι γνωστοί σαν καρδιακοί ήχοι και μπορεί να ακουστούν είτε με στηθοσκόπιο είτε τοποθετώντας το αφτί πάνω στην κορυφή της καρδιάς. Εάν ακούγονται φυσήματα να συνοδεύουν αυτούς τους ήχους αυτό αποτελεί ένδειξη βλάβης των βαλβίδων και αποτελούν ένα από τα κύρια σημεία καρδιακής νόσου.
Ο καρδιακός παλμός περιλαμβάνει τη συστολή των κόλπων (0,1 sec), τη συστολή των κοιλιών (0,3 sec) και την καρδιακή ανάπαυλα (0,4 sec). Ολόκληρος ο καρδιακός παλμός όταν η καρδιά πάλλεται με 75 συστολές το λεπτό, διαρκεί 0,8 sec. Σε κάθε καρδιακό παλμό συσπώνται οι δύο κόλποι, παρέχοντας αίμα στις κοιλίες, οι οποίες συσπώνται μετά και μεταφέρουν αίμα στην αορτή και στην πνευμονική αρτηρία αντίστοιχα. Το αίμα επιστρέφει πάλι στους κόλπους κάνοντας έναν πλήρη κύκλο, μέσω όλων των αρτηριών και φλεβών του σώματος σε 15 περίπου δευτερόλεπτα. Η καρδιά χτυπάει σε φυσιολογική λειτουργία 75 φορές το λεπτό. Σε σχέση με την αναπνοή υπάρχει μια αναλογία 1 αναπνοής σε κάθε 4 καρδιακούς παλμούς.
Για τη ρύθμιση της λειτουργίας της καρδιάς, υπάρχουν σημαντικές νευρικές συνδέσεις, ειδικά με το πνευμονογαστρικό νεύρο και το συμπαθητικό νευρικό σύστημα. Στο πάνω τοίχωμα του δεξιού κόλπου βρίσκεται μια ομάδα από νευρικά κύτταρα και συνδετικές ίνες, γνωστές ως φλεβόκομβος από όπου ξεκινάνε όλες οι ώσεις για τους κτύπους της καρδιάς (βηματοδότης). Στην αύλακα μεταξύ των κοιλιών και των κόλπων υπάρχει ένας άλλος νευρικός κόμβος, ο κολποκοιλιακός κόμβος του Ταβάρα, που διατρέχει το μεσοκοιλιακό διάφραγμα, συνεχίζεται με το δεμάτιο του HIS και χωρίζεται στο δεξιό και αριστερό σκέλος, καθένα από τα οποία δίνει νεύρωση στην αντίστοιχη κοιλία. Μεταξύ των εξειδικευμένων αυτών ομάδων κυττάρων (νευρικών κόμβων), υπάρχει συνεργασία με σκοπό τη λειτουργία της καρδιάς. Οι ομάδες αυτές αποτελούν το ερεθισματαγωγό σύστημα. Στο φλεβόκομπο και στον κολποκοιλιακό κόμπο καταλήγουν απολήξεις του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Το συμπαθητικό νευρικό σύστημα μέσω της ορμόνης νορεπινεφρίνης ελέγχει τον καρδιακό ρυθμό και τις συσπάσεις του μυοκαρδίου. Η καρδιά δέχεται παράλληλα και την επίδραση του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος. Η δράση των δύο συστημάτων στην καρδιά είναι αντίθετη. Το συμπαθητικό επιταχύνει και το παρασυμπαθητικό επιβραδύνει τον καρδιακό παλμό. Το ανώτερο κέντρο για τη λειτουργία της καρδιάς βρίσκεται στον προμήκη μυελό και είναι στενά συνδεδεμένο με τα κέντρα που ελέγχουν τους πνεύμονες και το στομάχι αλλά και με το αυτόνομο νευρικό σύστημα. Εάν αυτό το κέντρο υποστεί κάκωση ή δηλητηρίαση, για παράδειγμα σε έλλειψη οξυγόνου, η καρδιά σταματάει στους ανθρώπους, αλλά σε μερικά ζώα, όπως βάτραχοι, ελάφια, ερπετά, η καρδιά μπορεί να χτυπάει, κάτω από ευνοϊκές συνθήκες, για πολλές ώρες μετά την ολοκληρωτική της αφαίρεση από το σώμα.
ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ
Οι καρδιακές παθήσεις μπορεί να εντοπίζονται σε κάθε τμήμα και δομή της καρδιάς, δίχως να περιορίζονται σε κάποιο από αυτά σε κάποια δεδομένη στιγμή.
Συγγενείς καρδιοπάθειες. Αποτελούν το 1-2% όλων των οργανικών καρδιοπαθειών. Μπορεί να είναι κληρονομικές, παρούσες στον τοκετό χωρίς εμφανή αιτία ή σε σπάνιες περιπτώσεις να σχετίζονται με ερυθρά της μητέρας ή σε φάρμακα που λαμβάνονται κατά την εγκυμοσύνη. Οι συνηθέστερες μορφές είναι οπές στην καρδιά (κολπικό διαφραγματικό έλλειμμα, κοιλιακό διαφραγματικό έλλειμμα), ένας ανοικτός αρτηριακός πόρος και στένωση του ισθμού της αορτής. Πολλές πολύπλοκες μορφές μπορεί να υπάρχουν και μπορεί να διαγνωστούν κατά την ενδομήτρια ζωή του εμβρύου με υπερηχογράφημα και είναι ένδειξη για διακοπή της εγκυμοσύνης. Η χειρουργική μπορεί να διορθώσει πολλές από αυτές τις ανωμαλίες, αλλά μπορεί να είναι μόνο παρηγορικές, δίνοντας μείζονες δυσκολίες στο χειρισμό του νεογέννητου από πλευράς ιατρικής φροντίδας. Η μεταμόσχευση της καρδιάς εφαρμόζεται στη σύγχρονη εποχή όλο και περισσότερο σε μη διορθώσιμες αλλοιώσεις, αλλά υπάρχουν ακόμα αρκετές δυσκολίες.
Στεφανιαία αρτηριακή πάθηση. Επίσης γνωστή ως ισχαιμική καρδιοπάθεια, είναι η συχνότερη αιτία θανάτου στον ενήλικα πληθυσμό. Μπορεί να εμφανιστεί ως αιφνίδιος θάνατος, αλλά συχνότερα προκαλεί στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου ή καρδιακή ανεπάρκεια. Μπορεί επίσης να προκαλέσει ανωμαλίες του καρδιακού ρυθμού (αρρυθμίες). Η αιτία της δεν είναι πλήρως γνωστή, ωστόσο παράγοντες που συνοδεύονται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης στεφανιαίας νόσου είναι το ανδρικό φύλο, η μεγάλη ηλικία, ο διαβήτης, το κάπνισμα, η υπέρταση και η υπερχολιστεριναιμία.
Μυοκαρδιοπάθειες. Συνήθως δείχνουν μια αδυναμία της αριστεράς κοιλίας που βλάπτει δευτεροπαθώς και τη δεξιά κοιλία. Η ικανότητα της αντλίας βλάπτεται, η καρδιά προσπαθεί να αντιρροπήσει με υπερδιάταση και υπερτροφία του μυοκαρδίου, αλλά μετά από κάποιο χρονικό διάστημα αποτυγχάνει, οδηγώντας σε δύσπνοια, λόγω άθροισης υγρού στους πνεύμονες (πνευμονικό οίδημα). Λόγω της αποτυχίας να λειτουργήσει η καρδιά σωστά μειώνεται ο καρδιακός όγκος παλμού και η κόπωση είναι ένα πρόβλημα. Όταν η κατάσταση εξελιχθεί, το υγρό διατείνει το ήπαρ και οι αστράγαλοι διογκώνονται (οιδήματα κάτω άκρων).
Οι μυοκαρδιοπάθειες μπορεί να είναι δευτεροπαθείς από στεφανιαία νόσο ή να υπάρχουν χωρίς εμφανή αιτία ή να οφείλονται σε φλεγμονή του μυοκαρδίου (μυοκαρδίτιδα) λόγω ιογενών λοιμώξεων ή να οφείλονται σε υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Η μυοκαρδίτιδα μπορεί να ιαθεί, όπως επίσης να ιαθεί και η μυοκαρδιοπάθεια που οφείλεται στο αλκοόλ, εάν ο ασθενής διακόψει πλήρως το αλκοόλ, αλλά οι περισσότερες μορφές μυοκαρδιοπαθειών είναι προοδευτικές και εξελίσσονται, απαιτώντας κατάλληλη αγωγή για να διατηρηθεί ποιότητα και διάρκεια της ζωής.
Βαλβιδοπάθειες. Συχνότερα προσβάλλονται η μιτροειδής και η αορτική βαλβίδα, που μπορεί να στενωθούν ή να ανεπαρκούν. Η πνευμονική βαλβίδα προσβάλλεται συνήθως συγγενώς, ενώ η τριγλώχινη βαλβίδα προσβάλλεται λόγω ρευματικού πυρετού, οπότε συνήθως συνυπάρχει και προσβολή της μιτροειδούς και της αορτικής βαλβίδας. Ο ρευματικός πυρετός, συνήθως στα παιδιά, παραμένει μια συχνή αιτία χρόνιων βαλβιδοπαθειών που προκαλεί στένωση, ανεπάρκεια ή μεικτή βλάβη της μιτροειδούς και αορτικής βαλβίδας, αλλά κάθε βαλβίδα έχει τις δικές της ξεχωριστές αιτίες κακής τους λειτουργίας.
