Wednesday, July 8, 2009

Τί Είναι η Τύχη

Η έννοια της Τύχης μοιάζει να έχει κατακλύσει τον κόσμο μας: ένα θανατηφόρο τροχαίο «ατύχημα» εξαιτίας ενός κατά τα άλλα συμαπαθέστατου τετράποδου που απρόσμενα πετάχτηκε στο δρόμο και αιφνιδίασε τον οδηγό, ένας «υπερτυχερός» του τζόκερ που κέρδισε τόσα χρήματα ώστε οι γείτονές του να φωνάζουν «το δελτίο παίχτηκε στο πρακτορείο της γειτονιάς μας – η τύχη ήρθε και μας προσπέρασε!», μια απρόσμενη αύξηση των τιμών του πετρελαίου την οποία κανένας οικονομολόγος δεν μπόρεσε να προβλέψει, γιατί ακριβώς οφειλόταν σε εξωοικονομικούς (με ή χωρίς εισαγωγικά) παράγοντες, ένα οποιοδήποτε «τυχαίο» συμβάν, επιζήμιο ή ευεργετικό, που όπως και να έχει κάνει τον καθένα, θέλει δεν θέλει, να δηλώσει υποταγή σε «άγνωστες δυνάμεις» που τον περιβάλουν και με τη μορφή της Τύχης εισβάλουν ενίοτε στη ζωή του.

Αυτή η Τύχη παίζει σχεδόν πάντοτε δύο ρόλους. Είτε εξηγεί κάτι που δεν φαίνεται να έχει λογική εξήγηση (ή αλλιώς, εμφανίζεται εκεί όπου μιαν έσχατη αιτία δε μπορεί να αποδωθεί σε κάποια άλλη) είτε επιζητείται από τους ανθρώπους ώστε να ευνοηθούν σε κάποιο εγχείρημά τους ή έστω να ζημιωθούν όσο το δυνατόν λιγότερο. Η Τύχη, λοιπόν, έχει στην μια περίπτωση παρελθοντολογική-επεξηγηματική χροιά και στην άλλη μιαν όψη επίκλησης για το μέλλον.

Βέβαια, τα όσα παραδείγματα παρατέθηκαν θυμίζουν τον τρόπο με τον οποίο θα παρουσίαζε αυτά τα αιφνίδια συμβάντα ένας δημοσιογράφος, και δεν πρέπει ποτέ να ταυτίζεται απόλυτα η πραγματικότητα των ειδήσεων με την καθαυτή πραγματικότητα. Οι περισσότερο αισιόδοξοι θα έλεγαν πως ο ειδησιογραφικός κόσμος είναι μια εικόνα, μια πτυχή, του πραγματικού κόσμου, ίσως και λίγο αλλοιωμένη, ανάλογα με τις επιδιώξεις του κάθε καναλάρχη, αλλά παρόλα αυτά αληθινή, ενώ άλλοι, περισσότερο πεσσιμιστές (βλέπε τον κύκλο των μεταμοντερνιστών στην κοινωνιολογία), θα υποστήριζαν πως αποτελεί ένα ξέχωρο σύμπαν που ζεί παράλληλα με τον πραγματικό κόσμο. Αυτό δεν έχει και τόσο σημασία γι’ αυτά που θα συζητηθούν στο παρόν άρθρο. Αρκεί μόνο να παραδεχτούμε πως, λίγο πολύ, στην καθημερινότητα οι λόγοι περί της Τύχης είναι άθφονοι και έχουν την παραπάνω μορφή: εκεί όπου όλες οι δυνατές εξηγήσεις για κάτι που συνέβει έχουν βρεθεί, αλλά μοιάζουν ατελείς, και όλες οι προσπάθειες για κάτι που επιδιώκει ο άνθρωπος με τη δράση του έχουν γίνει, αλλά δεν μοιάζουν αρκετές, οι άνθρωποι ανατρέχουν στον παράγοντα Τύχη. Και επίσης ας συμφωνήσουμε πως μόνον έπειτα ο δημοσιογραφικός λόγος, με τη μορφή κάποιων εκφράσεων κλισέ σαν αυτές που δόθηκαν στην αρχή, έρχεται να επικυρώσει και να διατηρήσει ή και να εντείνει αυτή την εξέχουσα θέση που σχεδόν αυταρχικά κατέχει ο παράγοντας Τύχη στις καθημερινές πλευρές της ζωής μας αλλά και στα μεγάλα παγκόσμια γεγογονότα.
Το ερώτημα που θα ερχόταν στη σκέψη του Roland Barthes (κορυφαίου σημειολόγου της σχολής των αποδομιστών) είναι ποιος είναι ο “μύθος” που σκεπάζει αυτές τις εκ πρώτης αθώες φράσεις, που φαίνεται να αντιστοιχούν στα επίσης αθώα και σχεδόν αυτονόητα πορίσματα που βγάζει ο μέσος άνθρωπος για ό,τι περίεργο και ακατανόητο συμβαίνει στη ζωή του και στον κόσμο γενικά.

