Friday, June 19, 2009

ΙΑΤΡΙΚΗ V

Μεσογειακή αναιμία (ή θαλασσαιμία). Μορφή κληρονομικής αναιμίας, κατά την οποία παρουσιάζεται σημαντική έλλειψη της αιμοσφαιρίνης Α που αντιπροσωπεύει το 97% της ποσότητας αιμοσφαιρίνης στο αίμα. Οφείλεται στην παρουσία ενός ή δύο ελαττωματικών γονιδίων που είναι υπεύθυνα για τη σύνθεση της α ή της β πολυπεπτιδικής αλυσίδας της αιμοσφαιρίνης Α, οπότε μιλούμε για α’ ή β’ μεσογειακή αναιμία αντίστοιχα.
Η νόσος είναι γνωστή και διαδομένη από πολύ παλιά στις παραμεσόγειες χώρες. Σποραδικά συναντάται και σε άλλες ηπείρους. Το φαινόμενο αυτό ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα της ανθεκτικότητας που παρουσιάζουν οι πάσχοντες από μεσογειακή αναιμία στη θανατηφόρα ελονοσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της συχνότητας των γονιδίων αυτών στις παραμεσόγειες χώρες που μαστίζονταν στο παρελθόν από ελονοσία.
Στην Ελλάδα μεγαλύτερη συχνότητα εμφανίζει η β’-μεσογειακή αναιμία, η οποία παρουσιάζεται με δύο μορφές:
Η μείζων θαλασσαιμία ή νόσος του Cooley. Χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη δύο αλληλόμορφων παθολογικών γονιδίων για τη β-αλυσίδα στα χρωματοσώματα του πάσχοντα. Τα πρώτα σημεία της νόσου εκδηλώνονται στην ηλικία των δύο ή των τριών χρόνων. Αρχικά το παιδί αισθάνεται ακαθόριστη αδιαθεσία και εμφανίζει ελαφρό πυρετό. Προοδευτικά γίνεται ωχρό, τρώει λίγο, χωρίς όρεξη και παρουσιάζει καταβολή δυνάμεων. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου μεταβάλλονται λόγω αλλοίωσης των οστών του κρανίου και του προσώπου. Βασικό γνώρισμα της νόσου είναι η έντονη ωχρότητα. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια είναι παραμορφωμένα και δεν υπερβαίνουν τα 3 εκ. σε κάθε κυβικό χιλιοστόμετρο αίματος. Το κυριότερο όμως χαρακτηριστικό της νόσου είναι η πτώση της αιμοσφαιρίνης και μέχρι 4 γρ. στα 100 κυβ. χιλιοστόμετρα αίματος (φυσιολογική τιμή αιμοσφαιρίνης 12-14,5 γρ. /100 κυβ. χιλιοστόμετρα.). Οι πάσχοντες παρουσιάζουν ευπάθεια σε λοιμώδη νοσήματα κτλ. Παρουσιάζεται διόγκωση της σπλήνας και του συκωτιού, γιατί εκεί καταστρέφονται τα παθολογικά ερυθρά αιμοσφαίρια που ζουν λίγο. Η νόσος αντιμετωπίζεται με συχνές μεταγγίσεις αίματος.
Η ελάσσων θαλασσαιμία ή ετερόζυγη β’-μεσογειακή αναιμία είναι πολύ ελαφρότερη μορφή της νόσου. Το άτομο έχει ένα φυσιολογικό και ένα παθολογικό γονίδιο για τη β-αλυσίδα της αιμοσφαιρίνης Α, επομένως παράγει λιγότερη αιμοσφαιρίνη Α. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια είναι μικρότερα και μερικώς παραμορφωμένα. Ωστόσο, το άτομο, που λέγεται φορέας της μεσογειακής αναιμίας, δεν παρουσιάζει συμπτώματα, είναι υγιές. Η νόσος ανιχνεύεται με ανάλυση αίματος. Κατά την τεκνοποίηση είναι απαραίτητος ο προγενετικός έλεγχος.
Το γενικό ποσοστό εμφάνισης της ετερόζυγης β’-μεσογειακής αναιμίας στην Ελλάδα είναι 8%, αλλά υπάρχουν περιοχές όπως η Θεσσαλία, Μυτιλήνη, Κέρκυρα που φτάνει το 15-20%.
Μετάγγιση αίματος. Η εισαγωγή αίματος υγιούς ατόμου (αιμοδότης) στην κυκλοφορία του αίματος αρρώστου ή πάσχοντος ατόμου (αιμολήπτης) για θεραπευτικούς σκοπούς.
Πρόκειται για μια τεχνική που ενισχύει τη λειτουργία της μεταφοράς του οξυγόνου, την άμυνα κατά των μολύνσεων, την αποκατάσταση της μάζας του κυκλοφορούντος αίματος, την επανόρθωση των καταστάσεων του αγγειακού σοκ και της καρδιαγγειακής έκλυσης κτλ. Παράλληλα εφοδιάζει τον αιμολήπτη με τους παράγοντες εκείνους της πήξης του αίματος που είναι απαραίτητοι για την αιμόσταση.
Η πρώτη πετυχημένη μετάγγιση αίματος έγινε σε σκυλιά το 1666 από τον Άγγλο επιστήμονα Ρ. Λόουερ. Ένα χρόνο αργότερα ο Γάλλος συνάδελφός του Ζ. Ντενί πέτυχε να μεταγγίσει αίμα αρνιού σε άρρωστο άνθρωπο. Από τότε μελετήθηκαν συστηματικά όλα τα φαινόμενα που σχετίζονται με το ζήτημα της μετάγγισης του αίματος, γεγονός που επέτρεψε την επίλυση των προβλημάτων και την αντιμετώπιση των επιπλοκών που σχετίζονται με τη μετάγγιση.
Παλιότερα ήταν δυνατή μόνο η άμεση μετάγγιση (δηλαδή η απευθείας έκχυση του αίματος από τον αιμοδότη στον αιμολήπτη μέσω σύριγγας ή ειδικού μηχανήματος). Σήμερα χρησιμοποιείται (σχεδόν αποκλειστικά) αίμα που συγκεντρώνεται και διατηρείται στις λεγόμενες «τράπεζες αίματος». Εκεί ο αιμοδότης μπορεί να προσφέρει περίπου 200-250 κ. εκ. αίμα κάθε δύο μήνες. Το αίμα τοποθετείται σε ειδικές φιάλες οι οποίες σημειοδοτούνται με την ομάδα του αίματος που περιέχουν και ταξινομούνται με βάση την ομάδα αίματος στην οποία ανήκουν (Α, Β, 0) και τον παράγοντα Rhesus. Στη συνέχεια οι φιάλες τοποθετούνται σε ειδικό ψυγείο με περιστρεφόμενους δίσκους. Η μετάγγιση αίματος χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις παθήσεων που συνοδεύονται από αιμορραγική διάθεση (αιμοφιλία, σκορβούτο, θρομβοπενία κ.ά.), σε περιπτώσεις αναιμίας και εξάντλησης του οργανισμού λόγω ασθένειας κτλ.
Για τη μετάγγιση χρησιμοποιείται μόνο αίμα ανθρώπου. Το αίμα των ζώων χρησιμοποιείται μόνο ως πρώτη ύλη για διάφορα διαλύματα, από τα οποία, με κατάλληλη επεξεργασία, παρασκευάζεται πλάσμα του αίματος.
Μύες. Όργανα του σώματος που έχουν την ιδιότητα να συστέλλονται και να κινούν άλλα όργανα, πάνω στα οποία προσφύονται. Οι μύες διακρίνονται σε γραμμωτούς, λείους και τον καρδιακό μυ.
Οι γραμμωτοί μύες είναι αυτοτελή όργανα που προσφύονται στα οστά, τα οποία κινούν, γι’ αυτό λέγονται και σκελετικοί μύες. Νευρώνονται από νεύρα του εγκεφαλονωτιαίου νευρικού συστήματος και οι κινήσεις τους υπακούουν στη θέλησή μας, γι’ αυτό λέγονται και εκούσιοι μύες. Αποτελούν το 40% του βάρους του σώματός μας.
Ανάλογα με το σχήμα τους διακρίνονται σε μακρούς, όπως ο δικέφαλος βραχιόνιος, βραχείς, πλατείς, όπως ο ραχιαίος, και σφιγκτήρες, όπως του στόματος και του πρωκτού.
Κάθε γραμμωτός μυς έχει σχήμα ατράκτου, της οποίας το κεντρικό διογκωμένο τμήμα λέγεται γαστέρα του μυός και τα λεπτά άκρα τένοντες. Οι τένοντες αποτελούνται από συνδετικό ιστό και με αυτούς οι μύες προσφύονται στα οστά. Η πρόσφυση στο πιο ακίνητο οστό λέγεται έκφυση και στο πιο κινητό κατάφυση.
Οι γραμμωτοί μύες αποτελούνται από γραμμωτές μυϊκές ίνες (μυϊκά κύτταρα), οι οποίες στο μικροσκόπιο εμφανίζουν εγκάρσιες γραμμώσεις.
Οι λείοι μύες κινούν εσωτερικά όργανα χωρίς τη θέλησή μας, γι’ αυτό λέγονται και ακούσιοι. Συνήθως επενδύουν τα τοιχώματα των σπλάγχνων (στομαχιού κ.ά.) και των αγγείων ή βρίσκονται στο δέρμα και στον οφθαλμό. Αποτελούν το 5% του βάρους του σώματός μας, νευρώνονται από νεύρα του αυτόνομου νευρικού συστήματος και αποτελούνται από λείες μυϊκές ίνες.
Το μυοκάρδιο (ο μυϊκός ιστός της καρδιάς) παρουσιάζει ενδιάμεσα χαρακτηριστικά. Νευρώνεται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα, αλλά οι μυϊκές του ίνες παρουσιάζουν γραμμώσεις.
Οι μυϊκές ίνες είναι τα κύτταρα του μυϊκού ιστού και διακρίνονται σε γραμμωτές, λείες και ίνες του μυοκαρδίου.
Οι γραμμωτές μυϊκές ίνες είναι κύτταρα κυλινδρικά με μεγάλο μήκος ως 10 εκ. και πολλούς πυρήνες. Κάθε μυϊκή ίνα περιβάλλεται από κυτταρική μεμβράνη, το σαρκείλημα, το οποίο εξωτερικά έχει ίνες κολλαγόνου που εμποδίζουν την επαφή των μεμβρανών των γειτονικών κυττάρων.
Εσωτερικά η μυϊκή ίνα αποτελείται από 200 ως 300 μικρότερες μονάδες, τα μυϊκά ινίδια, που εκτείνονται σε όλο το μήκος της μυϊκής ίνας. Κάθε μυϊκό ινίδιο αποτελείται από επαναλαμβανόμενα τμήματα, τα σαρκομέρια, που χωρίζονται μεταξύ τους με εγκάρσιες μεμβράνες. Κάθε σαρκομέριο αποτελείται από νημάτια ακτίνης και μυοσίνης (πρωτεΐνες), παράλληλα τοποθετημένα. Τα νημάτια της ακτίνης είναι τοποθετημένα στις δυο πλευρές του σαρκομερίου και συνδέονται με το ένα τους άκρο με μια από τις δυο μεμβράνες του. Τα νημάτια της μυοσίνης είναι τοποθετημένα παράλληλα ανάμεσα στα νημάτια της ακτίνης έτσι ώστε να αλληλοκαλύπτονται εν μέρει. Τα σημεία όπου υπάρχει αλληλοκάλυψη των νηματίων ακτίνης και μυοσίνης φαίνονται σκοτεινά στο μικροσκόπιο, ενώ τα υπόλοιπα τμήματα φωτεινά. Στις γραμμωτές μυϊκές ίνες οι φωτεινές και οι σκοτεινές ζώνες των γειτονικών ινιδίων ταιριάζουν και παρουσιάζουν συνέχεια, γι’ αυτό και στο μικροσκόπιο οι γραμμωτές μυϊκές ίνες παρουσιάζουν εγκάρσιες γραμμώσεις φωτεινές και σκοτεινές.
Οι λείες μυϊκές ίνες έχουν ατρακτοειδές σχήμα, έναν πυρήνα στο κέντρο του κυττάρου και δεν παρουσιάζουν εγκάρσιες γραμμώσεις γιατί οι φωτεινές και σκοτεινές ζώνες των νηματίων ακτίνης και μυοσίνης των γειτονικών ινιδίων δεν παρουσιάζουν συνέχεια.
Οι ίνες του μυοκαρδίου έχουν σχήμα κυλινδρικό, παρουσιάζουν εγκάρσιες γραμμώσεις και είναι μονοπύρηνες.
Κατά τη συστολή των μυϊκών ινών τα νημάτια της μυοσίνης έλκουν τα νημάτια της ακτίνης, τα οποία κινούνται και εισχωρούν περισσότερο ανάμεσα στα νημάτια της μυοσίνης. Έτσι αυξάνεται η περιοχή αλληλοκάλυψης των νηματίων ακτίνης και μυοσίνης, ενώ το συνολικό μήκος των μυϊκών ινών και επομένως ολόκληρου του μυός μικραίνει. Το αντίθετο συμβαίνει κατά τη χαλάρωση των μυϊκών ινών.
Η εντολή για τη μυϊκή συστολή δίνεται μέσω των συνάψεων που δημιουργούνται ανάμεσα στις απολήξεις των κινητικών νευρώνων και στις μεμβράνες των μυϊκών ινών. Η μετάδοση του ερεθίσματος από τη νευρική στις μυϊκές ίνες έχει ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση ιόντων ασβεστίου και τη μυϊκή συστολή.
Όλοι οι μύες κάτω από φυσιολογικές συνθήκες βρίσκονται σε μια διαρκή συστολή μικρής έντασης που λέγεται μυϊκός τόνος. Ο μυϊκός τόνος κάνει τους μύες να βρίσκονται σε εγρήγορση. Ελαττώνεται κατά τον ύπνο, επηρεάζεται από τη θερμοκρασία, ενώ σε βαθιά νάρκωση εξαφανίζεται. Η συνεχής και παρατεταμένη μυϊκή συστολή ενός μυός που βρίσκεται σε συνεχή και έντονη λειτουργία προκαλεί το μυϊκό κάματο, όπου ο μυς χάνει την ικανότητά του να συστέλλεται για ένα διάστημα, ενώ συσσωρεύεται γαλακτικό οξύ που είναι προϊόν της αναερόβιας κυτταρικής αναπνοής (χωρίς οξυγόνο) στην προσπάθεια του μυός να καλύψει τις ενεργειακές του ανάγκες. Η κίνηση ενός μέλους του σώματος είναι αποτέλεσμα συνεργασίας πολλών μυών. Σε αυτή τη συνεργασία υπάρχει ο κύριος μυς που εκτελεί την κίνηση, ο ανταγωνιστής που πρέπει να βρίσκεται σε χαλάρωση, ο ακινητοποιών που ακινητοποιεί το οστό, πάνω στο οποίο προσφύεται ο κύριος μυς, και οι συναγωνιστές που ακινητοποιούν τις ενδιάμεσες αρθρώσεις, όπου υπάρχουν.
Οι μύες αναπτύσσονται και δυναμώνουν με την εξάσκηση και την άθληση, ενώ σε περίπτωση τραυματισμού έχουν τη δυνατότητα επούλωσης του τραύματος.
Μύτη. Το όργανο της όσφρησης και η φυσική δίοδος απ’ όπου ο αέρας εισέρχεται στο σώμα κατά την αναπνοή. Στη μύτη ο εισερχόμενος αέρας θερμαίνεται, υγραίνεται και φιλτράρεται, πριν περάσει μέσα στους πνεύμονες. Έχει επίσης μια προστατευτική λειτουργία. Ερεθισμός της από σκόνη προκαλεί φτέρνισμα με το οποίο αποβάλλεται η ερεθιστική ουσία από τη μύτη και έτσι προλαμβάνεται η είσοδός της στους πνεύμονες.
Η εξωτερική μύτη στον άνθρωπο σχηματίζεται κατά ένα μέρος από οστό και κατά ένα μέρος από χόνδρο, που καλύπτονται από δέρμα. Στο άνω τμήμα, τα δύο ρινικά οστά σε κάθε πλευρά προεκτείνονται προς τα κάτω, ξεκινώντας από το μετωπιαίο οστό για περίπου 25 χιλιοστά και υποστηρίζονται από μια απόφυση της άνω γνάθου, σχηματίζοντας τη σκληρή γέφυρα της μύτης μεταξύ των ματιών.
Στο κάτω άκρο τους τα ρινικά οστά μπορούν να ψηλαφηθούν στις περισσότερες μύτες και κάτω από αυτό το σημείο δύο χόνδροι, ένας σε κάθε πλευρά· οι πλάγιοι χόνδροι και οι χόνδροι του ρινικού ανοίγματος δίνουν το σχήμα, τη σταθερότητα και την ποικιλομορφία των κάτω 2/3 της μύτης. Όταν η μύτη τραυματίζεται, μερικοί από αυτούς τους χόνδρους έχουν την τάση να μετατοπιστούν, αλλοιώνοντας έτσι το σχήμα της μύτης. Οι περισσότερες κακώσεις, όμως, που οφείλονται σε κακώσεις των ρινικών οστών, καταλήγουν σε παραμόρφωση της μύτης.
Στο εσωτερικό της η μύτη διαιρείται πλήρως σε δύο στενές κοιλότητες, μία σε κάθε πλευρά, από ένα διάφραγμα, από μπροστά προς τα πίσω. Αυτό το διάφραγμα είναι ένα λεπτό πέταλο, αποτελούμενο μερικώς από οστό και μερικώς από χόνδρο. Τα πίσω 2/3 του διαφράγματος αποτελούνται από το κεντρικό πέταλο του ηθμοειδούς οστού και από το οστό της ύνιδας και το πρόσθιο 1/3 αποτελείται από ένα τετράγωνο πέταλο χόνδρου, το οποίο κατά μήκος του ενός χείλους του ακουμπάει στα ρινικά οστά, τους πλάγιους χόνδρους και στους χόνδρους του ρινικού ανοίγματος. Και στις δυο επιφάνειές του το διάφραγμα καλύπτεται από το βλεννογόνο που επενδύει τη μύτη.
Οι ρινικές κοιλότητες, γνωστές ως ρινικές βόθροι, είναι εξαιρετικά στενές. Κάθε κοιλότητα, το άνω πέρας της, χωρίζεται από το εσωτερικό του κρανίου από ένα λεπτό πέταλο οστού, που περιέχει πολλά λεπτεπίλεπτα στόμια για τη δίοδο των νημάτων του οσφρητικού νεύρου. Το πρόσθιο τμήμα κάθε κοιλότητας, που ονομάζεται προθάλαμος της μύτης, αποτελείται από ένα διάστημα που περικλείεται από τους χόνδρους της μύτης, επενδύεται από δέρμα και έχει τριχίδια που αναπτύσσονται προς τα κάτω και προστατεύουν την είσοδο. Ο αέρας που περνά μέσα από τη μύτη έρχεται σε επαφή με μια μεγάλη επιφάνεια βλεννογόνου και έτσι θερμαίνεται αρκετά πριν να φτάσει στους βρόγχους και τους πνεύμονες. Επιπλέον, αυτός ο βλεννογόνος, που καλύπτεται από κροσσούς, εκκρίνει περισσότερο από 500 ml πυκνής βλέννας κάθε 24ωρο. Η βλέννα αυτή παγιδεύει σωματίδια, σκόνη κτλ., που μετακινούνται από τους κροσσούς και συνήθως καταλήγουν στο στομάχι. Η αυξημένη παραγωγή αυτής της βλέννας, σε απάντηση ερεθισμών ή λοίμωξης, είναι γνωστή ως ρινική καταρροή (συνάχι).