Πάθηση της αορτικής βαλβίδας. Είναι συχνότερη στους ενήλικες. Όταν στενεύει, η καρδιά υπερτρέφεται και αργότερα ανεπαρκεί. Τα συμπτώματα της στηθάγχης ή της δύσπνοιας είναι συχνά και ίλιγγος ή συγκοπή μπορεί να συμβούν. Η αντικατάσταση της βαλβίδας είναι πολύ αποτελεσματική θεραπεία, ακόμη και στους ενήλικες. Η αορτική στένωση μπορεί να οφείλεται σε εκφύλιση (γεροντική ασβεστοποίηση), σε κληρονομική ύπαρξη δύο γλωχίνων αντί για τρεις ή σε ρευματικό πυρετό. Αορτική ανεπάρκεια επίσης οδηγεί σε υπερτροφία, λόγω της παλινδρόμησης του αίματος στην αριστερή κοιλία, αλλά η διάταση είναι συχνότερη. Η δύσπνοια είναι το συχνότερο σύμπτωμα. Οι αιτίες είναι οι ίδιες με της στένωσης, αλλά εδώ επίσης περιλαμβάνονται και φλεγμονώδεις καταστάσεις όπως σύφιλη, αγκυλωτική σπονδυλίτιδα και άλλες διαταραχές του συνδετικού ιστού. Η βαλβίδα μπορεί επίσης να ανεπαρκεί εάν η αορτή διαταθεί, διατείνοντας έτσι και το δακτύλιο της βαλβίδας, όπως συμβαίνει στην υπέρταση, στο αορτικό ανεύρυσμα και στο σύνδρομο Martan –μια κληρονομική διαταραχή του συνδετικού ιστού που προκαλεί καρδιοπάθεια. Η ενδοκαρδίτιδα μπορεί να επιδεινώσει οξέως ή χρονίως την αορτική βαλβίδα, την οποία καταστρέφει και μερικές φορές οδηγεί στην ανάπτυξη ανώμαλων εκβλαστήσεων στη βαλβίδα, που μπορεί να αποσπαστούν και να προκαλέσουν εγκεφαλικό επεισόδιο ή να προκαλέσουν αποφράξεις στο έντερο ή στα άκρα.
Μιτροειδοπάθεια. Η στένωση της μιτροειδούς οφείλεται σε ρευματικό πυρετό. Η ανεπάρκεια της μιτροειδούς μπορεί να είναι ρευματικής αιτιολογίας, αλλά σε απουσία στένωσης μπορεί να οφείλεται σε ισχαιμία, έμφραγμα, φλεγμονή, λοίμωξη ή συγγενή αδυναμία (πρόπτωση). Η βαλβίδα μπορεί επίσης να ανεπαρκεί εάν διαταθεί σε μια διατεταμένη κοιλία (λειτουργική ανεπάρκεια). Η ενδοκαρδίτιδα προσβάλλει τη βαλβίδα με τον ίδιο τρόπο, όπως την αορτική. Τα συμπτώματα της μιτροειδοπάθειας είναι κυρίως δύσπνοια, που μπορεί να οδηγήσει σε ασθμαίνουσα αναπνοή ή το βραδινό ξύπνημα και τη λήψη αναπνοής σε καθιστική θέση. Η κατάσταση επιδεινώνεται όταν υπάρχουν αρρυθμίες που είναι συχνές όταν η πάθηση γίνεται σοβαρότερη. Αυτό οδηγεί σε απώλεια της ικανότητάς της σε ποσοστό πάνω από 25% και υπάρχει προδιάθεση δημιουργίας θρόμβων λόγω της στάσης του αίματος, καθόσον η καρδιά αδυνατεί να ωθήσει το αίμα στην περιφέρεια. Η μιτροειδής ανεπάρκεια μπορεί να παραμένει ήπια και να μη δημιουργήσει προβλήματα για πολλά χρόνια, αλλά πρέπει να υπάρχει αντιβιοτική κάλυψη για την προφύλαξη από ενδοκαρδίτιδα.
Ενδοκαρδίτιδα. Λοίμωξη της καρδιάς που μπορεί οξέως να καταστρέψει μια βαλβίδα ή να οδηγήσει σε προοδευτική καταστροφή. Εάν ληφθούν αντιβιοτικά σε πρώιμη φάση, μπορεί να προληφθούν οι επιπλοκές. Αυτό πρέπει να γίνεται πριν από κάποια οδοντική θεραπεία. Εάν διαπιστωθεί ενδοκαρδίτιδα, πρέπει να ξεκινήσει επειγόντως ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών και μερικές φορές απαιτείται και χειρουργική επέμβαση. Η θνησιμότητα είναι 30%, αλλά μπορεί να είναι μεγαλύτερη εάν η λοίμωξη εγκατασταθεί σε μια προσθετική βαλβίδα. Οι επιπλοκές είναι καρδιακή ανεπάρκεια, σοκ, εμβολή και εγκεφαλική σύγχυση.
Περικαρδίτιδα. Η φλεγμονή του περικαρδίου. Το περικάρδιο γίνεται τραχύ και υπάρχει πόνος καθώς τρίβεται η καρδιά πάνω στο περικάρδιο. Αυτό ακούγεται με το στηθοσκόπιο ως ένας χαρακτηριστικός ήχος (περικαρδιακή τριβή). Πυρετός είναι συνήθως παρών και η ίωση είναι η συχνότερη αιτία. Μπορεί να συμβεί σε ρευματικό πυρετό, νεφρική ανεπάρκεια, φυματίωση ή σε μια γειτονική πνευμονική πάθηση, όπως πνευμονία ή καρκίνο. Η φλεγμονή μπορεί να προκαλέσει παραγωγή και άθροιση υγρού μέσα στο περικάρδιο που πιέζει την καρδιά και προκαλεί με πτώση της αρτηριακής πίεσης, ασθενή σφυγμό ή κυκλοφοριακή ανεπάρκεια (επιπωματισμός). Η θεραπεία συνίσταται στην αφαίρεση του υγρού μέσω αναρρόφησης με βελόνα και σύριγγα. Μετά η θεραπεία κατευθύνεται στην αιτία της πάθησης.
Αρρυθμίες. Συχνές και διαφόρων μορφών. Πολλές δεν αντανακλούν υποκείμενη πάθηση. Συνήθως ο ασθενής αισθάνεται τους ανώμαλους καρδιακούς παλμούς (προκάρδιοι παλμοί), που μπορεί να είναι ταχείς ή να εμφανίζονται σαν να χάνεται ένας κτύπος ή να γίνονται αισθητοί ως κλοτσιά. Η συχνότερη αιτία είναι το στρες και η κατανάλωση διεγερτικών, όπως καφεΐνη ή αλκοόλ. Μερικές φορές η κατάσταση είναι ενοχλητική, αν και ακίνδυνη και όχι άξια θεραπείας και δεν πρέπει να χορηγούνται φάρμακα εάν δεν υπάρχει εμφανής πάθηση.Υπάρχουν διαταραχές στις οποίες παρουσιάζονται διαδοχικά ταχυκαρδία και βραδυκαρδία, που εναλλάσσονται η μια την άλλη.
Κολπική μαρμαρυγή. Μπορεί να συμβεί χωρίς εμφανή πάθηση, αλλά συνήθως εμφανίζεται όταν υπάρχει στεφανιαία πάθηση, μυοκαρδιοπάθεια, υπέρταση ή βαλβιδοπάθεια της μιτροειδούς. Ο ρυθμός είναι πολύ ανώμαλος και μπορεί να οδηγήσει σε γρήγορα και πτωχά συνδυασμένες συσπάσεις που οδηγούν σε καρδιακή ανεπάρκεια. Η θεραπεία μπορεί να κατευθυνθεί άμεσα στην επαναφορά της φυσιολογικής λειτουργίας της καρδιάς με φάρμακα ή με ηλεκτρικό σοκ ή με έλεγχο της ταχυκαρδίας με φάρμακα όπως η διγοξίνη. Είναι μια σοβαρή ανωμαλία. Αντιπηκτικά, όπως η βαρφαρίνη, συχνά χορηγούνται.
Εκτακτοσυστολές. Είναι πολύ συχνές και γίνονται αντιληπτές ως έκτακτες συστολές μεταξύ δύο φυσιολογικών συστολών ή ως απώλεια μιας φυσιολογικής συστολής. Δεν είναι συνήθως σοβαρές, αλλά μπορεί να επιπλέξουν τη στεφανιαία πάθηση ή μια μυοκαρδιοπάθεια, οπότε ορισμένες μορφές χρειάζονται ειδική θεραπεία.
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός. Αναφέρεται στην αποτυχία αγωγής των φυσιολογικών ηλεκτρικών ερεθισμάτων του συστήματος αγωγιμότητας της καρδιάς. Υπάρχουν 3 μορφές: 1ου βαθμού, που μπορεί να είναι μια φυσιολογική παραλλαγή που δεν προκαλεί επιβράδυνση, 2ου βαθμού, που προκαλεί διαλείπουσα επιβράδυνση, και 3ου βαθμού ή πλήρης αποκλεισμός, όπου δεν υπάρχει ηλεκτρική σύνδεση και η καρδιά πάλλεται πολύ αργά, κάτι που οδηγεί σε συγκοπή (επεισόδια Adams-Stokes) ή σε καρδιακή ανεπάρκεια. Για τις περισσότερες περιπτώσεις 2ου βαθμού και για τον πλήρη αποκλεισμό, η τοποθέτηση βηματοδότη ανακουφίζει από τα συμπτώματα και αποκαθιστά σχεδόν τη φυσιολογική λειτουργία και βελτιώνει το προσδόκιμο επιβίωσης.