Το γιατί η Τύχη, έτσι όπως παρουσιάζεται στο άρθρο, θα αποτελούσε πρόσφορο πεδίο έρευνας για έναν “μυθολόγο” (έτσι αποκαλούσε τον εαυτό του ο Barthes) είναι απλό: ό,τι ισχύει για τη φαινομενικά αθώα και αυθόρμητη προσκόλληση των Γάλλων στο κρασί, ένα γεγονός σχεδόν ασήμαντο, αλλά και παραδόξως τόσο διαδεδομένο και γερά εδραιωμένο στη συνείδηση του μέσου γάλλου, μπορεί να ισχύσει και στην περίπτωση που εξετάζουμε. Ο Barthes δήλωσε πως φυσικά το κρασί προτιμάται εξαιτίας της γεύσης του και των ευεργετικών του ιδιοτήτων, που δεν συγκρίνονται με κανενός άλλου ποτού. Αυτό όμως είναι η κορυφή του παγόβουνου, γιατί όπως απέδειξε, πέρα από την αντικειμενική αξία του κρασιού, υπάρχουν πλείστες συνδηλώσεις που φέρει το κρασί ως εθνικό ποτό και αφορούν στην ιδιοσυγκρασία του Γάλλου ή μάλλον σε ό,τι στερεότυπα θεωρείται ότι αποτελεί το κατεξοχήν χαρακτηριστικό του Γάλλου: είναι λεπτεπίλεπτος, με εκλεπτυσμένο γούστο, γευσιγνώστης, όλος διόλου διαφορετικός από τον άξεστο μετανάστη από την Αλγερία ή τον σχολαστικό Άγγλο. Το κρασί είναι απλά ένδειξη και επιβεβαίωση ενός ιδιαίτερου πολιτισμού, και η αδιαμφισβήτητη αξία του σημαίνει την αντικειμενική υπεροχή για όσους ξέρουν να το εκτιμούν. Το «αντικειμενικό» δεν έχει μόνο τη σημασία του αναγνωρίσιμου από όλους αλλά επίσης και τη σημασία ότι είναι κάτι φυσικό, δηλαδή διαχρονικό και αναλλοίωτο. Η αξία του κρασιού δεν εξαρτάται από αυτόν που το καταναλώνει – το ποτό αφ εαυτού φέρει την αξία του, που τη μεταβιβάζει στον πότη. Έτσι και το γαλλικό «πνεύμα» είναι αναλλοίωτο, υπήρχε «από πάντα»: ήταν συσκοτισμένο και αποκαλύφθηκε με την γαλλική επανάσταση και από τότε κάθε μέλος του γαλλικού έθνους το εμφορείται εφόσον συμμετέχει σε κάποιες από τις σημαντικές διαδικασίες της κοινότητας, μια από τις οποίες είναι και η αβίαστη απόλαυση του κρασιού.