Ορισμένοι κόλποι που βρίσκονται στο εσωτερικό οστών του κρανίου, επικοινωνούν, μέσω στομίων, με τις ρινικές κοιλότητες και η δίοδος αέρα μέσα σ’ αυτούς τους κόλπους γίνεται ελεύθερα. Αυτοί οι κόλποι είναι ο μετωπιαίος κόλπος, το ιγμόρειο άντρο, ο σφηνοειδής κόλπος και ο ηθμοειδής κόλπος (ή ηθμοειδείς κυψέλες).
Ο μεγαλύτερος κόλπος είναι το ιγμόρειο άντρο, που έχει σχήμα κυβικό, συχνά μεγέθους 12 χιλιοστών σε κάθε πλευρά. Ο μετωπιαίος κόλπος, το ιγμόρειο άντρο (ο άνω γναθιαίος κόλπος) και ο ηθμοειδής κόλπος επικοινωνούν με τη μύτη μέσω στομίων στο κέντρο του μέσου πόρου, ενώ ο σφηνοειδής κόλπος ανοίγει παραπάνω. Στην πρόσθια μοίρα του κάτω πόρου ανοίγει ο ρινιδακρυϊκός πόρος, που μεταφέρει τα δάκρυα από τον οφθαλμό. Αυτό εξηγεί το γεγονός της ροής από τη μύτη, όταν ένα άτομο κλαίει. Στο ύψος του κάτω πόρου, αλλά από την πλευρά του φάρυγγα, όπου ανοίγει η ρινική κοιλότητα, βρίσκεται το στόμιο της ευσταχιανής σάλπιγγας.
Στο πίσω και άνω μέρος των δυο ρινικών κοιλοτήτων βρίσκεται ο οσφρητικός βλεννογόνος που είναι και το αισθητήριο όργανο της όσφρησης.
Το σχήμα της μύτης είναι βασικό φυσιογνωμικό χαρακτηριστικό του προσώπου και ποικίλλει ανάλογα με τη φυλή και την εθνικότητα αλλά και την κληρονομικότητα του ατόμου.
Νευρικό σύστημα. Σύστημα κυττάρων και οργάνων που μπορεί να προσλαμβάνει και να μεταδίδει ερεθίσματα και να συντονίζει τις λειτουργίες όλων των οργάνων των ζωικών οργανισμών. Το νευρικό σύστημα εμφανίζεται στα κατώτερα ασπόνδυλα υπό τη μορφή ατελών νευρικών κυττάρων διάχυτων στο σώμα των οργανισμών, εξελίσσεται στα ανώτερα ασπόνδυλα σχηματίζοντας γάγγλια και νευρικές χορδές, ενώ στα σπονδυλόζωα σχηματίζει πιο ολοκληρωμένα όργανα, όπως εγκέφαλο, νωτιαίο μυελό και νεύρα.
Στον άνθρωπο το νευρικό σύστημα παίρνει την πιο ολοκληρωμένη και εξελιγμένη μορφή. Ο εγκέφαλος αποτελεί την έδρα ανώτερων πνευματικών λειτουργιών όπως η σύνθετη σκέψη, η συνείδηση, η βούληση, το συναίσθημα κ.ά. που συνιστούν την προσωπικότητα του ανθρώπου.
Το νευρικό σύστημα του ανθρώπου διακρίνεται στο εγκεφαλονωτιαίο και στο αυτόνομο νευρικό σύστημα. Το εγκεφαλονωτιαίο νευρικό σύστημα περιλαμβάνει το κεντρικό νευρικό σύστημα, που αποτελείται από τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό, και το περιφερειακό νευρικό σύστημα, που αποτελείται από τα εγκεφαλικά και νωτιαία νεύρα και τα γάγγλιά τους. Το εγκεφαλονωτιαίο νευρικό σύστημα ρυθμίζει και συντονίζει όλες τις συνειδητές λειτουργίες (αισθήσεις, κινήσεις, συμπεριφορές) του ανθρώπου. Το αυτόνομο νευρικό σύστημα είναι συνδεμένο με το εγκεφαλονωτιαίο νευρικό σύστημα, διακρίνεται στο συμπαθητικό και παρασυμπαθητικό και ρυθμίζει λειτουργίες των εσωτερικών οργάνων που δεν εξαρτώνται από τη θέλησή μας, όπως της καρδιάς, των σπλάχνων, των αδένων κ.ά.
Ο κύριος ιστός του νευρικού συστήματος είναι ο νευρικός ιστός. Αυτός αποτελείται από τα νευρικά κύτταρα ή νευρώνες, που επιτελούν την κύρια νευρική λειτουργία, και τα νευρογλοιακά κύτταρα. Τα νευρογλοιακά είναι βοηθητικά κύτταρα της νευρικής λειτουργίας. Συνήθως περιβάλλουν τις αποφυάδες των νευρώνων και συμβάλλουν στη στήριξη και θρέψη των νευρικών κυττάρων, στην απομόνωση των νευρικών ώσεων, στο μεταβολισμό ορισμένων ουσιών, στην άμυνα των νευρώνων και στη δημιουργία του αιματοεγκεφαλικού φραγμού.
Η κύρια ανατομική και λειτουργική μονάδα του νευρικού συστήματος είναι το νευρικό κύτταρο ή νευρώνας. Το σχήμα και η μορφή του νευρώνα είναι προσαρμοσμένα στη λειτουργία του, που είναι η πρόσληψη ερεθισμάτων από άλλα αισθητήρια ή νευρικά κύτταρα και η μετάδοσή τους με τη μορφή νευρικής ώσης σε άλλα νευρικά ή μυϊκά ή αδενικά κύτταρα.
Ο νευρώνας αποτελείται από το σώμα, που περιέχει τον πυρήνα και τις αποφυάδες. Οι αποφυάδες διακρίνονται στους δενδρίτες και στο νευρίτη ή νευράξονα. Οι δενδρίτες είναι συνήθως πολλές, κοντές και διακλαδισμένες αποφυάδες σαν κλαδιά δέντρου και είναι αυτές που δέχονται ερεθίσματα και τα μεταβιβάζουν προς το σώμα του νευρώνα. Ο νευρίτης είναι μια μακριά αποφυάδα μήκους από μερικά δέκατα του χιλιοστού ως και πάνω από ένα μέτρο. Το άκρο του διακλαδίζεται στα τελικά δενδρύλλια τα οποία καταλήγουν σε διευρύνσεις, τα τελικά κομβία. Ο νευράξονας ή νευρίτης περιβάλλεται από νευρογλοιακά κύτταρα που σχηματίζουν τα έλυτρα της μυελίνης. Μαζί με το περίβλημά του ο νευρίτης αποτελεί τη νευρική ίνα η οποία μεταβιβάζει τα ερεθίσματα από το σώμα του νευρικού κυττάρου προς τα τελικά κομβία. Ανάλογα με την κατεύθυνση της πληροφορίας οι νευρικές ίνες διακρίνονται σε αισθητικές ή κεντρομόλες που μεταφέρουν ερεθίσματα από τα αισθητήρια όργανα (περιφέρεια) προς το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, σε κινητικές ή φυγόκεντρες που μεταφέρουν τις εντολές από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα προς τα εκτελεστικά όργανα (μύες, αδένες) και σε συνδετικές ή ενδιάμεσες που συνδέουν νευρικά κύτταρα μεταξύ τους.
Οι νευρικές ίνες συνενώνονται σε δέσμες και πολλές δέσμες μαζί σε ένα κοινό περίβλημα σχηματίζουν το νεύρο. Τα νεύρα, ανάλογα με το είδος των νευρικών ινών που περιέχουν, διακρίνονται σε αισθητικά, κινητικά και μεικτά. Για τη μετάδοση των ερεθισμάτων μέσω των νευρικών κυττάρων συμβάλλει η μεμβράνη του νευρικού κυττάρου. Όταν ένας νευρώνας βρίσκεται σε ηρεμία, υπάρχει μια διαφορά δυναμικού ανάμεσα στην εξωτερική και εσωτερική επιφάνεια της κυτταρικής μεμβράνης. Η εξωτερική επιφάνεια είναι ηλεκτροθετικότερη κατά 70 mV από την εσωτερική (δυναμικό ηρεμίας). Το δυναμικό ηρεμίας οφείλεται σ’ ένα μηχανισμό ενεργητικής μεταφοράς ιόντων Να+ από το εσωτερικό του νευρώνα προς το εξωτερικό περιβάλλον του κυττάρου και ιόντων Κ+ αντίστροφα (αντλία ιόντων Να+, Κ+). Τα ιόντα Να+ που εξέρχονται είναι περισσότερα από τα ιόντα Κ+ που εισέρχονται (3:2).
Όταν επιδράσει κάποιο ερέθισμα στη μεμβράνη του νευρικού κυττάρου, στο σημείο εκείνο παρατηρείται εισροή ιόντων Να+ προς το εσωτερικό του κυττάρου (εκπόλωση) που ακολουθείται από έξοδο ιόντων Κ+ (επαναπόλωση). Έτσι αντιστρέφεται το δυναμικό ηρεμίας στο σημείο εκείνο και η εσωτερική επιφάνεια της μεμβράνης γίνεται κατά 40 mV ηλεκτροθετικότερη της εξωτερικής (δυναμικό ενέργειας). Το δυναμικό ενέργειας, μόλις δημιουργηθεί, μεταδίδεται κατά μήκος της μεμβράνης του νευρικού κυττάρου σαν ένα κύμα που αποτελεί τη νευρική ώση. Η νευρική ώση μεταδίδεται από τους δενδρίτες προς το σώμα του νευρικού κυττάρου και από εκεί μέσω του νευρίτη προς τα τελικά κομβία.
Για να δημιουργηθεί νευρική ώση πρέπει το ερέθισμα να έχει κάποια ελάχιστη ένταση. Πρέπει ακόμη να έχει περάσει κάποιο χρονικό διάστημα (0,5-2 χιλιοστά του δευτερολέπτου) στο οποίο γίνεται αποκατάσταση του δυναμικού ηρεμίας (ανερέθιστη περίοδος). Τέλος, παράγοντες όπως η έλλειψη οξυγόνου, η χαμηλή θερμοκρασία ή επίδραση αναισθητικών αναστέλλουν τη δημιουργία και διάδοση της νευρικής ώσης.
Από τα τελικά κομβία ενός νευρώνα η νευρική ώση μεταβιβάζεται σε άλλα νευρικά ή σε μυϊκά κύτταρα με τα οποία συνδέεται ο κάθε νευρώνας. Η σύνδεση αυτή γίνεται σε συγκεκριμένες θέσεις των νευρικών ή μυϊκών κυττάρων στις οποίες καταλήγουν τα τελικά κομβία ενός νευρώνα. Οι θέσεις αυτές λέγονται συνάψεις. Όταν η νευρική ώση φτάνει στα τελικά κομβία του νευρώνα, αυτά απελευθερώνουν νευροδιαβιβαστικές ουσίες, οι οποίες έρχονται σε επαφή με κατάλληλους υποδοχείς της μεμβράνης του κυττάρου στο οποίο θα μεταδοθεί το ερέθισμα (μετασυναπτική μεμβράνη). Οι κυριότερες νευροδιαβιβαστικές ουσίες είναι η νοραδρεναλίνη, η ακετυλοχολίνη, η ντοπαμίνη, η σεροτονίνη και κάποια αμινοξέα. Κάθε νευρώνας απελευθερώνει μόνο ένα είδος νευροδιαβιβαστικής ουσίας.
Η επαφή των νευροδιαβιβαστών με τους υποδοχείς της μετασυναπτικής μεμβράνης αποτελεί το ερέθισμα για την αναστροφή του δυναμικού ηρεμίας και τη δημιουργία νευρικής ώσης στο κύτταρο που δέχεται το ερέθισμα.
Το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα αποτελείται από τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό. Ο εγκέφαλος βρίσκεται και φυλάσσεται στην κρανιακή κοιλότητα. Ο νωτιαίος μυελός αποτελεί συνέχεια του προμήκη μυελού του εγκεφάλου. Ξεκινάει από το ινιακό τρήμα του κρανίου, περνάει μέσα από το σπονδυλικό σωλήνα της σπονδυλικής στήλης και καταλήγει στο ύψος του 1ου ως 2ου οσφυϊκού σπονδύλου. Από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα ξεκινούν τα νεύρα, τα οποία αποτελούν το Περιφερειακό Νευρικό Σύστημα. Από τον εγκέφαλο ξεκινούν 12 ζεύγη εγκεφαλικών νεύρων τα οποία νευρώνουν όργανα της κεφαλής (εκτός του πνευμονογαστρικού). Από το νωτιαίο μυελό ξεκινούν 31-32 ζεύγη νωτιαίων νεύρων τα οποία διανέμονται στα όργανα του κορμού και των άκρων.
Η πορεία της μετάδοσης ερεθισμάτων ή εντολών υπό τη μορφή νευρικών ώσεων μέσα στο νευρικό σύστημα ακολουθεί δύο βασικές οδούς, την κινητική ή φυγόκεντρο νευρική οδό και την αισθητική ή κεντρομόλο. Η αισθητική οδός μεταφέρει μέσω των αισθητικών νευρικών ινών ερεθίσματα που προέρχονται από τους υποδοχείς των αισθητηρίων οργάνων (αφής, ακουστικά, φωτεινά κ.ά.) προς τον εγκέφαλο, ενώ η κινητική οδός μεταφέρει μέσω των κινητικών νευρικών ινών εντολές από τον εγκέφαλο προς την περιφέρεια (εκτελεστικά όργανα). Υπάρχουν κι άλλες οδοί (συνδετικές) που συνδέουν μέρη του εγκεφάλου μεταξύ τους. Τόσο η κινητική όσο και η αισθητική οδός σε κάποιο σημείο της διαδρομής τους χιάζονται, δηλαδή περνούν από το ένα ημιμόριο του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος στο άλλο. Έτσι εξηγείται γιατί σε περίπτωση βλάβης στο δεξιό π.χ. τμήμα του εγκεφάλου η βλάβη εμφανίζεται στο αριστερό ημιμόριο του σώματος.
Νεφροί. Όργανα του ουροποιητικού συστήματος που παράγουν τα ούρα μέσω των οποίων γίνεται η απομάκρυνση των άχρηστων και επιβλαβών ουσιών και η ρύθμιση της ισορροπίας των υγρών του οργανισμού. Οι νεφροί εμφανίζονται στα σπονδυλόζωα και παρουσιάζουν εξέλιξη (πρόνεφρος, μεσόνεφρος και μετάνεφρος) ανάλογα με την ομάδα του οργανισμού. Η πιο εξελιγμένη μορφή, ο μετάνεφρος, εμφανίζεται στα ερπετά, τα πτηνά και τα θηλαστικά.
Οι νεφροί στον άνθρωπο είναι δύο και βρίσκονται στην κοιλιακή κοιλότητα δίπλα στη σπονδυλική στήλη στο ύψος του 12ου θωρακικού σπονδύλου και των πρώτων οσφυϊκών. Έχουν σχήμα φασολιού. Στην εσωτερική του πλευρά κάθε νεφρός παρουσιάζει άνοιγμα, την πύλη του νεφρού, από την οποία περνούν η νεφρική φλέβα, η νεφρική αρτηρία και ο ουρητήρας. Ο ουρητήρας συνεχίζει προς το εσωτερικό του νεφρού (νεφρική κοιλία) σχηματίζοντας τη νεφρική πύελο.
Ο νεφρός περιβάλλεται από τον ινώδη χιτώνα, από συνδετικό ιστό και από το περινεφρικό λίπος. Το εσωτερικό του νεφρού διακρίνεται σε δύο περιοχές: τη φλοιώδη ουσία εξωτερικά και τη μυελώδη εσωτερικά. Στη φλοιώδη ουσία τα ουροφόρα σωληνάρια σχηματίζουν σπείρες, ενώ στη μυελώδη ακολουθούν ευθεία πορεία. Στη μυελώδη ουσία διακρίνονται 7-20 περιοχές, οι νεφρικές πυραμίδες, κυκλικά τοποθετημένες. Το εσωτερικό τους άκρο, η νεφρική θηλή, έχει πόρους (τρήματα) από τους οποίους φεύγουν τα ούρα προς τη νεφρική πύελο.
Η δομική και λειτουργική μονάδα του νεφρού είναι ο νεφρώνας. Κάθε νεφρός αποτελείται από εκατομμύρια νεφρώνες. Κάθε νεφρώνας αποτελείται από το μαλπιγγιανό σωμάτιο και το ουροφόρο σωληνάριο. Το μαλπιγγιανό σωμάτιο αποτελείται από ένα δίκτυο τριχοειδών αγγείων της νεφρικής αρτηρίας που περιβάλλεται από δύο στρώματα κυττάρων, την κάψα του Μπόουμαν (βωμάνιο έλυτρο). Το ουροφόρο σωληνάριο αποτελείται από το εγγύς εσπειραμένο σωληνάριο, την αγκύλη του Henle και το άπω εσπειραμένο σωληνάριο και καταλήγει μαζί με άλλα στο αθροιστικό σωληνάριο. Όλα τα αθροιστικά σωληνάρια εκβάλλουν στη νεφρική πύελο.
Στην κάψα του Μπόουμαν γίνεται διήθηση του πλάσματος του αίματος και σχηματίζεται το πρόουρο. Στο εγγύς εσπειραμένο σωληνάριο γίνεται επαναρρόφηση των χρήσιμων συστατικών από το αίμα (νερό, γλυκόζη, αμινοξέα, ανόργανα στοιχεία κ.ά.). Στην αγκύλη του Henle συμπυκνώνεται το πρόουρο και αφαιρείται νερό ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού. Στο άπω εσπειραμένο σωληνάριο γίνεται περαιτέρω επαναρρόφηση νερού και ηλεκτρολυτών ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού. Το υπόλοιπο πρόουρο αποτελεί τα ούρα που μέσα από τα αθροιστικά σωληνάρια εκβάλλουν στη νεφρική πύελο και από εκεί στην ουρήθρα.
Με τα ούρα αποβάλλονται από τον οργανισμό άχρηστες και επιβλαβείς ουσίες, όπως η ουρία και το ουρικό οξύ, η κρεατινίνη, το γαλακτικό οξύ, η περίσσεια του νερού και των ανόργανων αλάτων. Έτσι οι νεφροί συμβάλλουν στη ρύθμιση της ωσμωτικής πίεσης των κυττάρων του οργανισμού, στο ισοζύγιο του νερού και των ηλεκτρολυτών και στη ρύθμιση του pΗ του οργανισμού. Επιπλέον οι νεφροί παράγουν ορμόνες που ρυθμίζουν την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων και την αρτηριακή πίεση του αίματος.
Σε μερικές περιπτώσεις νεφροπαθειών είναι απαραίτητη η αφαίρεση ενός νεφρού. Αν το άλλο νεφρό είναι εντελώς υγιές, ο οργανισμός λειτουργεί εξίσου καλά. Σε περιπτώσεις έντονης νεφρικής ανεπάρκειας χρησιμοποιείται τεχνητό νεφρό ή γίνεται μεταμόσχευση νεφρού από υγιές άτομο.
Νόσος. Η διατάραξη της αρμονικής λειτουργίας των οργάνων του σώματος, οπότε ανατρέπεται η κατάσταση της οργανικής ισορροπίας και εμφανίζονται διάφορα συμπτώματα, όπως πόνος, πυρετός, δύσπνοια, ταχυκαρδία κ.ά.
Η εκδήλωση της νόσου είναι συνάρτηση εξωγενών και ενδογενών αιτίων. Εξωτερικά αίτια μπορεί να είναι μικρόβια ή δράσεις μηχανικές, χημικές και βιολογικές. Εσωτερικοί παράγοντες που επιδρούν στην εκδήλωση ή στην εξέλιξη μιας νόσου είναι η γενική κατάσταση του οργανισμού, η κληρονομική προδιάθεση, η άμυνα του οργανισμού, ακόμη και η ψυχολογία του ατόμου.