Πάθηση του φλεβόκομβου. Ο κύριος ηλεκτρικός έλεγχος της καρδιάς γίνεται από το φλεβόκομβο. Εάν υπάρχει μια πάθηση ή κληρονομική δυσλειτουργία του φλεβόκομβου, η καρδιά μπορεί να αναπτύξει αργούς ή γρήγορους ή αμφότερους τους τελευταίους ρυθμούς εναλλασσόμενους. Η παρακολούθηση της λειτουργίας με ένα μηχάνημα (Holter) μπορεί να δείξει αυτή την ανωμαλία. Η θεραπεία περιλαμβάνει φάρμακα, βηματοδότη ή και αμφότερα.
Διάφορα. Υπάρχουν πολλές ασυνήθιστες αιτίες καρδιακών προβλημάτων που προκαλούν στο πάσχον άτομο ανικανότητα. Τέτοιες αιτίες είναι η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, που μπορεί να προκαλέσει στηθάγχη, αρρυθμίες και αιφνίδιο θάνατο και το σύνδρομο Woll-Parkinson-White, όπου προκαλείται ταχυκαρδία σοβαρή λόγω επιτάχυνσης του συστήματος αγωγιμότητας της καρδιάς. Αυτό το σύνδρομο μπορεί να προκαλεί πόνο, ίλιγγο και συγκοπές. Μερικές ηλεκτρικές καταστάσεις της καρδιάς χρήζουν μιας ειδικής μελέτης, της ηλεκτροφυσιολογικής μελέτης, όπου γίνεται καταγραφή των ανωμαλιών, επιτρέποντας έτσι τη χορήγηση φαρμάκων ή τη θεραπεία με κάποια παρέμβαση που ανακόπτει την ανώμαλη αγωγή ηλεκτρικών ερεθισμάτων.
Κλινικές εξετάσεις. Διάφορες μικροβιολογικές εξετάσεις οι οποίες βοηθούν στη διάγνωση ορισμένων μικροβιακών λοιμώξεων και στη διαπίστωση της καλής λειτουργίας διάφορων οργάνων του σώματος. Στις κλινικές εξετάσεις περιλαμβάνονται:
1. Ανάλυση αίματος. Χρησιμεύει για τον έλεγχο των διάφορων συστατικών του αίματος, των χημικών ουσιών που κυκλοφορούν στο αίμα και την ανίχνευση τυχόν μικροβίων που υπάρχουν σε αυτό. Ελέγχονται λοιπόν οι ομάδες αίματος, ο αριθμός των αιμοσφαιρίων, η αιμοσφαιρίνη που υπάρχει στα ερυθρά αιμοσφαίρια, η πηκτικότητα του αίματος, η ταχύτητα με την οποία καθιζάνουν τα ερυθρά κ.ά. Επίσης ελέγχονται τα λευκώματα του πλάσματος, το νάτριο, τα χλωριούχα συστατικά, διάφορες βιταμίνες, ορμόνες, το σάκχαρο που κυκλοφορεί στο αίμα, η ουρία, το ουρικό οξύ κ.ά.
2. Ανάλυση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Χρησιμεύει για να ελεγχθεί η κατάστασή του, τα κύτταρα που περιέχει, τα λευκώματα και οι υπόλοιπες ουσίες του. Έτσι μπορούμε να διαπιστώσουμε σε ποια περίπου κατάσταση βρίσκονται ο εγκέφαλος και ο νωτιαίος μυελός, αν έχει συμβεί εγκεφαλική αιμορραγία (αιματηρό το εγκεφαλονωτιαίο υγρό) και ακόμη, σε περίπτωση μηνιγγίτιδας, να διαπιστώσουμε την πίεσή του, την οξύτητα, τη διαφάνειά του και τα μικρόβια που υπάρχουν σε αυτό. Είναι πολύτιμες οι πληροφορίες των αναλύσεων του εγκεφαλονωτιαίου υγρού και οδηγούν με ασφάλεια στη διάγνωση πολλών παθήσεων του νευρικού συστήματος.
3. Ανάλυση ούρων. Ελέγχονται η ποιότητα των ούρων, το ειδικό βάρος τους και μια πληθώρα ουσιών, οι οποίες αποβάλλονται με τα ούρα, όπως ορμόνες (οιστρογόνα, γοναδοτροπίνες, κετοστεροειδή κ.ά.), ουσίες που το ποσό τους αυξάνεται παθολογικά στον οργανισμό και επομένως τις βρίσκουμε στα ούρα σε μεγάλες ποσότητες (ουροχολίνες, άζωτο ουρίας, ουρικό οξύ κ.ά.) ή, αντίθετα, βρίσκουμε άλλες που κανονικά δε θα έπρεπε να τις βρούμε. Ακόμη, η έλλειψη διάφορων ουσιών στα ούρα, μάς οδηγεί στη διάγνωση ορισμένων παθήσεων (π.χ. έλλειψη του ουροχολινογόνου στα ούρα παρατηρείται στον αποφρακτικό ίκτερο ή στον καρκίνο του παγκρέατος κ.α.). Έτσι ελέγχονται αφενός η λειτουργία των νεφρών και η όλη κατάσταση του ουροποιητικού συστήματος και αφετέρου η λειτουργία πολλών οργάνων του σώματος, όπως είναι το συκώτι (ανεπάρκεια, κίρρωση, χολολιθίαση κ.ά.) το πάγκρεας (διαβήτης κ.ά.), τα επινεφρίδια, οι αρθρώσεις κ.ά.
4. Ανάλυση κοπράνων. Είναι χρήσιμη για τη διαπίστωση της λειτουργίας του πεπτικού συστήματος, αν είναι φυσιολογική ή όχι. Έτσι μπορούν να εντοπιστούν διάφορα παράσιτα του εντερικού σωλήνα, να ανιχνευτούν τυχόν αιμορραγίες στο στομάχι ή το έντερο (αιμοσφαιρίνη στα κόπρανα), αλλά και γενικές παθήσεις (λ.χ. στον αποφρακτικό ίκτερο τα κόπρανα αποχρωματίζονται, γιατί δεν πηγαίνει η χολή εκεί για να τα χρωματίσει).
5. Άλλες ειδικές αναλύσεις. Αυτές γίνονται για να ελεγχθεί η λειτουργία ορισμένων οργάνων, όπως η ανάλυση των πτυέλων (κυρίως για να δούμε αν υπάρχουν μικρόβια και ποια), παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος κ.ά. Γίνονται επίσης αναλύσεις υγρού του στομαχιού, για να ελεγχθούν τα διάφορα εκκρίματά του, ανάλυση του μητρικού γάλατος, για να εξεταστούν το είδος και η αναλογία των συστατικών του ή η πιθανή ύπαρξη μικροβίων μέσα σε αυτό. Ακόμα γίνεται ανάλυση του εκκρίματος της ουρήθρας (στους άντρες) και του κόλπου (στις γυναίκες), για τη διαπίστωση τυχόν μικροβίων στα ουροποιογεννητικά όργανα, όπως ο γονόκοκκος (γονόρροια), οι τριχομονάδες, οι μονίλιες κ.ά. Η εξέταση του σπέρματος επίσης γίνεται για να διαπιστωθεί αν ένας άντρας είναι γόνιμος ή όχι.
Κοιλιά. Κοιλότητα του πρόσθιου μέρους του κορμού των Σπονδυλόζωων που αποτελεί συνέχεια της θωρακικής, από την οποία χωρίζεται με το διάφραγμα. Περιέχει τα όργανα του πεπτικού, του ουροποιητικού και του αναπαραγωγικού συστήματος. Τα όρια της κοιλιάς σχηματίζονται προς τα πάνω από το 12ο θωρακικό σπόνδυλο, τα πλευρικά τόξα και την ξιφοειδή απόφυση του στέρνου και προς τα κάτω από το πάνω χείλος της ηβικής σύμφυσης, τις βουβωνικές αύλακες, οι οποίες χωρίζουν την κοιλιά από τους μηρούς, και από τις λαγόνιες ακρολοφίες.
Το σχήμα της κοιλιάς εξαρτάται από την ηλικία, το φύλο, τη σωματική διάπλαση, την εγκυμοσύνη κ.ά.
Τα τοιχώματα της κοιλιάς είναι τα εξής: α) Το πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα. Αυτό σχηματίζεται από τους ορθούς κοιλιακούς μύες. β) Το οπίσθιο κοιλιακό τοίχωμα που σχηματίζεται από τη σπονδυλική στήλη, τον τετράγωνο οσφυϊκό μυ, τους ψοίτες μύες και την οπίσθια μοίρα των λαγόνιων οστών της λεκάνης. γ) Το πάνω κοιλιακό τοίχωμα που σχηματίζεται από το διάφραγμα, το οποίο και τη χωρίζει από τη θωρακική κοιλότητα. δ) Το κάτω κοιλιακό τοίχωμα μεταπίπτει στον πυθμένα της λεκάνης. ε) Τα πλάγια κοιλιακά τοιχώματα, αριστερό και δεξιό, που σχηματίζονται από τους πλάγιους κοιλιακούς μύες και τα λαγόνια οστά.