Στην περίπτωσή μας τώρα, κάποιος θα έλεγε «τι πιο απλό! Ό,τι δεν καταλαβαίνουμε το ονομάζουμε τύχη». Αυτό εν μέρει είναι σωστό, όπως αδιαμφισβήτητη είναι και η αξία του κρασιού, από άποψη γεύσης και ιδιοτήτων. Τι είναι όμως αυτό που δεν μπορούμε να συλλάβουμε με τη λογική; Το γιατί ο σκύλος πετάχτηκε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή που ο δρόμος ήταν ολισθηρός ή το γιατί ο οδηγός διάλεξε τη συγκεριμένη διαδρομή και ήταν αφηρημένος σε αυτή τη δεδομένη μοιραία στιγμή; Με άλλα λόγια το πώς και γιατί συνδυάστηκαν όλοι αυτοί οι παράγοντες ώστε να σκοτωθεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος; Η αλυσίδα των γεγονότων που πρέπει να συμπέσουν ώστε να προκληθεί το «ατύχημα» φαίνεται να είναι άπειρη. Κι αν ακόμα είναι πεπερασμένη, είναι δύσκολο εάν όχι ακατόρθωτο να παρουσιαστεί στην ολότητά της. Ακόμη και αν βρεθεί μια πρωταρχική αιτία, π.χ. ένα πρόβλημα στα φρένα, μπορεί να ρωτήσει κάποιος «και γιατί τα φρένα είχαν χαλάσει;» ή «και γιατί ο οδηγός δεν τα είχε ελέγξει πριν ξεκινήσει;». Το «γιατί;» παραμένει.
Ο Kant έδειξε πως η ανθρώπινη λογική είναι καταδικασμένη να αυταπατάται στην προσπάθεια της να συνενώσει όλες τις πτυχές της εμπειρίας σε μια και μόνο αρχή ή σε μερικές αρχές που θα αντιπροσωπεύουν την ολότητα. Η αυταπάτη αυτή εκδηλώνεται στο σχηματισμό της έννοιας Θεός. Όμως ο ιδεαλισμός του Kant δεν του επέτρεψε να δεχτεί πως αυτός που εξαπατάται δεν είναι μιαν αφηρημένη και αχρονική «λογική», αλλά συγκεκριμένοι ιστορικοί «τύποι» ανθρώπου: από τον πρωτόγονο εώς τον άνθρωπο του θεοκρατικού μεσαίωνα και τον μοντέρνο άνθρωπο. Έτσι το πρόβλημα (π.χ. στο αυτοκινητιστικό «δυστύχημα» το «γιατί;» σκοτώθηκε ένα αγαπημένο μας πρόσωπο), αντί να μετριάζεται με την αποδοχή από μέρους μας του περιορισμένου εύρους της σκέψης, γίνεται ολοένα και πολυπλοκότερο, καθώς καταναγκαζόμαστε να βρούμε έσχατες αιτίες εκεί που κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο. Και ακριβώς εδώ έρχεται ο παράγοντας Τύχη για να το λύσει δια μαγείας: «ο οδηγός ήταν άτυχος».