Οι νόσοι διακρίνονται ανάλογα με την εξέλιξή τους σε χρόνιες και υποχρόνιες, οξείες και υποξείες, χωρίς πάντα να υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός των κατηγοριών.
Η επιστήμη της νοσολογίας μελετά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διαφόρων νόσων και τις ταξινομεί με βάση κριτήρια που ξεκινούν από το αίτιο και φτάνουν ως την εκδήλωση των συμπτωμάτων.
Εκτός από τις καθαρές από άποψη παθογένειας και εκδήλωσης νόσους, υπάρχει και η κατηγορία των ψυχοσωματικών νόσων, οι οποίες χαρακτηρίζονται από μια πρώτη λειτουργική ανατακτή φάση και μια δεύτερη φάση μη ανατακτή. Το χαρακτηριστικό των ψυχοσωματικών νόσων είναι ότι χωρίς περιορισμούς μετατρέπονται σε άλλες της ίδιας κατηγορίας.
Νόσοι επαγγελματικές. Είναι οι νόσοι που παρουσιάζονται συχνότερα σε αυτούς που ασχολούνται με ορισμένα επαγγέλματα, εξαιτίας παραγόντων φυσικών ή χημικών. Τέτοιους είδους νόσοι είναι οι ραδιοπάθειες, η νόσος των κιβωτίων και των σκαφάνδρων, η αηδών των βυρσοδεψών, η ψώρα των αμμοκονιοποιών, η χαλίκωση, ο τέτανος, το αγκυλόστομο, η λεπτοσπείρωση, η βρουκέλωση, ο άνθρακας, η μολυβδίαση, η φυματίωση βοοειδών, η τουλαραιμία κ.ά.
Ουσίες που μπορούν, με τη μακροχρόνια επίδρασή τους στον οργανισμό, να αποτελέσουν αιτία εμφάνισης επαγγελματικής νόσου είναι: Το βρομιούχο μεθύλιο, το χλωριούχο μεθύλιο, ο τετραχλωριούχος άνθρακας, το βενζένιο, το βενζόλιο, η δινιτροφαινόλη, η ανιλίνη, η ναφθυλαμίνη, οι υδραζίνες, τα λιπαντικά, η γαιανθρακόπισσα, τα αργιλοπυριτικά άλατα του ασβεστίου, το αρσενικό, το βηρύλλιο, το χρώμιο, ο υδράργυρος, ο φωσφόρος, ο μόλυβδος, το θείο κ.ά.
Νόσοι από ένδεια (ή αζωαμινώσεις). Οφείλονται στην έλλειψη ή την ανεπάρκεια ενός ή περισσότερων στοιχείων απαραίτητων για την ανάπτυξη του οργανισμού. Οι νόσοι μπορεί να είναι τροφοπενίες ή ανικανότητα του οργανισμού για ανοικοδόμηση των λευκωμάτων που λαμβάνονται και χρησιμοποίησή τους. Σε βαριές περιπτώσεις η έλλειψη ή η αδυναμία του οργανισμού γίνεται αιτία για την εμφάνιση νόσων, όπως το σκορβούτο, η πολυνευρίτιδα κ.ά.
Νόσος κυανή. Είναι γενική ονομασία που δίνεται σ' όλες τις νοσηρές καταστάσεις οι οποίες προκαλούνται από συγγενείς δυσπλασίες της καρδιάς και των μεγάλων αγγείων. Το αιτιολογικό αυτό έχει ως συνέπεια την εμφάνιση κυάνωσης τόσο στην επιδερμίδα όσο και τους βλεννογόνους.
Νωτιαίος μυελός. Το κατώτερο τμήμα του κεντρικού νευρικού συστήματος που βρίσκεται μέσα στο σπονδυλικό σωλήνα. Αποτελεί συνέχεια του προμήκη μυελού του εγκεφάλου. Αρχίζει από το ινιακό τρήμα του κρανίου και εκτείνεται μέχρι περίπου το άνω χείλος του 2ου οσφυϊκού σπονδύλου. Έτσι ο νωτιαίος μυελός είναι βραχύτερος από τη σπονδυλική στήλη, έχοντας ένα μήκος περίπου 42-45 εκατοστά και ζυγίζει 26-30 γραμμάρια.
Από το νωτιαίο μυελό εκπορεύονται 31 ζεύγη νωτιαίων νεύρων. Το καθένα αποτελείται από μία πρόσθια και μία οπίσθια ρίζα, που ενώνονται πριν εγκαταλείψουν τη σπονδυλική στήλη. Τα νωτιαία νεύρα εξέρχονται από στόμια που σχηματίζονται στα πλάγια από τους σπονδύλους. Για να φθάσουν σε αυτά τα στόμια τα άνω νεύρα έχουν μια σχεδόν κάθετη διαδρομή ως προς το νωτιαίο μυελό, ενώ τα κατώτερα νεύρα για να φθάσουν στα στόμιά τους έχουν όλο και μεγαλύτερη γωνίωση, επειδή τα στόμιά τους βρίσκονται ολοένα και χαμηλότερα από την έκφυση των νεύρων. Στο κατώτερο σημείο του νωτιαίου μυελού μερικά νεύρα πορεύονται μαζί, διασχίζοντας το κατώτερο τμήμα του σπονδυλικού σωλήνα κάτω από το νωτιαίο μυελό. Τα νεύρα αυτά αποτελούν την ίππουρη (μοιάζουν με ουρά αλόγου).
Ο νωτιαίος μυελός διαιρείται σε μοίρες που είναι από πάνω προς τα κάτω η αυχενική, η θωρακική, η οσφυϊκή, η ιερή και η κοκκυγική, από τις οποίες εκφύονται τα αντίστοιχα ζεύγη νεύρων. Στο σχήμα, ο νωτιαίος μυελός είναι κυλινδρικός, πάχους περίπου όσο του μικρού δακτύλου του χεριού και ελαφρά επιπεδωμένος από μπροστά προς τα πίσω. Έχει δύο ελαφρά διογκωμένες περιοχές, μία στην αυχενική μοίρα και μία στην οσφυοϊερή, γιατί από αυτές τις διογκώσεις ξεκινούν τα νεύρα που διανέμονται στα άνω και κάτω άκρα αντίστοιχα. Ο νωτιαίος μυελός περιβάλλεται από τις 3 μήνιγγες, τη σκληρή, τη αραχνοειδή και τη χοριοειδή μήνιγγα, που αποτελούν συνέχεια των μηνίγγων του εγκεφάλου. Η διάταξη της σκληρής και της αραχνοειδούς είναι πιο χαλαρή από ό,τι στον εγκέφαλο. Ανάμεσα στη χοριοειδή και την αραχνοειδή μήνιγγα (υπαραχνοειδής χώρος) κυκλοφορεί το εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Σε τομή, ο νωτιαίος μυελός αποτελείται από φαιά και λευκή ουσία. Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στον εγκέφαλο, η λευκή ουσία βρίσκεται εξωτερικά, ενώ η φαιά ουσία στο εσωτερικό του μυελού. Η διάταξη της φαιάς ουσίας, όπως φαίνεται έχει σχήμα «Η» και παρουσιάζει δύο πρόσθια και δύο οπίσθια κέρατα. Στη θωρακική και στην ανώτερη οσφυϊκή μοίρα παρουσιάζονται και πλάγια κέρατα που είναι κέντρα του συμπαθητικού συστήματος.
Στα πρόσθια κέρατα καταλήγουν κινητικές νευρικές ίνες που έρχονται από τα κινητικά κέντρα του φλοιού του εγκεφάλου και από εκεί ξεκινούν κινητικές νευρικές ίνες των νωτιαίων νεύρων, που διανέμονται στους γραμμωτούς μύες του κορμού και των άκρων (κινητική νευρική οδός). Η φαιά ουσία αποτελείται από σώματα νευρικών κυττάρων (βλ. λ. νευρικό σύστημα), ενώ η λευκή από νευρικές ίνες. Στο κέντρο της φαιάς ουσίας σχηματίζεται ένας λεπτός σωλήνας, ο κεντρικός νευρικός σωλήνας, που διατρέχει το νωτιαίο μυελό σ’ όλο του το μήκος και περιέχει εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Η λευκή ουσία του νωτιαίου μυελού αποτελείται από τις αισθητικές νευρικές ίνες που καταλήγουν στον εγκέφαλο και από τις κινητικές νευρικές ίνες που ξεκινούν από τον εγκέφαλο. Έτσι ο νωτιαίος μυελός αποτελεί δίοδο και ενδιάμεσο σταθμό των νευρικών οδών (βλ. λ. νευρικό σύστημα) του νευρικού συστήματος.
Ουροποιητικό (ή απεκκριτικό) σύστημα. Σύστημα οργάνων που παράγουν και αποβάλλουν τα ούρα με τα οποία απομακρύνονται οι άχρηστες και επιβλαβείς ουσίες του οργανισμού και ρυθμίζεται η ισορροπία των υγρών του σώματος.
Το ουροποιητικό σύστημα παρουσιάζεται με διαφορετικές μορφές στις διάφορες ομάδες των ζώων ακολουθώντας μια εξελικτική πορεία. Στην απλούστερη μορφή του εμφανίζεται σε σκώληκες (Πλατυέλμινθες) με τη μορφή πρωτονεφριδίων που είναι κύτταρα και σωληνίσκοι. Υπό μορφή σωληνίσκων εμφανίζεται στα έντομα και σε ορισμένα αρθρόποδα (μαλπιγγειανά σωληνάρια) τα οποία εκβάλλουν στο έντερο. Νεφρός εμφανίζεται σε πιο ατελή μορφή στα κατώτερα Χορδωτά (πρόνεφρος), στα ψάρια και τα αμφίβια (μεσόνεφρος) που εκβάλλει σε κοινή έξοδο με το πεπτικό και το γεννητικό σύστημα, την αμάρα. Η πιο εξελιγμένη μορφή νεφρού εμφανίζεται σε ορισμένα αμφίβια, στα ερπετά, τα πτηνά και τα θηλαστικά.
Το ουροποιητικό σύστημα του ανθρώπου αποτελείται από την εκκριτική μοίρα, που περιλαμβάνει τους δύο νεφρούς, και την αποχετευτική μοίρα, που περιλαμβάνει τις δύο νεφρικές πυέλους, τους δύο ουρητήρες, την ουροδόχο κύστη και την ουρήθρα. Η ουρήθρα διαφέρει στη μορφή και στη λειτουργία στον άνδρα και στη γυναίκα.
Οι νεφροί είναι τα κύρια ουροποιητικά όργανα όπου παράγονται τα ούρα, στα οποία συγκεντρώνονται οι άχρηστες και επιβλαβείς ουσίες του μεταβολισμού, όπως η ουρία, το ουρικό οξύ, η κρεατινίνη, το γαλακτικό οξύ, η περίσσεια του νερού και των ανόργανων αλάτων.
Έτσι ρυθμίζεται ταυτόχρονα η οσμωτική πίεση των κυττάρων, το ισοζύγιο του νερού και των ηλεκτρολυτών και το pH του οργανισμού. Οι νεφροί ακόμα συμμετέχουν στη σύνθεση ορισμένων ορμονών καθώς και στη διάσπαση ενζύμων, πεπτιδίων και ορμονών.
Τα ούρα από τους νεφρούς διοχετεύονται στις νεφρικές πυέλους, από εκεί περνούν στους ουρητήρες, που είναι σωλήνες μήκους περίπου 25 εκ., και συγκεντρώνονται στην ουροδόχο κύστη. Η ουροδόχος κύστη βρίσκεται στη μικρή λεκάνη πίσω από την ηβική σύμφυση. Είναι ένας σάκος που συγκεντρώνει τα ούρα στο διάστημα μεταξύ δύο ουρήσεων. Όταν η ποσότητα των ούρων φτάσει τα 250 κ. εκ. περίπου, δημιουργείται η ανάγκη για ούρηση και τα ούρα αποβάλλονται από την ουρήθρα.
Η καλή λειτουργία του ουροποιητικού συστήματος είναι πολύ σημαντική για την υγεία και τη διατήρηση της ομοιόστασης του οργανισμού. Γνωστές παθήσεις του είναι οι νεφρολιθιάσεις, η ουραιμία, η υδρονέφρωση, ενώ σοβαρές παθήσεις είναι οι νεφρίτιδες και οι νεφρώσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε νεφρική ανεπάρκεια. Οι περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας αντιμετωπίζονται με τεχνητή κάθαρση του νεφρού ή με μεταμόσχευση.
Όραση. Η ικανότητα να βλέπει κάποιος. Το φως εισέρχεται στο μάτι περνώντας διαμέσου του διαφανούς κερατοειδή, μετά διαμέσου του υδατώδους σώματος που γεμίζει τον πρόσθιο θάλαμο. Μετά διέρχεται διαμέσου της κόρης, του φακού και του υαλώδους σώματος για να φτάσει στον αμφιβληστροειδή. Στον αμφιβληστροειδή οι φωτοϋποδοχείς (ραβδία και κωνία) ανιχνεύουν το φως και το μετατρέπουν σε μηνύματα σε μορφή ηλεκτροχημικών ερεθισμάτων διαμέσου των διαφόρων στρωμάτων των νευρικών ινών του αμφιβληστροειδή. Οι νευρικές ίνες μεταφέρουν τα μηνύματα μέσω του οπτικού νεύρου, οπτικού χάσματος, οπτικής οδού, του πλάγιου γονατίου σώματος και τελικά με τις οπτικές ακτινοβολίες στον οπτικό φλοιό. Στον οπτικό φλοιό απεικονίζονται όλα τα ερεθίσματα. Στην ουσία, δηλαδή, ο οπτικός φλοιός του εγκεφάλου είναι αυτός που «βλέπει».
Οπτική οξύτητα. Είναι η ικανότητα να διακρίνονται με λεπτομέρειες αντικείμενα που βρίσκονται σε μακρινή ή κοντινή απόσταση. Για να διαπιστωθούν δύο αντικείμενα ως ξεχωριστά, πρέπει να υπάρχει μια ελάχιστη έστω απόσταση μεταξύ τους. Εάν η απόσταση είναι τέτοια ώστε η εικόνα του κάθε σημείου να προβληθεί σε διαφορετικό κωνίο στον αμφιβληστροειδή, τότε φαίνονται σαν δύο ξεχωριστά σημεία. Εάν όμως η εικόνα τους πέσει πάνω σε ένα μόνο κωνίο του αμφιβληστροειδή, τότε θα φανούν σαν ένα σημείο.
Έγχρωμη όραση. Το λευκό φως αποτελείται από διάφορα χρώματα. Αυτά μπορούν να διαχωριστούν εάν το λευκό φως προσπέσει σε ένα πρίσμα, παράγοντας έτσι όλο το φάσμα των χρωμάτων. Τα τρία κύρια χρώματα είναι το κόκκινο, το πράσινο και το γαλάζιο. Όλα τα υπόλοιπα δημιουργούνται από ανάμειξη των τριών κύριων χρωμάτων. Η έγχρωμη όραση είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο. Η τρίχρωμη θεωρία της έγχρωμης όρασης υποθέτει ότι υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τύποι κωνίων, που καθένας είναι ευαίσθητος για κάποιο κύριο χρώμα. Η έγχρωμη όραση καθορίζεται από τα διαφορετικά ερεθίσματα που λαμβάνουν αυτά τα κωνία. Ελαττωματική έγχρωμη όραση μπορεί να είναι κληρονομική ή επίκτητη. Η κληρονομική ελαττωματική έγχρωμη όραση συμβαίνει διότι μία ή περισσότερες από τις φωτοχρωστικές του αμφιβληστροειδή είναι ανώμαλες ή ότι τα κωνία είναι κατεστραμμένα. Η συνηθέστερη βλάβη είναι η αδυναμία διαχωρισμού και αναγνώρισης του κόκκινου και πράσινου χρώματος. Είναι συνηθέστερη στους άνδρες, αν και οι γυναίκες είναι φορείς του ανώμαλου γονιδίου. Η επίκτητη ελαττωματική έγχρωμη όραση είναι το αποτέλεσμα πάθησης των κωνίων ή των συνδέσεών τους με τον αμφιβληστροειδή, το οπτικό νεύρο ή τον εγκέφαλο, π.χ. ασθένεια της ωχράς κηλίδας, οπτική νευρίτιδα.
Πεδία όρασης. Όταν το μάτι κοιτάζει ένα συγκεκριμένο σημείο, το σημείο αυτό φαίνεται καθαρά. Άλλα αντικείμενα γύρω από μια μεγάλη περιοχή με κέντρο το παρατηρούμενο σημείο επίσης φαίνονται, αλλά λιγότερο καθαρά. Η περιοχή που μπορεί να φανεί γύρω από ένα συγκεκριμένο σημείο, χωρίς μετακίνηση των ματιών, λέγεται πεδίο όρασης. Η έκταση του πεδίου όρασης περιορίζεται προς τα μέσα από τη μύτη, πάνω από τα φρύδια και κάτω από τις παρειές (μάγουλα). Το οπτικό πεδίο έτσι έχει τη μεγαλύτερη έκτασή του προς τα έξω. Το πεδίο όρασης του ενός ματιού υπερκαλύπτει σε μεγάλη έκταση το πεδίου του άλλου ματιού, έτσι που τα αντικείμενα που βρίσκονται στο κέντρο και στην εσωτερική πλευρά κάθε πεδίου φαίνονται και από τα δύο μάτια. Λόγω της απόστασης των ματιών μεταξύ τους, τα αντικείμενα της υπερκαλυπτόμενης περιοχής φαίνονται ελαφρώς διαφορετικά και γι’ αυτό το λόγο υπάρχει η ικανότητα τρισδιάστατης όρασης. Βλάβες στα οπτικά πεδία προκαλούνται από πολλές αιτίες (π.χ. γλαύκωμα, ορισμένες μορφές εγκεφαλοπάθειας, τοξίνες κ.ά.).
Διαταραχές όρασης. Διαταραχές στην όραση μπορεί να προέλθουν από μη διορθωμένες διαθλαστικές ανωμαλίες, παθήσεις ή κακώσεις του κερατοειδή, της ίριδας, του φακού, του υαλώδους σώματος, του αμφιβληστροειδή, του χοριοειδή ή του σκληρού χιτώνα. Μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα πάθησης ή κάκωσης των δομών που αποτελούν την οπτική οδό από τον αμφιβληστροειδή μέχρι τον ινιακό φλοιό και από αλλοιώσεις των δομών γύρω από το μάτι, π.χ. πτώση ή διόγκωση των βλεφάρων κ.ά.
Ουλίτιδα. Φλεγμονή των ούλων, η οποία χαρακτηρίζεται από οίδημα, ερυθρότητα και αιμορραγία των ούλων. Μπορεί να εκδηλωθεί είτε ως οξεία ελκώδης νεκρωτική ουλίτιδα είτε ως χρόνια ουλίτιδα.
Η συχνότερη αιτία εμφάνισης ουλίτιδας είναι η κακή υγιεινή του στόματος, η οποία ευνοεί την ανάπτυξη οδοντικής πλάκας, δηλαδή μιας κολλώδους εναπόθεσης υπολειμμάτων τροφών και βακτηριδίων. Πολύ συχνή είναι η ανάπτυξη ουλίτιδας κατά την εφηβεία, την εμμηνορρυσία και ιδιαίτερα κατά την εγκυμοσύνη, όπου ενδέχεται να παίζουν ρόλο ορμονικές μεταβολές. Τα αντισυλληπτικά που λαμβάνονται από το στόμα μπορούν να επιδεινώσουν τη φλεγμονή. Η ουλίτιδα είναι δυνατό να αποτελεί πρώιμη ένδειξη ύπαρξης μιας συστηματικής διαταραχής, όπως απλή ερπητική λοίμωξη, υποβιταμίνωση, λευκοπενία και άλλες αιματολογικές διαταραχές (π.χ. λευχαιμία), αλλεργική αντίδραση, σακχαρώδη διαβήτη ή ακόμη ελαττωμένη άμυνα του οργανισμού. Επίσης, η έκθεση των ούλων σε βαρέα μέταλλα, όπως μόλυβδο και βισμούθιο, μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη ουλίτιδας.