Οι χώρες της κοιλιάς. Αν φέρουμε τρία οριζόντια επίπεδα, από τα οποία το πρώτο να περνά από τη στερνοξιφοειδή άρθρωση, δηλαδή από το σημείο άρθρωσης του σώματος του στέρνου, το δεύτερο από το κάτω χείλος των πλευρικών τόξων και το τρίτο να περνά από τις λαγόνιες ακρολοφίες και λίγο πιο κάτω από τον ομφαλό, χωρίζουμε την κοιλιά σε τρεις περιοχές. Οι περιοχές αυτές είναι η επιγάστρια πάνω, η μεσογάστρια στη μέση και η υπογάστρια κάτω. Αν φέρουμε δύο κάθετα επίπεδα που να κατεβαίνουν από τον 9ο πλευρικό χόνδρο μέχρι τις λαγόνιες άκανθες, χωρίζουμε την κοιλιά σε εννέα μέρη. Δηλαδή καθεμιά από τις τρεις περιοχές της κοιλιάς που αναφέραμε χωρίζεται σε τρεις μικρότερες. Έτσι, η επιγάστρια περιοχή διακρίνεται σε δύο πλάγιες, το αριστερό και το δεξιό υποχόνδριο, και μια στη μέση, το ιδίως υπογάστριο. Η μεσογάστρια περιοχή διακρίνεται σε δύο πλάγιες, τις πλάγιες κοιλιακές χώρες, και μια στη μέση, την ομφαλική χώρα. Τέλος, η υπογάστρια περιοχή χωρίζεται σε δύο πλάγιες, τις λαγόνιες χώρες, και μια στη μέση, την ηβική χώρα.
Η κοιλότητα της κοιλιάς είναι μεγάλη και περιέχει τα κοιλιακά σπλάχνα, αγγεία, νεύρα και λεμφογάγγλια με τα λεμφικά αγγεία τους. Όλα αυτά περιβάλλονται από ένα μεγάλο υμένα της κοιλιάς, το περιτόναιο. Με νοητό οριζόντιο επίπεδο, το οποίο περνά από το εγκάρσιο κόλο του παχέος εντέρου, χωρίζεται η κοιλότητα της κοιλιάς σε δύο μέρη, την πάνω και την κάτω κοιλιά. Η πάνω κοιλιά περιέχει το στομάχι, το συκώτι, τη σπλήνα και το δωδεκαδάκτυλο. Η κάτω κοιλιά περιέχει το λεπτό και το παχύ έντερο (εκτός από το δωδεκαδάκτυλο και το σιγμοειδές κόλο με τo απευθυσμένο), τα νεφρά, τα επινεφρίδια και μέρος από τους ουρητήρες.
Κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Βλάβη του εγκεφάλου που οφείλεται σε χτύπημα στην περιοχή του κεφαλιού. Οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις προκαλούν απώλεια της συνείδησης για ώρες ή πολλές ημέρες, που ακολουθείται από απώλεια της μνήμης πριν και μετά από την περίοδο της απώλειας της συνείδησης. Το κρανίο μπορεί να έχει κάταγμα και μπορεί να αναπτυχθεί ένα αιματικό πήγμα στον εγκέφαλο (ενδοκρανιακό αιμάτωμα) ή μεταξύ των μηνίγγων (επισκληρίδιο ή υποσκληρίδιο αιμάτωμα). Αυτά τα πήγματα (αιματώματα) συμπιέζουν τον εγκέφαλο και η πίεση μέσα στο κρανίο αυξάνεται με επείγουσες συνέπειες που απειλούν τη ζωή του ασθενή. Τα αιματώματα αναγνωρίζονται από τους νευρολόγους και τους νευροχειρούργους με αξονική και μαγνητική τομογραφία του κρανίου και απαιτούν επείγουσα χειρουργική αφαίρεση. Η ίαση μπορεί να είναι πλήρης ή σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις να αφήσει φυσικές (σωματικές) αναπηρίες, επιληψία και αλλαγές στη νοημοσύνη, στη λογική κρίση και στη συμπεριφορά. Τα συμπτώματα γενικά βελτιώνονται τα πρώτα δύο χρόνια.
Μια μειοψηφία από άτομα που είχαν μικρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις διαμαρτύρεται για προβλήματα που δεν οφείλονται στον τραυματισμό. Συγκεκριμένα, παραπονιούνται για κεφαλαλγίες, κενά μνήμης, κούραση, ζάλη, μη ανοχή στο αλκοόλ, στο φως και στο θόρυβο, απώλεια ενδιαφερόντων και πρωτοβουλιών, κατάθλιψη, άγχος και ανεπαρκή σεξουαλική επιθυμία, όπως επίσης και για δυσκολία συγκέντρωσης, ευερεθιστότητα, διανοητική επιβράδυνση κ.ά. Το πιθανότερο είναι ότι ψυχολογικοί παράγοντες εμπλέκονται στην πρόκληση όλων αυτών των συμπτωμάτων, που δεν αποτελούν κάποια ενιαία πάθηση, αλλά που μάλλον χρειάζονται ψυχοθεραπεία.
Κρανίο. Το ανώτατο μέρος του σκελετού του ανθρώπου και των Σπονδυλοζώων.
Η κατασκευή του κρανίου είναι στερεή και ασφαλής για το λόγο ότι περιέχει το σπουδαιότερο και το πιο ευαίσθητο όργανο του ανθρώπου, τον εγκέφαλο. Τα μέρη του κρανίου του ανθρώπου είναι τα εξής:
1. Εγκεφαλικό κρανίο. Βρίσκεται προς τα πάνω και πίσω και περιέχει τον εγκέφαλο, τις μήνιγγες και τα αγγεία (βλ. λ. κεφαλή). Αποτελείται από οκτώ οστά, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους είτε με συνδεσμώσεις (ραφές) είτε με συγχονδρώσεις. Από τα εμπρός προς τα πίσω διακρίνουμε: α) το μετωπιαίο οστό, β) τα δύο βρεγματικά, γ) το ηθμοειδές, δ) το σφηνοειδές, ε) τα δύο κροταφικά, στ) το ινιακό.
Τα οστά του εγκεφαλικού κρανίου είναι πλατιά οστά ή αεροφόρα, όπως το μετωπιαίο, το ηθμοειδές και το σφηνοειδές, δηλαδή περιέχουν αεροφόρες κοιλότητες. (Βλ. και λ. οστά.)
β) Προσωπικό κρανίο. Χωρίζεται από το εγκεφαλικό κρανίο με νοητή γραμμή, η οποία περνά από τη ρίζα της μύτης, τα πάνω χείλη των οφθαλμικών κογχών και το κάτω χείλος του ινιακού οστού προς τα πίσω. Περιέχει την αρχή του αναπνευστικού και του πεπτικού συστήματος. Αποτελείται από 14 οστά, τα οποία, από εμπρός προς τα πίσω, είναι: α) τα δύο ρινικά, β) δύο δακρυϊκά, γ) δύο κάτω ρινικές κόχες, δ) η ύνις, ε) δύο άνω γνάθοι, στ) δύο υπερώια, ζ) δύο ζυγωματικά, η) η κάτω γνάθος. Ιδιαίτερα περιγράφονται τα οστά του μέσου αφτιού, δηλαδή η σφύρα, ο άκμονας και ο αναβολέας (βλ. λ. αφτί). Ιδιαίτερα επίσης περιγράφεται το υοειδές οστό, το οποίο δε βρίσκεται στο κρανίο αλλά στη μέση τραχηλική χώρα του λαιμού.
Οι δύο γνάθοι, άνω και κάτω, φέρουν μικρές οπές, τα φατνία των δοντιών, μέσα στις οποίες μπαίνουν οι ρίζες των δοντιών. Τα φατνία είναι συνολικά 32, όσα και τα δόντια του ανθρώπου, δηλαδή 16 στην πάνω γνάθο και 16 στην κάτω γνάθο. Οι δύο πάνω γνάθοι ενώνονται στο μέσο με την πάνω μεσογνάθια ραφή.
Όλα τα οστά του κρανίου ενώνονται μεταξύ τους με συναρθρώσεις (ραφές) και σχηματίζουν την κρανιακή κοιλότητα. Το μόνο κινητό οστό είναι η κάτω γνάθος που αρθρώνεται με τα δύο κροταφικά οστά με την κροταφογναθική διάρθρωση.
Τα οστά του κρανίου σχηματίζουν επιμέρους κοιλότητες όπου φυλάσσονται ευαίσθητα όργανα όπως οι οφθαλμικοί κόγχοι, οι κοιλότητες του αφτιού, η ρινική και η στοματική. Στη βάση του κρανίου σχηματίζονται τρήματα (οπές) απ’ όπου περνούν αγγεία και νεύρα καθώς και το ινιακό τρήμα απ’ όπου διέρχεται ο νωτιαίος μυελός.
Λάρυγγα. Το όργανο της φωνής και ένα από τα ανώτερα τμήματα των αεραγωγών. Βρίσκεται πρόσθια στον τράχηλο και δημιουργεί αξιοσημείωτη προεξοχή στην πρόσθια επιφάνεια του τραχήλου. Καλύπτεται από δέρμα, ένα στρώμα από ινώδη ιστό και ένα λεπτό στρώμα από μύες, ενώ στα πλάγια προστατεύεται από τους πλάγιους λοβούς του θυρεοειδούς αδένα και από τους στερνοκλειδομαστοειδείς μύες.
Ο λάρυγγας έχει ύψος σχεδόν 5 εκ. και σχηματίζει ένα είδος κλωβού. Είναι καλύτερα προστατευμένος από μπροστά από χόνδρους, παρά από πίσω, και επικοινωνεί προς τα επάνω με το φάρυγγα στη ρίζα της γλώσσας και προς τα κάτω με την τραχεία. Ο λάρυγγας περιβάλλεται από πέντε μεγάλους χόνδρους: α) το θυρεοειδή χόνδρο, του οποίου το πλέον προεξέχον σημείο σχηματίζει το «μήλο του Αδάμ», β) τον κρικοειδή χόνδρο, που είναι ένας δακτύλιος τοποθετημένος πίσω από το θυρεοειδή χόνδρο, γ) την επιγλωττίδα, ένα χόνδρο μορφής φύλλου στη ρίζα της γλώσσας, δ) ένα ζεύγος, τους αρυταινοειδείς χόνδρους, που ενώνονται μεταξύ τους στο άνω άκρο του κρικοειδούς χόνδρου πίσω, όπου ο θυρεοειδής χόνδρος λείπει.