Σε διαφορετική περίπτωση (ή καλύτερα, σε άλλες εποχές) η «λύση» θα παρουσιαζόταν με το όνομα Θεός ή με οποιαδήποτε άλλη έννοια που μιλά για ένα απόλυτο ον που επικαθορίζει ντετερμινιστικά τις μικρές προσωπικές μας ιστορίες. Όμως, “ο Θεός είναι νεκρός” είπε ο Nietzche αλλά πρόσθεσε επίσης πως «θα περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι οι άνθρωποι να το καταλάβουν», επιβεβαιώνοντας πολύ απλά την πτώση των θεοκρατικών πρακτικών και αντιλήψεων, που συνόδευσαν την γέννηση του μοντέρνου δυτικού κόσμου, και αφήνοντας υπονοούμενα για «νέες δυνάμεις», εξ ολοκλήρου διαφορετικές από τις προγενέστερες επουράνιες, που όμως οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να τις αντικρίζουν με τον ίδιο τρόπο που δέχονταν έως τότε την θεϊκή παρέμβαση. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι άλλη από τη μετανομασία του Θεού σε Τύχη, και το «γιατί να είμαι εγώ ο άτυχος;» είναι μια άλλη ονομασία για το «γιατί οι θεοί διάλεξαν εμένα γι’ αυτή τη δοκιμασία;». Μόνο που στην δεύτερη περίπτωση δίνεται η αιτία των δεινών ή της ευδαιμονίας, η οποία μολονότι είναι απρόσιτη από τον άνθρωπο παρέχει τη βεβαιότητα πως υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει. Ενώ στην περίπτωση που μιλάμε για Τύχη, κάθε καταφανής ντετερμινισμός καταρέει αλλά μαζί του εξανεμίζεται και κάθε βεβαιότητα, ορθή ή εσφαλμένη.
Έτσι, το ερώτημα «γιατί μου συνέβει αυτό το δυσάρεστο γεγονός;» θα έπρεπε να αποδοθεί ως «γιατί ρωτώ με τον ίδιο τρόπο που ρωτούσα όταν ακόμα υπήρχε Θεός;». Η απάντηση είναι διότι η “απομάγευση” του κόσμου (φράση του κοινωνιολόγου Max Weber) η επικράτηση, δηλαδή, του ορθoλογισμού, οριακά από την εποχή του Διαφωτισμού και έπειτα, παρόλο που σηματοδοτεί όντως μια νέα κατάσταση πραγμάτων, παρουσιάζεται εμπρός στα μάτια μας σα γεγονός όχι ιστορικό αλλά φυσικό. Το νέο status quo είναι η άνοδος της αστικής τάξης και κατ’ επέκταση του αστικού πολιτισμού. Όμως, αφηνόμαστε, με τη θέλησή μας ή χωρίς, να πιστεύουμε πως ο μοντέρνος κόσμος είναι λίγο πολύ ίδιος μ’ όλες τις άλλες εποχές του ανθρώπινου πολιτισμού. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, ντοκυμαντέρ ιστορικού και ανθρωπολογικού περιεχομένου, όπου παρουσιάζονται προιστορικά ανθρωποειδή, κατά την ώρα του μοιράσματος της τροφής που συλλέχτηκε από το κυνήγι, να χρησιμοποιούν φράσεις του τύπου «όποιος δε κυνήγησε δε θα φάει» κλπ. Σαν το ζήτημα της διανομής των προϊόντων να απασχολούσε μια πατρική ορδή όπως ενδιαφέρει τους ανθρώπους σε μια σύγχρονη καπιταλιστική οικονομία! Το συμπέρασμα: ο αστικός πολιτισμός (καταρχήν η κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και η μαζικοποίηση της πολιτικής, αλλά και τα εν γένει αστικά ήθη) παρουσιάζεται σαν να είναι η φυσική προδιάθεση των κοινωνιών όταν τα μέλη τους είναι έλλογα και απαλλαγμένα από θρησκευτικές προκαταλήψεις.
Έγινε λοιπόν η απαραίτητη σύνδεση μεταξύ Τύχης και μοντέρνου/αστικού κόσμου. Το κρασί δηλώνει υπόγεια, επικυρώνοντάς το, το γαλλικό πνεύμα και ταυτόχρονα αποκρύπτοντας τις ιστορικές διαδικασίες συγκρότησής του – η Τύχη δηλώνει με τον ίδιο τρόπο την αστική οικονομία και βασικά τα κύρια συστατικά της στοιχεία: την απελευθέρωση της ανθρώπινης εργασίας και των ανταγωνισμό μεταξύ των ατόμων. Ο εργάτης είναι ελεύθερος από τα δεσμά του φεουδάρχη αφέντη, ο τεχνίτης αποδεσμευμένος από τις υποχρεώσεις του προς τη συντεχνία, και γενικά ο καθένας ελεύθερος να πράξει όπως επιθυμεί με σκοπό να επιδιώξει το προσωπικό του όφελος, αρκεί να σεβαστεί τους όρους του συναγωνισμού, δηλαδή κυρίως ότι πραγματοποιείται χωρίς τη χρήση βίας.