Η ουλίτιδα παρουσιάζεται με έντονο κόκκινο χρώμα των ούλων, το οποίο πολλές φορές γίνεται σκοτεινότερο προς μοβ. Χαρακτηριστικά εμφανίζεται οίδημα (πρήξιμο) των ούλων, τα οποία επιπλέον ματώνουν πολύ εύκολα κατά τη μάσηση τροφών ή το βούρτσισμα των δοντιών. Σε αντίθεση με την οξεία ουλίτιδα, στη χρόνια μορφή δεν κυριαρχεί ο πόνος των ούλων, αλλά κυριαρχεί μια αίσθηση «καψίματος» και ο ασθενής νιώθει τα ούλα του να μουδιάζουν. Ακόμη, άτομα που πάσχουν από ουλίτιδα έχουν εξαιρετικά δύσοσμη αναπνοή.
Προδιαθεσικοί παράγοντες στην ανάπτυξη ουλίτιδας είναι η κακή διατροφή, το κάπνισμα, η κληρονομικότητα και ο σακχαρώδης διαβήτης. Τακτικός και σωστός καθαρισμός των δοντιών μετά από κάθε γεύμα με βούρτσισμα, αλλά και χρήση οδοντικού νήματος καθώς και τακτικός έλεγχος των δοντιών από οδοντίατρο αποτελούν απλά μέτρα πρόληψης για την παρεμπόδιση της ανάπτυξης ουλίτιδας.
Για να θεραπευθεί η ουλίτιδα απαιτείται επιμελής αφαίρεση της οδοντικής πλάκας, απόξεση των ούλων και παρακολούθηση από οδοντίατρο για την αποφυγή ανάπτυξης περιοδοντίτιδας, η οποία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τα δόντια του ασθενή.
Πάγκρεας. Μεικτός αδένας (εξωκρινής και ενδοκρινής) που βρίσκεται στο πίσω μέρος της κοιλιάς, στο ύψος του 1ου και 2ου οσφυϊκού σπονδύλου. Έχει σχήμα σφύρας και εκτείνεται πίσω από την κάτω μοίρα του στομάχου και μια μεγάλη μοίρα του, η κεφαλή του, καταλαμβάνει το χώρο που σχηματίζεται από το δωδεκαδάκτυλο, ενώ το σώμα του εκτείνεται προς τα αριστερά καταλήγοντας κοντά στον σπλήνα.
Η εξωκρινής μοίρα του παγκρέατος, που είναι και η μεγαλύτερη, αποτελείται από αδενοκυψέλες που εκβάλλουν με μικρά σωληνάρια σε έναν κύριο πόρο, τον παγκρεατικό πόρο, ο οποίος εξέρχεται από την κεφαλή του παγκρέατος, ενώνεται με το χοληδόχο πόρο και εισέρχονται μαζί στο δωδεκαδάκτυλο. Τα κύτταρα των αδενοκυψελών παράγουν το παγκρεατικό υγρό, το οποίο περιέχει πολλά υδρολυτικά ένζυμα (αμυλάση, λιπάση, νουκλεάσες), καθώς και τα προένζυμα θρυψινογόνο, χυμοθρυψινογόνο και πεπτιδάσες που μετατρέπονται στο έντερο σε ένζυμα. Τα ένζυμα του παγκρεατικού υγρού διασπούν τα λίπη, τις πρωτεΐνες και τους υδατάνθρακες. Το παγκρεατικό υγρό είναι αλκαλικό (pH 8) λόγω του NaHCO3 (όξινο ανθρακικό νάτριο) που περιέχει. Παράγεται από ειδικά κύτταρα του παγκρέατος και εξουδετερώνει την όξινη αντίδραση του γαστρικού υγρού. Η έκκριση του παγκρεατικού υγρού διεγείρεται από το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα και από τις ορμόνες χολοκυστοκινίνη και εκκριματίνη. Στους ενήλικους παράγονται 850 κυβ. εκ. παγκρεατικού υγρού περίπου ανά εικοσιτετράωρο.
Διασκορπισμένα σε όλο το πάγκρεας υπάρχουν αθροίσματα κυττάρων, τα νησίδια του Langerhans, που αριθμούν περίπου 1 εκατομμύριο σε ένα φυσιολογικό άτομο. Αυτά αποτελούν την ενδοκρινή μοίρα του παγκρέατος και αποτελούνται από τρεις τύπους κυττάρων που παράγουν αντίστοιχα τις ορμόνες ινσουλίνη, γλυκαγόνη και σωματοστατίνη. Η ινσουλίνη συμβάλλει α) στη μετατροπή της γλυκόζης σε γλυκογόνο, β) στο σχηματισμό των λιπών, γ) στη ρύθμιση της πρωτεϊνοσύνθεσης και δ) στη μείωση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα. Η δράση της γλυκαγόνης είναι αντίθετη της ινσουλίνης, ενώ η σωματοστατίνη αναστέλλει την έκκριση ινσουλίνης και γλυκαγόνης. Ανεπάρκεια στην παραγωγή ινσουλίνης προκαλεί το σακχαρώδη διαβήτη. Οι ορμόνες του παγκρέατος απορροφούνται κατευθείαν από το αίμα και ρυθμίζουν τα επίπεδα της γλυκόζης σε αυτό.
Παρωτίτιδα. Η φλεγμονή των παρωτίδων. Διακρίνεται σε επιδημική και μη επιδημική παρωτίτιδα. Η μη επιδημική εμφανίζεται ως συνέπεια της δράσης πυογόνων μικροβίων στην παρωτίδα ή μίας σηπτικής λοίμωξης (που ευνοείται από την κακή περιποίηση της στοματικής κοιλότητας των αρρώστων, καθώς και από την ύπαρξη χαλασμένων δοντιών).
Εκδηλώνεται με τη γρήγορη ανάπτυξη μιας διόγκωσης στην περιοχή των παρωτίδων. Το δέρμα κοκκινίζει και οι πόνοι αντανακλούν στο λαιμό και το κεφάλι. Μερικές φορές παρατηρείται δυσκολία στην κατάποση, πρήξιμο, σπασμός της φωνητικής σχισμής και ελαφριά παράλυση (πάρεση) του προσωπικού νεύρου. Η γενική κατάσταση του αρρώστου επιδεινώνεται και η θερμοκρασία του ανεβαίνει. Η εξέλιξη της αρρώστιας είναι βαριά και μακροχρόνια. Η προφύλαξη συνίσταται στην προσεκτική περιποίηση της στοματικής κοιλότητας σ' αυτούς που πάσχουν από λοιμώδη νοσήματα.
Η επιδημική παρωτίτιδα είναι οξεία λοιμώδης αρρώστια που χαρακτηρίζεται από τη φλεγμονή των σιελογόνων αδένων. Οφείλεται στη δράση ιού. Η περίοδος επώασης διαρκεί 3-30 μέρες. Η αρρώστια εκδηλώνεται με γενική αδιαθεσία, πονοκέφαλο και θερμοκρασία 38°-39°. Σε 2-3 μέρες διογκώνεται η παρωτίδα (συνήθως της μίας πλευράς και σε 1-2 μέρες της άλλης). Το πρόσωπο παίρνει χαρακτηριστική όψη και παρατηρούνται πόνοι κατά τη μάσηση της τροφής και κατά το άνοιγμα του στόματος. Η συνηθισμένη διάρκεια της αρρώστιας είναι 8-10 μέρες. Ανάμεσα στις επιπλοκές της επιδημικής παρωτίτιδας συγκαταλέγονται και οι φλεγμονές στους όρχεις, τις ωοθήκες (που παρατηρούνται συχνότερα σε παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας), στα λεμφικά γάγγλια του λαιμού, καθώς και οι μηνιγγοεγκεφαλίτιδες. Στον άρρωστο ορίζεται ειδική δίαιτα και παραμένει στο κρεβάτι σε απομόνωση. Κυρίως προσβάλλονται παιδιά μεταξύ 5-15 χρονών. Είναι, όμως, δυνατό να αρρωστήσουν και ενήλικοι (κυρίως νέοι μεταξύ 18-30 χρονών). Σε αγόρια που προσβάλλονται κατά την εφηβεία η παρωτίτιδα μπορεί να προκαλέσει ορχίτιδα που πιθανόν με τη σειρά της να γίνει αιτία στείρωσης.
Ο ασθενής που πάσχει από παρωτίτιδα δεν πρέπει να έρθει σε επαφή με άλλους ανθρώπους που δεν έχουν προσβληθεί από την αρρώστια, για ένα διάστημα τριών εβδομάδων. Το άτομο που περνάει την παρωτίτιδα αποκτά μόνιμη ανοσία στην ασθένεια αυτή.
Πεπτικό σύστημα. Το σύνολο των οργάνων με τα οποία γίνεται η πέψη των τροφών, δηλαδή η διάσπασή τους με τρόπο ώστε να μπορούν να απορροφηθούν και να χρησιμοποιηθούν από τον οργανισμό.
Το πεπτικό σύστημα ακολουθεί την εξέλιξη των ζωικών οργανισμών από έναν απλό μυώδη φάρυγγα στους πλατυέλμινθες ως το εξελιγμένο σύστημα των θηλαστικών. Η διαμόρφωση των επιμέρους οργάνων για την πρόσληψη, τη μάσηση, τη διάσπαση, το διαχωρισμό της τροφής σε χρήσιμα και άχρηστα συστατικά, την απορρόφηση των χρήσιμων ουσιών και την αποβολή των άχρηστων, ποικίλλει ανάλογα με το βαθμό εξέλιξης του οργανισμού, το περιβάλλον που ζει και το είδος της τροφής.
Το πεπτικό σύστημα του ανθρώπου αποτελείται από ένα σύνολο συνεχόμενων σωλήνων και κοιλοτήτων που σχηματίζουν το γαστρεντερικό σωλήνα. Σ’ αυτόν είναι προσαρτημένοι οι αδένες του πεπτικού συστήματος που είναι οι σιελογόνοι αδένες, το ήπαρ (συκώτι) και το πάγκρεας, που παράγουν υγρά τα οποία βοηθούν στην πέψη της τροφής. Ο γαστρεντερικός σωλήνας περιλαμβάνει τη στοματική κοιλότητα, το φάρυγγα, τον οισοφάγο, το στομάχι, το λεπτό και το παχύ έντερο.
Η στοματική κοιλότητα σχηματίζεται από την άνω και κάτω γνάθο, τις παρειές (μάγουλα), τα χείλη, τα δόντια και τη γλώσσα. Την οροφή της στοματικής κοιλότητας αποτελούν η σκληρή και η μαλακή υπερώα που καταλήγει προς τα πίσω σε μια μαλακή προεξοχή, τη σταφυλή. Στη στοματική κοιλότητα γίνεται η μάσηση της τροφής, το ανακάτεμά της με το σάλιο και ο σχηματισμός του βλωμού (μπουκιάς). Σ’ αυτά βοηθούν τα δόντια και η γλώσσα. Το σάλιο παράγεται και εκκρίνεται από τους σιελογόνους αδένες. Περιέχει το ένζυμο πτυαλίνη, το οποίο διασπά το άμυλο.
Η στοματική κοιλότητα στο πίσω μέρος επικοινωνεί με το φάρυγγα, ένα σωλήνα μήκους 15 εκ. Ο φάρυγγας επικοινωνεί, επίσης, με τις ρινικές κοιλότητες προς τα πάνω, ενώ προς τα κάτω επικοινωνεί με τον οισοφάγο και το λάρυγγα. Κατά την κατάπωση του βλωμού το στόμιο του λάρυγγα φράσσεται από την επιγλωττίδα, η μαλακή υπερώα κινείται προς τα πάνω και φράσσει την είσοδο των ρινικών κοιλοτήτων και η τροφή εισέρχεται στον οισοφάγο. Ο οισοφάγος είναι ένας μυώδης σωλήνας μήκους 25 εκ., με τις συσπάσεις του οποίου η τροφή προωθείται προς το στομάχι.
Το στομάχι είναι ένας μυώδης ασκός, μέσα στον οποίο αναδεύεται η τροφή με περισταλτικές κινήσεις των μυών του τοιχώματός του και αναμειγνύεται με τη βλέννα και το γαστρικό υγρό. Η βλέννα παράγεται από το βλεννογόνο χιτώνα του στομαχιού. Το γαστρικό υγρό παράγεται από αδένες του στομαχιού και περιέχει υδροχλωρικό οξύ και το προένζυμο πεψινογόνο. Το πεψινογόνο μετατρέπεται σε πεψίνη με τη δράση του υδροχλωρικού οξέος. Η πεψίνη διασπά τις πρωτεΐνες σε πολυπεπτίδια, ενώ η βλέννα προστατεύει τα τοιχώματα του στομαχιού.
Συνέχεια του στομαχιού αποτελεί το λεπτό έντερο, ένας σωλήνας μήκους 6-7 μέτρων. Το πρώτο μέρος του λεπτού εντέρου, μήκους 30 εκ., είναι το δωδεκαδάκτυλο, ένας σωλήνας σε σχήμα πετάλου, στον οποίο εκβάλλουν ο χοληδόχος πόρος, που φέρνει τη χολή, και ο παγκρεατικός πόρος, που φέρνει το παγκρεατικό υγρό. Η τροφή ανακατεύεται με τα υγρά αυτά και προωθείται κατά μήκος του λεπτού εντέρου με τη βοήθεια κινήσεων των μυών του τοιχώματός του. Το υπόλοιπο τμήμα του λεπτού εντέρου λέγεται ελικώδες έντερο και διαιρείται στη νήστιδα και στον ειλεό. Από τα τοιχώματα του λεπτού εντέρου εκκρίνονται το εντερικό υγρό, που διατηρεί τη χυμώδη σύσταση του περιεχομένου του, και η βλέννα. Στο λεπτό έντερο γίνεται η κυρίως διάσπαση των πρωτεϊνών, των λιπών και των υδατανθράκων που περιέχει η τροφή, με τη βοήθεια των ενζύμων του παγκρεατικού υγρού (βλ. λ. πάγκρεας). Η χολή βοηθάει στη γαλακτωματοποίηση του λίπους, δηλαδή τη διάσπασή του σε μικρά σταγονίδια.
Ο βλεννογόνος χιτώνας του εντέρου σχηματίζει εσωτερικά πολλές πτυχώσεις, στις οποίες επίσης σχηματίζονται πολλαπλές προεκβολές, οι λεγόμενες εντερικές λάχνες. Έτσι, αυξάνεται σημαντικά η εσωτερική επιφάνεια του εντέρου (περίπου 250 τ.μ.), από την οποία γίνεται και η απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών. Αυτή γίνεται μέσω των λαχνών, στις οποίες διακλαδίζονται τριχοειδή αιμοφόρα και λεμφοφόρα αγγεία. Τα θρεπτικά συστατικά περνούν στην κυκλοφορία του αίματος είτε με παθητική διάχυση είτε με ενεργητική μεταφορά. Τα απλά σάκχαρα και τα αμινοξέα, που προκύπτουν από την τελική διάσπαση των υδατανθράκων και των πρωτεϊνών αντίστοιχα, περνούν στο αίμα με ενεργητική μεταφορά. Τα λιπαρά οξέα και τα μονογλυκερίδια, που είναι τα τελικά προϊόντα της διάσπασης των λιπών, περνούν πρώτα στο λεμφικό σύστημα και στη συνέχεια στο αίμα.
Το υπόλοιπο περιεχόμενο του εντέρου, που δεν απορροφάται, προωθείται προς το παχύ έντερο, από τον ειλεό, δηλαδή το τελευταίο τμήμα του λεπτού εντέρου. Στην είσοδο του παχέος εντέρου υπάρχει η ειλεοκολική βαλβίδα, η οποία επιτρέπει τη διέλευση των άχρηστων ουσιών προς το παχύ έντερο αλλά όχι αντίθετα. Το παχύ έντερο είναι ένας σωλήνας μήκους 1,5 μέτρου και διακρίνεται σε τρία τμήματα: το τυφλό με τη σκωληκοειδή απόφυση, το κόλο (ανιόν, εγκάρσιο, κατιόν και σιγμοειδές) και το ορθό ή απευθυσμένο που καταλήγει στον πρωκτό. Στο παχύ έντερο γίνεται απορρόφηση νερού και αλάτων, ενώ το υπόλοιπο περισσότερο στερεό περιεχόμενο (άπεπτες ουσίες, βλέννα, μικρόβια που προέρχονται από τη χλωρίδα του εντέρου) προωθείται με περισφύξεις του τοιχώματος προς τον πρωκτό. Όταν το περιεχόμενο (κόπρανα) φτάσει στο ορθό, δημιουργείται αντανακλαστικά το αίσθημα της αφόδευσης.
Όλη η λειτουργία του γαστρεντερικού σωλήνα, οι κινήσεις, εκτός από τα πρώτα στάδια (μάσηση και πρώτο στάδιο κατάποσης), καθώς και οι εκκρίσεις του ελέγχονται από το Αυτόνομο Νευρικό Σύστημα με τη συνεργασία ορμονών.
Συχνότερες παθήσεις του πεπτικού συστήματος είναι το πεπτικό έλκος (στομάχου ή δωδεκαδάκτυλου), η οισοφαγίτιδα, η γαστρίτιδα, η γαστρεντερίτιδα, η κολίτιδα, η εντερίτιδα, οι πολύποδες κ.ά.
Πνεύμονες. Ζεύγος οργάνων που βρίσκονται μέσα στο θώρακα των σπονδυλόζωων που αναπνέουν στον αέρα και εκτελούν τη λειτουργία της αναπνοής. Επίσης επιτελούν μια δεύτερη λειτουργία, το φιλτράρισμα του αίματος. Στον άνθρωπο ο αέρας εισέρχεται διαμέσου της μύτης, του φάρυγγα, του λάρυγγα και της τραχείας και φθάνει στους πνεύμονες με τον αριστερό και δεξιό κύριο βρόγχο, που ξεκινούν από τη διαίρεση της τραχείας στο ύψος της 2ης πλευράς. Η σύσταση των πνευμόνων είναι πολύ ελαστική έτσι ώστε, όταν ανοίξει η θωρακική κοιλότητα, κάθε πνεύμονας συμπτύσσεται στο 1/3 του φυσιολογικού του όγκου.
Η καρδιά συνδέεται με τους πνεύμονες όχι μόνο με τέτοιο τρόπο, ώστε οι αλλαγές του όγκου των πνευμόνων να έχουν επίδραση στη δράση της καρδιάς, αλλά συνδέεται επίσης και με αγγεία με τους πνεύμονες. Η πνευμονική αρτηρία εξέρχεται από τη δεξιά κοιλία και διαιρείται σε δύο κλάδους, καθένας από τους οποίους εισέρχεται στον αντίστοιχο πνεύμονα, μαζί με τον αντίστοιχο βρόγχο, από την πύλη του πνεύμονα. Από την πύλη του πνεύμονα επίσης ξεκινούν οι πνευμονικές φλέβες, που μεταφέρουν οξυγονωμένο αίμα στον αριστερό κόλπο.