Υπάρχουν επίσης τέσσερις μικροί όζοι από χόνδρο επάνω από τους αρυταινοειδείς. Τα χείλη των λαρυγγικών χόνδρων δε συνδέονται στενά μεταξύ τους και τα διαστήματα ανάμεσά τους καλύπτονται από μεμβράνες. Ορισμένοι σύνδεσμοι που ενώνουν τους χόνδρους μεταξύ τους είναι μεγάλης σημασίας. Αυτοί διέρχονται από τη μία πλευρά στην άλλη του λάρυγγα, με τους αρυταινοειδείς χόνδρους πίσω και το θυρεοειδή χόνδρο μπροστά και υπάρχουν δύο ταινίες από ελαστικές ίνες, που καλύπτονται από το βλεννογόνο που επενδύει ολόκληρο το λάρυγγα.
Ένα ζεύγος αυτών των ταινιών βρίσκεται άμεσα πάνω στο άλλο ζεύγος· το άνω ζεύγος είναι οι ψευδείς ή νόθες φωνητικές χορδές και το κάτω ζεύγος είναι οι αληθείς ή γνήσιες φωνητικές χορδές. Οι αληθείς φωνητικές χορδές είναι ικανές να διατείνονται και να χαλαρώνουν σε ποικίλο βαθμό με σύγκλιση και απόκλιση μεταξύ τους, κάτι που επιτυγχάνεται από διάφορους μικρούς μύες που είναι προσκολλημένοι από το ένα άκρο τους στους αρυταινοειδείς χόνδρους και ελέγχονται οι κινήσεις τους από κλάδους του πνευμονογαστρικού νεύρου. Μεταξύ των ψευδών και αληθών φωνητικών χορδών υπάρχει σε κάθε πλευρά ένα βαθύ εντύπωμα, γνωστό ως «η κοιλιά του λάρυγγα». Ο λάρυγγας επενδύεται εξολοκλήρου από ένα βλεννογόνο, που αποτελείται γενικά από κροσσωτά κύτταρα, αλλά πάνω από τις αληθείς φωνητικές χορδές, που υπόκεινται σε μεγάλη τριβή κατά την παραγωγή της φωνής· ο βλεννογόνος αποτελείται από επίπεδα κύτταρα παρόμοια με αυτά του δέρματος.
Οι φωνητικές χορδές δονούνται σε διάφορο βαθμό, σύμφωνα με την τάση τους, προκαλώντας τους ήχους της φωνής και της ομιλίας.
Λαρυγγίτιδα. Η οξεία ή χρόνια φλεγμονή του λάρυγγα. Μπορεί να οφείλεται σε λοιμώδη αιτία, συχνότερα ιογενή παρά μικροβιακή, ή μπορεί να οφείλεται σε κατάχρηση ομιλίας.
Οξεία λαρυγγίτιδα. Συνήθως ιώσεις που προσβάλλουν όλο το ανώτερο αναπνευστικό σύστημα προκαλούν οξεία λαρυγγίτιδα. Επίσης, κατάχρηση της ομιλίας, δυνατή ομιλία, συνεχές τραγούδισμα ή ουρλιαχτά προκαλούν οξεία λαρυγγίτιδα. Εξάλλου, εισπνοή ερεθιστικών ουσιών είναι επίσης δυνατό να την προκαλέσει. Το κύριο σύμπτωμα είναι το βράχνιασμα της φωνής, αλλά ενδέχεται να εμφανιστεί και πόνος. Εάν υπάρχει μεγάλο οίδημα, μπορεί να στενέψει η δίοδος του αέρα, προκαλώντας συριγμό. Δεν αποκλείεται να υπάρχουν ορισμένες ιδιοσυστασιακές διαταραχές, που προκαλούν πυρετό, αδιαθεσία, γενικευμένους πόνους και δυσκολία στην κατάποση. Ο βήχας είναι ένα συχνό συνοδό σύμπτωμα και μπορεί να είναι ξερός ή παραγωγικός με πυώδη πτύελα. Η οξεία απόφραξη του λάρυγγα είναι σπάνια, αλλά αν συμβεί απαιτείται επείγουσα θεραπεία.
Χρόνια λαρυγγίτιδα. Μπορεί να είναι το αποτέλεσμα επαναλαμβανόμενων επεισοδίων οξείας λαρυγγίτιδας, κατάχρησης ομιλίας, όγκων ή δευτεροπαθής λαρυγγίτιδα από φυματίωση ή σύφιλη. Οι τελευταίες δύο περιπτώσεις είναι σπάνιες αλλά μερικές φορές εκδηλώνονται ως εξελκώσεις των φωνητικών χορδών και του λάρυγγα.
Φυματιώδης λαρυγγίτιδα. Ευτυχώς είναι σπάνια στις αναπτυγμένες χώρες και η θεραπεία συνίσταται στην αντιφυματική θεραπεία.
Όγκοι. Μπορεί να είναι καλοήθεις ή κακοήθεις. Οι καλοήθεις, όπως τα οζίδια τραγουδιστών, μπορεί να διορθωθούν με λογοθεραπεία ή να αφαιρεθούν χειρουργικά με άμεση λαρυγγοσκόπηση. Ο καρκίνος του λάρυγγα θεραπεύεται χειρουργικά ή με ακιτνοθεραπεία, ανάλογα με την έκταση της πάθησης. Το βράχνιασμα της φωνής μπορεί να είναι το μόνο σύμπτωμα των φωνητικών χορδών σε ένα καρκίνωμα του λάρυγγα, γι’ αυτό κάθε βράχνιασμα της φωνής που διαρκεί περισσότερο από έξι εβδομάδες πρέπει να εξετάζεται από λαρυγγολόγο. Όσο νωρίτερα γίνει η διάγνωση, τόσο καλύτερα είναι τα αποτελέσματα. Ένα σημαντικό στοιχείο υπέρ των λαρυγγεκτομηθέντων είναι ότι μπορούν με κατάλληλη εξάσκηση να αναπτύξουν πάλι μια μορφή ομιλίας.
Μια άλλη ανωμαλία της φωνής είναι η παράλυση των φωνητικών χορδών. Αυτή ενδέχεται να οφείλεται σε ένα συγγενές πρόβλημα είτε να είναι αποτέλεσμα πίεσης του παλίνδρομου λαρυγγικού νεύρου από ανευρύσματα ή όγκους ή από κόψιμο του νεύρου σε ένα χειρουργείο, οπότε υπάρχει παράλυση της φωνητικής χορδής. Το σύμπτωμα είναι αδυνάτισμα της φωνής παρά πραγματικό βράχνιασμα.
Η αφωνία είναι πλήρης έλλειψη φωνής. Η αιτιολογία συνήθως είναι ψυχολογική, αφού αποκλειστούν οργανικές παθήσεις.
Λεϊσμανίαση. Ομάδα λοιμώξεων που προκαλούνται από το μαστιγοφόρο πρωτοζωικό παράσιτο του γένους leishmania, που μεταδίδεται στον άνθρωπο από το είδος του Φλεβοτόμου του βωβού του γένους Φλεβοτόμος και Lytzomiya.
Ο αιτιολογικός οργανισμός παρατηρήθηκε πρώτα από τους Λέισμαν και Ντόνοβαν το 1903 και 1904 αντίστοιχα.
Σπλαχνική λεϊσμανίαση (καλά αζάρ). Προκαλείται από το παράσιτο Leishmania donovani, που απαντάται στην τροπική και υποτροπική Αφρική, Ασία και στη Μεσόγειο (και σε μερικά νησιά) και στην τροπική Νότια Αμερική. Διάφορα θηλαστικά, όπως σκύλοι, λειτουργούν ως φορείς της λοίμωξης. Στην περιοχή της Νότιας Μεσογείου είναι κυρίως πάθηση των νεογνών.
Στην Αφρική συμβαίνει συχνότερα στους εφήβους και στους νεαρούς ενήλικες. Αποτελεί επίσης τυχαία (περιστασιακή) λοίμωξη στους ασθενείς του AIDS. Η επωαστική περίοδος διαρκεί 2-6 μήνες. Η ηπατοσπληνομεγαλία μπορεί να είναι μεγάλη. Πυρετός, αναιμία και γενικευμένη λεμφαδενοπάθεια είναι συνήθως τα συμπτώματα.
Δερματική λεϊσμανίαση. Αυτή η μορφή προκαλείται από λοίμωξη με το L. tropica, L. major, L. aethiopica και άλλα είδη. Η πάθηση είναι ευρέως διαδεδομένη στη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, την Ασία, την Αφρική, την Κεντρική και Νότια Αμερική. Είναι λιγότερο συχνή από ό,τι παλαιότερα στη Βόρεια Αυστραλία. Χαρακτηρίζεται από εντοπισμένα δερματικά έλκη. Δεν υπάρχει σπλαχνική συμμετοχή.