Για να το πούμε ακριβέστερα και πιο θεωρητικά, συμβαίνει αυτό που διαπίστωσε ο Marx, ότι, δηλαδή, προκλήθηκε σχάση μεταξύ του “ταξικού” και του “προσωπικού” ατόμου. Στο φεουδαρχικό σύστημα, όπως είναι γνωστό, υπήρχαν οι λεγόμενες “κλειστές τάξεις” όπου η θέση των ατόμων στην κοινωνία ήταν ορισμένη από το νόμο και δε μπορούσε να την αλλάξει η δράση τους (η ταξική και η προσωπική διάσταση βρίσκονται ενωμένες). Λόγου χάρη, ο δουλοπάροικος γεννιέται και πεθαίνει χωρίς ποτέ να αλλάζει η θέση του στον κόσμο. Στο μοντέρνο κόσμο η κοινωνική θέση δεν υπαγορεύεται από το νόμο αλλά ο καθένας με τις ίδιες του τις δυνάμεις φτιάχνει το παρόν και το μέλλον του. Αυτή η δράση σχηματίζει το πρόσωπο, το άτομο στην προσωπική του διάσταση, την ατομικότητα. Όμως ταυτόχρονα υπάρχει και το ταξικό πρόσωπο, δηλαδή ο άνθρωπος δεσμευμένος από την ταξική προδιαγραφή, την κατοχή ή μη κεφαλαίου (όχι μόνο υλικού), που αν και δεν είναι γνώρισμα νομικής υφής, όπως η κάστα, ούτε έχει σχέση με τη φυσική προδιαγραφή της καταγωγής, είναι πάρα ταύτα ένας πραγματικός περιορισμός της ατομικότητας. Ατομικότητα και ταξική θέση συγκρούονται ανελέητα και αδιάλλειπτα, από την σκοπιά του ότι η πρώτη είναι εξ ορισμού πλήρως ελέγξιμη από το άτομο ενώ η δεύτερη εντελώς πέρα από τη δύναμη του. Και η άλυτη αντίθεση αυτών των δύο γεννά τη «ψευδαίσθηση» της Τύχης.

Συγκεκριμένα: με την ατομική εργασία στο πλαίσιο του ανταγωνισμού ο εργαζόμενος, από τον βιομηχανικό εργάτη της Λατινικής Αμερικής μέχρι τον ακαδημαϊκό της Δύσης, προσδοκά τη βελτίωση ή τη διατήρηση της θέσης του. Όμως για να συμβεί αυτό πρέπει να συμπέσει πλήθος παραγόντων που δεν μπορούν να ελεγχθούν από την ατομική δράση, καθώς ο άνθρωπος ενεργεί μέσα σ’ ένα δαιδαλώδες και χαοτικό Παγκόσμιο Σύστημα. Ας μη ξεχνάμε πως και ο κομμουνισμός δεν είναι παρά ένα σύστημα, πραγματοποιήσιμο ή μη, όπου γίνεται προσπάθεια να συγκεραστεί η ελευθερία μ’ ένα οικονομικό σχεδιασμό που να καταργεί τη χαοτική φύση του καπιταλισμού. Η εμπειρία βέβαια έδειξε πως αυτές οι δύο έννοιες δεν είναι συμβιβάσιμες. Με άλλα λόγια, μπορούμε να αποκαλέσουμε τον κομμουνισμό (όχι το λεγόμενο πρώην υπαρκτό σοσιαλισμό, αλλά το ιδεατό σύστημα που εκθέτει στα γραπτά του ο Marx) σαν το πέρασμα από μια ταξική κοινωνία αταξίας σε μια εύτακτη αταξική κοινωνία (με την έννοια αυτή ο Μεσαίωνας είναι ένα εύτακτο ταξικό σύστημα). Από την άλλη, οι κοινωνικές επιστήμες προσπαθούν να βρουν νόμους που διέπουν αυτό το σύστημα, αλλά δεν μπορούν να βγάλουν οριστικά συμπεράσματα χρήσιμα στην καθημερινή ζωή, γιατί είτε μελετούν τα γεγογονότα σ’ ένα υψηλό επίπεδο αφαίρεσης (οικονομική επιστήμη) είτε παραπαίουν προς τη μεταφυσική (κοινωνιολογία). Οπότε το άτομο συνεχίζει να στέκει μόνο του απέναντι σ’ αυτό το χαοτικό σύστημα, που, μολονότι είναι το άθροισμα των ανθρωπίνων πράξεων, φαντάζει στα μάτια μας σα μια ξεχωριστή Οντότητα με τη δική της ζωή. Αυτό το Ον είναι μια ανθρώπινη κατασκευή με «θεϊκές» ιδιότητες, που καθιερώθηκε να το αποκαλούμε Τύχη. Εάν ο επιχειρηματίας αυξήσει τα κέρδη του, αυτό γίνεται χάρις όχι μόνο στις ικανότητές του αλλά και στην τιθάσευση, έστω και πρόσκαιρη, των αχαλίνωτων και απρόβλεπτων διαθέσεων της Τύχης. Το ίδιο, και για τον εργάτη, τον καλλιτέχνη, τον επιστήμονα και τη νοικοκυρά.