Κάθε βρόγχος (κύριος) εισερχόμενος μέσα στον πνεύμονα από την πύλη του διαιρείται και υποδιαιρείται συνεχώς μέσα στον πνεύμονα μέχρι να φθάσει στα τελικά βρογχιόλια που έχουν εύρος μόλις 0,025 χιλιοστά. Δομικά όλοι οι βρόγχοι και οι υποδιαιρέσεις τους αποτελούνται από ένα βλεννογόνο που περιβάλλεται από μια ινώδη θήκη. Η τραχεία, οι κύριοι βρόγχοι και οι μεσαίοι βρόγχοι έχουν στο ινώδες στρώμα τους μεγάλα τμήματα χόνδρου, που στην τραχεία και στους κύριους βρόγχους είναι πλήρως κυκλοτερείς, ενώ στους μεσαίους βρόγχους σχηματίζουν μόνο μία τοξοειδή πορεία. Αυτά τα τμήματα χόνδρων αναλαμβάνουν την πρόληψη της απόφραξης ή της συμπίεσης των σωλήνων αυτών, έτσι ώστε να μην εμποδίζεται η δίοδος του αέρα. Οι μεγάλοι και μεσαίοι βρόγχοι έχουν άφθονους βλεννοεκκριτικούς αδένες που εκκρίνουν τη βλέννα τους στην επιφάνεια του βλεννογόνου. Ο βλεννογόνος τους αποτελείται από κυλινδρικά επιθηλιακά κύτταρα, που είναι κροσσωτά. Αυτοί οι κροσσοί έχουν ως λειτουργία την απομάκρυνση προς τα έξω της βλέννας και των μικροβίων, τα οποία ωθούν προς το φάρυγγα. Το τοίχωμα των βρόγχων είναι πλούσιο σε ίνες ελαστικού ιστού και αμέσως κάτω από το βλεννογόνο υπάρχει ένα στρώμα από κυκλοτερείς λείες μυϊκές ίνες, που είναι καλά αναπτυγμένες ειδικά στους μικρότερους βρόγχους. Αυτό το μυϊκό στρώμα παίζει σημαντικό ρόλο στην αποβολή της βλέννας με το βήχα.Τα βρογχιόλια διαιρούνται σε έναν αριθμό από στροβιλώδεις σωλήνες, τους κυψελιδικούς πόρους, και αυτοί οι πόροι διακλαδίζονται σε διόδους, καθένας από τους οποίους οδηγεί μέσα σε έναν τελικό αερόσακο. Τα τοιχώματα όλων αυτών των δομών καλύπτονται από μικροσκοπικούς σάκους, που είναι οι κυψελίδες. Σε κάθε πνεύμονα υπάρχουν περίπου 300 εκατομμύρια κυψελίδες. Κάθε κυψελίδα αποτελείται από μια λεπτεπίλεπτη μεμβράνη που συντίθεται από επιπεδωμένα κύτταρα και ισχυροποιείται από ένα ευρύ δίκτυο ελαστικών ινών, στις οποίες οφείλει ο πνεύμονας τη μεγάλη του ελαστικότητα. Μέσα σε κάθε κυψελίδα επιτελείται κυρίως η λειτουργία της αναπνοής, δηλαδή η ανταλλαγή των αερίων και επομένως η κυψελίδα αποτελεί τη μορφολειτουργική μονάδα του πνεύμονα. Οι κλάδοι της πνευμονικής αρτηρίας συνοδεύουν τους κλάδους των βρόγχων μέχρι τις κυψελίδες, όπου οι τελικοί κλάδοι της πνευμονικής αρτηρίας στο επίπεδο των κυψελίδων σχηματίζουν ένα τροχοειδικό δίκτυο, μέσω του οποίου γίνεται η ανταλλαγή των αερίων με τις κυψελίδες. Έτσι υπάρχουν μόνο δύο μεμβράνες που διαχωρίζουν το αίμα από τον αέρα που βρίσκεται στους κυψελιδικούς σάκους: α) το τοίχωμα των κυψελίδων και β) το τοίχωμα των τριχοειδών. Το αίμα από το τριχοειδικό δίκτυο, αφού οξυγονωθεί και αποβάλει μέσα στις κυψελίδες το διοξείδιο του άνθρακα, σχηματίζει τις πνευμονικές φλέβες που επίσης συνοδεύουν τους βρόγχους μέχρι την πύλη του πνεύμονα.
Άλλα μικρότερα αγγεία διατρέχουν πάνω στο βρογχιακό δέντρο και τροφοδοτούν με αίμα και θρεπτικές ουσίες τα τοιχώματα των βρόγχων. Υπάρχει επίσης στους πνεύμονες ένα σημαντικό σύστημα λεμφαγγείων που ξεκινάει από διαστήματα που βρίσκονται μεταξύ των κυψελίδων, κάτω από τον υπεζωκότα και στα τοιχώματα των βρόγχων. Τα λεμφαγγεία αφήνουν τον πνεύμονα μαζί με τα άλλα αγγεία και ενώνονται με μια αλυσίδα βρογχικών λεμφαδένων που βρίσκονται κοντά στο τέλος της τραχείας.

Πόδια. Τα κάτω άκρα. Ο σκελετός του ποδιού περιλαμβάνει το μηρό, την κνήμη και τον άκρο πόδα (το πόδι).Το πόδι συνδέεται με τα οστά της πυελικής ζώνης με την άρθρωση του ισχίου, η οποία συγκρατείται με μύες, ειδικότερα με τους γλουτιαίους και τους οπίσθιους μύες του μηρού από πίσω και με τους προσαγωγούς μύες από την έσω επιφάνεια του μηρού. Η κεφαλή του μηριαίου οστού βρίσκεται σε ένα κυπελλοειδές κοίλωμα, την κοτύλη, στην έξω επιφάνεια της πυέλου. Το μηριαίο οστό, που είναι το μεγαλύτερο και ισχυρότερο οστό του σώματος, σχηματίζει στο κάτω άκρο του μαζί με την κνήμη την άρθρωση του γόνατος. Το γόνατο προστατεύεται πρόσθια από την επιγονατίδα. Κατά μήκος της έξω πλευράς της κνήμης υπάρχει ένα μικρότερο οστό, η περόνη, που δε φτάνει μέχρι την άρθρωση του γόνατος, αλλά το οποίο μαζί με την κνήμη σχηματίζει την άρθρωση που ονομάζεται ποδοκνημική. Οι δύο προεξοχές της ποδοκνημικής άρθρωσης σχηματίζονται από την κνήμη στην έσω πλευρά (έσω σφυρός) και από την περόνη στην έξω πλευρά (έξω σφυρός). Επτά ταρσιαία οστά σχηματίζουν την κατώτερη μοίρα του ποδιού, από τα οποία ο αστράγαλος δέχεται το βάρος του σώματος διαμέσου της κνήμης και της περόνης.
Υπάρχουν πέντε μετατάρσια οστά στην πρόσθια επιφάνεια του ποδιού, ενώ κάθε δάκτυλο έχει τρία φαλαγγικά οστά, εκτός από το μέγα δάκτυλο που έχει δύο. Ο ισχυρός τετρακέφαλος εκτατικός μυς στα πρόσθια του μηρού συνδέεται με την επιγονατίδα, η οποία με τη σειρά της συνδέεται πρόσθια με την κνήμη με τον επιγονατιδικό σύνδεσμο. Ο τετρακέφαλος εκτείνει το γόνατο και διατηρεί το σώμα σε όρθια θέση. Κάτω από το γόνατο οι μύες της γαστροκνημίας συνδέονται με το πέλμα διαμέσου του αχίλλειου τένοντα και είναι αυτοί που ανασηκώνουν το πέλμα από το έδαφος κατά τη βάδιση. Πρόσθια και πλάγια βρίσκονται οι κνημιαίοι και περονιαίοι μύες, που κάμπτουν την ποδοκνημική άρθρωση προς τα πάνω και ανασηκώνουν τα δάκτυλα. Στο πέλμα του ποδιού υπάρχει ένας αριθμός από μικρούς μύες που κάμπτουν τα δάκτυλα προς τα κάτω. Η ποδική καμάρα είναι μία σπουδαία δομή που δίνει ευκινησία στο βάδισμα· η έλλειψη ή ελάττωσή της ονομάζεται πλατυποδία.
Η μεγαλύτερη αιματική τροφοδοσία του κάτω άκρου μεταφέρεται από τη μηριαία αρτηρία, που εξέρχεται από την κοιλία στο μέσο της βουβωνικής περιοχής, όπου μπορεί να ψηλαφηθούν οι σφυγμοί της. Διέρχεται προς τα κάτω, στην έσω πλευρά του μηρού, για να φθάσει στο μέσο της πίσω επιφάνειας του γόνατου, όπου είναι γνωστή ως ιγνυακή αρτηρία. Κάτω από το γόνατο διαιρείται στην πρόσθια και οπίσθια κνημιαία αρτηρία. Η πρόσθια κνημιαία διατρέχει προς τα κάτω πρόσθια της κνήμης και της άνω επιφάνειας του ποδιού, ενώ η οπίσθια κνημιαία, που είναι μεγαλύτερη, διέρχεται πίσω από τον έσω σφυρό, όπου μπορεί να ψηλαφιστεί περίπου ένα εκατοστό πίσω από τον έσω σφυρό. Η επιστροφή του αίματος γίνεται μερικώς από τις εν τω βάθει φλέβες που συνοδεύουν τις αρτηρίες, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό γίνεται από τη μείζονα σαφηνή φλέβα, η οποία μπορεί να φανεί ή να ψηλαφιστεί κάτω από το δέρμα, σε μεγάλη απόσταση, εκτεινόμενη από την έσω πλευρά της ποδοκνημικής άρθρωσης και διατρέχει την κνήμη στην έσω επιφάνειά της, όπως επίσης και στο μηρό (έσω επιφάνεια), για να φτάσει στη βουβωνική περιοχή, όπου ενώνεται με τη μηριαία φλέβα.
Το κύριο νεύρο του κάτω άκρου είναι το ισχιακό νεύρο, το οποίο διατρέχει το μηρό, στην οπίσθια επιφάνειά του, βαθιά κρυμμένο ανάμεσα στους οπίσθιους μύες του μηρού. Πάνω από το γόνατο διαιρείται σε δύο κλάδους: το κνημιαίο και το περονιαίο νεύρο. Το κνημιαίο διατρέχει οπίσθια της κνήμης, βαθιά κρυμμένο ανάμεσα στους μύες για να φτάσει στο πόδι και το περονιαίο διέρχεται γύρω από το άνω άκρο της περόνης, κατά μήκος της έξω πλευράς της κνήμης, όπου μπορεί να ψηλαφιστεί και είναι πολύ εύκολο να τραυματιστεί.
Πρώτες βοήθειες. Η άμεση φροντίδα που δίνεται σε ένα τραυματισμένο άτομο ή σε ένα άτομο που αρρώστησε ξαφνικά. Οι πρώτες βοήθειες δεν αντικαθιστούν την κατάλληλη ιατρική βοήθεια. Αντίθετα, προσφέρουν προσωρινή βοήθεια έως ότου το άτομο λάβει τη σωστή ιατρική φροντίδα και εξασφαλιστεί η ανάρρωσή του.
Οι πρώτες βοήθειες σε ένα επείγον περιστατικό έχουν σκοπό: α) Να διατηρήσουν στη ζωή και να σταματήσουν την επιδείνωση της κατάστασης του θύματος. β) Να βοηθήσουν στην αποκατάσταση και να σώσουν το θύμα από περαιτέρω βλάβη. γ) Να κάνουν τον ασθενή να αισθάνεται όσο γίνεται πιο άνετα και να καθησυχάσουν αυτόν και την οικογένειά του. δ) Να εκτιμήσουν τα γεγονότα γύρω από την ασθένεια ή το ατύχημα έτσι ώστε να δοθούν στο γιατρό, νοσοκόμα ή στο παραϊατρικό προσωπικό οι αναγκαίες πληροφορίες.
Κανένας ασθενής ή βαριά τραυματισμένο άτομο δεν πρέπει να μετακινηθεί χωρίς εξειδικευμένη βοήθεια –ειδικά εάν υπάρχει υποψία κάκωσης του τραχήλου ή του νωτιαίου μυελού– εκτός εάν η ζωή του ατόμου βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο από το περιβάλλον, π.χ. μία φωτιά. Ο ασθενής θα πρέπει επίσης να διατηρείται ζεστός. Θα πρέπει να χαλαρωθούν τα ρούχα που σφίγγουν το θύμα και θα πρέπει να υπάρχει ένας ανοιχτός και καθαρός αεραγωγός (στόμα-φάρυγγας-τραχεία-βρόγχοι). Θα πρέπει ακόμη να αφαιρούνται πρόσθετες οδοντοστοιχίες (μασέλες).
Στη συνέχεια καλύπτονται οι βασικές αρχές που εμπλέκονται στην άμεση θεραπεία μερικών κοινών επειγόντων περιστατικών. Δεν είναι λεπτομερείς και κάποιος που επιθυμεί να γίνει επαγγελματίας στις πρώτες βοήθειες θα πρέπει να παρακολουθήσει μαθήματα που γίνονται από έναν αξιόπιστο οργανισμό, όπως είναι, για παράδειγμα, ο Ερυθρός Σταυρός.
Αιμορραγία. 1. Πρέπει να εφαρμοστεί πίεση στο σημείο της αιμορραγίας, με μία γάζα ή ένα καθαρό κομμάτι από ρούχο, για να σταματήσει η ροή του αίματος. 2. Με εφαρμοσμένη την πίεση, το τραύμα θα πρέπει να ανασηκωθεί πάνω από το επίπεδο της καρδιάς του. 3. Ο ασθενής θα πρέπει να μεταφερθεί σε ένα μέρος όπου υπάρχει διαθέσιμη ιατρική φροντίδα. 4. Εάν η απώλεια του αίματος είναι αρκετά σοβαρή, θα πρέπει το θύμα να τεθεί σε οριζόντια θέση με τα κάτω άκρα ανασηκωμένα.
Δηλητηρίαση. Δεν πρέπει να προκληθεί εμετός στο σπίτι, εκτός εάν υπάρχει ιατρική παρακολούθηση. Εάν έχουν καταπωθεί διαβρωτικές ουσίες, τότε θα πρέπει να δοθεί γάλα ή νερό για την αραίωση της διαβρωτικής ουσίας. Οποιαδήποτε από αυτές τις ουσίες έχει πέσει στο δέρμα θα πρέπει να απομακρυνθεί από αυτό με πλύσιμο με άφθονο νερό. Αν έχει προκληθεί δηλητηρίαση με χάπια, τμήματα φυτού ή άλλες ουσίες, θα πρέπει αυτά να μεταφερθούν στο νοσοκομείο, ώστε το ιατρικό προσωπικό να βοηθηθεί να αναγνωρίσει το δηλητήριο.
Εγκαύματα. Εάν τα ρούχα του θύματος καίγονται, τότε η πρώτη κίνηση που πρέπει να γίνει είναι να σκεπαστούν οι φλόγες με μια κουβέρτα ή άλλο ύφασμα σχετικά χοντρό. Υπάρχουν και εγκαύματα που προκαλούνται από θερμά υγρά, αέρια, αναλαμπές από εκρήξεις ή από επαφή με ένα πολύ θερμό αντικείμενο. Σε όλα τα εγκαύματα η θεραπεία είναι η ίδια: αφαίρεση των ρούχων που καλύπτουν την περιοχή που προσβλήθηκε και να τοποθετηθεί αυτή κάτω από κρύο τρεχούμενο νερό μέχρι να σταματήσει ο πόνος ή μέχρι να φτάσει το ασθενοφόρο. Το έγκαυμα θα πρέπει να μείνει εκτεθειμένο ή να καλυφθεί με ένα κομμάτι από καθαρό υγρό λινό ύφασμα. Δεν πρέπει να τεθούν πάνω στο έγκαυμα κάποια λοσιόν ή άλλες ουσίες.
Ηλεκτροπληξία. Το θύμα δεν πρέπει να αγγιχθεί μέχρι να διακοπεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Αν αυτό δεν είναι δυνατό, θα πρέπει να απομακρυνθεί το ηλεκτρικό ρεύμα από το θύμα με τη βοήθεια ενός αντικειμένου που δεν άγει τον ηλεκτρισμό (π.χ. ένα ξύλο). Τα εγκαύματα θεραπεύονται όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Αν ο ασθενής έχει υποστεί κοιλιακή μαρμαρυγή, πρέπει να ξεκινήσει καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση.
Καρδιοαναπνευστική ανακοπή. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να εφαρμοστεί καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση. Είναι ουσιώδες, όμως, να καθοριστεί ότι αυτό απαιτείται. Εφαρμόζοντας τεχνητή αναπνοή και καρδιακή μάλαξη σε ένα άτομο που αναπνέει και του οποίου η καρδιά χτυπάει ακόμη, μπορεί να είναι επικίνδυνο. Έτσι θα πρέπει πρώτα να παρατηρηθούν ο θώρακας και η κοιλιά του ατόμου για αναπνευστικές κινήσεις και να ελεγχθεί ο σφυγμός του. Στη συνέχεια θα πρέπει να διατηρηθεί η ροή του οξυγονωμένου αίματος στα ζωτικά όργανα μέχρι να επαναλειτουργήσει η καρδιά του ασθενή. Μόλις επιστρέψει η αυτόματη αναπνοή και η καρδιακή λειτουργία, ο ασθενής πρέπει να τοποθετείται στη θέση ανάνηψης, δηλαδή στο ένα του πλευρό με το κάτω πόδι και χέρι σε κάμψη και γυρισμένος ελαφρά σε πρηνή θέση.
Πνιγμός (σε αλμυρό ή γλυκό νερό). Πρέπει να εφαρμοστεί καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση.
Πνίξιμο (απόφραξη του λάρυγγα ή της τραχείας από ένα ξένο σώμα). Τα νεογνά ή τα μικρά παιδιά πρέπει να κρατιούνται πάνω στο χέρι με το κεφάλι κάτω. Στη συνέχεια δίνονται μερικά ήπια χτυπήματα με την παλάμη του χεριού μεταξύ των ωμοπλατών. Στα υπόλοιπα άτομα θα πρέπει να εφαρμοστεί ο χειρισμός του Heimlich: το άτομο που δίνει τις πρώτες βοήθειες βρίσκεται πίσω από το θύμα με τα χέρια του ενωμένα γύρω από τη μέση εκείνου. Με το ένα χέρι σφιγμένο σε γροθιά και με τοποθετημένο τον αντίχειρα στο μέσο μεταξύ του ομφαλού του θύματος και της βάσης του στέρνου του, πρέπει να δοθεί μια γρήγορη σπρωξιά προς τα μέσα και πάνω με τη βοήθεια και του άλλου χεριού. Αυτή η κίνηση επαναλαμβάνεται όσες φορές είναι απαραίτητο. Αν το θύμα είναι αναίσθητο, πρέπει να τοποθετηθεί σε πρηνή θέση και να γίνει η ίδια κίνηση με την παλάμη του χεριού, ενώ αυτός που δίνει τις πρώτες βοήθειες είναι γονατιστός πάνω στο γοφό του θύματος.
Ρέζους, παράγοντας. Παράγοντας του αίματος που αποτελείται από έξι αντιγόνα C, D, E, c, d, e. Από τα αντιγόνα αυτά το πιο ισχυρό είναι το D. Οι άνθρωποι που έχουν τον παράγοντα αυτόν στα ερυθρά τους αιμοσφαίρια ονομάζονται αιματολογικά ρέζους θετικοί (Rh+). Αυτοί αποτελούν το 85% της λευκής φυλής. Οι υπόλοιποι (το 15%) που δεν έχουν τον παράγοντα ρέζους ονομάζονται αιματολογικά ρέζους αρνητικοί (Rh–).