Βλεννοδερματική λεϊσμανίαση. Αυτή η μορφή οφείλεται στο L. braziliensis και σπάνια στο L. mexicana. Εμφανίζεται περισσότερο στην Κεντρική και Νότια Αμερική, ειδικά στη λεκάνη του Αμαζονίου χαρακτηρίζεται από καταστρεπτικές ελκωτικές, κοκκιωματώδεις αλλοιώσεις του δέρματος και των βλεννογόνων, ειδικότερα προσβάλλοντας τις βλεννοδερματικές ενώσεις του στόματος, του ρινοφάρυγγα, των γεννητικών οργάνων και του ορθού εντέρου. Η λοίμωξη γίνεται μέσω μιας επιφανειακής δερματικής αλλοίωσης στο σημείο του τσιμπήματος του Φλεβοτόμου του βωβού. Όμως η μετάδοση γίνεται με την αιματογενή οδό (συνήθως μετά από ορισμένα χρόνια) σε μια βλεννοδερματική περιοχή.
Λεμφικό σύστημα. Το σύνολο των αγγείων και των οργάνων που ρυθμίζουν τη διακίνηση και τη φυσιολογία της λέμφου. Το λεμφικό σύστημα αποτελεί το δεύτερο σκέλος του αγγειακού συστήματος και μάλιστα παράρτημα του φλεβικού σκέλους του αιμοφόρου συστήματος. Συμβάλλει στην άμυνα του οργανισμού.
Το λεμφικό σύστημα απαρτίζεται από:
1. Λεμφοφόρα τριχοειδή. Αρχίζουν τυφλά από την επιδερμίδα και τους βλεννογόνους και σχηματίζουν δίκτυα. Είναι πλατύτερα από τα αιμοφόρα τριχοειδή, διαφέρουν από αυτά στην κατασκευή και έχουν ως λειτουργία τη συλλογή της λέμφου.
2. Λεμφαγγεία. Αυτά εσωτερικά έχουν πολλές βαλβίδες, ενώ εξωτερικά μοιάζουν με κομπολόι. Σ’ αυτά μαζεύεται η λέμφος και οδηγείται στα διάφορα λεμφογάγγλια που παρεμβάλλονται στην πορεία τους. Τα λεμφαγγεία ενώνονται μεταξύ τους και σχηματίζουν μεγαλύτερα στελέχη και τελικά συγκεντρώνονται όλα σε δύο μεγάλα στελέχη, το μεγάλο και το μικρό θωρακικό πόρο. Οι πόροι αυτοί εκβάλλουν στη δεξιά και αριστερή φλεβική γωνία και διοχετεύουν την καθορισμένη λέμφο στο φλεβικό αίμα.
3. Λεμφοκυττογόνα όργανα. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα λεμφογάγγλια, τα λεμφοζίδια, τα λεμφοθυλάκια, οι αμυγδαλές, η σπλήνα, ο θύμος αδένας κ.ά. Τα όργανα αυτά χρησιμεύουν βασικά για την παραγωγή άμεσα των λεμφοκυττάρων και έμμεσα των διάφορων μορφών αντισωμάτων. Επίσης ως αμυντικά όργανα, και ειδικά τα λεμφογάγγλια σαν διυλιστήρια της λέμφου. Μετά την είσοδο των λεμφαγγείων σ’ αυτά, η λέμφος οδηγείται στο εσωτερικό των λεμφογαγγλίων, όπου καθαρίζεται (από τα φαγοκύτταρα των τοιχωμάτων των γαγγλίων) από διάφορες βλαβερές ουσίες (π.χ. καρκινικά κύτταρα, μικρόβια) και εμπλουτίζεται στη συνέχεια με νέα λεμφοκύτταρα. Ακολουθεί κατόπιν την πορεία των λεμφαγγείων που φεύγουν από τα λεμφογάγγλια και τελικά χύνεται στο αίμα. Εκεί δημιουργείται ένας κύκλος κυκλοφορίας της λέμφου, που αποτελεί πολύτιμο υγρό για την άμυνα του οργανισμού.
4. Διάφορα όργανα, όπως ο μυελός των οστών, οι διάφορες ορογόνες κοιλότητες (περικάρδιο, υπεζωκότας, περιτόναιο), οι αρθρικές κοιλότητες, οι λεμφώδεις χώροι των μηνίγγων κ.ά.
Τα λεμφοκυττογόνα όργανα έχουν διάφορη αρχιτεκτονική μεταξύ τους, αλλά βασικά αποτελούνται από συνδετικό ιστό, λεμφοζίδια και φαγοκύτταρα διάφορων τύπων. Τα λεμφοζίδια είναι μικρά σωμάτια που αποτελούνται από λεμφοκύτταρα.
Η λέμφος στην πορεία της εμπλουτίζεται συνέχεια με λεμφοκύτταρα, ώστε να φτάνουν τα 8.000 σε κάθε κυβικό χιλιοστόμετρο μέσα στους θωρακικούς πόρους.
Λευχαιμία. Παθολογική κατάσταση κατά την οποία ο αριθμός των λευκοκυττάρων στο αίμα είναι μονίμως αυξημένος. Η πάθηση επίσης χαρακτηρίζεται από σπληνομεγαλία, αλλαγές στο μυελό των οστών και από διόγκωση των λεμφαδένων σε όλο το σώμα. Η αιτία είναι άγνωστη.
Η λευχαιμία μπορεί να είναι οξεία ή χρόνια. Σύμφωνα με τον τύπο των κυττάρων που είναι παρόντα, υπάρχουν αντίστοιχα η οξεία λεμφοβλαστική και η οξεία μυελογενής λευχαιμία και η χρόνια λεμφοβλαστική και χρόνια μυελογενής λευχαιμία. Η οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία είναι συχνότερη τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής και είναι σπάνια μετά την ηλικία των 25. Η οξεία μυελογενής λευχαιμία είναι συχνότερη στα παιδιά και στους νέους ενήλικες, αλλά μπορεί να συμβεί σε κάθε ηλικία. Η χρόνια λεμφογενής συμβαίνει μεταξύ 35 και 80 ετών, συχνότερα γύρω στα 60 έτη και είναι δύο φορές συχνότερη στους άντρες από ό,τι στις γυναίκες. Η χρόνια μυελογενής λευχαιμία είναι σπάνια πριν από τα 25 χρόνια και συχνότερη μεταξύ 30 και 65. Άνδρες και γυναίκες προσβάλλονται το ίδιο.
Συμπτώματα. Στην οξεία φάση ο ασθενής είναι ωχρός, έχει περιστασιακά πορφυρικό εξάνθημα και διόγκωση των λεμφαδένων και της σπλήνας. Η θερμοκρασία του είναι ανυψωμένη και η λευχαιμία μπορεί να εκληφθεί λανθασμένα ως οξεία λοίμωξη. Τέτοιες περιπτώσεις συνήθως έχουν ταχεία πορεία, που διαρκεί λίγες εβδομάδες ή μήνες. Στη χρόνια μορφή της πάθησης η έναρξη είναι προοδευτική και τα πρώτα συμπτώματα που προκαλούν δυσφορία είναι είτε διόγκωση της κοιλιάς και δύσπνοια, που οφείλεται στην επώδυνη σπληνομεγαλία, είτε διόγκωση των λεμφαδένων του τραχήλου, των μασχαλών και αλλού είτε ωχρότητα, προκάρδιοι παλμοί και άλλα συμπτώματα αναιμίας που συχνά συνοδεύει τη λευχαιμία. Περιστασιακά αιμορραγίες από τη μύτη, στομάχι, ούλα ή έντερα μπορεί να συμβούν και να είναι σοβαρές. Γενικά, υπάρχει ελαφρός πυρετός. Όταν γίνεται μικροσκοπική εξέταση του αίματος, όχι μόνο υπάρχει τεράστια αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων, που μπορεί να είναι 30-60 φορές περισσότερα από το φυσιολογικό, αλλά βρίσκονται ποικίλες άωρες μορφές των κυττάρων της λευκής σειράς. Στη λεμφογενή λευχαιμία τα λευκά αιμοσφαίρια κυρίως μοιάζουν με λεμφοκύτταρα, τα οποία στο υγιές αίμα βρίσκονται σε μικρή αναλογία. Στη μυελογενή μορφή εμφανίζονται στο περιφερικό αίμα μυελοκύτταρα ή μεγάλα άωρα σωμάτια του μυελού των οστών, που δεν είναι ποτέ παρόντα στο αίμα (το περιφερικό αίμα), και μπορεί επίσης να υπάρχει μεγάλος αριθμός άωρων εμπύρηνων ερυθροκυττάρων.




Λοίμωξη. Η διαδικασία κατά την οποία μια πάθηση μεταδίδεται μέσω ενός μικροοργανισμού από ένα άτομο σε ένα άλλο. Όλες οι παθήσεις που μεταδίδονται μ’ αυτόν τον τρόπο ονομάζονται λοιμογόνες. Οι μικροοργανισμοί μπορεί να είναι ένα μικρόβιο, μια ρικέτσια, ένας ιός, ένα πρωτόζωο ή ένα μετάζωο.
Το δέρμα είναι μια σημαντική προφύλαξη εναντίον των μικροοργανισμών που εισέρχονται στους ιστούς. Ένα μεγάλο ποσοστό προστασίας αποδίδεται από τους παράγοντες που εμπλέκονται στην ανοσία εναντίον των παθήσεων.
Τρόποι λοίμωξης. Το λοιμογόνο υλικό μπορεί να μεταδοθεί σε ένα άτομο με άμεση επαφή με ένα άρρωστο άτομο. Διάφορες παθήσεις είναι ειδικά λοιμογόνες σε διάφορες περιόδους της πορείας τους. Έτσι το πρακτικό πρόβλημα πότε να απομονωθεί κάποιος πάσχων είναι δύσκολο να απαντηθεί, καθώς ορισμένες λοιμώξεις, όπως η ιλαρά, είναι λοιμογόνες σε ένα στάδιο που δεν είναι ακόμη ξεκάθαρα αναγνωρίσιμο.