Αυτά βέβαια, όπως είπαμε, ισχύουν στη διάσταση εκείνη της ζωής που ο ταξικός προσδιορισμός είναι κυρίαρχος. Στην αμιγώς προσωπική σφαίρα, όπως μια κυριακάτικη εκδρομή, μέχρι την παρακολούθηση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, η «τύχη» δεν είναι παρά η προβολή της Αταξίας του Παγκόσμιου Συστήματος πάνω στην καθημερινότητα (έννοιες που είναι σχεδόν ταυτόσημες, με μόνη διαφορά το ότι το Παγκόσμιο Σύστημα υπάρχει αντικειμενικά, ενώ η Τύχη είναι μια νοητική και συναισθηματική αποτύπωσή του, χωρίς ωστώσο να αποτελεί ψευδαίσθηση). Αυτή η άλλη «τύχη» της προσωπικής μας ζωής είναι πράγματι μιαν αυταπάτη. Ενώ την ατομικότητά μας δεν την καθορίζει πια κανένας Θεός, εμείς εξακολουθούμε να την παραδίδουμε στα χέρια ακατάληπτων δυνάμεων. Καταναγκαστικά ανακαλύπτουμε την Τύχη στα πιο απίθανα μέρη, από την ρίψη ενός ζαριού, που έχει δειχθεί πως είναι μονάχα μια μετρήσιμη πιθανότητα, ως τις σταγόνες της βροχής (μ’ αυτό το τελευταίο, εννοώ τον παροξισμό μας σχετικά με τα δελτία καιρού). Όμως δεν γίνεται αλλιώς, διότι το προσωπικό άτομο και το ταξικό είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Βλέπε για παράδειγμα τα μαζικά τυχερά παιχνίδια, όπου αυτές οι δύο διαστάσεις διαπλέκονται και μάλιστα αντιστρέφεται η σχέση τους: αν δοκιμάσεις την «τύχη» σου στην προσωπική σου ζωή, παίζοντας ένα δελτίο Τζόκερ, μπορείς να βελτιώσεις την κοινωνική/ταξική σου θέση, ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίστροφο. Πρέπει πρώτα να τοποθετηθείς κοινωνικά/ταξικά και ύστερα να διανοίξουν οι δρόμοι της προσωπικής σου ζωής – πρέπει πρώτα να σου περισσέψουν χρήματα, που τυπικά τα αποκτάς από την εργασία, για να τα ρισκάρεις στη συνέχεια σ’ ένα τυχερό παιχνίδι.