Ο παράγοντας ρέζους πήρε το όνομα από τον πίθηκο Macacus rhesus (ρέζους ή ρήσος), στα ερυθρά αιμοσφαίρια του οποίου ανακαλύφτηκε για πρώτη φορά το 1940 από τους Λαντστάινερ και Βίενερ. Κατά τις μεταγγίσεις, εκτός από την ομάδα αίματος του δότη και του δέκτη, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το rhesus. Τα Rh– άτομα μπορούν να πάρουν αίμα μόνο από άτομα Rh–, ενώ δεν υπάρχει πρόβλημα με τα Rh+ άτομα. Επίσης ο παράγοντας ρέζους παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή του κυήματος ρέζους αρνητικής μητέρας, όταν αυτό είναι ρέζους θετικό και έχει προηγηθεί άλλη κύηση ρέζους θετικού κυήματος. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει ευαισθητοποίηση της μητέρας για τον παράγοντα ρέζους, που εκδηλώνεται ως αιμολυτική νόσος των νεογνών (αιμολυτικός ίκτερος) ή ως εμβρυϊκή ερυθροβλάστωση ή ως εμβρυϊκός ύδρωπας. Η κατάσταση αυτή αντιμετωπίζεται με αφαιμαξομετάγγιση, που γίνεται στο παιδί μόλις γεννηθεί και προλαμβάνεται με αποευαισθητοποίηση της ρέζους αρνητικής μητέρας μετά τον πρώτο τοκετό παιδιού ρέζους θετικού. Η αποευαισθητοποίηση γίνεται με μια ένεση αντιρέζους αντισωμάτων, που πρέπει να γίνει μέσα στα δύο ή τρία πρώτα εικοσιτετράωρα μετά τον τοκετό. Όταν το έμβρυο είναι ρέζους αρνητικό, όπως η μητέρα, τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει.
Σκελετός, ανθρώπινος. Το σύνολο των οστών του σώματος του ανθρώπου, που συνδέονται μεταξύ τους με τις αρθρώσεις και τους συνδέσμους και κινούνται με τη σύσπαση των μυών που προσφύονται σε αυτά. Κατά τη διάπλαση του οργανισμού (εμβρυϊκή περίοδος) ο σκελετός είναι υμενώδης. Αργότερα γίνεται χόνδρινος και, τέλος, οστέινος. Στον ώριμο άνθρωπο ο σκελετός αποτελείται από 198 οστά που συναρμολογούνται και σχηματίζουν κοιλότητες που περικλείνουν διάφορα όργανα (κρανίο, θωρακική κοιλότητα κ.ά.). Ο ανθρώπινος σκελετός έχει διαμορφωθεί κατάλληλα για την όρθια στάση, ενώ τα άνω άκρα για την ικανότητα λεπτών και ακριβών κινήσεων. Έχει βάρος 5-6 κιλά και διαφέρει από άτομο σε άτομο και από άντρα σε γυναίκα. Στον άντρα είναι βαρύτερος, μακρύτερος και χοντρότερος, έχει την πύελο στενότερη, τη θωρακική κοιλότητα πλατύτερη, το κρανίο πιο ευρύχωρο κ.ά. Οι διαφορές αυτές αφορούν την εξακρίβωση του φύλου τόσο από ιατροδικαστική, όσο και από αρχαιολογική άποψη. Ιατροδικαστική βοήθεια προσφέρει επίσης η αναλογία που υπάρχει μεταξύ του μήκους των οστών και του συνολικού ύψους του σκελετού, που είναι ίσο με το ύψος του ατόμου μείον 4 εκ. που αντιστοιχούν στα απομακρυνθέντα μαλακά μόρια. Ο ανθρώπινος σκελετός διακρίνεται στο σκελετό του κορμού ή αξονικό σκελετό, που περιλαμβάνει το κρανίο, τη σπονδυλική στήλη και το θώρακα, και στο σκελετό των άκρων (άνω και κάτω άκρα).
Το κρανίο περιλαμβάνει το νευροκράνιο ή εγκεφαλικό κρανίο, που αποτελείται από 8 πλατιά οστά: το μετωπιαίο, τα δύο βρεγματικά, τα δύο κροταφικά, το ινιακό, το σφηνοειδές και το ηθμοειδές. Τα οστά του κρανίου συνδέονται μεταξύ τους με συναρθρώσεις (ραφές).
Το σπλαχνοκράνιο ή προσωπικό κρανίο αποτελείται από 14 οστά: τα δύο δακρυϊκά, τα δύο ρινικά, τις δύο κάτω ρινικές κόγχες, την ύνιδα, τις δύο άνω γνάθους, τα δύο ζυγωματικά, τα δύο υπερώια και την κάτω γνάθο. Στα οστά του προσώπου ανήκει και ένα ανεξάρτητο οστό, το υοειδές, που βρίσκεται μεταξύ τραχήλου και στόματος Η σπονδυλική στήλη αποτελείται από 33-34 βραχέα οστά, τους σπονδύλους, που είναι τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο. Με αυτή συνδέονται ή σε αυτή στηρίζονται τα υπόλοιπα μέρη του σκελετού. Οι σπόνδυλοι διακρίνονται σε 7 αυχενικούς, 12 θωρακικούς, 5 οσφυϊκούς, 5 ιερούς και 4-5 κοκκυγικούς. Οι 5 ιεροί και οι 4-5 κοκκυγικοί σπόνδυλοι έχουν συνοστεωθεί και σχηματίζουν το ιερό οστό και τον κόκκυγα αντίστοιχα Ο σκελετός του θώρακα αποτελείται από 12 ζεύγη πλευρών που μαζί με τους θωρακικούς σπονδύλους και το στέρνο σχηματίζουν ένα οστέινο κλουβί. Οι πλευρές διακρίνονται σε γνήσιες (τα 7 πρώτα ζεύγη) γιατί προσφύονται κατευθείαν στο στέρνο, σε νόθες (τα τρία επόμενα ζεύγη) γιατί προσφύονται μεταξύ τους και με την 7η γνήσια πλευρά και σε νόθες ή ασύντακτες (τα δύο τελευταία ζεύγη) γιατί από μπροστά είναι ελεύθερες Ο σκελετός των άνω άκρων περιλαμβάνει α) το σκελετό της ωμικής ζώνης, που αποτελείται από την κλείδα και την ωμοπλάτη, β) το σκελετό του βραχίονα, που αποτελείται από το βραχιόνιο οστό, γ) το σκελετό του πήχη, που αποτελείται από την κερκίδα και την ωλένη και δ) από το σκελετό του χεριού, που αποτελείται από τον καρπό (8 καρπικά οστά), το μετακάρπιο (5 μετακαρπικά οστά) και τις φάλαγγες των δαχτύλων. Κάθε δάχτυλο αποτελείται από 3 φάλαγγες εκτός από τον αντίχειρα που αποτελείται από 2 φάλαγγες Ο σκελετός των κάτω άκρων περιλαμβάνει α) το σκελετό της πυελικής ζώνης, που αποτελείται από τα δύο ανώνυμα οστά της λεκάνης, τα οποία ενώνονται προς τα εμπρός μεταξύ τους στην ηβική σύμφυση και προς τα πίσω με το ιερό οστό και σχηματίζουν α) την πύελο ή λεκάνη, β) τα οστά του μηρού, που είναι το μηριαίο οστό και η επιγονατίδα, γ) το σκελετό της κνήμης, που είναι η κνήμη και η περόνη, και δ) το σκελετό του ποδιού, που περιλαμβάνει τα 7 οστά του ταρσού, τα 8 οστά του μετατάρσιου και τις φάλαγγες των δαχτύλων, δύο για το μεγάλο δάχτυλο και από τρεις για τα υπόλοιπα τέσσερα Ο σκελετός στηρίζει και προστατεύει τα μαλακά μέρη του σώματος (μύες, σπλάχνα). Η κατασκευή των οστών είναι τέτοια ώστε να εξασφαλίζεται η μεγαλύτερη σταθερότητα με το μικρότερο βάρος και όγκο (βλ. λ. οστά). Τα οστά συνδέονται μεταξύ τους με αρθρώσεις που εξασφαλίζουν ευχέρεια στις κινήσεις (διαρθρώσεις) ή σταθερή σύνδεση (συναρθρώσεις). Τα οστά σε συνεργασία με τους μύες που προσφύονται σε αυτά βοηθούν στις κινήσεις του σώματος και των μερών του, ενώ στις κοιλότητες που σχηματίζουν προστατεύονται ευαίσθητα όργανα (εγκέφαλος, καρδιά, πνεύμονες, μάτια κ.ά.). Ταυτόχρονα, τα οστά αποτελούν αιμοποιητικό όργανο, ενώ ρυθμίζουν και την ισορροπία των αλάτων ασβεστίου και φωσφόρου στον οργανισμό.
Σπέρμα. Το έκκριμα των όρχεων του αρσενικού (ζώου ή ανθρώπου). Παράγεται κατά τη συνουσία και αποβάλλεται από την ουρήθρα κατά την εκσπερμάτωση .Αποτελείται από τα σπερματοζωάρια που παράγονται στους όρχεις, από γλοιώδες υγρό των σπερματικών κύστεων, από εκκρίσεις των αδένων του προστάτη και του Κόουπερ, των αδένων της ουρήθρας, από ένζυμα και άλλες βλεννώδεις ουσίες που διευκολύνουν την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων. Ακόμα περιέχει και σάκχαρα, κυρίως φρουκτόζη, χρήσιμα ως θρεπτικό συστατικό των σπερματοζωαρίων.
Σε μια φυσική εκσπερμάτωση ο όγκος του σπέρματος διαφέρει, π.χ. του ανθρώπου είναι 2-4 κυβ. εκατοστά και περιέχει 300-500 εκατομμύρια σπερματοζωάρια, του ταύρου είναι κατά μέσο όρο 4 κυβ. εκ. με 1 εκατομμύριο σπερματοζωάρια στο κυβ. εκ., του κριαριού είναι κατά μέσο όρο 1 κυβικό εκ. με 2,5 εκατομμύρια σπερματοζωάρια στο κυβ. εκ. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι υπάρχει σταθερή σχέση μεταξύ του όγκου του σπέρματος και του αριθμού των σπερματοζωαρίων.
Επειδή στα ζώα γίνεται συχνά τεχνητή γονιμοποίηση, εφαρμόζονται και μέθοδοι τεχνητής σπερματόληψης, δηλαδή λαμβάνονται σπέρματα από τα αρσενικά ζώα με μέσα τεχνητά, με τη χρησιμοποίηση κόλπου τεχνητού, που έχει διαστάσεις και συνθήκες θερμοκρασίας ανάλογες του κανονικού φυσικού κόλπου του θηλυκού.
Το σπέρμα αυτό μπορεί να διατηρηθεί ως δύο ώρες μέσα σε μπουκαλάκια κλειστά και προστατευόμενα από το φως. Για διατήρηση από μια μέρα ως μια βδομάδα περίπου, το σπέρμα πρέπει να συντηρείται μέσα σε ουσίες θρεπτικές και ρυθμιστικές, χημικές και φυσικές, όπως ο κρόκος του αβγού, και σε θερμοκρασίες γύρω στους 3-5°C. Άλλος τρόπος είναι η χρήση κορεσμένου διαλύματος διοξειδίου του άνθρακα, που κάνει τα σπερματοζωάρια να αδρανούν, οπότε διατηρείται το σπέρμα σε θερμοκρασία δωματίου για μια βδομάδα. Τέλος, για να διατηρηθεί περισσότερο από ένα χρόνο χρησιμοποιείται ο τρόπος της βαθμιαίας κατάψυξης στη θερμοκρασία του στερεού διοξειδίου του άνθρακα, δηλαδή -73°C, αφού προστεθεί στο σπέρμα το ανάλογο θρεπτικό διάλυμα που θα περιέχει και γλυκερίνη.
Γενικά, πριν χρησιμοποιηθεί το σπέρμα που λαμβάνεται με τεχνητά μέσα, περνά από έλεγχο, όπου εξετάζονται το χρώμα, η κινητικότητα και ο αριθμός των ζωντανών και νεκρών σπερματοζωαρίων καθώς και η αντοχή τους, το pΗ του, που θα πρέπει να είναι γύρω στο 6-8, και αν τυχόν υπάρχουν ξένα σωματίδια. Μόνο όταν ο έλεγχος είναι για όλες τις περιπτώσεις θετικός, χρησιμοποιείται το σπέρμα αυτό για γονιμοποίηση.
Σπλήνας. Το μεγαλύτερο από τα λεμφοκυτταρογόνα όργανα του ανθρώπινου οργανισμού και το σημαντικότερο του αμυντικού μηχανισμού. Ο σπλήνας βρίσκεται στο πάνω μέρος της κοιλιάς, κάτω από το αριστερό ημιδιάφραγμα, μπροστά από το αριστερό νεφρό, πίσω από το θόλο του στομαχιού και πάνω από την αριστερή κολική καμπή, δηλαδή εξωτερικά η θέση του αντιστοιχεί στην 9η, 10η και 11η πλευρά αριστερά. Το βάρος του είναι 150-200 γραμμάρια, το μήκος 12 εκ., το πλάτος 7 εκ. και το πάχος 3-4 εκ., χωρίς ωστόσο οι διαστάσεις του να είναι σταθερές ακόμα και στο ίδιο άτομο. Το σχήμα του μοιάζει με κόκκο καφέ. Η στήριξή του γίνεται με τέσσερις συνδέσμους (φρενοκολικός, γαστροσπληνικός, παγκρεατοσπληνικός και φρενοσπληνικός) από τα όργανα που τον περιβάλλουν, καθώς και από τον τόνο των κοιλιακών μυών. Όσο αφορά την ιστολογική του υφή, ο σπλήνας συνίσταται από α) ορογόνο χιτώνα, β) ινώδη κάψα και ερειστικό δίκτυο, γ) πολφό και δ) αγγεία και νεύρα. Ο ορογόνος χιτώνας προέρχεται από το περιτόναιο και συνδέεται με την ινώδη κάψα που, όπως και τα έλυτρα των αγγείων, συνίσταται από ινώδη συνδετικό ιστό με ελαστικές και μερικές λείες μυϊκές ίνες. Ο πολφός, ο οποίος μαζί με τις απολήξεις γεμίζει των αγγείων τα διάκενα, που σχηματίζουν οι ινώδεις δοκίδες, διακρίνεται σε ερυθρό και λευκό πολφό. Ο λευκός συνίσταται κυρίως από λεμφαδενοειδή ιστό, ενώ ο ερυθρός από τις τελικές απολήξεις των φλεβών που λέγονται φλεβώδεις κόλποι (βλ. λ. πολφός). Η αιμάτωση του σπλήνα γίνεται από τη σπληνική αρτηρία, κλάδο της κοιλιακής αρτηρίας, ενώ η απαγωγή του αίματος γίνεται με τη σπληνική φλέβα που συμβάλλει στο σχηματισμό της πυλαίας φλέβας. Η νεύρωσή του γίνεται από συμπαθητικές και παρασυμπαθητικές ίνες του σπληνικού πλέγματος.
Ο σπλήνας χρησιμεύει στην άμυνα του οργανισμού, γιατί παράγει λεμφοκύτταρα (που τελικά παράγουν τα αντισώματα) και επίσης επειδή διαθέτει κύτταρα μακροφάγα, με φαγοκυτταρικές ιδιότητες. Ακόμα κατά την εμβρυϊκή και αρχική βρεφική ζωή παράγει πρόδρομα κύτταρα του αίματος, ενώ σε μεγαλύτερη ηλικία καταστρέφει τα γερασμένα ερυθρά αιμοσφαίρια. Τέλος, έχει τη δυνατότητα να εφοδιάζει τον οργανισμό με πλεόνασμα αίματος, καθώς δρα ως αιματαποθήκη με την ικανότητα αυξομείωσης του όγκου του.
Η αφαίρεση του σπλήνα λέγεται σπληνεκτομή και όταν είναι απαραίτητη γίνεται χωρίς να προκαλεί επιπλοκές.
Σπονδυλική στήλη. Βασικό και χαρακτηριστικό τμήμα του σκελετού των Σπονδυλόζωων. Σε αυτή στηρίζονται και με αυτή συνδέονται όλα τα άλλα μέρη του σκελετού, δηλαδή το κρανίο, οι πλευρές και τα άκρα. Εμφανίζεται στο έμβρυο με τη μορφή νωτοχορδής παράλληλης με τον άξονα του σώματος. Στα τετράποδα αποτελείται από οστέινους σπονδύλους που είναι τοποθετημένοι στη σειρά έτσι ώστε τα τρήματά τους (οπές) να σχηματίζουν σωλήνα από τον οποίο διέρχεται ο νωτιαίος μυελός.
Η ανθρώπινη σπονδυλική στήλη έχει μήκος περίπου 70 εκατοστά και ποικίλλει λίγο στους ενήλικες. Η διαφορά στο ύψος εξαρτάται κυρίως από το ύψος των κάτω άκρων. Ο αριθμός των σπονδύλων στα παιδιά είναι 33, αν και στους ενήλικες οι 5 από αυτούς ενώνονται για να σχηματίσουν το ιερό οστό και οι κατώτεροι 4 ενώνονται για να σχηματίσουν τον κόκκυγα, έτσι που οι ξεχωριστοί σπόνδυλοι είναι 26. Από αυτούς οι πρώτοι 7 είναι οι αυχενικοί, οι επόμενοι 12 είναι οι θωρακικοί και οι υπόλοιποι 5 οι οσφυϊκοί σπόνδυλοι. Το ιερό οστό έχει 5 σπονδύλους και ο κόκκυγας 4. Αθροιστικά είναι 33.
Μολονότι οι σπόνδυλοι κάθε περιοχής έχουν κάποια ξεχωριστά χαρακτηριστικά, όλοι έχουν ένα γενικό σχήμα. Κάθε σπόνδυλος αποτελείται από το σώμα και το τόξο. Τα σώματα των σπονδύλων υποβαστάζουν το κύριο μέρος του κορμού. Το τόξο παρουσιάζει αποφύσεις, 3 μυϊκές (δύο εγκάρσιες και μία ακανθώδη πίσω) και 4 αρθρικές (δύο άνω και δύο κάτω) που χρησιμεύουν στην άρθρωση με τους διπλανούς σπονδύλους. Ανάμεσα στο σώμα και το τόξο σχηματίζεται το σπονδυλικό τρήμα. Τα τρήματα των σπονδύλων σχηματίζουν το σπονδυλικό σωλήνα από τον οποίο διέρχεται και προφυλάσσεται ο νωτιαίος μυελός. Ανάμεσα στο σώμα και το τόξο κάθε σπονδύλου υπάρχει σε κάθε πλευρά από μια στένωση, ο αυχένας. Ανάμεσα στους αυχένες δύο γειτονικών σπονδύλων σχηματίζεται το μεσοσπονδύλιο τρήμα (ένα σε κάθε πλευρά) από το οποίο εξέρχεται ένα αντίστοιχο νωτιαίο νεύρο. Οι αποφύσεις των σπονδύλων δίνουν πρόσφυση σε ισχυρούς συνδέσμους και μύες, που ενώνουν, υποστηρίζουν και κάμπτουν τη σπονδυλική στήλη. Οι ακανθώδεις αποφύσεις μπορούν να ψηλαφηθούν από πίσω. Οι ακανθώδεις αποφύσεις έχουν μια κλίση προς τα κάτω. Με αυτόν τον τρόπο παρεμποδίζεται η μεγάλη κλίση του σώματος προς τα πίσω.