Η λοίμωξη μπορεί να διαδοθεί μέσω της σκόνης, του πόσιμου νερού, των τροφών, ιδιαίτερα του γάλακτος, από τις ανθρώπινες εκκρίσεις, όπως και από πληγές του δέρματος καθώς και από τα ρούχα των ασθενών.
Η έννοια του φορέα μιας πάθησης είναι μείζονος σημασίας. Ορισμένα άτομα που έχουν νοσήσει από κάποια ασθένεια και έχουν θεραπευτεί, εξακολουθούν να φέρουν το μικροοργανισμό στον οργανισμό τους. Αυτό συμβαίνει στον τυφοειδή πυρετό, όπου το μικρόβιο συνεχίζει την ανάπτυξή του στη χοληδόχο κύστη του φορέα που είχε νοσήσει μερικά χρόνια πριν από την ασθένεια αυτή. Στην περίπτωση της χολέρας, που ενδημεί σε ορισμένες χώρες, τα άτομα μπορεί να μεταφέρουν το βάκιλο και να μεταδώσουν λοίμωξη, όταν άλλες συνθήκες είναι ευνοϊκές γι’ αυτό. Παρομοίως στην περίπτωση της δυσεντερίας, άτομα που έχουν πλήρως θεραπευτεί από την πάθηση μπορεί να είναι ικανά να μεταδώσουν το μικροοργανισμό με τα κόπρανά τους. Άλλα παραδείγματα είναι η διφθερίτιδα και η εγκεφαλονωτιαία μηνιγγίτιδα.
Οι μύγες μπορούν να μολύνουν το γάλα και άλλες τροφές με μικρόβια που προκαλούν τυφοειδή πυρετό και τροφική δηλητηρίαση. Τα κουνούπια μεταφέρουν τους αιτιολογικούς παράγοντες της ελονοσίας και του κίτρινου πυρετού, που ένα τμήμα της ανάπτυξής τους το περνούν στο σώμα αυτών των εντόμων.
Ένας κρότωνας είναι υπεύθυνος για τη λοίμωξη μιας άλλης μορφής υποτροπιάζοντος πυρετού και η λεϊσμανίαση μεταδίδεται από τσιμπήματα του Κώνωπος του βωβού.
Οι λοιμώδεις νόσοι αποτελούν τις συχνότερες ασθένειες του ανθρώπου, αν και έχουν σημειωθεί διάφορες μεταβολές με το πέρασμα του χρόνου. Αρκετές δηλαδή λοιμώδεις νόσοι έχασαν το «φοβερό» χαρακτήρα που είχαν άλλοτε, ενώ εμφανίστηκαν νέες που στο παρελθόν ήταν άγνωστες. Αυτό οφείλεται από το ένα μέρος στη σημαντική βελτίωση των όρων διαβίωσης και υγιεινής και από το άλλο στην αλόγιστη χρήση των αντιβιοτικών ή άλλων φαρμάκων.
Η λοίμωξη επέρχεται μόνο, αν ο μικροοργανισμός που θα περάσει στον οργανισμό εγκατασταθεί και πολλαπλασιαστεί. Από τη στιγμή αυτή θα γίνει πρόξενος βλαβών. Ο οργανισμός όμως θα προσπαθήσει να αμυνθεί. Η προσπάθεια αυτή εκδηλώνεται με τη μορφή τοπικών ή γενικών νοσηρών εκδηλώσεων (π.χ. πυρετός, ανάπτυξη μηχανισμού φλεγμονής κ.ά.). Το σύνολο των νοσηρών αντιδράσεων του οργανισμού και των βλαβών από το παθογόνο αίτιο δίνει την έννοια της λοιμώδους νόσου. Δηλαδή υπάρχει διαφορά μεταξύ λοίμωξης και λοιμώδους νόσου, αλλά για λόγους συντομίας ο όρος «λοίμωξη» εννοεί και τα δύο. Μερικές λοιμώξεις δε γίνονται αντιληπτές, παρόλο που το παθογόνο αίτιο προσβάλλει τον οργανισμό, ο οποίος όμως κατορθώνει να το εξουδετερώσει και να αποκτήσει ανοσία. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι δεν παρουσιάζονται με μεγάλη συχνότητα οι λοιμώδεις νόσοι· αυτές λέγονται «αφανείς λοιμώξεις».
Σε άλλες όμως περιπτώσεις λοιμωδών νόσων είναι δυνατό να μην εμφανιστούν οι νοσηρές αντιδράσεις του οργανισμού, όπως στις αφανείς λοιμώξεις, ενώ ο οργανισμός δεν κατορθώνει να εξουδετερώσει το μικροοργανισμό. Γίνεται μόνο μια παθητική προσαρμογή με το αίτιο αυτό, που σε μια ορισμένη στιγμή μπορεί να προκαλέσει λοιμώδεις νόσους. Οι λοιμώξεις αυτές ονομάζονται «λανθάνουσες λοιμώξεις».
Πολλές λοιμώδεις νόσοι προσβάλλουν μόνο τον άνθρωπο και λέγονται ανθρωπονόσοι (κοκίτης, ιλαρά, λέπρα, ηπατίτιδα κ.ά.). Πολλές λοιμώδεις νόσοι αφήνουν ανοσία, ενώ άλλες αφήνουν μεγάλη ευαισθησία (πνευμονοκοκκική πνευμονία).
Η συχνότητα προσβολής από μια λοιμώδη νόσο και η έντασή της εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες, όπως παλιότερες αφανείς λοιμώξεις, γενική υγιεινή κατάσταση, ατομική και γενική υγιεινή, ύπαρξη αντισωμάτων, εμβολιασμού, συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, φύλο, ηλικία κ.ά. Τα κοινά κλινικά συμπτώματα των λοιμωδών νόσων είναι γενική αδιαθεσία, κατάπτωση, πυρετός, αδυναμία λήψης τροφής κ.ά.
Η θεραπεία τους γίνεται ανάλογα με την περίπτωση και συνήθως χρησιμοποιούνται αντιβιοτικά, χημειοθεραπευτικά, ειδικοί αντιοροί, αντιτοξίνες κ.ά. Μεγαλύτερη σημασία από τη θεραπεία έχει η προφύλαξη, που βασίζεται: α) στους εμβολιασμούς, β) στη σχολαστική τήρηση των κανόνων ατομικής και γενικής υγιεινής, γ) στην εξόντωση των τρωκτικών, εντόμων και παρασίτων, δ) στη θανάτωση άρρωστων ζώων, ε) στη διαμόρφωση των όρων διαβίωσης και εργασίας, στ) στην επιμελημένη συντήρηση των τροφών.
Μάτι, το (ή οφθαλμός, ο). Αισθητήριο όργανο της όρασης. Αποτελείται από τον οφθαλμικό βολβό, που είναι το κύριο όργανο της όρασης, και τα επικουρικά όργανα (βλέφαρα, φρύδια κ.ά.) που έχουν βοηθητικό και προστατευτικό ρόλο.
Στον άνθρωπο τα δύο μάτια (οφθαλμοί) είναι τοποθετημένα στο πρόσθιο μέρος της κεφαλής μέσα στις οφθαλμικές κόγχες.
Κάθε οφθαλμικός βολβός έχει σχήμα περίπου σφαιρικό και αποτελείται από το περίβλημα (τοίχωμα) και το περιεχόμενο. Το τοίχωμα του οφθαλμικού βολβού σχηματίζεται από τρεις χιτώνες, που είναι από έξω προς τα μέσα: ο ινώδης, ο αγγειώδης και ο αμφιβληστροειδής. Ο ινώδης χιτώνας αποτελείται από το σκληρό χιτώνα, δηλαδή το ασπράδι του ματιού, και στο μπροστινό μέρος τον κερατοειδή, που είναι κυκλικός και διαφανής για να επιτρέπει την είσοδο του φωτός.
Ο αγγειώδης χιτώνας αποτελείται από το χοριοειδή χιτώνα που βρίσκεται κάτω από το σκληρό και έχει άφθονα αιμοφόρα αγγεία και την ίριδα. Η ίριδα είναι ένας δίσκος πίσω από τον κερατοειδή με μια οπή στη μέση, την κόρη του ματιού, από την οποία περνάει το φως. Με τη βοήθεια μυών μπορεί να μεταβάλλεται το εύρος της κόρης του ματιού ανάλογα με την ένταση του φωτός. Σε μικρή ένταση φωτός αυξάνεται το εύρος της κόρης και το αντίθετο. Η ρύθμιση αυτή γίνεται αντανακλαστικά.
Η ίριδα περιέχει χρωμοφόρα κύτταρα τα οποία προσδίδουν το χαρακτηριστικό χρώμα ματιών στο κάθε άτομο. Ανάμεσα στο χοριοειδή χιτώνα και στην ίριδα υπάρχει το ακτινωτό σώμα το οποίο περιέχει τον ακτινωτό μυ που συγκρατεί το φακό στη θέση του και μεταβάλλει την καμπυλότητά του ανάλογα με την απόσταση των αντικειμένων, ώστε το είδωλο να σχηματίζεται στον αμφιβληστροειδή χιτώνα.