Αυτή την αντιστροφή μου φαίνεται πως πραγματεύεται σ’ ένα διήγημά του ο Borges (Το λαχείο στη Βαβυλώνα). Εδώ η Τύχη παρεισφύει πρωτίστως στο φάσμα της προσωπικής ζωής. Οι κληρώσεις λαχείων είναι συνεχείς και δεν κληρώνουν μόνο τυχερούς αριθμούς αλλά και άτυχους, όπου ο κάτοχος του κληρωθέντα αριθμού καλείται να πληρώσει πρόστιμο! Μάλιστα, με τον καιρό διαμορφώθηκε ένα τέτοιο ήθος που έκάνε τους κατοίκους της Βαβυλωνίας “να χλευάζουν και αυτόν που δεν έπαιζε και τους χαμένους που πλήρωναν το πρόστιμο”. Τελικά τα κέρδη συγκεντρώνονταν από τα πρόστιμα και όσοι αρνούνταν να πληρώσουν (καθώς τελικά όλοι επιδίδονταν μανιωδώς στο παιχνίδι) καταδικάζονταν σε θάνατο. Αυτό που μας φαίνεται εντελώς εξωφρενικό – ο συνειδητός καθορισμός της προσωπικής μας μοίρας από μια παντοδύναμη Τύχη – δεν είναι εντελώς διαφορετικό από ό,τι συμβαίνει στη ταξική διάσταση των ζωών μας: τα κέρδη βγαίνουν από αυτούς που είναι οι χαμένοι του οικονομικού αγώνα (ας ξεπεράσουμε, βέβαια, οριστικά τη διάκριση της αυτιστικής αριστεράς που θέλει τον κόσμο χωρισμένο σε δύο στρατόπεδα, τους εκμεταλλευτές και τους εκμεταλλευόμενους, με τους τελευταίους να είναι συνεχώς οι χαμένοι), και όσοι τελικά αποτυγχάνουν είτε περιφρονούνται είτε κυριολεκτικά πεθαίνουν αφού χάνουν τους πόρους για την επιβίωση. Και όλο αυτό το σύστημα είναι το ίδιο απρόβλεπτο όπως ακριβώς απρόβλεπτα είναι και τα αποτελέσματα των κληρώσεων στο διήγημα του Borges.

Τελικά, το «γιατί πέθανε;» ένα αγαπημένο μας πρόσωπο σ’ ένα τρακάρισμα δεν είναι παρά ένα ψευδοερώτημα, που τοποθετείται στα χείλη μας επειδή παραμένει αναπάντητο το μεγάλο «γιατί;». Δεν μπορούμε να χαλιναγωγήσουμε τις δυνάμεις του Παγκόσμιου Συστήματος που ορίζουν την κοινωνική μας μοίρα, όπως ακριβώς καθορίζουμε την προσωπική μας πορεία και εξέλιξη. Και σε όσους προτρέχουν να πουν πως είναι ο θάνατος και ο φόβος του θανάτου που μας κάνουν να ρωτάμε αναρίθμητα «γιατί;» στην καθημερινή μας ζωή, αρκεί να πούμε (μόνο προκαταρκτικά) πως η σύνδεση της τρέχουσας ζωής με το θάνατο, και κατ’ ουσία με μια μεταθανάτια ζωή, έχει στο σύγχρονο κόσμο οριστικά καταρρεύσει, μόνο που εμείς εθελοτυφλούμε. Ας δούμε πόσο μοιάζουν οι αιρέσεις μας με τα συνδικάτα μας, και το αντίστροφο. Η “κοινωνία των ιδιωτών” με τη ρήξη που φέρει μεταξύ προσώπου και ταξικού ατόμου, τα τοποθετεί και τα δύο στον ίδιο παρονομαστή. Ο Nietzche το είχε πει και το επαναλαμβάνουμε ακόμη μια φορά: “ο Θεός είναι νεκρός”. Το νέο απόλυτο Ον είναι ο ίδιος ο μοντέρνος κόσμος, εξ ολοκλήρου φτιαγμένος από ανθρώπους και, εξαιτίας αυτού, καθόλα και οριστικά θεοποιημένος.



Σχετικά με ιδέες που στάθηκαν έναυσμα για το άρθρο, αλλά και φράσεις, αποσπάσματα κλπ. που
χρησιμοποιήθηκαν, δείτε τα εξής βιβλία:
R. Barthes (Μυθολογίες-Μάθημα)
F. Nietzche (Χαρούμενη Επιστήμη)
M. Weber (Προτεσταντική Ηθική)
K. Marx (Γερμανική Ιδεολογία, τόμος 1ος)
J. L. Borges (Το Λαχείο στη Βαβυλώνα, στα Άπαντα Πεζά)
Ν. Αυγελής (Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, τα κεφάλαια για τον Kant)

Επίσης, χωρίς να αναφέρονται ρητά, πάρθηκαν ιδέες από κείμενα των:
Κ. Τσουκαλάς (Είδωλα Πολιτισμού)
M. Foucault (Οι Λέξεις και τα Πράγματα)
M. Horkheimer (Αυθεντία και Οικογένεια)

www.enthallagi.org

No comments:

Post a Comment