Μία από αυτές τις αποφύσεις, η έβδομη αυχενική ακανθώδης απόφυση, είναι ιδιαίτερα μεγάλη και σχηματίζει μια ευδιάκριτη οστέινη προεξοχή, όπου ο τράχηλος ενώνεται με τη θωρακική μοίρα. Μεταξύ των σωμάτων των σπονδύλων υπάρχουν οι μεσοσπονδύλιοι δίσκοι που είναι πυκνοί δίσκοι από ινώδη χόνδρο. Αποτελούνται από έναν περιφερικό δακτύλιο, τον ινώδη δακτύλιο, και από έναν εσωτερικό πυρήνα. Σε αυτούς τους 23 μεσοσπονδύλιους δίσκους η άνω μοίρα της σπονδυλικής στήλης οφείλει την ευλυγισία και την απορρόφηση των κραδασμών που δέχεται το σώμα.
Ο πρώτος και ο δεύτερος αυχενικός σπόνδυλος είναι τροποποιημένοι με έναν πολύ ειδικό τρόπο. Ο πρώτος αυχενικός, ο άτλας, δεν έχει σώμα, αλλά έχει έναν ειδικά μεγάλο και ισχυρό δακτύλιο με δύο οπές, πάνω στον οποίο στηρίζεται το κρανίο, επιτρέποντας έτσι τις περιστροφικές κινήσεις του κρανίου. Ο δεύτερος αυχενικός σπόνδυλος, ο άξονας, έχει έναν οδόντα πάνω στο σώμα του που εισέρχεται στην πρόσθια οπή του άτλαντα, επιτρέποντας έτσι την περιστροφή της κεφαλής από το ένα πλευρό στο άλλο.
Ένα σημαντικό στοιχείο της σπονδυλικής στήλης, που είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο στους ανθρώπους, είναι η παρουσία τεσσάρων κυρτώσεων. Έτσι, η αυχενική μοίρα έχει την κυρτή της επιφάνεια μπροστά, η θωρακική μοίρα έχει το κυρτό της προς τα πίσω, η οσφυϊκή μοίρα έχει το κυρτό της τμήμα πρόσθια και η ιερή μοίρα έχει το κυρτό της τμήμα πίσω. Η λογική της οπίσθιας κυρτότητας της θωρακικής και ιερής μοίρας είναι να αυξηθεί το μέγεθος της θωρακικής και πυελικής κοιλότητας, ενώ οι αντιρροπιστικές κυρτότητες του τραχήλου και της οσφύος εξυπηρετούν τη διατήρηση του γενικού άξονα της σπονδυλικής στήλης σε μία κατακόρυφη γραμμή. Επίσης, αυτές οι κυρτότητες έχουν και μια δράση σαν αμορτισέρ για την καλύτερη απορρόφηση των κραδασμών που δέχεται το σώμα αλλά και για τη μεγαλύτερη σταθερότητά της.
Συνήθως υπάρχει μια ελαφρά κυρτότητα προς τη μια πλευρά της θωρακικής μοίρας λόγω της μεγαλύτερης ανάπτυξης και χρήσης του ενός άνω άκρου.
Ο νευρικός σωλήνας περιέχει το νωτιαίο μυελό και είναι ευρύτερος στον τράχηλο, μικρότερος και σχεδόν στρογγυλός στη θωρακική μοίρα και πάλι ευρύς στην οσφυϊκή περιοχή. Τα νεύρα που εξέρχονται από το νωτιαίο μυελό, εξέρχονται από το νωτιαίο σωλήνα από τα πλάγια, από στόμια που σχηματίζουν τα σπονδυλικά τόξα μεταξύ ενός άνω και ενός κάτω τόξου. Το μεσοσπονδύλιο αυτό στόμιο ή τρήμα είναι τόσο ευρύ, σε σύγκριση με τα νεύρα που εξέρχονται, ώστε δεν υπάρχει περίπτωση να πιεστούν τα νεύρα που εξέρχονται μέσω αυτών, εκτός από πολύ σοβαρές κακώσεις, όπου μετατίθεται η στήλη ή υπόκειται σε κάταγμα.
Παθήσεις και κακώσεις της σπονδυλικής στήλης.
α) Σκολίωση. Κατάσταση κατά την οποία η σπονδυλική στήλη γέρνει προς τη μία πλευρά. Βλ. και λ. σκολίωση.
β) Κύφωση. Η προς τα πίσω κύρτωση της σπονδυλικής στήλης. Βλ. και λ. κύφωση.
γ) Εκφύλιση του μεσοσπονδύλιου δίσκου. Πρόκειται για φυσιολογική συνέπεια της γήρανσης. Ο δίσκος χάνει την ελαστικότητά του και καθίσταται ανίκανος να αντέξει πίεση. Ρήξη (πρόπτωση) του δίσκου μπορεί να συμβεί μετά από σωματικό στρες. Ο δίσκος που συνηθέστερα προπίπτει είναι ο δίσκος μεταξύ 4ου και 5ου οσφυϊκού σπονδύλου.
Συνήθως ο πηκτοειδής πυρήνας ωθείται προς τα πίσω πιέζοντας τον ινώδη δακτύλιο να πιέσει τα νεύρα, καθώς αυτά εξέρχονται από το σπονδυλικό σωλήνα. Ο πόνος είναι αισθητός στη μέση και στην κατανομή του συμπιεζόμενου νεύρου. Εάν ο δίσκος προπίπτει πρόσθια μέσα στο κέντρο του σπονδυλικού σωλήνα, μπορεί να συμπιεστεί η ιππουρίδα.
δ) Αγκυλωτική σπονδυλίτιδα. Ρευματική πάθηση των νέων, κυρίως, αντρών. Είναι μια οικογενής κατάσταση που αρχίζει με οσφυϊκό πόνο και δυσκαμψία που προοδευτικά προσβάλλει ολόκληρη τη σπονδυλική στήλη. Οι δίσκοι και οι σύνδεσμοι αντικαθίστανται από ινώδη ιστό που κάνει τη στήλη άκαμπτη.
ε) Σπονδύλωση. Όρος που καλύπτει την εκφύλιση του δίσκου και την εκφύλιση των αρθρώσεων της πλάτης. Συνήθως εμπλέκεται η οστεοαρθρίτιδα. Ο πόνος είναι συχνά αισθητός στον τράχηλο και στην οσφυϊκή περιοχή και σε αυτές τις περιοχές οι αρθρώσεις γίνονται ασταθείς. Αυτή η κατάσταση μπορεί να πιέζει τα εξερχόμενα νεύρα και ο πόνος στην οσφυϊκή περιοχή να γίνεται αισθητός γενικά στην περιοχή κατανομής του ισχιακού νεύρου, δηλαδή χαμηλά στην οσφύ και στα κάτω άκρα. Στον τράχηλο ο πόνος γίνεται αισθητός χαμηλά στο άνω άκρο.
στ) Σπονδυλολίσθηση. Η ολίσθηση της στήλης πρόσθια. Συμβαίνει σχεδόν πάντα στην κατώτερη οσφυϊκή περιοχή και μπορεί να είναι οικογενής ή να οφείλεται σε εκφύλιση των αρθρώσεων. Μπορεί να υπάρχει πίεση της ιππουρίδας. Το σύνηθες παράπονο είναι πόνος μετά από εξάσκηση.
ζ) Σπονδυλική στένωση. Οφείλεται σε στένωση του σπονδυλικού σωλήνα που σημαίνει ότι συμπιέζονται τα νεύρα. Προκαλείται αιμωδία (μούδιασμα) με παραισθησίες στα κάτω άκρα. Η αξονική τομογραφία και η μαγνητική αξονική τομογραφία μπορεί να δείξουν το βαθμό της συμπίεσης του μυελού.
η) Κακώσεις της τραχηλικής μοίρας. Συνήθως οφείλονται σε τροχαία ατυχήματα, όπου η κεφαλή και ο τράχηλος μετακινούνται ταχέως πρόσθια και μετά οπίσθια. Αυτό προκαλεί πόνο και δυσκαμψία στον τράχηλο· στο άνω άκρο και στον ώμο μπορεί να υπάρχουν αιμωδίες.



Στομάχι. Το πιο διευρυμένο τμήμα του γαστρεντερικού σωλήνα, που βρίσκεται στο άνω αριστερό τμήμα της κοιλιάς και διαχωρίζεται από τον αριστερό πνεύμονα και την καρδιά με το διάφραγμα. Το στομάχι διαιρείται σε δύο διαιρετές δομές, το κυρίως στομάχι και το πυλωρικό στομάχι. Στο κυρίως στομάχι το επάνω μέρος λέγεται θόλος και εκεί συγκεντρώνονται τα αέρια και το υπόλοιπο είναι το σώμα του στομαχιού. Το πυλωρικό στομάχι κάμπτεται και αποτελείται από το πυλωρικό άντρο και τον πυλωρικό σωλήνα που επικοινωνεί με το δωδεκαδάχτυλο μέσω του πυλωρού (πυλωρικό στόμιο). Με τον οισοφάγο το στομάχι επικοινωνεί μέσω του οισοφαγικού ή καρδιακού στομίου, το οποίο είναι κλειστό και εμποδίζει την παλινδρόμηση της τροφής προς τον οισοφάγο, ενώ χαλαρώνει και ανοίγει αντανακλαστικά όταν εισέρχεται τροφή στον οισοφάγο.
Το τοίχωμα του στομαχιού αποτελείται από τέσσερις χιτώνες, τον ορογόνο, το μυϊκό, τον υποβλεννογόνιο και το βλεννογόνο προς τα μέσα. Ο μυϊκός χιτώνας έχει τρεις στιβάδες λείων μυϊκών ινών, ο υποβλεννογόνιος έχει αγγεία και νεύρα.
Οι διαφορετικές λειτουργίες του σώματος και του άντρου του στομάχου οφείλονται στη διαφορετική δομή του βλεννογόνου τους. Ο βλεννογόνος του σώματος αποτελείται από οξύφυλους σωληνοειδείς αδένες που καταλήγουν σε μικρό βοθρίο στο βλεννογόνο. Τα κύτταρα, που επενδύουν αυτά τα βοθρία και τους τραχήλους των αδένων, είναι κυλινδρικά και παράγουν βλέννα, που καλύπτει την επιφάνεια του βλεννογόνου με ένα προστατευτικό στρώμα. Βαθύτερα μέσα στους αδένες βρίσκονται τα τοιχωματικά κύτταρα, που εκκρίνουν υδροχλωρικό οξύ και τον ενδογενή παράγοντα (απαραίτητο για την απορρόφηση της βιταμίνης Β12 στον ειλεό), και επίσης υπάρχουν κύτταρα που εκκρίνουν πεψινογόνο που μετατρέπεται σε πεψίνη από το υδροχλωρικό οξύ. Η πεψίνη είναι ένα πεπτικό ένζυμο που διασπά τις πρωτεΐνες σε μικρότερα πεπτίδια, ενώ η βλέννα προστατεύει τα τοιχώματα του στομαχιού από μηχανικές επιδράσεις των τροφών και τη χημική δράση του υδροχλωρικού οξέος.
Το στομάχι νευρώνεται από νευρικά πλέγματα με παρασυμπαθητικές και συμπαθητικές ίνες. Τα πνευμονογαστρικά νεύρα, που είναι σημαντικά συστατικά του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος, συνδέονται με τα νεύρα που νευρώνουν τα εκκριτικά κύτταρα, όπως επίσης και με τους μύες του γαστρικού τοιχώματος. Η χειρουργική εκτομή των πνευμονογαστρικών νεύρων (βαγοτομή) ελαττώνει την ικανότητα του στομάχου να εκκρίνει γαστρικό υγρό και επίσης παρεμβάλλεται και επηρεάζει τη γαστρική κινητικότητα.
Ο βλεννογόνος του πυλωρικού άντρου διαφέρει από αυτόν του σώματος, διότι οι πυλωρικοί αδένες εκκρίνουν βλέννα και λίγο διττανθρακικό νάτριο. Βαθύτερα στους αδένες βρίσκονται λειτουργικά σημαντικά ενδοκρινολογικά κύτταρα, τα πιο πολλά από τα οποία είναι τα C κύτταρα που εκκρίνουν την ορμόνη γαστρίνη, μέσα στην αιματική κυκλοφορία. Η κύρια λειτουργία της είναι η διέγερση των τοιχωματικών κυττάρων που εκκρίνουν υδροχλωρικό οξύ. Τα άλλα σημαντικά ενδοκρινολογικά κύτταρα του πυλωρικού άντρου είναι τα D κύτταρα, που εκκρίνουν τη σωματοστατίνη, ένα σημαντικό παράγοντα στην παλίνδρομη ρύθμιση της γαστρικής έκκρισης.
Το γαστρικό υγρό αποτελείται από όλα τα εκκρίματα του στομαχιού. Είναι πολύ όξινο (pΗ 0,8-3) λόγω του υδροχλωρικού οξέος και αποστειρώνει την καταπόμενη τροφή και το σίελο σκοτώνοντας τα μικρόβια. Ασθενείς με φτωχή γαστρική έκκριση οξέος υποφέρουν από ανάπτυξη στο στομάχι και στο έντερο, όπως επίσης είναι επιρρεπείς σε λοιμώξεις από εντερικά παθογόνα μικρόβια, όπως από σαλμονέλα και σιγγέλα. Αυτά τα μικρόβια μπορεί να προκαλέσουν χημικές αντιδράσεις που παράγουν αζωτούχα σύμπλοκα που είναι ισχυρά καρκινογόνα.
Οι περισταλτικές κινήσεις του στομαχιού ελέγχονται από νευρικά αντανακλαστικά που προκαλεί η διάταση του στομαχιού από την τροφή, από τη νεύρωση του στομαχιού και από τις ορμόνες γαστρίνη, χολοκυστοκινίνη και εκκριματίνη. Η τροφή αναμειγνύεται με το γαστρικό υγρό και υγροποιείται. Η πεψίνη διασπά τις πρωτεΐνες σε μικρότερα πεπτίδια ενώ το υδροχλωρικό οξύ υδρολύει σε μικρό βαθμό τη σακχαρόζη.
Το γαστρικό υγρό επίσης προκαλεί την απορρόφηση μικροσκοπικών θρεπτικών ουσιών. Οι πιο σημαντικές είναι η βιταμίνη Β12, που μπορεί να απορροφηθεί μόνο σε παρουσία του ενδογενούς παράγοντα, που εκκρίνεται από το στομάχι. Επίσης, το γαστρικό υγρό βοηθάει την απορρόφηση αλάτων, ειδικά σιδήρου και ασβεστίου. Κακή απορρόφηση και των δύο συμβαίνει, για παράδειγμα, μετά από γαστρεκτομή και καταλήγει σε αναιμία και παθήσεις των οστών, όπως οστεομαλάκυνση.
Όταν υπάρχει υπερέκκριση γαστρίνης, το γεγονός οδηγεί σε υπερέκκριση γαστρικού υγρού, προκαλώντας έλκη στο δωδεκαδάκτυλο, σοβαρή οισοφαγίτιδα και περιστασιακά διάρροια και στεατόρροια. Το στομάχι ελέγχει το σωματικό βάρος προσαρμόζοντας την όρεξη του ατόμου, μολονότι υπάρχει κάποιος πολύπλοκος έλεγχος. Η διακοπή όλων αυτών των λειτουργιών του στομαχιού συμβαίνει μετά από γαστρεκτομή.
Σύνδρομο Ντάουν. Γενικευμένη διαταραχή του οργανισμού κατά την οποία το πάσχον άτομο έχει ένα επιπλέον χρωματόσωμα (47 αντί 46), χαρακτηριστική επιπεδωμένη εμφάνιση του προσώπου με σχισμοειδείς οφθαλμούς, μεγάλη γλώσσα, μικρό στρογγυλό κρανίο, μικρά άκρα και εξογκωμένα ζυγωματικά, γι’ αυτό λέγεται και μογγολική ιδιωτία ή μογγολισμός. Πολλά άτομα με αυτό το σύνδρομο έχουν μια ποικίλου βαθμού διανοητική καθυστέρηση. Το αποτύπωμα της παλάμης είναι χαρακτηριστικό και εμφανίζουν επίσης καρδιοπάθειες, ανωμαλίες των εντέρων, κώφωση και στραβισμό. Η πάθηση πήρε το όνομά της από το Λονδρέζο ιατρό L. H. Down που περιέγραψε πρώτος την πάθηση το 1866.
Η συχνότητα εμφάνισής της είναι περίπου 1/600 γεννήσεις, αλλά τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά πεθαίνουν στη νεογνική ηλικία, εξαιτίας της ύπαρξης σοβαρών καρδιοπαθειών και στην ελαττωμένη αντίστασή τους στις λοιμώξεις.
Το σύνδρομο είναι συχνότερο όταν η μητέρα είναι μεγάλης ηλικίας. Ο κίνδυνος να γεννήσει μια γυναίκα άνω των 45 ετών ένα παιδί με σύνδρομο Ντάουν είναι 1/60, ενώ ο κίνδυνος αυτός για μια γυναίκα κάτω των 30 είναι 1/1.000. Το 40% των παιδιών με σύνδρομο Ντάουν γεννιούνται από μητέρες ηλικίας πάνω από 40 ετών, 30% από μητέρες ηλικίας 35-40 ετών. Για τις μητέρες που γέννησαν ένα παιδί με σύνδρομο Ντάουν, όταν ήταν νεότερες, η πιθανότητα να ξαναγεννήσουν ένα τέτοιο παιδί είναι αυξημένη. Μια νέα γυναίκα που γέννησε παιδί με σύνδρομο Ντάουν πρέπει, αν θέλει να τεκνοποιήσει ξανά, να συζητήσει με το γυναικολόγο της για πιθανότητα γέννησης και άλλου παιδιού με το ίδιο σύνδρομο. Εάν μείνει έγκυος, η αμνιοπαρακέντηση πρέπει να γίνεται, ιδιαίτερα σε γυναίκες άνω των 35 ετών. Άλλες διαγνωστικές μέθοδοι είναι το υπερηχογράφημα και η βιοψία τροφοβλάστης στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και το τριπλό τεστ.
Στο 95% των περιπτώσεων η αιτία είναι ένα επιπλέον χρωμόσωμα. Πρόκειται για αριθμητική μετάλλαξη (τρισωμία), κατά την οποία ένα χρωμόσωμα υπάρχει τρεις, αντί για δύο, φορές. Οφείλεται σε ανώμαλο αποχωρισμό των ομόλογων χρωμοσωμάτων κατά το σχηματισμό των γαμετών. Στο σύνδρομο Ντάουν το 21ο χρωμόσωμα υπάρχει τρεις, αντί για δύο, φορές, γι’ αυτό και η πάθηση λέγεται επίσης και τρισωμία του 21ου χρωμοσώματος.
Ο βαθμός της διανοητικής καθυστέρησης ποικίλλει. Πάνω από το 1/3 των παιδιών με σοβαρή διανοητική καθυστέρηση έχουν σύνδρομο Ντάουν. Έχει υπολογιστεί ότι ένα 6% των παιδιών αυτών μπορεί να αποφοιτήσουν από ειδικά σχολεία και να έχουν κάποια βελτίωση. Ενδεχομένως αποκτούν την ικανότητα κάποιου βαθμού ομιλίας και περίπου 5% από αυτά μαθαίνουν να διαβάζουν. Πρακτικά ποτέ δε μαθαίνουν να γράφουν. Τα περισσότερα μαθαίνουν να πλένονται, να ντύνονται, να τρέφονται μόνα τους και πολλά να κάνουν απλές εργασίες.
Σώμα, ανθρώπινο. Το σύνολο των κυττάρων, ιστών, οργάνων και οργανικών συστημάτων που απαρτίζουν τον ανθρώπινο οργανισμό. Η διάπλαση του ανθρώπινου σώματος αρχίζει μέσα στη μήτρα της εγκύου γυναίκας, όπου από την ένωση ενός σπερματοζωαρίου με ένα ωάριο προκύπτει το αρχέγονο κύτταρο του νέου οργανισμού, ο ζυγώτης.