Ο αμφιβληστροειδής χιτώνας βρίσκεται κάτω από το χοριοειδή και είναι ο κατ’ εξοχήν αισθητήριος χιτώνας. Περιέχει τα οπτικά κύτταρα με ειδικά διαμορφωμένες αποφυάδες, τα κωνία και τα ραβδία, που αποτελούν και τους υποδοχείς της όρασης.
Στο εσωτερικό του οφθαλμικού βολβού βρίσκεται ο κρυσταλλοειδής φακός, ο οποίος είναι διαφανής, αμφίκυρτος και ελαστικός. Μαζί με τον ακτινωτό μυ διαχωρίζει το εσωτερικό του βολβού σε δύο κοιλότητες. Η μία, ανάμεσα από το φακό και τον κερατοειδή, περιέχει το υδατοειδές υγρό και η άλλη, η μεγαλύτερη, πίσω από το φακό και μέσα στον αμφιβληστροειδή χιτώνα περιέχει το υαλώδες σώμα, το οποίο είναι μια ημίρρευστη διαφανής ουσία που γεμίζει το χώρο του βολβού.
Οι νευρικές ίνες (κωνία, ραβδία) των οπτικών κυττάρων συνδέονται με ειδικά νευρικά κύτταρα (δίπολα, γαγγλιακά), οι νευρικές ίνες των οποίων σχηματίζουν το οπτικό νεύρο. Τα οπτικά νεύρα των δύο ματιών εισέρχονται στον εγκέφαλο, συναντώνται στο οπτικό χίασμα όπου οι νευρικές ίνες χιάζονται (οι μισές από κάθε νεύρο περνούν στο άλλο νεύρο) και σχηματίζονται οι δύο οπτικές ταινίες, καθεμία από τις οποίες περιέχει νευρικές ίνες χιασμένες και αχίαστες από κάθε μάτι. Οι οπτικές ταινίες καταλήγουν στο φλοιό του ινιακού λοβού του εγκεφάλου, όπου βρίσκεται το κέντρο της όρασης. Για να δούμε ένα αντικείμενο πρέπει το είδωλό του να σχηματιστεί επάνω στον αμφιβληστροειδή. Οι φωτεινές ακτίνες διέρχονται από τον κερατοειδή χιτώνα, το υδατοειδές υγρό, το φακό και το υαλώδες σώμα (τη διαθλαστική συσκευή του ματιού) και καταλήγουν στον αμφιβληστροειδή χιτώνα, όπου βρίσκονται τα κωνία και τα ραβδία. Τα ραβδία είναι ευαίσθητα στο αμυδρό φως και διακρίνουν το σχήμα και τη φωτεινότητα του αντικειμένου. Είναι τοποθετημένα περιφερειακά στον αμφιβληστροειδή, γι’ αυτό και στο ημίφως βλέπουμε καλύτερα ένα αντικείμενο όταν το κοιτάζουμε υπό γωνία. Ο αριθμός τους ανέρχεται στα 130 εκατομμύρια.
Τα κωνία είναι πολύ λιγότερα, 7 εκατομμύρια, και είναι υπεύθυνα για την όραση στο φως και την αντίληψη των χρωμάτων. Είναι συγκεντρωμένα κυρίως στην ωχρή κηλίδα, μια περιοχή του αμφιβληστροειδή διαμετρικά απέναντι από το φακό. Όταν θέλουμε να δούμε καλά ένα αντικείμενο, πρέπει το είδωλό του να σχηματιστεί στην ωχρή κηλίδα που έχει τη μεγαλύτερη ευαισθησία. Κάτω από την ωχρή κηλίδα υπάρχει η οπτική θηλή, απ’ όπου ξεκινάει το οπτικό νεύρο. Στην ωχρή κηλίδα δεν υπάρχουν ραβδία ενώ στην οπτική θηλή δεν υπάρχουν ούτε κωνία ούτε ραβδία. Η οπτική θηλή είναι το τυφλό σημείο του ματιού. Αντικείμενα των οποίων το είδωλο σχηματίζεται στην οπτική θηλή δεν τα βλέπουμε.
Τα κωνία και τα ραβδία περιέχουν φωτοευαίσθητες ουσίες που αποτελούνται από μια πρωτεΐνη, την οψίνη, και ένα χημικό παράγωγο της βιταμίνης Α, τη ρετινίνη ή ρετινόλη. Τα ραβδία περιέχουν μια φωτοευαίσθητη ουσία, τη ροδοψίνη. Τα κωνία διακρίνονται σε τρεις τύπους και ο καθένας περιέχει ουσίες που είναι ευαίσθητες στις ακτινοβολίες οι οποίες αντιστοιχούν στα τρία βασικά χρώματα, το μπλε, το πράσινο και το κόκκινο. Από την ανάμειξη των βασικών χρωμάτων σε ορισμένες αναλογίες προκύπτουν όλα τα άλλα χρώματα. Τα κωνία χρειάζονται περισσότερη φωτεινή ενέργεια από τα ραβδία για να διεγερθούν.
Όταν οι φωτεινές ακτίνες ενός αντικειμένου που βλέπουμε φτάσουν στον αμφιβληστροειδή (όπου το είδωλο του αντικειμένου σχηματίζεται αντεστραμμένο), οι φωτοευαίσθητες χρωστικές των κωνίων και των ραβδίων απορροφούν φωτεινή ενέργεια, διεγείρονται και υφίστανται μια σειρά από χημικές μεταβολές, αποτέλεσμα των οποίων είναι να δημιουργηθεί η νευρική ώση. Η νευρική ώση μέσω των οπτικών νεύρων μεταφέρεται στο οπτικό κέντρο του εγκεφάλου, όπου γίνεται η ταύτιση των εικόνων από τα δύο μάτια, η ανόρθωση της εικόνας και η προβολή της στη θέση που βρίσκεται στο χώρο. Η απόσταση του αντικειμένου προσδιορίζεται από τη διαφορά των οπτικών εικόνων του αντικειμένου από το κάθε μάτι.
Όταν ένα αντικείμενο βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη από έξι μέτρα, αυξάνεται αντανακλαστικά η κυρτότητα του φακού ώστε το είδωλό του να σχηματιστεί στον αμφιβληστροειδή. Η δυνατότητα του φακού να κυρτώνεται έχει ένα όριο. Έτσι μπορούμε να δούμε με ευκρίνεια ένα αντικείμενο που πλησιάζει προς εμάς ως ένα σημείο που ονομάζεται «εγγύς σημείο οράσεως». Το σημείο αυτό μεταβάλλεται ανάλογα με την ηλικία του ατόμου. Τα μικρά παιδιά μπορούν να δουν καθαρά αντικείμενα που βρίσκονται πολύ κοντά (7 εκ.). Με την αύξηση της ηλικίας η απόσταση του «εγγύς σημείου οράσεως» μεγαλώνει και φτάνει τα 85 εκ., επειδή στα άτομα μεγάλης ηλικίας ελαττώνεται η ικανότητα του φακού να κυρτώνεται (πρεσβυωπία).
Επικουρικά όργανα του ματιού είναι τα φρύδια, τα βλέφαρα, οι βλεφαρίδες και οι δακρυϊκοί αδένες που προστατεύουν τα μάτια από τη σκόνη, τον ιδρώτα ή άλλα αντικείμενα και οι μύες που κινούν τον οφθαλμικό βολβό. Τα δάκρυα διατηρούν τον κερατοειδή χιτώνα υγρό. Οι δακρυϊκοί αδένες διεγείρονται αντανακλαστικά και από άλλα ερεθίσματα και προκαλείται το κλάμα.
Συνηθισμένες παθήσεις της όρασης είναι α) η μυωπία, που οφείλεται σε αύξηση της προσθοπίσθιας διαμέτρου του βολβού, οπότε το είδωλο του αντικειμένου σχηματίζεται μπροστά από τον αμφιβληστροειδή, β) η υπερμετρωπία, που οφείλεται σε ελάττωση της προσθοπίσθιας διαμέτρου του βολβού, γ) η πρεσβυωπία, σε ελάττωση της ελαστικότητας του φακού, δ) ο αστιγματισμός, σε ελαττωματική κυρτότητα του κερατοειδή, ε) το γλαύκωμα, σε αύξηση της πίεσης του υδατοειδούς υγρού, στ) ο καταρράκτης, σε θόλωση του φακού, ζ) ο στραβισμός, σε ελαττωματική λειτουργία των μυών που κινούν τους οφθαλμικούς βολβούς, η) επιπεφυκίτιδες, δαλτονισμός κ.ά.
Μεθαδόνη. Συνθετικό φάρμακο, δομικά και φαρμακολογικά παρόμοιο με τη μορφίνη. Είναι, όμως, λιγότερο κατασταλτικό με μεγαλύτερο χρόνο ημισείας ζωής. Είναι πλέον αξιόπιστο, όταν λαμβάνεται από το στόμα, μολονότι προκαλεί συχνούς εμετούς. Η μεθαδόνη χρησιμοποιείται για δύο κύριους λόγους. Ως αντιβηχικό, στον «ξερό» βήχα, δρώντας στο μυελώδες «κέντρο του βήχα» στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Είναι, επίσης, χρήσιμο για την αποτοξίνωση από την ηρωίνη και τη μορφίνη, επειδή προκαλεί μικρότερη εξάρτηση και λιγότερης έντασης στερητικό σύνδρομο. Όταν λαμβάνεται για παρατεταμένες περιόδους, η μεθαδόνη δεν πρέπει να χορηγείται περισσότερο από δύο φορές ημερησίως, για την αποφυγή του κινδύνου άθροισης και οπιοειδούς υπερδοσολογίας. Κέντρα χορήγησης μεθαδόνης λειτουργούν και στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 1990.

No comments:

Post a Comment