Το κάθε κύτταρο του σώματος του ανθρώπου έχει 46 χρωματοσώματα. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν τα γεννητικά κύτταρα, σπερματοζωάριο και ωάριο, που σε μια φάση της ωρίμανσής τους υφίστανται μείωση, δηλαδή ο αριθμός των χρωματοσωμάτων τους υποδιπλασιάζεται σε 23. Έτσι, με τη γονιμοποίηση διατηρείται σταθερός ο αριθμός των χρωματοσωμάτων, αφού το νέο κύτταρο, ο ζυγώτης, έχει και αυτό 46 χρωματοσώματα (23+23) και όχι 92,184 κ.ο.κ., ενδεχόμενο που θα συνέβαινε, αν δε μεσολαβούσε η μείωση. Αμέσως μετά τη γονιμοποίηση αρχίζει ο σχηματισμός του εμβρύου (βλ. λ. εμβρυολογία), ο οποίος ολοκληρώνεται κατά τη διάρκεια της κύησης.
Στην πορεία της κύησης, της ανάπτυξης δηλαδή του εμβρύου, ομάδες κυττάρων διαφοροποιούνται και αποτελούν την καταβολή των ιστών του ανθρώπινου σώματος. Στη συνέχεια με σχετικές διεργασίες αρχίζει η καταβολή και ο σχηματισμός των οργάνων ως το σχηματισμό του τέλειου οργανισμού, στον ένατο μήνα της κύησης.
Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από τέσσερα είδη ιστών: τον ερειστικό, τον επιθηλιακό, το μυϊκό και το νευρικό. Ο επιθηλιακός ιστός είναι διαφοροποιημένος σε δύο μορφές: τον καλυπτήριο και τον αδενικό. Το καλυπτήριο επιθήλιο καλύπτει όλη την εξωτερική επιφάνεια του σώματος, την εσωτερική επιφάνεια διάφορων κοιλοτήτων, την εξωτερική επιφάνεια διάφορων οργάνων, τους αυλούς των κοίλων οργάνων και των εκφορητικών πόρων των αδένων. Το αδενικό επιθήλιο σχηματίζει το παρέγχυμα των διάφορων αδένων, δηλαδή τις αδενοκυψέλες, όπου παράγεται το αδενικό έκκριμα.
Ο ερειστικός ιστός συναντιέται με τη μορφή του συνδετικού, του χονδρικού και του οστίτη ιστού. Ο συνδετικός ιστός χαρακτηρίζεται βασικά από στηρικτική ικανότητα. Παρεμβάλλεται μεταξύ οργάνων τα οποία στηρίζει, ενώ ακόμα συμβάλλει σημαντικά στο σχηματισμό του στηρικτικού τους υποστρώματος. Επίσης συναντιέται σε συνδέσμους, τένοντες, απονευρώσεις, περιτονίες κ.ά. Ο χονδρικός ιστός στο ενήλικο άτομο βρίσκεται στις αρθρικές επιφάνειες των οστών, στα όργανα της αναπνευστικής οδού (μύτη, λάρυγγα, τραχεία, βρόγχους), στο πτερύγιο του αφτιού κ.α. Αξίζει να σημειωθεί ότι αρχικά ο σκελετός των εμβρύων είναι χόνδρινος. Ο οστίτης ιστός με τη μορφή των διάφορων οστών του σκελετού (βλ. λλ. οστά, σκελετός ανθρώπινος) δίνει στο σώμα την εξωτερική του μορφολογία και ακόμα σχηματίζει διάφορες κοιλότητες, όπου βρίσκονται ευαίσθητα όργανα. Το αίμα αποτελεί ειδική μορφή του ερειστικού ιστού και εκτελεί πολύ βασικές λειτουργίες για τον οργανισμό.
Ο μυϊκός ιστός αποτελείται από γραμμωτούς και λείους μύες και τον καρδιακό μυ. Οι γραμμωτοί μύες είναι οι μύες του σκελετού και αποτελούν τα όργανα κίνησης του σώματος. Ο καρδιακός μυς εκτελεί τη λειτουργία της κυκλοφορίας του αίματος.
Τέλος, ο νευρικός ιστός εκτελεί διπλή λειτουργία: από τη μια έχει την ικανότητα να μεταβιβάζει τις διεγέρσεις και από την άλλη να αντιδρά στα διάφορα ερεθίσματα. Από νευρικό ιστό αποτελούνται ο εγκέφαλος, ο νωτιαίος μυελός και τα νεύρα.
Κύτταρα από όλους τους ιστούς συνεργάζονται και σχηματίζουν τα όργανα του ανθρώπινου σώματος, από τα οποία το καθένα επιτελεί μια πιο ειδική λειτουργία. Πολλά όργανα συνεργάζονται και σχηματίζουν τα οργανικά συστήματα που επιτελούν το καθένα μια πιο σύνθετη λειτουργία. Τα οργανικά συστήματα του ανθρώπινου σώματος είναι: το νευρικό, το ερειστικό, το μυϊκό, το πεπτικό, το κυκλοφορικό, το αναπνευστικό, το ουροποιητικό, το γεννητικό, το σύστημα των αισθητήριων οργάνων και των ενδοκρινών αδένων (βλ. λ. ορμόνες).
Το ανθρώπινο σώμα διακρίνεται σε τρία μέρη: το κεφάλι, τον κορμό και τα άκρα. Το κεφάλι απαρτίζεται από το κρανίο, δηλαδή τον οστέινο σκελετό, και μαλακά μόρια (μύες, όργανα κ.ά.). Το κρανίο περιέχει τον εγκέφαλο, βασικό όργανο της ζωής, στο οποίο επιτελούνται οι ανώτερες λειτουργίες της σκέψης, της συνείδησης κ.ά. Στο κεφάλι βρίσκονται ακόμα τα τελικά όργανα τεσσάρων αισθήσεων, δηλαδή τα μάτια (όραση), τα αφτιά (ακοή), η μύτη (όσφρηση) και η γλώσσα (γεύση). Από το κεφάλι αρχίζουν η πεπτική και αναπνευστική οδός (από τη στοματική σχισμή και τη μύτη αντίστοιχα).
Ο κορμός χαρακτηρίζεται βασικά από την ύπαρξη δύο κοιλοτήτων, της θωρακικής και της περιτοναϊκής. Μέσα στο θωρακικό κλωβό, που σχηματίζεται από το στέρνο, τις πλευρές και τη σπονδυλική στήλη, βρίσκονται τα βασικά όργανα της αναπνοής (οι πνεύμονες) και της κυκλοφορίας (η καρδιά). Τη θωρακική κοιλότητα διασχίζει ο οισοφάγος. Η περιτοναϊκή κοιλότητα φιλοξενεί το μεγαλύτερο μέρος της πεπτικής οδού (στομάχι, λεπτό και παχύ έντερο) και διάφορα όργανα γενικότερης σημασίας για τον οργανισμό, όπως το συκώτι και ο σπλήνας. Μεταξύ των δύο κοιλοτήτων παρεμβάλλεται το διάφραγμα, ο βασικότερος αναπνευστικός μυς.
Τα δύο άνω άκρα χρησιμεύουν για την εκτέλεση κατάλληλων κινήσεων και χειρισμών. Το κάθε άκρο αποτελείται από το βραχίονα, το αντιβράχιο ή πήχη και το άκρο χέρι. Τα κάτω άκρα είναι τα όργανα στήριξης του σώματος. Αποτελούνται από το μηρό, την κνήμη και το άκρο πόδι. Ο ανθρώπινος σκελετός είναι διαμορφωμένος κατάλληλα για την όρθια στάση.
Ολόκληρη η εξωτερική επιφάνεια του σώματος καλύπτεται από το δέρμα, που χρησιμεύει στην προάσπιση των υποκείμενων ιστών του σώματος. Επιπλέον, το δέρμα είναι το αισθητήριο όργανο της αφής, του πόνου και της θερμοκρασίας, το όργανο της άδηλης αναπνοής κ.ά. Τέλος, το δέρμα περιέχει διάφορα πολύτιμα όργανα, όπως είναι οι ιδρωτοποιοί και οι σμηγματογόνοι αδένες, οι μαστοί, οι τρίχες και τα νύχια.
Τεχνητή αναπνοή. Ενεργητική μορφή αναπνοής που εφαρμόζεται σε καταστάσεις, που προκαλούν σταμάτημα της αναπνοής του ανθρώπου. Η τεχνητή αναπνοή αποτελεί την πρώτη βοήθεια προς τον άρρωστο που κινδυνεύει να πεθάνει από έλλειψη οξυγόνου.
Σταμάτημα της αναπνοής προκαλούν η ασφυξία, η ηλεκτροπληξία, ο πνιγμός, η δηλητηρίαση από υπνωτικά, ναρκωτικά, μονοξείδιο του άνθρακα, η σοβαρή εγκεφαλική διάσειση, η βλάβη του εγκεφάλου, το κάταγμα του αυχένα κ.ά.
Από τα πολλά είδη τεχνητής αναπνοής που υπάρχουν, δύο είναι τα επικρατέστερα:
1. Μέθοδος κατά Holgen-Nielsen, που συνίσταται στην τοποθέτηση του αρρώστου μπρούμυτα, με τα χέρια μπροστά από το κεφάλι (το οποίο είναι πλάγια ακουμπισμένο πάνω τους). Αυτός που κάνει την τεχνητή αναπνοή γονατίζει μπροστά στο κεφάλι του αρρώστου και τοποθετεί ανοιχτές τις παλάμες του στις βάσεις των δύο ωμοπλατών του αρρώστου. Από τη θέση αυτή πιέζει πολύ δυνατά τις ωμοπλάτες επί 2-3 δευτερόλεπτα και έπειτα σηκώνει τους βραχίονες του αρρώστου λίγο πάνω από το έδαφος. Ο χειρισμός αυτός πρέπει να γίνεται με ρυθμό 12-16 επαναλήψεις στο λεπτό. Με τη μέθοδο αυτή εξασφαλίζεται η μη απόφραξη της άνω αεροφόρου οδού με γύρισμα της γλώσσας προς τα πίσω.
2. Μέθοδος στόμα με στόμα ή το φιλί της ζωής. Είναι η καλύτερη και ασφαλέστερη. Ο εκτελεστής της τεχνητής αναπνοής, αφού εισπνεύσει βαθιά, φυσάει τον αέρα κατευθείαν στο στόμα του αρρώστου, με δύναμη. Στη συνέχεια απομακρύνει το στόμα του και αφήνει να εκπνεύσει ο άρρωστος. Η εκπνοή γίνεται αυτόματα, λόγω της ελαστικότητας των πνευμόνων. Ο χειρισμός αυτός πρέπει να επαναλαμβάνεται 12-16 φορές το λεπτό. Χρειάζεται προσοχή, ώστε το στόμα του εκτελεστή να εφαρμόζει απόλυτα πάνω στο στόμα του αρρώστου και συγχρόνως να κρατιέται κλειστή με τα δάχτυλα η μύτη του αρρώστου, ώστε να μη χάνεται αέρας κατά το φύσημα του εκτελεστή.
Η άποψη ότι ο αέρας που εισπνέει ο άρρωστος δεν περιέχει αρκετό οξυγόνο, δεν είναι σωστή, γιατί, όπως εκπνέεται ο αέρας, αναμειγνύεται με τον αέρα που υπάρχει στους σωλήνες της αναπνευστικής οδού (λάρυγγας, τραχεία, βρόγχοι, βρογχιόλια) και έχει έτσι αρκετό οξυγόνο. Επίσης η περιεκτικότητά του σε διοξείδιο του άνθρακα διεγείρει τα κέντρα της αναπνοής και τα κάνει να λειτουργήσουν.
Η τεχνητή αναπνοή πρέπει να συνεχίζεται ως την αποκατάσταση της αναπνευστικής λειτουργίας του αναίσθητου. Αν αυτό αποδειχτεί αδύνατο, τότε η τεχνητή αναπνοή θα πρέπει να αντικατασταθεί από τη μηχανική μόνιμη αναπνοή που εκτελείται με διάφορα αναπνευστικά μηχανήματα διάφορων τύπων.
Τοκετός. Η διαδικασία εξώθησης και εξόδου του εμβρύου από το μητρικό οργανισμό στον έξω κόσμο. Ο τοκετός επιτελείται σε τρία στάδια. Το στάδιο της διαστολής, της εξώθησης και της υστεροτοκίας. Η έναρξη του τοκετού γίνεται με την εμφάνιση των συστολών της μήτρας.
Το 1ο στάδιο διαρκεί 10-20 ώρες για τις πρωτότοκες γυναίκες και 4-9 ώρες για τις πολύτοκες. Αρχίζει με τη διαστολή του εσωτερικού στομίου του τραχήλου της μήτρας, της κοιλότητας και του εξωτερικού στομίου και στο τέλος, με την πλήρη διαστολή, επέρχεται η ρήξη του θυλακίου και η έξοδος του αμνιακού υγρού.
Το 2ο στάδιο διαρκεί 1-2 ώρες στις πρωτότοκες μητέρες και μισή ώρα στις πολύτοκες. Σε αυτό οι πόνοι (ωδίνες) είναι πιο συχνοί και το έμβρυο, αφού διαγράψει μια κοχλιοειδή πορεία, βγαίνει από τον πυελογεννητικό σωλήνα στον έξω κόσμο.
Το 3ο στάδιο (της υστεροτοκίας). Ύστερα από ηρεμία 10-15 λεπτών αρχίζουν νέοι πόνοι και ο πλακούντας ξεκολλά από τη μήτρα και βγαίνει μαζί με τους υμένες του εμβρύου. Το στάδιο αυτό διαρκεί συνήθως 10-20 λεπτά.
Πρώιμος τοκετός. Είναι ο τοκετός που γίνεται από τον 6ο ως τον 7ο μήνα.
Πρόωρος τοκετός. Είναι ο τοκετός που γίνεται από τον 7ο μήνα μέχρι και 10-20 μέρες πριν από τον αναμενόμενο τοκετό.
Οξύς τοκετός. Είναι η γρήγορη έξοδος του εμβρύου που συμβαίνει συνήθως σε πολύτοκες μητέρες και συνοδεύεται από ισχυρούς πόνους. Ο οξύς τοκετός περικλείει κινδύνους τόσο για τη μητέρα όσο και για το έμβρυο.
Όταν το έμβρυο είναι τοποθετημένο με το κεφάλι προς τα κάτω στην είσοδο της πυέλου της μητέρας και προβάλλει με την κορυφή του ινιακού οστού μιλάμε για «ινιακή προβολή» και για φυσιολογικό τοκετό που είναι ο συνηθέστερος. Όταν το έμβρυο προβάλλει με τα ισχία μιλάμε για «ισχιακή προβολή» (4% των περιπτώσεων), ενώ σε πολύ λίγες περιπτώσεις το έμβρυο προβάλλει με τον ώμο. Σε αυτές τις περιπτώσεις μιλάμε για δυστοκία και πρέπει να επέμβει ο γιατρός με μετασχηματισμό ή καισαρική τομή. Οι τελευταίες περιπτώσεις εμφανίζονται πιο συχνά σε πρόωρο τοκετό.
Τραυλισμός. Μορφή διαταραχής του έναρθρου λόγου, που εκδηλώνεται με την αδυναμία του πάσχοντος ατόμου να αποδώσει (με κανονική προφορά και ολόκληρα) διάφορα σύμφωνα στις λέξεις που αρθρώνει και τα υποκαθιστά με άλλα ευκολότερα προφερόμενα. Το άτομο γνωρίζει τι θέλει να πει, αλλά χάνει προσωρινά την ικανότητα να εκτελέσει λεκτικά τη σχηματισθείσα ομιλία. Ο τραυλισμός χαρακτηρίζεται είτε από μια σιγή είτε από μια ακούσια, αισθητή στους συνομιλητές του επανάληψη ενός ήχου, συλλαβής ή λέξης. Μερικές φορές συνοδεύεται από μια επικουρική συμπεριφορά ή στραγγαλισμό των διαδικασιών της ομιλίας. Συνήθως υπάρχουν ενδείξεις ή αναφέρεται μία συνοδός συγκινησιακή κατάσταση, που περιλαμβάνει διέγερση, ένταση, φόβο ή αμηχανία. Ο ιδιοπαθής τραυλισμός αρχίζει κατά την έναρξη της ομιλίας, μεταξύ 2-5 ετών της ηλικίας. Ο επίκτητος τραυλισμός, που εμφανίζεται αργότερα στη ζωή και οφείλεται σε εγκεφαλική βλάβη, είναι σπάνιος. Η συχνότητά του είναι 0,9% περίπου. Περίπου 70% των τραυλών παιδιών θεραπεύονται με ελάχιστη ή καθόλου θεραπεία. Οι τραυλοί, μάλιστα, δε δείχνουν διαφορές στην προσωπικότητα από τους μη τραυλούς. Υπάρχουν, όμως, κάποιες ενδείξεις ότι τουλάχιστον μερικοί τραυλοί παρουσιάζουν κάποιες ελάχιστες διαφορές από τους μη τραυλούς στην εγκεφαλική διαδικασία του λεκτικού υλικού.
Υπάρχει γενετική προδιάθεση στον τραυλισμό. Ο κίνδυνος τραυλισμού στους συγγενείς πρώτου βαθμού των τραυλών είναι περισσότερο από τρεις φορές απ’ ό,τι στον υπόλοιπο πληθυσμό. Στο 67% των μονοωογενών διδύμων είτε τραυλίζουν και οι δύο είτε όχι. Μόνο στο 33% των μη μονοωογενών διδύμων συμβαίνει σύγχρονος τραυλισμός. Καθώς υπάρχουν μονοωογενή δίδυμα που διαφέρουν στον τραυλισμό, πρέπει να υπάρχουν περιβαλλοντικοί παράγοντες που προκαλούν αυτή την κατάσταση.
Ο τραυλισμός εντείνεται σε συγκινησιακές καταστάσεις, ενώ υπάρχει ένας σχετικά μεγάλος αριθμός τραυλών σε κοινωνίες που είναι πολύ ανταγωνιστικές, όπου η κοινωνική θέση και η προσωπική επίδειξη ισχύος εκτιμούνται πάρα πολύ.
Έχουν προταθεί διάφορες θεραπείες, που προκαλούν ουσιαστικό όφελος, αλλά η βασική τους αρχή είναι η ίδια. Απαιτείται μία μακρά χρονική περίοδος στην εξάσκηση των τραυλών για να μιλήσουν με ένα διαφορετικό τρόπο (τεχνικές σχηματισμού λέξεων-προτάσεων-ομιλίας). Μπορεί να περιλαμβάνονται τεχνικές, όπως επιβράδυνση της ομιλίας, ήπια έναρξη της ομιλίας, συνεχής ροή της ομιλίας με παρέμβαση από το θεραπευτή κτλ. Όταν έχει επιτευχθεί ο σκοπός της θεραπείας στην κλινική, σχεδιάζεται μία σειρά από συναντήσεις έξω από την κλινική, όπου επαναλαμβάνονται συνεχώς οι ίδιες τεχνικές. Προοδευτικά, με τη βελτίωση της ομιλίας, αυτές οι ασκήσεις ομιλίας γίνονται ολοένα και ευκολότερες και απαιτούν λιγότερη προσπάθεια. Η θεραπεία, επίσης, περιλαμβάνει την τοποθέτηση του τραυλού σε εργασίες όπου απαιτείται υψηλός βαθμός λεκτικής επικοινωνίας, αλλά φυσικά όχι σε πραγματικές περιστάσεις αλλά εικονικές. Έτσι, ο τραυλός ωθείται να φέρει σε πέρας την εργασία που αναλαμβάνει και ωφελείται ως προς την ομιλία του, εφόσον υφίσταται το κίνητρο της ανταπόκρισης στην εργασία.
Άλλες θεραπευτικές αγωγές περιλαμβάνουν ασκήσεις αναπνοής, χαλάρωσης κ.ά.

No comments:

Post a Comment